ΗΠΕΙΡΟΣ (6475 λέξεις)

ΠΡΕΒΕΖΑ – ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ – ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΟ ΑΧΕΡΟΝΤΑ – ΣΟΥΛΙ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004

Από τον Αχέροντα στο Σούλι 

Από την Πρέβεζα, που αποτελεί το νοτιότερο σημείο της Ηπείρου, μέχρι το χωριό Αμμουδιά, οι παραλίες είναι απέραντες και συνεχόμενες, τόσο, ώστε μετά από λίγη ώρα οδήγησης, οι όμορφες τοποθεσίες κατακτούν το οπτικό πεδίο, κυριολεκτικά, ξεσηκώνοντας τις αισθήσεις. Αραιά και πού, κάποια συστάδα δέντρων ή βράχων, που και αυτές σχηματίζουν μικρές παραλίες, διακόπτουν την οπτική πανδαισία. 

Είναι μια ήσυχη παραθαλάσσια διαδρομή, σαράντα πέντε περίπου χλμ, που εφάπτεται στην αρχή, με την πλούσια σε καλλιέργειες εσπεριδοειδών, πεδιάδα, που ποτίζεται από τον Λούρο, λίγο πριν αυτός χυθεί στον Αμβρακικό. Η κατεύθυνση είναι προς τις εκβολές του Αχέροντα και την Αμμουδιά, λίγο πριν τη κοσμοπολίτικη, κοσμοβριθή, αλλά εσαεί καλλονή, Πάργα. Στη διαδρομή, οι μεγάλες ακρογιαλιές, ‘’Καστροσυκιά’’ – ‘’Βράχος’’ – ‘’Λούτσα’’ - η μεγαλύτερη και με ‘’Μπλε σημαία’’ για την καθαρότητά της - και τέλος, ο φιλικός όρμος της Αμμουδιάς με την λαμπερή παραλία της είναι οι πιο γνωστές, όμορφες και με υποδομή. Η εναλλακτική προσέγγιση γίνεται μέσω Άρτας με κατεύθυνση τον Λούρο, το ιστορικό Ζάλογγο, και το κομβικό Καναλλάκι, έδρα του Δήμου Φαναρίου. Από εκεί φτάνετε εύκολα στο Μεσοπόταμο (παλιά Λυκούρσι 10 μ. υψ.) και στην παραλιακή, ανεπτυγμένη πλέον, αλλά εξ’ ίσου συμπαθητική Αμμουδιά (παλιά Σπλάντζα 5 μ υψ), δίπλα από τις εκβολές του Αχέροντα. 

Στην αξιοποίηση της παράκτιας περιοχής, που πλέον διαθέτει αρκετές υποδομές φιλοξενίας και φαγητού, συνέβαλε η ύπαρξη του νεκρομαντείου και του ποταμού Αχέροντα, όπου στο σημείο αυτό, είναι πλωτός. Η σταθερή στάθμη του, εξασφαλίζεται από τις πολλές βροχοπτώσεις και την ήπια κλίση του εδάφους, προσφέροντας μια θαυμάσια ευκαιρία για βόλτα. Από τις εκβολές, ξεκινούν πλοιάρια ή βάρκες, ‘’ανεβαίνοντας’’ σχεδόν μέχρι το νεκυομαντείο, (αρχ. Νέκυς = νεκρός) της αρχαίας Εφύρας, (το Ξυλόκαστρο των ντόπιων), δίνοντάς σας τη δυνατότητα να απολαύσετε πραγματικά τη διαδρομή, και την πλούσια παραποτάμια βλάστηση. Στο κέντρο πληροφόρησης της Αμμουδιάς, θα ενημερωθείτε για την σπουδαία αξία του ποταμού, τα μονοπάτια, και θα έρθετε σε επαφή με τους βαρκάρηδες για την ρομαντική μηχανοκίνητη διαδρομή.  

Οδικώς, από την Αμμουδιά μέχρι το Μεσοπόταμο, και τον λόφο που βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος είναι περίπου πέντε χλμ. Πιο παλιά, δεν υπήρχε ούτε φύλακας ούτε είσοδος, τίποτα. Τα τελευταία χρόνια ο χώρος καθαρίστηκε, έγινε το πάρκινγκ, επισκευάστηκε η περίφραξη, προσλήφθηκαν μόνιμοι φύλακες – ξεναγοί, και ο αρχαιολογικός χώρος, λειτουργεί κανονικά, σύμφωνα με τα ωράρια που ισχύουν σε όλη την Ελλάδα.

Οι ξένοι περιηγητές, από τις αρχές του 20ου αι. προσπαθούσαν να εντοπίσουν την θέση του νεκρομαντείου, σύμφωνα με τη θέση της αρχαίας Έφυρας, (στη θέση της Κίχυρου της πρώτης Θεσπρωτικής πόλης) που ήκμασε εδώ τον 5ο – 4ο αι, ορμώμενοι από τις περιγραφές του Ομήρου, και των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. ’’Εκεί που σμίγουν τα άλλα δύο ποτάμια ο Πυριφλεγέθων, ο πύρινος,(ο σημερινός Κάκαβας, που πηγάζει από τα όρη Σουλίου), και ο Κωκυτός, (αρχ. Σελλήεντας, ο σημερινός Βουβός ή Βουβοπόταμος), αυτός που θρηνεί. Εκεί στη συμβολή των τριών ποταμών είναι η σκοτεινή σπηλιά, εκεί που τα βήματα των θνητών σταματούν, εκεί αρχίζει η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο, η πορεία που δεν έχει επιστροφή’’.

Εδώ ακριβώς οι άνθρωποι ίδρυσαν ιερό, το νεκρομαντείο του Αχέροντα (άχος = λύπη, Αχέρων = χωρίς χαρά, ποταμός της λύπης), το αρχαιότερο και το πιο φημισμένο όλων, επειδή ακριβώς, τους μετέδιδε την φοβερή αίσθηση ενός ποταμού, που αποτελούσε το όριο μεταξύ του επάνω και του κάτω κόσμου. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι ο Αχέροντας ήταν μία, η σημαντικότερη, από τις Πύλες του Άδη. Υπήρχαν όμως και άλλες, όπως και άλλα νεκρομαντεία, όπως αυτό του Ταίναρου, (δες Δυτ. Μάνη – Ταίναρο τομ Ε’ 2003), της Ερμιόνης στην Αργολίδα, του Αιγιαλού στη Σικυώνα, της Κορώνειας στη Βοιωτία, της Ιταλικής Κύμης, της Ηράκλειας στον Πόντο κ.α. 

‘’Εκεί που ο ωκεανός συναντάει τα τρομερά βράχια, με τις σκοτεινές σπηλιές, εκεί που τα καράβια κινδύνευαν να τσακιστούν σπρωγμένα από την άσπλαχνη μανία του Ποσειδώνα, εκεί σμίγει  ο φοβερός Αχέρων με τη Θάλασσα’’. Εκεί λοιπόν, κάποτε, στον ανοιχτό κάμπο, τα νερά σταματούσαν για λίγο το ορμητικό τους ταξίδι προς τη θάλασσα, και σχημάτιζαν ένα δύσοσμο έλος, την Αχερουσία λίμνη. Πρέπει να ήταν ένα απόκοσμο και θλιβερό τοπίο τότε, χωρίς ζωή. Λένε, ότι ούτε πουλιά πετούσαν πάνω από τη λίμνη, τίποτα, παρά μόνο εκατομμύρια κουνούπια. Τα κουνούπια μάλιστα, ήταν φορείς ελονοσίας που μόλυνε τους κατοίκους πριν την αποξήρανση, και αποτελούσαν την πρώτη αιτία θανάτου στην περιοχή.

Οι ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποίησε στην κορυφή του βραχώδους λοφίσκου, για λογαριασμό της Αρχαιολογικής εταιρείας, με την προτροπή του αείμνηστου Σπύρου Μουσελίμη, (1897 – 1984) Θεσπρωτού Δασκάλου – Λογοτέχνη και Ερευνητή, ο αείμνηστος καθηγητής του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, Σωτήρης Δάκαρης, (1916 – 1996) τα έτη 1958 – 1964 και 1976 – 1977, έφεραν στο φως τα πολύτιμα ερείπια ιερού, του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, κάτω και δίπλα, από τη μονή Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (18ος Αι.). Υπάρχουν πολλά, που πρέπει να μνημονευτούν για τη συμβολή του Σπύρου Μουσελίμη, και για τις ιστορίες της ανασκαφής. Θα το κάνουμε με την πρώτη ευκαιρία, ίσως στο αφιέρωμα των χωριών της Λάκκας Σουλίου, που ετοιμάζεται. 

Αυτά τα μυστηριώδη ερείπια, μας μιλούν, ξυπνώντας με τον τρόπο τους το παρελθόν. Ο Ηρόδοτος βεβαιώνει τη λειτουργία του ιερού στον 8ο αι. π.Χ. που επιβεβαιώνεται και από τα ειδώλια της Περσεφόνης και τη ‘’Νεωνια’’ της Οδύσσειας. Για αιώνες ολόκληρους, οι επισκέπτες - προσκυνητές που ήθελαν να εξευμενίσουν τους νεκρούς, να δουν τα είδωλα τους, τις ‘’χλωμές σκιές’’, να μιλήσουν με τις ψυχές, να μάθουν τα μελλούμενα, και κυρίως, να βεβαιωθούν για αυτό που επιθυμούσαν. Την ύπαρξη κάποιου ‘’κόσμου’’, πέρα από τον κόσμο των ζωντανών.  Έφταναν ως εδώ, στον ιερό βράχο του νεκρομαντείου, διασχίζοντας τον Αχέροντα και την Αχερουσία λίμνη. Μετά, αναλάμβαναν τη μύηση οι ιερείς. 

Σε αυτά τα αινιγματικά ερείπια, που κάποτε αποτελούσαν την μεγάλη σκοτεινή αίθουσα της κάθαρσης, ο χρηστηριαζόμενος παρέμενε κλεισμένος, για έναν ολόκληρο σεληνιακό μήνα, εικοσιεπτά έως εικοσιεννέα μερόνυχτα. Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της πρώτης αίθουσας υποβαλλόταν σε νηστεία και πράξεις εξαγνισμού. Έτρωγε φαγητά που φέρνουν παρενέργειες και ζάλη. Θαλασσινά στρείδια και χοιρινό κρέας κριθαρένιο ψωμί, λούπινα και κουκιά, και έπινε νερό, γάλα και μέλι. Άκουγε από τους ιερείς μυστηριώδεις διηγήσεις και έκανε λουτρά για να παραμείνει αμόλυντος από την επαφή του με τους ‘’νεκρούς’’. Και όταν ερχόταν η κρίσιμη μέρα, η στιγμή της συνάντησης, ο ιερέας τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο. Η διάρθρωση του οικοδομήματος, έδινε στον χρηστηριαζόμενο - προσκυνητή, τη ζοφερή ιδέα του Κάτω Κόσμου.

Περνώντας τον εξωτερικό κυκλώπειο πολυγωνικό περίβολο, με τους μεγάλους ογκόλιθους, εισέρχεστε στον χώρο του ιερού. Μέρος του ανοιχτού πλέον, διάδρομου - λαβύρινθου, αίθουσες καθαρμών και εγκοίμησης, βοηθητικές αίθουσες, δωμάτια προσφορών, διασχίζουν και σήμερα όσοι επισκέπτονται τον χώρο, για φθάσουν στο πιο αξιόλογο σημείο του νεκρομαντείου, στην ‘’αίθουσα των νεκρών’’, στο Άδυτο. Να αναφερθεί εδώ, ότι τα συναισθήματα και σήμερα, είναι ανάμικτα, ειδικά όταν κατεβαίνετε τη σιδερένια σκάλα και είστε μόνοι. Η αίθουσα υποβάλει, αν και είναι άριστα φωτισμένη με ένα πορτοκαλί - κόκκινο φως. Πραγματικά, οι άνθρωποι της εποχής, χωρίς ηχώ, (είναι τέτοια η κατασκευή, που δεν αναπαράγει οποιοδήποτε ίχνος  θορύβου) με μοναδικό φωτισμό τα κεριά, έπρεπε να ήταν κατατρομοκρατημένοι με αυτά που έβλεπαν και άκουγαν ή νόμιζαν, ότι έβλεπαν και άκουγαν. 

Η επίσκεψη στην αίθουσα για τον αρχαίο προσκυνητή, γινόταν μέσα στην απόλυτη σιωπή. Έριχνε στα δεξιά του, τον αποτρόπαιο λίθο, για να αφήσει πίσω τον κακό εαυτό, και κατόπιν έπλενε τα χέρια σε ένα πιθάρι με νερό, στα αριστερά του. Μετά, πέρναγε τη στενή Πύλη που οδηγούσε στους ‘’νεκρούς’’. Με τον ιερέα δίπλα, να επικαλείται συνεχώς τις ψυχές, τη νυχτερινή Εκάτη και την Περσεφόνη, προχωρούσε αργά στο διάδρομο και κάπου εκεί, μέσα σε ένα λάκκο, θυσίαζε ένα μικρό πρόβατο. Πιο κάτω, πρόσφερε (τα άλφιτα) κριθάλευρο ή άλλες προσφορές, λυχνάρια, για να εξευμενίσει τις ψυχές. Στρίβοντας πάντα προς τα δεξιά, ο προσκυνητής μαζί με τον ιερέα, έμπαινε στον λαβύρινθο, έναν σκοτεινό διάδρομο όλο στροφές που έδινε την εντύπωση της περιπλάνησης. Η δοκιμασία τόσων ημερών στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, ήταν για προετοιμάσει τον προσκυνητή για αυτό που θα συναντούσε. Στα δεξιά του, ο φοβερός σκύλος Κέρβερος, με τα τρία κεφάλια, ο άγρυπνος φρουρός της σιδερένια πύλης που οδηγούσε στον Άδη, και απέναντί του στο ημίφως, ακίνητος, ένας ιερέας. Στο πάνω μέρος της αίθουσας αόρατοι μέσα στο σκοτάδι, άλλοι ιερείς, περιφέρονταν αργά λέγοντας ακατάληπτα λόγια με απόκοσμες ψιθυριστές φωνές. 

Και τότε τα είδωλα των νεκρών εμφανίζονταν στο βάθος. Εδώ ήταν η αρχαία σπηλιά, η μυστική τοξωτή κρύπτη, η κατοικία των θεών του Κάτω Κόσμου. Εδώ κανένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα να κατέβει, ήταν η κατοικία του φοβερού Αηδωνέα, (Πλούτωνας) και της Περσεφόνης. Ο Αηδωνέας, πιθανόν, εξελίχθηκε σε Άϊδη – Άδη, ή και το  χριστιανικό Αϊδωνάτος – Άγιος Δονάτος. Πολλοί προσπάθησαν να κατέβουν εδώ, αλλά ελάχιστοι γύρισαν πίσω. Βέβαια, η μυθολογία, αναφέρει για τον άθλο του ήρωα Ηρακλή, που ανέβασε στη γη αλυσοδεμένο, τον τρομερό κέρβερο, και για τη λεύκα που κουβάλησε ο ίδιος από τον Άδη, ειδικά για να ανάβουν με το ξύλο της, στην Ολυμπία, οι φωτιές για τις θυσίες στους θεούς. Όπως και για άλλους ήρωες που κατέβηκαν στον Κάτω Κόσμο και κατάφεραν να επιστρέψουν, σαν τους Αινεία, Ορφέα, Θησέα, Οδυσσέα. 

Πάρα πολλά είναι τα τελετουργικά και λατρευτικά ευρήματα της υπόγειας αίθουσας. Μεταξύ άλλων, ξεχωρίζουν τα υπολείμματα μιας ‘’μηχανής’’, ενός είδους γερανού – καταπέλτη του 3ου αι. π.Χ, που το χρησιμοποιούσαν για την εμφάνιση των ειδώλων στους προσκυνητές. Αυτό το τέχνασμα;, σε συνδυασμό με την διατροφή, δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Φεύγοντας ο επισκέπτης, αμίλητος για να μην χάσει τη φωνή του, είχε ακούσει σαφείς εντολές και είχε δώσει όρκο, πως δεν θα μιλήσει ποτέ για όσα είδε και άκουσε εδώ, δεν έπρεπε να δει κανέναν βγαίνοντας, δεν έπρεπε να κάνει πάλι την ίδια διαδρομή, από την οποία ήρθε, αλλιώς, επέσυρε πάνω του την ποινή του θανάτου με τη κατηγορία της ασέβειας. 

Δεν ξέρουμε αν είχε πάρει απαντήσεις στα ερωτήματα που έθεσε, το σίγουρο όμως είναι, ότι όλη η διαδικασία επηρέαζε τον ίδιο, κάνοντας ταυτόχρονα διάσημο σε όλο τον αρχαίο κόσμο το νεκρομαντείο. Τα περισσότερα ευρήματα αντιπροσωπεύουν την εποχή της μεγάλης ακμής του, στον 3ο και 4ο αι. π. Χ, και εκθέτονται στις αίθουσες του πρόσφατα ανακαινισμένου, αρχαιολογικού μουσείου Ιωαννίνων, (πλατεία 25ης Μαρτίου 6, 2651025490).

Οι αιώνες πέρναγαν, αλλάζοντας και την Ήπειρο, που πλέον βγαίνει από την απομόνωση τόσων αιώνων, ζώντας τη βασική της περίοδο, με τις μεγάλες πόλεις τα λαμπρά κτήρια, τα αγάλματα, τα θέατρα. Το ιερό του νεκρομαντείου προσαρμόζεται και αυτό στην δόξα των νέων καιρών. Το πάνω μέρος του βράχου με το αρχαίο ιερό και τη σπηλιά ισοπεδώνεται και εκεί χτίζεται το ογκώδες οικοδόμημα που σώζεται και βλέπουμε μέχρι σήμερα. Πολυάριθμοι ιερείς, πολυάριθμοι προσκυνητές, φήμη και πλούτος ήταν η συνέχεια, μέχρι το 167 π.Χ που  καταστράφηκε από τους ρωμαίους, ακολουθώντας την μοίρα της υπόλοιπης Ηπείρου. 

Το πώς η περιοχή έφτασε στις μέρες μας, και τι μεταφυσικοί θρύλοι υπήρχαν μέχρι ‘’πρόσφατα’’, το αναφέρει εύγλωττα, σε μια αδημοσίευτη συνέντευξή του ο Σπύρος Μελετζής, ο φωτογράφος της Εθνικής Αντίστασης, που την επισκέφθηκε την εποχή που έκανε περιοδεία στην Ήπειρο. (σ.σ. 1938) ‘’συνέχιζα την εργασία μου κανονικά, παρά τις αντιξοότητες. Πήρα φωτογραφίες από τον Αχέροντα, το Ζάλογγο, το Σούλι. Ειδικά όμως στον Αχέροντα, υπήρχε μεγάλη προκατάληψη, αφού οι ντόπιοι πίστευαν πως το ποτάμι ήταν στοιχειωμένο και όποιος πήγαινε προς τα εκεί εξαφανιζόταν’’. Πηγή: http://users.forthnet.gr/ath/notiayboia/meletzis_syne.htm

Πρόκειται για τις πρώτες φωτογραφίες του Αχέροντα, στην ιστορία. Τον Ιούλιο του 1938, βρέθηκε εκεί ‘’με φόβο και τρόμο – όπως ο ίδιος γράφει, να διασχίσει ένα τμήμα του Αχέροντα, ‘’ η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από φόβο, ήμουνα μόνος σ’ αυτή την ερημιά και πάλευα με υπερφυσικές δυνάμεις’’. Εκεί έβγαλε, τις πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, οι οποίες δια μέσου των αθηναϊκών εφημερίδων, κάνουν το γύρο του κόσμου. Πηγή: Χαράλαμπος Γκούβας www.oreivatein.com

Η θλίψη και η προκατάληψη, ίσως βασίλευε κάποτε στο ποτάμι που οδηγούσε τις ψυχές στον Άδη. Σήμερα ο Αχέροντας συμβολίζει τη ζωή. Η Αχερουσία λίμνη, ο βαλτότοπος, το ‘’δύσοσμο έλος’’ με τα εκατομμύρια κουνούπια, αποστραγγίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, δίνοντας τη θέση της, στον κάμπο ανάμεσα στον Βουβοπόταμο και το Καστρί. Όλη η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της εύφορης κοιλάδας μετά το Μεσοπόταμο, προς Πάργα, ποτίζεται από τα πλούσια νερά του, που διατρέχουν την περιοχή αναβλύζοντας από τα 1600 μ υψ. ασταμάτητα εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Πηγάζει από το νότιο τμήμα του βουνού Τόμαρος, κοντά στα χωριά Σιστρούνι και Ρωμανό, της Λάκκας Σουλίου Ιωαννίνων, και εκβάλει μετά από πενήντα οκτώ χλμ (Ε.Κ.Β.Υ.), στην Αμμουδιά.  

Στο πέρασμά των, επιφανειακών πάντα, παγωμένων νερών του, από τα φοβερά βράχια, που στέκουν, φύλακες λες, στο τρομερό φαράγγι, δημιουργούν μια εκπληκτική ποικιλία από τοπία με ιδιαίτερο οικολογικό ενδιαφέρον. Το δέλτα του ποταμού, όπως και τα στενά του, έχουν ενταχθεί στις περιοχές προστασίας του δικτύου ‘’Φύση 2000’’ και ‘’προστατεύονται’’. Επίσης προτάσσονται σαν τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (Τ.Ι.Φ.Κ.)(1) από την έρευνα του πολυτεχνείου.

Μετά το Καστρί, ο κεντρικός δρόμος οδηγεί στο Καναλάκι, έδρα του Δήμου Φαναρίου, για προμήθειες αν πρόκειται να κατασκηνώσετε. Αλλιώς, αμέσως μετά το Καστρί, στρίψτε αριστερά στην δστ που σας φέρνει γρηγορότερα στην εύφορη περιοχή Φαναρίου, στους μικρούς οικισμούς Αηδόνι, Μουζακέϊκα, Βουβοπόταμος, στο μοναδικό φυσικό περιβάλλον των ‘’στενών του Αχέροντα’’. 

Πάνω ακριβώς στο ‘’σύνορο’’, είναι η Γλυκή (80 μ. υψ) που οριοθετεί την είσοδό σας, στην Θεσπρωτία. Η νότια όχθη του ποταμού ανήκει στο Νομό Πρεβέζης και η βόρεια στο Νομό Θεσπρωτίας. Πληροφοριακό υλικό, και Χάρτη των πεζοπορικών διαδρομών, που ξεκινούν ή καταλήγουν εδώ, θα βρείτε στο κέντρο πληροφόρησης που υπάρχει στο Θεσπρωτικό τμήμα της περιοχής που ανήκει στον Δήμο Αχέροντα, με έδρα το Γαρδίκι Παραμυθιάς. Μετά, ακολουθήστε τις πινακίδες ‘’πηγές Αχέροντα’’ που δεν οδηγούν φυσικά στις πηγές, αλλά στο βατό, με τα πόδια, τμήμα του ποταμού, στο μεγάλο πλάτωμα με τα τεράστια υπεραιωνόβια πλατάνια, και στο εστιατόριο – καφετέρια ‘’πηγές Αχέροντα’’. Λίγο πριν το πλάτωμα, ένας παράδρομος φεύγει ανηφορικά δεξιά (κοντά στο γκρεμισμένο μεγάλο πέτρινο γεφύρι), ανεβαίνοντας προς το παλιό μονοπάτι των Σουλιωτών, τη ‘’Σκάλα της Τζαβέλαινας’’ απ’ όπου το πέτρινο μονοπάτι πλέον, σας φέρνει στη δύσβατη (από την μεριά του ποταμού) χαράδρα του ρέματος Ντάλα, και το ομώνυμο πέτρινο γεφύρι, (διατηρητέο μνημείο Φ.Ε.Κ. 281/Β’ 29 – 12 - 56) που δυστυχώς παρασύρθηκε το Νοέμβριο του 2003, από τις πολλές βροχές. 

Από εκεί, με δίωρη πεζοπορία από την μοναδική, ακόμα και σήμερα, φυσική πρόσβαση προς το Σούλι από τα δυτικά, φτάνετε στην δυσπρόσιτη Σαμονίβα (460 μ. υψ.), στα Σερτζιανά Ιωαννίνων ή στο χωριό Τρίκαστρο Πρεβέζης, (παλιά Άνω Κορύτιανη 480 μ υψ.), από διαμορφωμένη διαδρομή, που κόστισε – κρατηθείτε – διακόσια εβδομήντα εκατομμύρια δρχ!! (σκαλοπάτια – πλακόστρωση – προστατευτικά κιγκλιδώματα κ.λπ.) σε δυόμισι ώρες, υπάρχει και πλωτό κομμάτι στη διαδρομή. (info Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας 2682021280).

Ο Αχέρων, παλιότερα λεγόταν και Μαυροπόταμος ή Μαύρος, γιατί σύμφωνα με τη Μυθολογία, κατά την Τιτανομαχία οι Τιτάνες για να ξεδιψάσουν ήπιαν νερό, από τον ποταμό, και ο Δίας, επάνω στο θυμό του μαύρισε και πίκρανε τα νερά του. Η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείτε σήμερα. Στις όχθες του ποταμού, το καταπράσινο τοπίο συνθέτει μια σπάνια εικόνα ηρεμίας και γαλήνης, ευτυχώς, χωρίς ‘’αναπτυξιακές προσπάθειες’’. Σχεδόν δίπλα απ’ το εστιατόριο, ξεκινά το μονοπάτι που φέρνει τους επισκέπτες, στο παραποτάμιο σημείο που καταλήγει ή ξεκινά (ανάλογα από πού αρχίζετε τη πεζοπορία) η ‘’σκάλα Τζαβέλαινας’’(2).

Η ομορφότερη όμως διαδρομή, αυτή που δεν χάνει κανένας επισκέπτης, είναι μέσα από την κοίτη του ποταμού προς τα περίφημα ‘’στενά’’ του. Μετά τον καφέ, βγάλτε τις μπότες, το δερμάτινο παντελόνι και ξυπόλυτοι, (αν έχετε αθλητικά και σορτσάκι, ακόμα καλύτερα, γιατί τα βότσαλα στην αρχή δημιουργούν προβλήματα), περάστε απέναντι, κάθετα στην κοίτη του, και το μονοπάτι, σε πέντε λεπτά θα σας οδηγήσει κατ’ ευθείαν μέσα στο ρηχό ποτάμι. Περπατώντας στα παγωμένα νερά, μπορεί στην αρχή να μουδιάσουν τα πόδια σας, αλλά σε λίγη ώρα το απίστευτο περιβάλλον θα σας απορροφήσει. Το ύψος του νερού στον Αχέροντα, τις περισσότερες φορές φτάνει δεν φτάνει μέχρι το γόνατο, όμως σε αρκετά τμήματα του υπάρχουν και πιο βαθιά σημεία, νερόλακκοι και μικρές λίμνες. Μπορείτε εύκολα να τα περάσετε, ακόμα και σε μερικά μέρη που το νερό καλύπτει όλο το σώμα. 

Το κολύμπι ανάμεσα στους ψηλούς κάθετους βραχώδεις όγκους δημιουργεί μια παράξενη αίσθηση, και σίγουρα, προσθέτει στον Αχέροντα, τον ποταμό του Άδη, ένα αόριστο μυστηριώδες πέπλο. Γύρω σας, πηγές, καταρράκτες και μικρές αμμουδιές σε όλο το μήκος της διαδρομής. Τα χρώματα του τοπίου, πράσινο από τα δεκάδες φυτά που κρέμονται από τα γκρίζα βράχια, και γαλάζιο, από το νερό του ποταμού, είναι πιο φωτεινά τις μεσημεριανές ώρες που όλος ο τόπος αστράφτει από τον ήλιο. Λίγη πεζοπορία παραπάνω, σας φέρνει στα περίφημα, από πλευράς χλωρίδας και πανίδας, ‘’στενά του Αχέροντα’’. 

Αυτό που διαπιστώνει ο περιηγητής, είναι, ότι πέρα της μυθολογικής και ιστορικής αξίας του ποταμού, η οικολογική και φυσιολατρική του αξία, αγνοήθηκε πλήρως. Κατά γενική ομολογία πολλών, η φυσική ομορφιά της χαράδρας του Αχέροντα, είναι κατά πολύ ανώτερη άλλων ‘’διάσημων’’ με παρόμοια χαρακτηριστικά τόπων. Εδώ, το Ελληνικό κέντρο βιοτόπων – υγροτόπων και η εταιρεία ανάπτυξης Αμβρακικού, έχουν καταγράψει πληθώρα φυτών και δέντρων, περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, βίδρες και άλλα θηλαστικά. Στις βραχώδεις εξάρσεις του φαραγγιού, φωλιάζουν σπάνια πουλιά, γερακίνες, ξεφτέρια, ασπροπάρηδες, φιδαετοί κ.α. Συνολικά η περιπλάνηση δεν διαρκεί πάνω από μία ώρα. Από εκεί και μετά, οι αναρριχητές θα τα καταφέρουν καλύτερα. 

Αμέσως μετά την περιπλάνησή σας στο εξωτικό τοπίο της Γλυκής, η κεντρική οδική αρτηρία συνεχίζει προς Παραμυθιά, και η τεράστια πινακίδα στην δστ, σας στέλνει δεξιά, προς την αετοφωλιά του Σουλιώτικου τοπίου. Το Σούλι ή Κακοσούλι, ορόσημο ηρωισμού και αυτοθυσίας για το σύγχρονο ελληνισμό, είναι η περιοχή που σηματοδοτεί ιστορικά το νομό Θεσπρωτίας. Οι Σουλιώτες, θαυμάστηκαν για τα κατορθώματά και την δημοκρατία τους, έγιναν τραγούδι, ποίημα, από το λόρδο Βύρωνα, και τους μεγάλους Έλληνες ποιητές μας, ζωγραφιά του Ευγένιου Ντελακρουά, περνώντας στον μύθο, αφήνοντας, αιώνια υποθήκη στις ανθρώπινες αξίες.

Ταξιδεύοντας στον φιδίσιο δρόμο, φτάνετε στον αυχένα και την τοποθεσία ‘’Ζαβρούχο’’ (ή Ζάβροχο ή Ψηλή Κορυφή). Σε αυτή τη θέση, υπήρχε παλιότερα ομώνυμος Σουλιώτικος οικισμός, μάρτυρες του οποίου στέκουν, τα παλιά πηγάδια και τα ερείπια κατοικιών, μόλις ένα χλμ αριστερά σας, στον χωματόδρομο κάτω από την Ψηλή Κορυφή (1318 μ υψ). Μέχρι τα τέλη του 17ου αι. οι Σουλιώτες ζούσαν σε μικρούς οικισμούς  μοιράζοντας τον χρόνο τους σε μικρούς γεωργικούς κλήρους με συμπλήρωμα την κτηνοτροφία, ‘’διασκορπισμένοι’’, στα οροπέδια περιφερειακά του Τσαγκαριώτικου ρέματος. Μάλιστα, σε μια δστ πιο κάτω, (με πινακίδα), υπάρχει ασφαλτοστρωμένος (πλέον) δρόμος που σας φέρνει στις όχθες του ρέματος, σε ένα φανταστικό, καταπράσινο τοπίο στη θέση ‘’Σουλιώτικοι Μύλοι’’, ιδανικό για κατασκήνωση. Εκεί υπάρχει ακόμα, ερειπωμένος ο Σουλιώτικος νερόμυλος, ένας από τους επτά, που κινούσε το Τσαγκαριώτικο ρέμα, λεγόντουσαν και μύλοι Αγίου Δονάτου.

Από την περιοχή του νερόμυλου, που κυλάει το Τσαγγαριώτικο ρέμα, προς τη Γλυκή, γίνεται τους καλοκαιρινούς μήνες, με τον κατάλληλο εξοπλισμό, περιπετειώδης διάσχιση φαραγγιού. Απέναντί σας, η σκληρή φυσιογνωμία της περιοχής, τα όρη Σουλίου (1615 μ υψ.) και δεξιά σας στο βάθος, διακρίνονται καθαρά το ‘’Κούγκι’’, το Κάστρο της Κιάφας, και ο Άγιος Δονάτος, το Σούλι…δεν φαίνεται ακόμα.

Τόπος επιβλητικός, καθηλώνει τον επισκέπτη που βλέπει πρώτη φορά την απέριττη ομορφιά, και την αγριάδα του. Μην σας φανεί παράξενο αλλά, το Σούλι, προς το οποίο κατευθύνεστε, επισήμως, ‘’δεν υπάρχει’’. Ναι, είναι αλήθεια, η διοίκηση καταγράφει την περιοχή σαν ‘’θέση - Σούλι’’, εκεί που κάποτε υπήρχε ο οικισμός. Οι χάρτες, επίσης το αγνοούν, με εξαίρεση την Γ.Υ.Σ. που αναφέρει ‘’ερείπια Σουλίου’’. 

Η Διευρυμένη Κοινότητα σήμερα, με πληθυσμό 748 (01’) κατοίκους, κατοικείται χειμώνα – καλοκαίρι, περιλαμβάνοντας τα χωριά, Τσαγγάρι (460 μ. υψ. - 171 κατ), Αυλότοπος (παλιά Γλαβίτσα 560 μ. υψ. - 217 κατ), Κουκουλιοί (ή Κουκλιοί στα 600 μ. υψ - 110 κατ), Φροσύνη (παλιά Κορύστανη 600 μ. υψ - 169 κατ), (που λέγονται και Σκαπετοχώρια ή Σκάπετα), με έδρα την Σαμονίβα (81 κάτοικοι), το μόνο από τους τέσσερις οικισμούς του οροπεδίου του Σουλίου που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μετά τον εκπατρισμό των Σουλιωτών, το 1822. 

Το Σούλι δεν αναφέρεται, σχεδόν δικαιολογημένα, αφού μόνο σκόρπιες πέτρες και ερείπια υπήρχαν μέχρι πριν τριάντα χρόνια. Εγκαταλειμμένα χωριά και ερειπωμένα σπίτια, συμπλήρωναν το άγριο σκηνικό των βουνών. Από τα τέσσερα δυνατά κάστρα που είχε, σώζεται μόνο αυτό της Φροσύνης. Από τότε όμως, άλλαξαν πολλά. Η διοίκηση τον κήρυξε διατηρητέο οικισμό (Φ.Ε.Κ. 281/Β’ 29 – 12 - 56) μαζί με το κάστρο της Κιάφας και τον μύλο του Ντάλα. Ορισμένες οικογένειες κτηνοτρόφων γύρισαν, αναστηλώθηκαν αρκετά σπίτια, δύο μάλιστα, είναι από τα παλιά Σουλιώτικα, ‘’κάστρα’’ των καπεταναίων, που παραπέμπουν στις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες, στις οποίες έζησε και αναπτύχθηκε η τοπική κοινωνία. 

Υπάρχει το κτήριο του σχολείου που στεγάζεται η κοινότητα, το βουλευτήριο, η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, το καφενείο του χωριού, με μια ευρύχωρη σκεπασμένη αυλή, η νέα εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, που κτίστηκε το 1963 από έναν Παραμυθιώτη καπνέμπορο, τον Σωτήριο Παπαθανασίου, δίπλα από τη θέση όπου υπήρχε το θρυλικό Κούγκι. Επίσης, η εκκλησία του Άγιου Δονάτου (πριν το 1790), το αμφιθέατρο, αξιόλογο λαογραφικό μουσείο, καθώς και 80 εκπληκτικής αισθητικής πέτρινα πηγάδια από τα 400 που υπήρχαν. 

Μπαίνοντας στον ιστορικό χώρο του Σουλίου, στις νότιες παρυφές του όρους Τόμαρος ή Ολύτσικα (1974 μ υψ), έρχεστε αντιμέτωποι με την πραγματική φύση, την γνήσια Ελληνική, λιτή, ορεινή Πατρίδα. Ο πλούτος των πέτρινων σπιτιών πράγματι διάσπαρτος, σε όλο τον τόπο. Αμέσως στη ματιά σας ξεχωρίζουν τα πέτρινα πηγάδια, και τα απέραντα λιβάδια δίπλα τους. Εδώ λοιπόν, οι Σουλιώτες διέπρεψαν, αγωνίστηκαν και πολέμησαν, πιστοί στους αρχηγούς τους, και τα ιδανικά τους, που τότε συνοψίζονταν σε μια λέξη. Ελευθερία. Πραγματικά, το άγονο έδαφος είναι όπως οι περιγραφές, ακόμα και σήμερα, μετά τόσων χρόνων ‘’αγρανάπαυση’’. Άγονο, και όμως, με αυτά τα λίγα προϊόντα που παρήγαγαν, σε συνδυασμό με την μικρή σε μέγεθος κτηνοτροφία όχι μόνο έζησαν, αλλά κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους πολλά περισσότερα χρόνια.

Τον 16ο αι. τοποθετούν οι περισσότεροι ερευνητές, την εγκατάσταση των ανυπότακτων Ηπειρωτών στη περιοχή του Σουλίου (για τις μαζικές πληθυσμιακές μετακινήσεις δες ‘’Κονιτσιώτικα Μαστοροχώρια’’ & Μαστοροχώρια Βοΐου στον Ίδιο τόμο). Αυτό καθαυτό το Σούλι, ήταν οχυρό από μόνο του, σε μια από τις θεαματικότερες τοποθεσίες των Βαλκανίων. Αντιδιαμετρικά με τα πλούσια Γιάννινα οι σχηματισμοί του Σουλίου και του Ζαγορίου, με όλους τους οικισμούς τους, ακμάζουν σαν ιδιαίτερες πολιτείες, προκλητικά αυτόνομες και αυτοδιοικούμενες, εν μέσω τουρκοκρατίας. Τα λεγόμενα ‘’προνόμια’’ ισχύουν και εδώ, (βλ. αναλυτικά Συράκο – Καλαρρύτες και Ματσούκι – τόμος Ε’ 0 – 300 2003 & Μαστοροχώρια Κόνιτσας στον ίδιο τόμο). Για να μην ενοχλούνται από το σουλτάνο, και να μην είναι αρνητικά διακείμενος προς αυτούς, πληρώνουν φόρο, τόσο για τα χωριά τους, όσο και για τους Παρασουλιώτες, τους κατοίκους εξήντα χωριών, με πάνω από εικοσιπέντε χιλιάδες κατοίκους πληθυσμό (κατ’ άλλους ερευνητές 30.000). 

Οι Σουλιώτες, κοινωνία ιδιοφυών πολεμιστών, ασκημένη σε λιτότητα και αυτάρκεια, πέραν της αναγκαιότητας για μόρφωση, σε αντίθεση με τους κοσμοπολίτες Ζαγορίσιους, αναδεικνύονται απαράμιλλοι φορείς και αγωγοί της πολεμικής τέχνης. Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε ότι ήταν το αγκάθι στα πλευρά των πασάδων. Συμμετείχαν από πολύ νωρίς, σε όλα τα επαναστατικά κινήματα κατά των Τούρκων, καταγράφοντας συνεχείς νίκες. Η πρώτη ενέργεια, καταγράφεται από την ιστορία μόλις το 1685, ένα μόλις χρόνο μετά το ξεκίνημα του έκτου Βενετοτουρκικού πολέμου (1684 – 1689). Η κατάλυση της τουρκικής κυριαρχίας στο δυσπρόσιτο Σούλι ανησύχησε την Υψηλή Πύλη, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην ιεραρχία των μπέηδων και των πασάδων του τόπου. 

Από εκείνη την εποχή, μέχρι τις αρχές του 19ου αι. οι ηρωικοί αγώνες των φιλοπάτριδων Σουλιωτών, εναντίον των Τούρκων, που είχαν βαλθεί, με χρήμα, δολοπλοκίες, εκβιασμούς, πολεμικές επιχειρήσεις, να καθυποτάξουν και να εξοντώσουν τη μικρή δημοκρατία τους, καταλήγουν πάντα στον εξευτελισμό των πάνοπλων και υπεράριθμων στρατευμάτων, κρατώντας την περιοχή του Σουλίου (αρχικά Τετραχώρι(3), αργότερα Επταχώρι(4)) και το μετέπειτα σύνθετο Παρασούλι(5), μακριά από τα θέατρα των μαχών, ελεύθερα. 

Σημαντική υπήρξε η κινητοποίηση των Σουλιωτών στα Ορλωφικά, (Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι). Πολέμησαν και στον πρώτο (1768 – 1774) και στον δεύτερο (1787 – 1792) ‘’δια το καλόν της βασιλείας (της Ρωσίας) και το καλό των ορθοδόξων χριστιανών’’.Θα περίμενε κανείς ότι οι συνεχείς ήττες των Τούρκων, θα τους έκανε να παραιτηθούν. Και ίσως να συνέβαινε αυτό, αν εν’ τω μεταξύ, δεν αθετούσε ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, την συνθήκη(6) που είχε υπογράψει το 1789. Μόλις είχαν λήξει οι εχθροπραξίες του δεύτερου Ρωσωτουρκικού πολέμου και αμέσως ο Αλής των Ιωαννίνων(7) ξεθάρρεψε, ξεκινώντας με δέκα χιλιάδες στρατιώτες να παγιώσει την κυριαρχία του, και στο Σούλι. Απέτυχε στην εκστρατεία του για δεύτερη φορά, όπως είχαν αποτύχει πολλοί άλλοι πριν από αυτόν. Οι επιθέσεις του, ποτέ δεν έγιναν αποδεκτές από την Κωνσταντινούπολη, είχαν γίνει μάλιστα πολλοί υπαινιγμοί, να τις σταματήσει, γιατί οι Σουλιώτες πλήρωναν κανονικά το φόρο τους στον Σουλτάνο.

Επιπρόσθετα, η Υψηλή Πύλη φοβόταν την δύναμη που θα αποκτούσε. Όμως το πείσμα, οι απανωτές ταπεινώσεις, που είχε δεχθεί από τους Σουλιώτες, το τρωθέν κύρος που προσπαθούσε μάταια πάλι να επιβάλει, και το βαθύτατο μίσος, τον οδήγησε μετά από οκτώ χρόνια για δεύτερη φορά στα δυσπρόσιτα μονοπάτια των απότομων γκρεμών του Σουλιώτικου τοπίου. Με πονηρό τρόπο κατόρθωσε να εκμαιεύσει την περιπόθητη εξουσιοδότηση, και προχώρησε στην εκστρατεία του, την ‘’τελική μάχη’’ όπως έλεγε. Ο αποκλεισμός έγινε εφικτός το 1800. Μάταια οι Σουλιώτες που είχαν βοηθήσει τα μέγιστα στον Ρωσοτουρκικό αγώνα ζητούσαν την βοήθεια των Ρώσων και των Γάλλων. Τρία χρόνια αντιμετώπισαν με μάχες, τις ύπουλες διεισδύσεις των ανδρών του Αλή. Στις 12 Δεκεμβρίου 1803 αναγκάσθηκαν να συνθηκολογήσουν με τον Αλή Πασά, και να εκπατριστούν από το Σούλι, (16 Δεκεμβρίου) χωρίς όπλα, αλλά με τις οικογένειές τους. 

Οι τελευταίες μέρες της ηρωικής αντίστασης σφραγίστηκαν με ένα γεγονός που ξεφεύγει, από το σχετικό άλλωστε, όριο του ηρωισμού. Οι κάτοικοι, από παλιότερες εποχές, τότε που το Σούλι ήταν τέσσερα χωριά, όταν ήταν σε κίνδυνο κατέφευγαν, σαν τελευταίο καταφύγιο, στο ύψωμα της ‘’Μπίρας’’ ή ‘’Τρύπας’’, όπου υπήρχε ένας πύργος στη θέση ‘’Κιάφα’’. Στον αποκλεισμό του 1800, πρόλαβαν και το οχύρωσαν με δύο πυροβόλα και πολλά πυρομαχικά, συγκεντρωμένα στην παλιά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (1793), αναλαμβάνοντας την υπεράσπιση του ο μοναχός Σαμουήλ, κτήτορας της εκκλησίας.

Την επομένη της συνθηκολόγησης, με ακατανίκητο πείσμα, σε μια έξαρση υπερηφάνειας, ο Σαμουήλ, (ο οποίος αντιτάχθηκε στην ιδέα της συνθηκολόγησης) εξακολούθησε να αμύνεται και τελικά, αφού δεν υπήρχε πια ελπίδα σωτηρίας, ούτε άλλος τρόπος να ‘’πάρει μαζί του’’ και άλλους αλλόθρησκους, έβαλε φωτιά στα πολεμοφόδια και ανατινάχθηκε με τους εισβολείς, και τους πέντε συντρόφους του. Από αυτό το γεγονός, εμπνεύστηκε ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και έγραψε το ποίημα ‘’ο μοναχός Σαμουήλ’’. 

Στην διάρκεια της εγκατάλειψης του Σουλίου, ξεκίνησαν συνολικά και οργανωμένα τρεις φάλαγγες, εκ των οποίων η πρώτη, με επί κεφαλής τον Φώτο Τζαβέλλα, πρόλαβε, παρά την επίθεση που δέχθηκαν, να φτάσει στην υπό ρώσικη προστασία Πάργα, και από εκεί στην Κέρκυρα. Οι άλλες δύο είχαν τραγική κατάληξη. Η δεύτερη, έφτασε σε ένα μοναστήρι στο Ζάλογγο, όταν ο Αλής, έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι, και να μεταφερθούν στα Γιάννινα. Ένα μέρος από αυτή τη φάλαγγα, διέσπασε τον κλοιό των ανδρών του Αλή, και κατόρθωσε να φτάσει στην Πάργα με επί κεφαλής τον Κ. Μπότσαρη. Το άλλο, ανέβηκε στον βράχο της κορυφής που λέγεται ‘’Στεφάνι’’, και χορεύοντας, έπεσε στο βάραθρο για να αποφύγει την σύλληψη και την ατίμωση, στεφανώνοντας ταυτόχρονα, όλον τον Ελληνισμό που αγωνίστηκε για την ελευθερία.

Ανάμεσα στις οικογένειες που σκόρπισαν, ήταν και είκοσι περίπου, που αποτελούνταν κυρίως από χήρες και παιδιά που ζούσαν με άδεια του Αλή στο χωριό Ρινιάσα. Αρχές του 1804 έστειλε στρατό να τις υποδουλώσει. Το ίδιο περιστατικό με το Κούγκι καταγράφεται και εδώ, από μια γυναίκα αυτή τη φορά. Η Δέσπω Σέχου (σύζυγος Γ. Μπότση) μαζί με τις δύο κόρες της, τις δύο νύφες και τα έξι εγγόνια της κατέφυγε στον πύργο του Δημουλά (στη Ρινιάσα), από όπου συνέχισε να πολεμάει, μέχρι που έπαψε να υπάρχει ελπίδα σωτηρίας. Τότε, ανήμερα Χριστουγέννων, σαν να συναγωνιζόταν τον εθνομάρτυρα Σαμουήλ, έβαλε φωτιά σ’ ένα κιβώτιο, πλήρες πυρίτιδος, ανατινάζοντας τον πύργο και όσους ήταν μέσα. 

Η τρίτη ομάδα έφτασε στο Βουργαρέλι και από εκεί, μαζί με τους Μποτσαραίους, έφυγαν τον Ιανουάριο του 1804 προς την ορεινή Άρτα, φοβούμενοι επίθεση από τον Αλή Πασά. Χίλιοι τριακόσιοι Σουλιώτες εγκαταστάθηκαν στην δυσπρόσιτη Μονή Σέλτσου, (μονή Κοίμησης της Θεοτόκου)  λίγο έξω από το χωριό Πηγές. Οι φόβοι τους για επίθεση εκ’ μέρους του Αλή επιβεβαιώθηκαν τον ίδιο χρόνο. Πολιορκούμενοι επί τρεις μήνες από τις δυνάμεις του, επιχείρησαν έξοδο στις 21 Απριλίου 1804, κατά την οποία σώθηκαν(8) μόνο σαράντα οκτώ και μια γυναίκα. Κατά τη διάρκεια της μάχης, βλέποντας οι γυναίκες ότι δεν θα αντέξουν να υπερασπίσουν τα παιδιά τους, προτίμησαν να γκρεμιστούν μαζί τους, στα φουσκωμένα νερά του Αχελώου και στα απόκρημνα βράχια. Όσοι έμειναν αιχμαλωτίστηκαν, ανάμεσά τους ο Νότης, ο Μάρκος και ο Κώστας Μπότσαρης. Το Σέλτσο, αν και δεν είναι ευρύτερα γνωστό, πέρασε στην ιστορία σαν το δεύτερο ολοκαύτωμα, το δεύτερο Ζάλογγο, (160 γυναίκες έπεσαν στον Ασπροπόταμο), στεφανώνοντας τις τραγικές Σουλιώτικες μορφές.

Μετά τους πολέμους της περιόδου 1800 – 1803, ο σχεδόν κατεστραμμένος οικισμός του Σουλίου, δέχεται διακόσιες οικογένειες Τουρκαλβανών Λιάπηδων, που αλλοιώνουν ακόμα περισσότερο την όψη του. Ακόμα και έτσι όμως, ο Αλής δεν ησυχάζει. Τόσος ήταν ο φόβος του, που έχτισε και εξόπλισε πάνω στην Κιάφα, το κάστρο που βλέπουμε σήμερα, για να έχει σίγουρο, πως Σουλιώτης δεν θα ξαναγυρίσει πίσω. Κάστρο δυνατό, με τείχη και πολυγωνικούς προμαχώνες, πολεμίστρες, διπλές πύλες εισόδου - εξόδου, διπλές δεξαμενές νερού, πυργίσκους, και ότι άλλο καινούργιο, πρότεινε τότε η φρουριακή αρχιτεκτονική, και που καθιστούσε το κάστρο δυνατό και αξιόλογο. Το 1820, μετά τη συμμαχία τους με τον Ισμαήλ Πασά ορισμένες Σουλιώτικες οικογένειες επιστρέφουνστα πάτρια εδάφη, όμως η αναμέτρηση με τον τουρκικό στρατό μοιάζει γραμμένη στη μοίρα τους. Χάνουν, και στις 2 Σεπτεμβρίου 1822, το Σούλι εγκαταλείπεται οριστικά.

Η ζωή εδώ, στο κακοτράχαλο Σούλι, ακόμα και σήμερα παραμένει δύσκολη και σκληρή. Για σχολείο ή ‘’παραγωγικές – κτηνοτροφικές έστω – ‘’μονάδες’’ ούτε λόγος δεν γίνεται. Και πώς να γεννηθούν τέτοιες ιδέες, αφού το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων είναι γέροντες, και πάντως, οι δεκαπέντε νέοι δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι παραπάνω εκτός από την ενασχόληση με την κτηνοτροφία. Προγράμματα που δεν θα φέρουν ανάπτυξη, όπως την εννοούν στην Ε.Ε., δεν υπάρχουν. Έτσι, η Διευρυμένη Κοινότητα Σουλίου παραμένει φυτοζωούσα, περιμένοντας την μοναδική επιδότηση από την διοίκηση, για να επιβιώσει.

Από τον οικισμό, να επισκεφθείτε πρώτα τον Άγιο Δονάτο, (επίσκοπος Ευροίας – πόλη της Παλιάς Ηπείρου, ενδεχομένως, στις εκβολές του Αχέροντα), από το μονοπάτι του οποίου θα βρεθείτε στο μεγάλο ‘’αμφιθέατρο’’. Από εκεί, η θέα απλώνεται ως κάτω, στο βουνό Φλάμπουρο. Σε πρώτο πλάνο, πάνω στο βράχο, το ιστορικό Κούγκι με τα ερείπια της θερινής κατοικίας του Αλή Πασά, και την καινούργια η Αγία Παρασκευή, στο πίσω ύψωμα, η Ντάπια Νότη Μπότσαρη και αριστερά, το κάστρο της Κιάφας. Στον ευρύτερο χώρο του ‘’αμφιθεάτρου’’, κάθε χρόνο, το τελευταίο σαββατοκύριακο του Μαΐου γίνονται οι περίφημες ‘’εθνικές εορτές’’, που περιλαμβάνουν αναπαραστάσεις ηρωικών πράξεων, και την ανατίναξη του Κουγκίου. Αυτή η επέτειος, είναι το μοναδικό ‘’σημάδι’’ της Διοίκησης ότι θυμούνται τους Σουλιώτες. Στις εκδηλώσεις παρευρίσκονται εκατοντάδες κάτοικοι και επισκέπτες, ακολουθεί γλέντι με παραδοσιακούς χορούς, τραγούδια και άφθονα ψητά, κρασιά, τσίπουρα, και ανεξάντλητο κέφι. Το 2002, τίμησε με την παρουσία του την εκδήλωση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κ. Κ. Στεφανόπουλος.

Οι διαδρομές εξόδου από το Σούλι,αν εξαιρέσουμε το δρόμο που ήρθατε, είναι τέσσερις, δύο οδικές και δύο πεζοπορικές. Η πρώτη, οδηγεί από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, στη Σαμονίβα, πατρίδα του Νάστου Τόκα (1825). Εδώ υπάρχει η παλιά εκκλησία της Ευαγγελίστριας, το νεκροταφείο του χωριού, και το κάστρο. Ένα φρούριο που παρά την μεγαλοπρέπειά του, καταρρέει σιγά – σιγά, χωρίς να υπάρχει κάποιος, έστω μελλοντικός, προγραμματισμός για αναστήλωση. Ούτε πρόσβαση έχει, με εξαίρεση τη στενή γιδόστρατα που φτάνει έως εκεί, σε μια ώρα περίπου. 

Από το χωριό συνεχίζει, χωματόδρομος για enduro καταλήγοντας ή αριστερά στη Συκιά όπου σταματάει (στη συνέχεια το μονοπάτι φτάνει  Σερτζιανά Ιωαννίνων) ή δεξιά στο μονοπάτι για Γλυκή. Η δεύτερη με κατεύθυνση το Τσαγγάρι βγάζει, (αριστερά του Αυλοτόπου), Κουκουλιοί– Ζωτικό (χωριά Λάκας Σουλίου) – Δωδώνη – Γιάννινα. Μέχρι το Ζωτικό είναι δέκα χλμ, τα πρώτα πέντε ασφάλτινα και τα άλλα χώμα. Στον Αυλότοπο δείτε τον Ι. Ναό της Αγ. Κυριακής,διατηρητέο μνημείο της περιοχής(Φ.Ε.Κ. 239/Β’ 30 – 5 – 64). Από το Τσαγγάρι αριστερά, φτάνετε στη Φροσύνη, το κάστρο της, και από τον καινούργιο χωματόδρομο, έρχεστε στην Αγία Κυριακή (Πόποβο) σε επτά χλμ, διασχίζοντας ένα όμορφο δάσος Ελάτης. Από εκεί, αριστερά Παραμυθιά, δεξιά Τύρια (δστ Εγνατίας).

Για τους πεζοπόρους, από την Φροσύνη ξεκινά το καινούργιο καλντερίμι (2003), με σήμανση ανά 500 μέτρα παρακαλώ, που περνάει από το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων, ανεβαίνει τον μεγαλοπρεπή Κορίλλα ή Κορύλα(1658 μ. υψ), των βουνών της Παραμυθιάς, φτάνοντας στον αυχένα στη θέση ‘’Σταυρός’’, και κατεβαίνει στην Χρυσαυγή Παραμυθιάς (παλιά Βέλιανη 460 μ. υψ.- αρχαία Ελέα), και την οχυρωμένη ακρόπολή της. Όλη η πεζοπορία είναι περίπου 3ω:30’ – 6.300 μ. 

Σημειώσεις:

(1)Αναλυτικά οι περιοχές που κηρύχθηκαν Τ.Ι.Φ.Κ. είναι: Κοιλάδα Αχέροντα από Αλώνι μέχρι Γλυκή, Εκβολή Αχέροντα και Νεκρομαντείο, Τμήμα Αχέροντα από Γλυκή μέχρι Καστρί, Χαράδρα ρέματος Ντάλα και στενά Αχέροντα. Τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλους της χώρας προστατεύονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις. Με το πρόγραμμα του Ε.Μ.Π. διατηρούνται τα 190 παλιά Τ.Ι.Φ.Κ. και προτείνονται 259 νέα. Για περισσότερα δες ‘’Καθημερινή’’ 4/7/99 και Ένθετο του περιοδικού Μετρό Αύγουστος 1999.

(2)Από την σκάλα Τζαβέλαινας κατέβαιναν οι γυναίκες του Σουλίου για να πλύνουν τα ρούχα τους παίρνοντας μαζί – στη πλάτη – και τα νεογέννητα παιδιά τους. Κάποια φορά, από το στενό και απόκρημνο μονοπάτι έπεσε, μαζί με το μωρό της, μια Τζαβελλάτισσα νύφη (από τη φάρα των Τζαβελαίων). Πέφτοντας φώναξε: καλή αντάμωση μάνα! Ώρα καλή νύφη μου, την αποχαιρέτησε η πεθερά της. Από τότε η σκάλα, έμεινε να λέγεται ‘’σκάλα Τζαβέλαινας’’. 

(3) Ο αρχικός πυρήνας, από βορρά προς νότο ήταν το Σούλι (το σημαντικότερο με 22 φάρες - 450 οικογένειες), η Σαμονίβα (ή Σαμωνίδα ή Σαμονίδα) κάτω από την κορυφή Μούργκα με 3 φάρες - 50 οικογένειες), η Κιάφα (το νοτιότερο με 4 φάρες – 90 οικογένειες), και ο Αβαρίκος (νοτιοανατολικά της Κιάφας κάτω από την κορυφή Φλάμπουρο με 65 οικογένειες).

(4)  Οι ονομασίες των χωριών ήταν Τσεκουράτι (Τσεκούρι), Περιχάτι (ερειπωμένο), Βίλλια (ερειπωμένο), Αλ(ε)ποχώρι , Κοντάταις, Γκιονάλα (Ρευματιά) και Τσεφλήκι;), εγκαθίστανται οικογένειες από το Σούλι. Το Τετραχώρι και το Επταχώρι επικρατεί δυναμικά στη περιοχή, επιβάλει φορολογία, αναγνωρίζετε σιωπηλά από τον Σουλτάνο. Είναι γνωστή και σαν Σουλιώτικη Συμπολιτεία.

(5) Οι Σουλιώτες πέτυχαν να υποτάξουν σταδιακά (1754, 1768, 1772) εξήντα χωριά σε μικρή απόσταση από το Σούλι. Σε αυτά, δεν υπολογίζονται τα ‘’παλιά’’ έντεκα, Αυτά ήταν τα παρασούλια.

(6) Συνθήκη του 1789: Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, δεν είχε ακόμα τελειώσει. Ο Αλής στοχεύοντας στην εξομάλυνση των σχέσεων με τους Σουλιώτες, υπέγραψε την συνθήκη και έφτασε στο σημείο – ο φιλάργυρος – να αναλάβει την υποχρέωση, να καταβάλει μισθούς στους αρχηγούς των οικογενειών, με αντάλλαγμα (δήθεν, αφού δεν είχε καταληφθεί ποτέ) την φροντίδα τους για ασφάλεια στην περιοχή. Καλού - κακού όμως…πήρε πέντε ομήρους, παιδιά οπλαρχηγών.

(7) Ο Αλή πασάς ήταν Μπεχτασής, (Μπεχτασισμός - Μουσουλμανική αίρεση) ως εκ τούτου δεν ήταν τόσο φανατικός. Επηρεάστηκε από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, (όπως άλλωστε και ο Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας του 1821), και σεβόταν τους Έλληνες λογίους, τους οποίους, (όπως και πολλούς οπλαρχηγούς) τους είχε στην αυλή του, για συμβούλους. Σεβόταν απεριόριστα τον Πατροκοσμά τον Αιτωλό ο οποίος μάλιστα του είπε ‘’Θα πάς με κόκκινα γένια στην Κωνσταντινούπολη’’ και ο Αλής νόμιζε ότι θα γίνει σουλτάνος, ενώ ο Πατροκοσμάς προφήτεψε τον αποκεφαλισμό του.

(8)Ο αριθμός των διασωθέντων διαφέρει. Ο Χριστόφορος Περραιβός (Ιστορία Σουλίου και Πάργας σελ 165) αναφέρει 57 άνδρες και 1 γυναίκα, ο Δημήτρης Καμαρούλιας (Τα μοναστήρια της Ηπείρου τομ Β’, σελ 292, 294 αναφέρει 80, ο Ουίλλιαμ Πλόμαρ (Αλή Πασάς – το διαμάντι των Ιωαννίνων σελ 123) αναφέρει 50 άνδρες και μια γυναίκα. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματοι Αριθμοί Κλήσης: περιοχή Αχέροντα (Πρέβεζα - Καναλλάκι – Αμμουδιά - Λούτσα) 26840, περιοχή Σουλίου (Θεσπρωτία – Γλυκή – χωριά Σουλίου – Γαρδίκι - Χόϊκα) 26660.

ΔΙΑΜΟΝΗ: Επικοινωνείτε πρώτα, γιατί πολλά ανοίγουν από Μάιο έως τέλος Οκτώβρη. Λούτσα: ’’το πέτρινο’’ στην παραλία της Λούτσας 22310, Πήλος Λάζαρος 6947209760, Καναλάκι: ‘’Αχέρων’’ 22241, ‘’Έφύρα’’ 22128, 6946243318, Αμμουδιά: ‘’Αθηνά’’ 41172, ‘’Ελένη’’ 41167, ‘’Παπάς’’ 41301,  Γλυκή: Δημητρίου Δ. 41635, Ευαγγέλου Δ. 42001, Μάρκου Η. 41900, Άφοι Μπουρνά 41464, Κλεοπάτρα Studio 42002, Γαρδίκι: Μαργαρίτης Α. 41186, Μαργαρίτης Π 41273, Κοινοτικός Ξενώνας στο Σούλι 24613.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ελεύθερο στο Τσαγγαριώτικο ρέμα, στη θέση ‘’Σουλιώτικοι Μύλοι’’, στην Γλυκή προς τις Πηγές και σε όποια άλλη θέση εντοπίσετε εσείς (προαύλια εκκλησιών κ.λπ.). Προσοχή στην επιλογή του σημείου που θα στήσετε, χρειάζεται στις Πηγές του Αχέροντα. Αν βρέξει το ποτάμι ‘’κατεβάζει’’ πολύ νερό. Φεύγοντας, μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Λούτσα: Πήλος Λάζαρος 2682056005, Γλυκή: Μπουρνάς Ελευθέριος 41625, ‘’Πηγές Αχέροντα’’ Νίκος Τζάκος 2684023005, 6944133872 (δεξιά κοίτη του ποταμού), ‘’Πηγές Αχέροντα’’ Μάρκου Ηλίας 41127(αριστερή κοίτη του ποταμού), ‘’Αχέροντας’’ 41464, ‘’Πανόραμα’’ 41479, ‘’Παράδεισος’’ 41636, Χόϊκα: ‘’Ευροία’’ 41447, Γαρδίκι: ‘’Πλατανάκια’’ 41071, Καφενείο στο Σούλι ο ‘’Παράδεισος’’, Δονάτου Τόκα 2666024486.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Φαναρίου με έδρα το Καναλλάκι 2684022315, 24174 - 5, Δήμος Αχέροντα με έδρα το Γαρδίκι Παραμυθιάς 2666041328 - 1, Διευρυμένη Κοινότητα Σουλίου 2666024613 – 4, Α’ Βοήθειες 22124 (Παραμυθιά), 22581 (Καναλάκι), Αστυνομία Γλυκή 41450, Καναλάκι 22222, Συνεργεία – Βουλκανιζατέρ: Πρέβεζα: Λεωφ. Ιωαννίνων 160 Κουτσοχρήστος Χαράλαμπος 2682089134, Καναλλάκι: Moto Σπυρίδων & Σία 23177, Λούρος: Κουτσοχρήστος Ιωάννης 2682031634, 31168, Ηγουμενίτσα: Γεωργιάδης Γεώργιος, Διον. Σολομού 10, 2665025265, Ανδρέου Ηλίας, Κύπρου 75, 2665026922, Κότσης Κώστας, Τζαβέλαινας 1 & Βασ. Πύρρου 2665023710, 21100. AUTO: τρία συνεργεία στο Γαρδίκι και τη Χόϊκα, και στην Ηγουμενίτσα, Τσανάκα Α.  2ο χλμ Ιωαννίνων - Ηγουμενίτσας, 2665026515.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.e-city.gr/preveza www.epirus.org/gr/soul­_per.html www.ota.gr/igoumenitsa/souli.html Για πολλές πληροφορίες διάσχισης της χαράδρας Αχέροντα, επικοινωνήστε με τον Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας 2682021280, και δείτε το side www.oreivatein.com βάζοντας στην αναζήτηση ‘‘Αχέρων’’. Στην πεζοπορική διαδρομή Γλυκή ή Σκάλα Τζαβέλαινας υπήρχε το πέτρινο γεφύρι Ντάλα. Τώρα που το γεφύρι έπεσε κατεβαίνετε με τα πόδια στην κοίτη. Το πιθανότερο είναι εν’ καιρώ, να το αντικαταστήσουν με ξύλινο. Μια ενδιαφέρουσα άποψη για το νεκρομαντείο www.omadak.gr/time/Nekromantio.html Εταιρεία ανάπτυξης Αμβρακικού 2682022224, Κέντρο Πληροφόρησης Αμμουδιάς 2684041155, Αρχαιολογικός χώρος Νεκρομαντείου Αχέροντα 2684041206, 2651025490,  www.culture.gr/2/21/211/21112n/g211in06.html Αρχαιολογικό μουσείο Ιωαννίνων, 2651025490. Κατάβαση ποταμού (rafting) Δημητρίου Βασίλης 2666041455, ‘’Pony Club’’ Κωνσταντίνος Σταύρος 2666041748, 6947643805 & Ιππασία.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δύο στη Γλυκή, και άλλα τέσσερα στο Γαρδίκι και τη Χόϊκα.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Οι εκδόσεις Ρέκου επίσης χωρίς πρόσφατη ενημέρωση, σε κλίμακα 1:250.000, 23106960070, 696587.

ΒΙΒΛΙΑ: Σπύρου Γ. Μουσελίμη, Έρχομαι από το Σούλι Παραμυθιά 1999, ο Αρχαίος Άδης και το Νεκρομαντείο της Έφυρας, Γιάννινα 1971, 2666022304,

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΑΧΕΡΟΝΤΑ – ΣΟΥΛΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ουΐλλιαμ Πλόμαρ / Το διαμάντι των Ιωαννίνων – Αλή Πασάς 1741 – 1822 / Εκδόσεις Δωδώνη 1987 Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997

  • Βασίλη Νιτσιάκου / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χριστόφορος Περραιβός / Ιστορία Σουλίου και Πάργας / Α’ ανατύπωση Αναστατικές εκδόσεις / Αθήνα 1990
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 2000
  • Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Έρχομαι από το Σούλι / Αυτοέκδοση Παραμυθιά 1999
  • Σπύρου Γ. Μουσελίμη / Ο Αρχαίος Άδης και το Νεκρομαντείο της Έφυρας / Γιάννινα 1971

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ε.Ο.Σ. Πρέβεζας / Διάσχιση όλης της Χαράδρας του Αχέροντα / περιοδικό Κορφές Τ109, 1994
  • Άννα Στεργίου – Σπύρος Τσακίρης / Αχέροντας / περιοδικό ΓΕΩ Τ8 Ιούνιος 2000
  • Αντώνης Κάτανος / Το νεκρομαντείο του Αχέροντα / περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα Τ26 Μάρ – Απρ 2002
  • Ανάβαση / πεζοπορία Σκάλα Τζαβέλαινας – Σαμονίβα / περιοδικό Ανεβαίνοντας Τ25 Φεβ – Μαρτ 2004
  • Σωτήρη Γοργογέτα / Μονή Σέλτσου / εφημερίδα Πρωινός Λόγος Τρικάλων 25/3/03
  • Γιώργος Λεκάκης / Σούλι – η πολιορκία / εφημερίδα Έθνος 21/12/03
  • Λία Παπαθεοδώρου / Σούλι / περιοδικό ΓΕΩ Τ142 Δεκέμβριος 2002
  • Αλέξανδρος Τσάκος – Γιάννης Σκουλάς / Αρχαία Πανδοσία / περιοδικό Γαιόραμα Τ48 Μαρτ - Απρ 2002
  • Αλέξανδρος Τσάκος – Κώστας Βέργας / Νεκρομαντείο Αχέροντα / περιοδικό Γαιόραμα Τ59 Ιαν – Φεβ 2004

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρη Γοργογέτα / Μονή Σέλτσου / εφημερίδα Πρωινός Λόγος Τρικάλων 25/3/03
  • Γιώργος Λεκάκης / Σούλι – η πολιορκία / εφημερίδα Έθνος 21/12/03
Saturday the 18th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.