ΗΠΕΙΡΟΣ (5686 λέξεις)

ΠΛΗΚΑΤΙ – ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ

(Γράμμος 2η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2004 

Γραμμουστιανό Σταυροδρόμι

Μετά τη μικρή κοιλάδα του Δ.Δ. Γοργοπόταμου, ξετυλίγετε η μοναδική παραμεθόρια διαδρομή προς τις απόκρημνες, δαντελωτές παρυφές του Γράμμου. Μια ‘’άγνωστη’’ ενδοχώρα, με εξαιρετικά φυσικά θέλγητρα σας αποκαλύπτετε, όταν από το στενό ασφάλτινο δίκτυο φτάσετε στο πιο απομακρυσμένο από τα μπουκέτα των χωριών της πέτρας. Το γειτονικό στο Γοργοπόταμο, Πληκάτι, (1240 μ. υψ. 48 χλμ από Κόνιτσα – 17 από Πυρσόγιαννη), κρατάει ακόμα την αυθεντική του, παραδοσιακή αρχιτεκτονική φυσιογνωμία που φανερώνεται στον επισκέπτη, μετά τις στροφές του ανηφορικού δρόμου που σας οδηγούν κατ’ ευθείαν στην πλατεία.

Η τουριστική ‘’κίνηση’’ εδώ πάνω, είναι περιορισμένη και σίγουρα θα γίνετε το θέμα της ημέρας για τους θαμώνες του καφενείου της πλατείας. Ανάλογα την ώρα, είναι ιδανική για δροσερούς καφέδες και βόλτες ή για βράδυνα τσιπουράκια, χωρίς γλυκάνισο, με τους ντόπιους να αφηγούνται παλιές περιπέτειες της ζωής τους. Το χωριό, με την ανάσα μια άλλης εποχής φαίνεται ότι έχει σπουδαία ιστορία, που έρχεται από μακριά. Ίσως αποτέλεσε σταθμό μεταφόρτωσης εμπορευμάτων. 

Οι επαφές, (όπως σε όλα τα Μαστοροχώρια) με την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη ή την εγγύς Ανατολή ήταν συνεχείς και κάθε άλλο παρά προσέκρουαν σε αδιαπέραστα φυσικά εμπόδια και εθνικά σύνορα. Υπάρχει, λένε, σε καλή κατάσταση, μονοπάτι – καλντερίμι ακόμα και σήμερα, που οδηγεί στην Αλβανική Ερσέκα, (πρωτεύουσα της Κολώνιας) σε τρεις ώρες, στη Ράχοβα, που είχαν στενές σχέσεις, (Νιτσιάκος – Μάντζος 2003 – Γεωγραφίες Τ5 σελ 90) και στο Λεσκοβίκι, όπως πηγαινοερχόντουσαν παλιά, με ωραίες πετρόχτιστες κρήνες στη διαδρομή,  με παγωμένο νερό.

Την ίδια εποχή, πήγαιναν και με τα μουλάρια στην Κόνιτσα, περνώντας από το, γκρεμισμένο σήμερα, πέτρινο γεφύρι του Βουρμπιανίτικου, σε εννέα ώρες. Ο Gustav Weigand που ταξίδεψε στα βλαχοχώρια (δεν έφτασε εδώ), γράφει στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1895, ότι κατοικούσαν 250 ψυχές. Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι έγραφαν μόνο τον αντρικό πληθυσμό (με βασικό κριτήριο το θρήσκευμα) συμπεραίνουμε ότι ήταν τουλάχιστον οι διπλοί. (Οι Αρωμούνοι – Βλάχοι – τομ Α’, Αφοι Κυριακίδη σελ 322). 

Η προέλευση των σημερινών κατοίκων, είναι από χριστιανικά μαστοροχώρια, κατά μια εκδοχή από τη Μοσχόπολη(1) της Β. Ηπείρου, την οποία εγκατέλειψαν το 1769 ύστερα από τις ανεπανόρθωτες καταστροφές που προκάλεσαν εκεί οι Τουρκαλβανοί. Η άλλη, ισχυρότερη και σχεδόν βεβαιωμένη άποψη, αναφέρει ότι είναι Αρβανίτικη(2) αποικία των χωριών της Κολώνιας, σε μια μετοικεσία που έγινε περί τον 18ο αι. Ακολούθησε, και ανέπτυξε την μαστορική – οικοδομική τέχνη, στους δρόμους και τα μονοπάτια, που χάραξαν τα ‘’μπουλούκια’’ της περιοχής. Πληκαδίτες μαστόροι της πέτρας ταξίδεψαν μακριά, κτίζοντας. Αντίς Αμπέμπα, Γαλλία (μαζί τους και ένας Βουρμπιανίτης), Αμερική, και στο Ιρκούτσκ όπου δούλεψαν 12 άτομα εκ΄ των οποίων 2 Ιταλοί όπου εργάστηκαν στα πετρόχτιστα τεχνικά έργα του υπερσιβηρικού. Μερικοί μάλιστα, από εκεί, έφτασαν με διαφορετικό επάγγελμα μέχρι το ακραίο Βλαδιβοστόκ, στην Ιαπωνική θάλασσα. Οι Θεολογέοι και οι Τατέοι, έχτισαν το σπίτι του Μακρυγιάννη στην Αθήνα, (συμβολή Μακρυγιάννη – Διάκου), και με τα χρήματα που πήραν, αγόρασαν μεγάλη έκταση στο σημερινό κέντρο της Αθήνας – λέγεται ότι η έκταση περιελάμβανε τη σημερινή πλατεία Ομονοίας, τα ‘’Βορεία Άκρα’’ τότε – την οποία πούλησαν αργότερα σε Αρβανίτες.

Στις αρχές του 19ου αι. το βρίσκουμε με 400 σπίτια, ενώ κάμποσα χρόνια μετά, ο πληθυσμός έχει φτάσει τους δύο χιλιάδες, διακόσιους κατοίκους. Αρχικά, η αγροτική παραγωγή επαρκούσε για τη διατροφή ολόκληρου του πληθυσμού, αργότερα, οι εκτάσεις που καλλιεργούσαν δεν επαρκούσαν για να θρέφονται όλοι, και όπως σε άλλα ορεινά χωριά έγινε μετοικεσία. Πολυπληθή συνεργεία μαστόρων, μετακινήθηκαν ομαδικά προς τα νοτιοανατολικά του όρους Βέρνον (Βίτσι), ιδρύοντας την Μπελκαμένη(3), (1841) σημερινή παλιά Δροσοπηγή, και τη Νεγόβανη, Νεγκοβάνη ή Νεχόβανη, (1861), το σημερινό Φλάμπουρο.

Η πολυπληθής ανθρώπινη παρουσία αποτελεί έκπληξη εδώ πάνω. Συνηθισμένοι από την έλλειψη κατοίκων, αντικρίσαμε ένα ζωντανό χωριό με πολύ κόσμο, καινούργια σπίτια, που απ’ ότι μας είπαν, ασχολούνται λίγο με τη κτηνοτροφία, τη γεωργία, την υλοτόμηση και οι περισσότεροι, είναι εργολάβοι οικοδομών και εργάτες – ‘’πετράδες’’, που παίρνουν δουλειές στα γύρω χωριά. Οι μικρές παραδοσιακές καλλιέργειες που εναλλάσσονται με τη θαμνώδη βλάστηση, συνθέτουν ένα άριστο αγροτικό τοπίο και ταυτόχρονα έναν σημαντικό βιότοπο για τα πουλιά. Βορειοδυτικά του χωριού, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, έχει παρατηρηθεί μικρός πληθυσμός αγριόγιδου, είδος σπάνιο στη χώρα μας. Στα απόκρημνα βράχια πάνω από τον οικισμό φωλιάζει ο χρυσαετός που κυνηγάει στις υποαλπικές εκτάσεις του βουνού. 

Πραγματικά, ο επισκέπτης προκαταλαμβάνεται θετικά με το Πληκάτι, που φαίνεται, ότι διαφύλαξε ζωντανό το παραδοσιακό του χρώμα, μαζί με τα πολύ καλά, και όμορφα διατηρημένα οικοδομήματα - σπίτια, ορισμένα εκ’ των οποίων φαντάζουν – και πρέπει να είναι, παμπάλαια. Το πιο ουσιαστικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής των μαστοροχωρίων, είναι τα σπίτια, ιδιαίτερα τα λαϊκά, που συνδέονται με τον άνθρωπο σε όλες τις δραστηριότητες της ζωής του. Σε αυτά, βρίσκονται αποτυπωμένες οι αντιλήψεις του, οι αξίες, οι βιοτικές του ανάγκες, η συνήθειές του καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τις ικανοποιεί, χρησιμοποιώντας τα υλικά που του παρέχει η φύση. 

Η κατασκευή τους, σε πολλές περιπτώσεις, απαιτούσε νέες μεθόδους κατασκευής, και η εφαρμογή αυτών των μεθόδων, αποτελούσε σταθμό στην εξέλιξη των κατασκευών. Ιδιαίτερα προσεγμένο ήταν το δούλεμα της πέτρας, το πελέκημα, (από εκεί και το πελεκάνος) που χρειαζόταν απίστευτο μεράκι, ειδικά στην τοιχοποιία της πρόσοψης, που στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι μοναδικό, προκαλώντας, από τότε, τον ανυπόκριτο θαυμασμό. Τα σπίτια διώροφα ή τριώροφα (δίπατα ή τρίπατα) επιβάλλουν τη παρουσία τους, ακόμα και σήμερα.

Στο Πληκάτι, παλιότερα, μεταξύ των γυναικών, ήταν ανεπτυγμένη η υφαντουργία και η πλεκτική, πράγμα που φαίνεται αν μπείτε σε κάποιο από τα νοικοκυρεμένα, στολισμένα θα έλεγε κανείς, σπίτια. Δείγματα των όμορφων παλιών υφαντών, συνήθως προίκες κοριτσιών, αλλά και νεώτερα, καλύμματα καναπέδων, κεντητά τραπεζομάντιλα, μαξιλάρες, κοσμούν κάθε γωνιά του, και με δικαιολογημένη περηφάνια, πολλά από αυτά είναι σε μεγάλες κορνίζες κρεμασμένα στον τοίχο, ή μικρότερα κάδρα πάνω στα τραπέζια. Επίσης έφτιαχναν βελέντζες και είχαν γενικά ανεπτυγμένη, την τέχνη της υφαντουργίας και της πλεκτικής. Υπάρχει πιθανότητα, το όνομα του χωριού, να προέρχεται ακριβώς από αυτή την βιοτεχνική παραγωγή πλεκτών. 

Αξιόλογα θρησκευτικά μνημεία, του χωριού, αλλά και όλης της περιοχής, είναι η νεότερη εκκλησία της Παναγίας, η παλιά του Αγίου Αθανασίου(4), και η ‘’Παναγιοπούλα’’ αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου. Στην Παναγία, μεταξύ άλλων κειμηλίων, φυλάσσεται η σπάνια και θαυματουργή εικόνα, της Παναγίας Πληκατιώτισσας, όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι, προστάτιδας του χωριού, και όλων των Γραμμοχωρίων. Η εικόνα βρέθηκε από βοσκούς στην τοποθεσία ‘’Πεστηλέπι’’, νότια της Αετομηλίτσας, και τοποθετήθηκε αρχικά στον ναό του Αγίου Αθανασίου. Η παράδοση,  αναφέρει ότι μετακινήθηκε, φτάνοντας στο μέσο του χωριού, όπου υπήρχαν ερείπια παλιότερου ναού. Τότε, οι κάτοικοι έκτισαν ναό, ρυθμού βασιλικής, αφιερώνοντάς τον στην Κοίμηση της Θεοτόκου (1775). Αυτό το μοναδικό μνημείο της λαϊκής αρχιτεκτονικής, κατάγραφο τοιχογραφιών, καταστράφηκε από τους βομβαρδισμούς του χωριού, και ξεθεμελιώθηκε κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του ’48 – ’49. Ξαναχτίστηκε ανάμεσα στα έτη 1951 – ‘53 με έξοδα της 8ης Μεραρχίας Ηπείρου και με τη βοήθεια και συνδρομή των κατοίκων. Στις 16 Φεβρουαρίου, κάθε χρόνο, γίνεται μεγαλόπρεπη θρησκευτική γιορτή, αφιερωμένη στη Παναγία τη Πληκατιώτισσα, που την παρακολουθούν και την γιορτάζουν εκατοντάδες προσκυνητές που έρχονται ακόμη απ’ τη Κόνιτσα και τα Γιάννινα. 

Το χωριό, είναι κτισμένο στο ψηλότερο σημείο, στην αρχή της κοιλάδας ή Λάκκας Σαραντάπορου, σε καταπληκτική περίκλειστη τοποθεσία. Από εδώ φαίνεται, η ανώνυμη κορφή 2520 (είναι το υψόμετρο), που παλιότερα λεγόταν και Τσιούκα (αλ) Πέτση ή Τσιούκα Ρέσκα, η ψηλότερη του Γράμμου, και η κορφή Περήφανο (2442 μ). Και για τις δυο κορφές, υπάρχει πρόσβαση(5) από το χωριό Γράμμος, αλλά οι περισσότεροι πεζοπόροι – ορειβάτες, προτιμούν το Πληκάτι γιατί είναι πιο κοντά, και πιο εύκολα. Απέναντι από το χωριό, στην μικρή καταπράσινη κοιλάδα, σμίγουν τα νερά τους τρεις μεγάλες ρεματιές, του Ξηροποτάμου, του Μεσοποτάμου και του Ντέντσ(ι)κου για να γεννήσουν το Γοργοπόταμο που δυναμωμένος στην πορεία του, μετά από λίγα χιλιόμετρα, ονομάζεται Σαραντάπορος. Εκεί, σε ένα μεγάλο πλάτωμα, στη θέση ‘’Πριόνια’’, υπάρχει ο παλιός ερειπωμένος πετρόχτιστος νερόμυλος, ωραίο σημείο για κατασκήνωση, πάνω στη διαδρομή για Αετομηλίτσα. 

Μακαρίστε την τύχη σας, που βρίσκεστε εδώ, προβλέψτε να έχετε μαζί σας πέντε λίτρα βενζίνες, και ξεκινήστε προς την Αετομηλίτσα, (δες στο τέλος, αναλυτικό ‘’road book’’) από τον καλό δασικό δρόμο που περνά από τις σχεδόν απρόσιτες, πυκνοδασωμένες πλαγιές του Γράμμου ανεβαίνει ψηλότερα, στις ‘’σπανούρες’’, συνθέτοντας μερικές, (οι άλλες είναι από την μεριά του χωριού Γράμμος), από τις ομορφότερες χωμάτινες διαδρομές που έχετε κάνει ποτέ. 

Ο δρόμος για Αετομηλίτσα, φεύγει από το χωριό με κατεύθυνση κάτω, στον νερόμυλο, και από εκεί, στριφογυρίζει στις πλαγιές της τοποθεσίας ‘’Οχυρό’’ μέσα στις οξιές. Νωρίς το καλοκαίρι ‘’κρατάει’’ νερό και παχιά – βαριά λάσπη, μόνο σε ένα - δύο σημεία για 100 – 120 μέτρα. Όσο ανεβαίνετε το βουνό ‘’Καρδάρι – Σταυρός’’, τόσο η θέα ομορφαίνει, και το Πληκάτι, ο τελευταίος σας σταθμός, φαίνεται τώρα πίσω σας, σε όλο του το μεγαλείο, αμφιθεατρικά κτισμένος με τις κόκκινες στέγες μες το καταπράσινο περιβάλλον, και τις τεράστιες γραμμώσεις του τοπίου, που έχουν δημιουργηθεί από τα ρέματα και τα άφθονα νερά τους. 

Τα πολλά νερά της Λάκκας Σαραντάπορου, και της πολύομβρου Ηπείρου γενικότερα, είναι ευλογία, αλλά κατά καιρούς, δημιούργησαν πολλά προβλήματα, ρήγματα, καθιζήσεις, (πρόσφατα – 2003 - και στην Αετομηλίτσα) και σοβαρές κατολισθήσεις. Βοηθούν και τα σαθρά εδάφη, (θυμηθείτε στο άρθρο ‘’Μαστοροχώρια Κόνιτσας’’ τη Βούρμπιανη). Στα στοιχεία των ζημιών του έτους 1963, του νομού Ιωαννίνων, διαβάζουμε ότι σημειώθηκαν κατολισθήσεις σε 58 κοινότητες, με αποτέλεσμα να πάθουν σοβαρές ζημιές τετρακόσια σπίτια, να καταστραφούν άλλα πενήντα επτά, δύο δημοτικά σχολεία, μία εκκλησία και δύο υδραγωγεία, (Ιωάννης Έξαρχος – Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο – Αθήνα 1963).   

Ο Γράμμος, παλιότερα, λειτούργησε σαν συνδετικός κρίκος στο εμπόριο, και την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο, και εξελίχθηκε σε μεγάλο ορεινό σταυροδρόμι εμπορίου και πολιτισμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής, μέχρι κάτω, τα Γιάννινα από την μια, και την Καστοριά από την άλλη. Οι εμπορικές σχέσεις, οι εμπορικοί δρόμοι και η κίνηση της εποχής, έφταναν εκτός από το φυσικό χώρο της σημερινής Αλβανίας, ακόμα πιο μακριά, στις Βαλκανικές ιστορικές πόλεις, την Κωνσταντινούπολη και τις Ρώσικες μεγαλουπόλεις. Στα χρόνια μας, οι μνήμες του εμφυλίου, τον σφράγισαν ανεξίτηλα κρατώντας μακριά αρκετούς επισκέπτες, παρόλο που δεν ισχύουν σήμερα, οι απαγορεύσεις του παρελθόντος.  Ξέρετε, παλιότερα για να πλησιάσεις τα χωριά του ή τις κορφές του, έστω σαν ορειβάτης, ή φυσιολάτρης, έπρεπε να ζητήσεις την άδεια της ασφαλείας, που με τη σειρά της, σε έστελνε στην 8η Μεραρχία στα Γιάννινα ή την 15η στην Καστοριά (ανάλογα από πού επιθυμούσες να μπεις).

Σήμερα, μετά την κατάρρευση του πρώην κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας, έχει αρκεστεί στον άχαρο ρόλο του ‘’μεθοριακού βουνού’’ καθορίζοντας τα σύνορα με την γειτονική Αλβανία, στέκοντας δυσπρόσιτος ψηλός φύλακας. Μακροπρόθεσμα όμως, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, (ήδη λειτουργεί στην Μέρτζανη ολοκαίνουργιο τελωνείο) την αποκατάσταση των ιστορικών δεσμών του χώρου με τη γείτονα, και την αναβίωση των παλιών ‘’δρόμων’’ επικοινωνίας και εμπορίου, έστω σε διαφορετική μορφή.

Βλέπετε, στο πέρασμα αυτών των χωριών, ότι οι πόροι κάθε περιοχής ήταν περιορισμένοι. Αυτό ανάγκασε ένα ποσοστό από τον αντρικό πληθυσμό να ασχοληθεί με τεχνικά επαγγέλματα, μάλιστα με ειδικότητες. Οι Πυρσογιαννίτες οι Βουρμπιανίτες και οι Πληκατιώτες γίνονται άριστοι πετράδες, και ασχολούνται με την οικοδομική, οι Χιονιάδες δίνουν άλλον αέρα στην λαϊκή ζωγραφική διακόσμηση, οι Τουρνοβίτες προκόβουν σαν ξυλουργοί - ‘’ταγιαδόροι’’. Τα προσυμφωνημένα, έργα που ‘’έκλειναν’’ οι πρωτομάστορες, καθόριζαν τις ειδικότητες και τη σύνθεση του κάθε μπουλουκιού. Από αυτή την άποψη, ο τρόπος δουλειάς τους μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε, ότι ήταν πρωτοποριακός.

Όμως για όλα, υπάρχει η ακμή και η παρακμή. Με το κλείσιμο των συνόρων το 1913, συνέχισε εντονότερα, η αλλαγή, σε όλα τα δεδομένα. Έτσι, δομή του ‘’μπουλουκιού’’ που διατηρήθηκε για περισσότερο από τέσσερις αιώνες, αλλάζει ριζικά γύρω στο 1930. Άλλαξαν τα ταξίδια άλλαξαν και οι μαστόροι. Τη δεκαετία του ’60, (μέσο κατά κεφαλή εισόδημα 120 US.D έναντι 320 US.D της χώρας, Πηγή: Ιωάννης Έξαρχος – Οικονομικός Προγραμματισμός στην Ήπειρο – Αθήνα 1963), υπάρχουν ακόμα λίγοι που εξακολουθούν να εργάζονται σε παρέες. 

Η γρήγορη εισβολή του τσιμέντου, σαν βασικού υλικού, (γρήγορες και φθηνές κατασκευές), τα καινούργια μηχανήματα για την ξυλογλυπτική κ.α. έδωσαν το τελευταίο ‘’χτύπημα’’ στις τέχνες των μαστόρων. Τα επόμενα είκοσι χρόνια εξαφανίζονται και οι τελευταίοι. Συνοψίζοντας, και απλοποιώντας θα λέγαμε ότι η μορφή των ‘’μπουλουκιών’’ της εποχής εκείνης έχουν φτάσει στις μέρες μας, με τη μορφή των μεγαλοεργολάβων, που αναλαμβάνουν τα πάντα, από τις διαμορφώσεις χώρων, το κτίσιμο, βάψιμο, ακόμα και τη διακόσμηση των χώρων που επιλέγουμε να ζήσουμε, καλώντας κάθε φορά το ‘’συνεργείο’’ που χρειάζεται. Η άλλη άποψη όμως, που είναι η σωστή, λέει, ότι ξεχάσαμε την κατασκευή σε σχέση με τη φύση, τα υλικά, και τη σοφία της λαϊκής αρχιτεκτονικής που ασυναίσθητα τις περισσότερες φορές ονομάζουμε και παραδοσιακή. Και είναι, αφού η σοφία της παράδοσης, διαμορφώθηκε μέσα από τις πραγματικές ανάγκες και σε σχέση πάντα, με τη φύση και τα ‘’υλικά’’ που αυτή έδινε. Τώρα επιλέγουμε διαφορετικά δομικά υλικά, ‘’ξεχωριστά’’ σχέδια ‘’ειδικών’’ για να ζήσουμε, τότε ζούσανε, με βάση τις πραγματικές ανάγκες τους, με λιτότητα, προεκτείνοντας τον χώρο μέσα στη φύση.  

Σήμερα, βλέπουμε όσα από τα έργα τους απόμειναν, με θαυμασμό. Μην ρωτάτε τι γίνονται και πως επισκευάζονται όλα αυτά τα πετρόχτιστα, σπίτια, εκκλησίες, καμπαναριά, κρήνες κ.λ.π. Αν και έχουν περάσει πολλά χρόνια, από την κατασκευή τους, δεν χρειάζονται μεγάλη συντήρηση. Αν χρειαστεί να γίνει κάποια πιο σοβαρή εργασία, τότε αναλαμβάνουν οι πετράδες της Αλβανίας να τα φέρουν βόλτα. Και τα καταφέρνουν καλά, αν προσέξουμε τις επισκευές που έχουν γίνει στα αρχοντικά της Κόνιτσας, των Μαστοροχωρίων, και πιο μακριά, Νυμφαίο, Συράκο, Καλαρρύτες, Χωριά Ασπροποτάμου κ.α. Από το ’89 και μετά όλες οι δουλειές, γίνονται από αυτούς, που απασχολούμενοι μόνιμα ή εποχιακά αποδεικνύονται άξιοι συνεχιστές…..ίσως των Ελλήνων δασκάλων τους.

Χωρίς να το καταλάβετε καλά – καλά, θα φτάσετε στην δστ με το μικρό πέτρινο εικονοστάσι, όπου ο δρόμος, (ανοίχτηκε από το Α΄ Σώμα στρατού) χωρίζει, δεξιά για την Αετομηλίτσα, και αριστερά, ίσως από τον ψηλότερο ‘’δρόμο’’ της επικράτειας, προς το Μνημείο – Ηρώο του Α’ Σώματος στρατού στην κορυφή ‘’Γκέσος’’ (2166 μ.). Η ψυχή πιάνετε, δρασκελίζοντας τους λόφους, όσο ανεβαίνετε, προς το μνημείο, τόσο αγριεύει το τοπίο, και σεις όσο περνά η ώρα, τόσο συνειδητοποιείτε τη θέα και το μεγαλείο των ορεινών όγκων. Αυτά που ξέρετε, μπερδεύονται με αυτά που βλέπετε.

Μπαρουτοκαπνισμένοι λόφοι και αγριολούλουδα. Επικρατούν τα δεύτερα. Οι κοτρόνες, προμαχώνες, του ματωμένου τόπου, σωστά ερείπια, όπως τους πρέπει. Πάνω τους μούσκλια, από την υγρασία και πολλά άνθη, σαν τα λάθη. Σαν στεφάνια στους ανδρείους, και των δύο, γελασμένων πλευρών. 

Σταματήστε στο επιβλητικό Μνημείο των μαχών του ’48 – ’49, και μακάρι να έχετε μαζί σας ένα ζευγάρι κιάλια. Η θέα, ξεφεύγει από τα όρια του εντυπωσιακού καθώς επιβάλλεται με τρόπο πρωτόγνωρο και απόλυτο. Στοιχεία της φύσης. ‘’Υπάρχουν υψηλαί  κορυφαί, εις την ανάβαση των οποίων αποκαλύπτετε η ιστορία, και είναι τότε, ο θρύλος, ο οποίος διηγείται την δόξα των’’, έγραψε, και έχει απόλυτο δίκιο. Λίγο πιο πάνω από το Μνημείο, (υπάρχει σήμανση) ξεκινά το απότομο, χορταριασμένο και σαθρό μονοπάτι, (‘’σκάλα’’ των ντόπιων), δίπλα από τον γκρεμό, που οδηγεί στην κορφή Περήφανο (2442 μ.). Στο πίσω μέρος του μνημείου, έχει μια ‘’κρύπτη’’ που κατεβαίνετε με σκαλοπάτια, και ένα μικρό εκκλησάκι. Ανάψτε το καντηλάκι,….. και κατηφορίστε προς την διασταύρωση που αφήσατε πίσω σας. 

Το εκπληκτικό συγκρότημα του Γράμμου, αργά η γρήγορα, θα ‘’καθαριστεί’’, έστω επιφανειακά, μια που οι μνήμες δεν σβήνουν. Είναι αδύνατον να μείνει άλλο έτσι. Τα μέρη εδώ πάνω, έχουν άλλο αέρα, εντυπωσιάζουν με την τόση ομορφιά τους, και αργά η γρήγορα, θα γίνουν πρότυπο ανάπτυξης για την περιοχή.

Κατηφορίζοντας προς την Αετομηλίτσα, από αυτό το θείο βουνό, συναντάτε παντού αγριολούλουδα, ρυάκια, βότανα, μυριάδες πουλιά, λιμνούλες, ανθισμένο τσάι σιδερίτη, (σαν αυτό που πουλάνε στα παζάρια), χίλιες μυρωδιές, χίλια δώρα της φύσης. Το καλοκαίρι….δεν μπορεί, σ’ αυτούς τους περίφημους βοσκότοπους, θα διασταυρωθείτε, με Αλβανούς βοσκούς, που εγκατεστημένοι, και εξοικειωμένοι πλήρως με τις ελληνικές συνήθειες, λιάζονται αμέριμνοι στον ήλιο, με το ραδιόφωνο στ’ αυτί, με πρόβατα που βόσκουν το ίδιο αμέριμνα ….και με ελληνικούς ποιμενικούς που κυνηγάνε να φάνε, τις ολοκαίνουργιες μπότες σας.

Σε εννιά περίπου χλμ από την δστ, θα μπείτε στον πυρήνα της Αετομηλίτσας, (παλιά Ντένισκο ή Ντέντσ(ι)κο 1430 μ. υψ 71 χλμ από Κ, - 40 χλμ από Π,  - 23 χλμ από Πληκάτι), του βορειότερου μεθοριακού χωριού της μέσα Πατρίδας, (επαρχία Κόνιτσας). Παλιό κεφαλοχώρι, ένα απο τα ψηλότερα κατοικημένα ορεινά βλαχοχώρια της Ελλάδας, μαζί με τη Σαμαρίνα, (1450 μ. υψ.) στα Γρεβενά, το Πισοδέρι Φλώρινας (1420 μ. υψ.) τη Φούρκα, (1360 μ. υψ.) στο Σμόλικα, το Στεφάνι, (1380 μ. υψ) στον Ασπροπόταμο και το Νυμφαίο (1350 μ. υψ.) στη Φλώρινα. Το χωριό, προήλθε από συνένωση οικισμών, που προϋπήρχαν στη περιοχή μέχρι τον 17ο αι. Η ονομασία του, Ντένισκο, ήταν Σλάβικη και σημαίνει προσήλιο. 

Απέχει 61 χλμ από Κόνιτσα (απ’ την κεντρική Ε.Ο.), πρόσβαση όμως υπάρχει, και από Δοτσικό ή τη Σαμαρίνα Γρεβενών (χώμα) μέσω Φούρκας ή Ζούζουλης – Επταχωρίου ή από την Ε.Ο. Κοζάνης - Κόνιτσας. Στην πλατεία του χωριού, υπάρχουν δύο καφενεία από δύο συνονόματους Αποστόληδες. Μετά τον καθαρό αέρα της διαδρομής, θα σας περιποιηθούν αναλόγως. Λουκάνικα και κρεατικά ντόπια είναι μια καλή αρχή. Τσίπουρα επιβάλλονται, αν όχι, δεν σας ψήνουν τίποτα. Ζητήστε τους σε κάθε περίπτωση μανούρι ντόπιο, από τα σπέσιαλ προϊόντα της Αετομηλίτσας. Στο κέντρο σχεδόν του οικισμού, υπάρχει θαυμάσια πετρόχτιστη κρήνη και η καινούργια ντριστέλα, για το πλύσιμο των βαριών μάλλινων κλινοσκεπασμάτων, που εξυπηρετεί σήμερα όλες τις νοικοκυρές. Παλιότερα, στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν πέντε ντριστέλες. 

Από την πλατεία, η θέα κάτω, προς την κοιλάδα, ανοίγει νέους ορίζοντες στο ταξίδι σας. Επιβάλλοντας την ομορφιά της, υπαγορεύει την περαιτέρω γνωριμία με τον τόπο, που δεν είναι, παρά μικρό κομμάτι, μιας άλλοτε ευημερούσας, τοπικής οικονομίας. Ο Gustav Weigand που ταξίδεψε στα βλαχοχώρια (δεν έφτασε εδώ), αναφέρει στο βιβλίο του, που εκδόθηκε το 1895, ότι κατοικούσαν 400 ψυχές. Με δεδομένο ότι οι Τούρκοι έγραφαν μόνο τον αντρικό πληθυσμό, συμπεραίνουμε ότι ήταν τουλάχιστον οι διπλοί, (Οι Αρωμούνοι – Βλάχοι – τομ Α’, Αφοι Κυριακίδη, σελ 322). Επίσης ‘’ ..στην εντελώς βόρεια άκρη της Πίνδου στις πλαγιές του Γράμμου, κοντά στα εθνογραφικά όρια των Ελλήνων, και των Αλβανών, υπάρχουν μερικά βλαχοχώρια. Τα σπουδαιότερα από αυτά είναι η Γράμμοστα (το χωριό Γράμμος) και το Ντένσικο (Αετομηλίτσα), που βρίσκονται έξι ώρες από τη Φούρκα (σ.σ από εκεί πέρναγε η κεντρική οδός, που σύνδεε τη Κόνιτσα με τα Μπιτώλια (Μοναστήρι), (A. Wace – M. Thompson – Οι νομάδες των Βαλκανίων –  πρώτη έκδοση Λονδίνο 1914 – Αφοι Κυριακίδη, σελ 212). ‘’….εδώ εβγαίνουν και αι καλές ούρδες (τυρί ωσάν κεφάλια, παχύτατο) οπού είναι περίφημες, προϊόν σπάνιον, γίνονται εις το χωρίον Δένζικο και χωρίον Γράμοστη βλαχοχώρια, του Πίνδου, πλησίον Κολόνιας…’’. Κοσμά Θεσπρωτού – Αθανασίου Ψαλίδα, Γεωγραφία Αλβανίας και Ηπείρου, Προλεγόμενα και σημειώσεις Αθαν. Χ. Παπαχαρίση, Ιωάννινα 1(1964), 2(2005) 8, 63, και Χ. Γκούτος περιοδικό Κόνιτσα τ.100, (2001) 295. σ.σ. Η ούρδα είναι υπόλειμμα κατεργασίας του γάλακτος, αφού βράσουν το τυρόγαλο. Θυμίζει έντονα κρητική ‘’στάκα’’. Εδώ την βάζουν σε πίτες, την τηγανίζουν με αυγά κ.α. 

Ο πόλεμος, και ύστερα ο εμφύλιος, άφησαν ανεξίτηλα σημάδια. Πριν το ’40 είχε τριακόσια σπίτια, και πολλά κοπάδια από ζώα (λένε για 45.000). Στο πέτρινο παραδοσιακό κτήριο του παλιού σχολείου, που εδώ και χρόνια ήταν κλειστό, αφού έλειψαν τα παιδιά, έγινε το σημερινό ζεστό καταφύγιο – ξενώνας. Πριν τον πόλεμο είχε δέκα δασκάλους, και πεντακόσιους μαθητές!. 

Σήμερα η Αετομηλίτσα έχει με τριακόσιους έξι κατοίκους (’01), και δεκάδες καινούργια ή αναπαλαιωμένα σπίτια. Χαρακτηριστική περίπτωση ημινομαδικού οικισμού, με πενήντα κτηνοτροφικές οικογένειες που συνεχίζουν να μετακινούνται κάθε χειμώνα του Αγίου Δημητρίου, προς τα χειμαδιά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, επιστρέφοντας κάθε άνοιξη του Αγίου Γεωργίου, στα δροσερά, αλπικά βοσκοτόπια της περιοχής, (60 χιλ στρέμματα), μαζί με δεκαέξι χιλιάδες ζώα. Ο μερικός εκσυγχρονισμός, της παραγωγής και της μετακίνησης (π.χ. τριαξονικά μεταφέρουν τα κοπάδια), έχει μεταβάλει τις σταθερές κάποτε ημερομηνίες, αλλά η παράδοση, παρ’ όλες τις αλλαγές, παραμένει σχεδόν αναλλοίωτη. Έτσι ορίζει, από παλιά η κτηνοτροφία, σε όσους συμμετέχουν σ’ αυτόν στον κυκλικό ρυθμό ζωής, (βλάχοι και Σαρακατσάνοι κατά το πλείστον) βιώνοντας με τον δικό τους τρόπο, το χρόνο και τις εποχές. 

Άλλωστε, δεν έχει υπάρξει κάποια προσπάθεια διεύρυνσης των δυνατοτήτων της περιοχής, όσον αφορά τα σπορ περιπέτειας ή τα νέα πρότυπα και μορφές, βιώσιμης ανάπτυξης, ώστε να αλλάξει κάτι. Πιο σωστά, οι κάτοικοι (οι νεώτεροι τουλάχιστον), δεν είχαν την ευκαιρία να διαλέξουν ανάμεσα στην τουριστική ανάπτυξη και την κτηνοτροφία. Μια προσπάθεια, που έφερε τη δημιουργία του μοντέρνου καταφυγίου, αμέσως βρήκε φανατικούς φίλους, που ανεβαίνουν το καταχείμωνο για πεζοπορία στο Γράμμο. Γιατί όχι, ο Θοδωρής είναι εκεί, φαγητό και ύπνος είναι εξασφαλισμένα, και μελλοντικά, ίσως είναι ένας από τους δρόμους για να αναδειχθεί το μοναδικό φυσικό περιβάλλον, και το χειμώνα.  

Όπως τα περισσότερα βλαχοχώρια, είναι και αυτό, κτισμένο ψηλά, πάνω απ’ τα χίλια μέτρα, σε θέση επιλεγμένη με σοφία, από ανθρώπους που είχαν περίσσευμα από αυτή. Τοποθετημένη στο χαμηλότερο σημείο της αλπικής ζώνης, εξασφαλίζει πλούσια βόσκηση για τα κοπάδια, το καλοκαίρι, που συνεχίζουν με τα παραγόμενα προϊόντα να προσφέρουν πολλά, στις κοινωνίες της Χώρας. Το χειμώνα, τα πολλά νερά και τα χιόνια, πλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα, ο οποίος, με τη σειρά του, αναζωογονεί τη φύση, που είναι έτοιμη, φρέσκια το καλοκαίρι, για ακόμα ένα κύκλο ζωής. Ο ημινομαδικός βίος, η σχέση ανθρώπου – ζώου, και ανθρώπου – φύσης, δημιουργεί μέσα από μια σοφή μίξη, έναν ιδιαίτερο ποιμενικό πολιτισμό, με ιδιαίτερες αξίες, οι οποίες έχουν αποτυπωθεί στο χώρο, ξυπνώντας τις μνήμες από παλιότερα χρόνια.

Ο τόπος, ανήκει στο ευρύτερο πλέγμα της αναπαλλοτρίωτης αντίληψης και σχέσεων, που είχαν, και συνεχίζουν να αναπτύσσουν, μέσω των συλλόγων ή των αδελφοτήτων, οι βλάχοι. Οι βλάχοι με τα μεγάλα καραβάνια τους, που έκαναν τρεις και τέσσερις μέρες να ‘’περάσουν’’ απ’ τις στράτες και τα χωριά, τα κοπάδια τους. Οι κυρατζήδες που μετέφεραν με κινδύνους προϊόντα και ανθρώπους, στα πέρατα, των Βαλκανίων. Οι βλάχοι που γέμιζαν τα παζάρια της Κόνιτσας (βιλαέτι Ιωαννίνων) και του Μαυρονόρους (βιλαέτι Μοναστηρίου), με χειροποίητα έργα προβιομηχανικού πολιτισμού, φλοκάτες, βελέντζες, κάπες, υφαντά, κάθε τι, μάλλινο και κάθε τι, τυροκομικό. Οι βλάχοι που με την ιδιότυπη οικονομική στρατηγική τους, γέμισαν την ορεινή Ελλάδα έργα πολιτισμού, λαμπρά κτήρια, βιβλιοθήκες, γεφύρια, εκκλησιές, μοναστήρια, τάματα, χάνια, και τόσα άλλα. Όλα αυτά, αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο του λαϊκού πολιτισμού μας, παρουσιάζοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον, βλέποντάς το, σα συνέχεια της φύσης, αφού τα πάντα φτιαχνόντουσαν με τα υλικά της.

Μιας φύσης, που ‘’παίζει’’ θα έλεγε κανείς, με την χιονισμένη ανάσα της Πίνδου, που εδώ, δεν είναι πια ρομαντικό φόντο, δίπλα από γυαλισμένες τζαμαρίες, κοντά στο τζάκι, αλλά παγερή πραγματικότητα. Στο χωριό, υπάρχουν οι εκκλησίες του Αγίου Νικολάου, που καταστράφηκε με τους σεισμούς του ’96. Είναι η παλιότερη της κοινότητας, με άγνωστη ημερομηνία πρώτης θεμελίωσης που ξανακτίστηκε το 2002. Το καινούργιο ξωκλήσι των Αγίων Αποστόλων (1994), προς τιμή φυσικά των αγίων, αλλά και των δεκάδων οικογενειών του χωριού που διαθέτουν Αποστόληδες και το παλιό ξωκλήσι των Ταξιαρχών

Αυτή που ξεχωρίζει στις καρδιές των κατοίκων, η ‘’κεντρική’’ του χωριού, είναι της Παναγίας, που την γιορτάζουν τον δεκαπενταύγουστο με μεγάλο πανηγύρι. Κτίστηκε τον 18ο αι., καταστράφηκε ολοσχερώς τη δεκαετία του ’40 και ξανακτίσθηκε, όπως ήταν, το 1974 με δαπάνες των κατοίκων. Η εικόνα της Παναγίας που διασώθηκε από παλιά απεικονίζει την Παναγία Μελαχρινή, Σουμουλάϊα, όπως την αναφέρουν, στη βλάχικη, οι ντόπιοι. Πρόσφατα, (2003) ολοκληρώθηκε το καμπαναριό και το χαγιάτι με τις επτά καμάρες. Μεγάλο γλέντι, γίνεται και το ‘’τριήμερο της κτηνοτροφίας’’ ή των κτηνοτρόφων που γιορτάζεται το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Ιουλίου ή το πρώτο του Αυγούστου. Τότε συγκεντρώνεται κόσμος από όλη την Ελλάδα, αποτελώντας πραγματική ευκαιρία για τον περιηγητή να νοιώσει μουσικές, που δύσκολα θα ακούσει αλλού, επηρεασμένες όπως είναι, από το ‘’αλβανικό’’ στοιχείο και όχι μόνο. Λόγω της θέσης της, αλλά και επειδή οι κάτοικοι πηγαινοέρχονται προς Θεσσαλία και Μακεδονία, η μουσική και τα τραγούδια της Αετομηλίτσας είναι επηρεασμένα απ’ την Ήπειρο, την Αλβανία, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. 

Νότια της Αετομηλίτσας είναι ο βράχος ‘’Κιάτρα Ντισικάτα’’, (πέτρα σχισμένη – η παράδοση αναφέρει από σεισμό), δίπλα στο ‘’άσπρο ποτάμι’’, παραπόταμο του Σαραντάπορου. Στις δασωμένες πλαγιές των βουνών, ανοίγονται διαδρομές προς το Γράμμο ή Γράμμουστα (το χωριό), κυρίως από τις ‘’Αρένες’’ και τη ‘’Τρακοσάρα’’ (χώμα) ή από τη Χρυσή, (άσφαλτος), ακόμα και προς το δύσκολο Σμόλικα, (17 χλμ απέχει η Ε. Ο.), με κατεύθυνση Φούρκα. Και από εδώ ξεκινά μονοπάτι6, με σήμανση, η οποία ενδιάμεσα χωρίζεται και κατευθύνεται προς τη Γράμμουστα, του οποίου οι κάτοικοι έχουν ακριβώς την ίδια προέλευση αλλά και ιστορική διαδρομή με τους Αετομηλιτσιώτες, ή προς τη κορφή 2520, προς τον αυχένα ‘’Κιάφα’’, (Διάσελο στα Αρβανίτικα), ανάμεσα στις κορφές Κιάφα (2398 μ) και Περήφανο (2442 μ) σε 2ω30’. 

Αν το χειμώνα οι χιονισμένες βουνοκορφές, είναι για αθλήματα περιπέτειας ή για 4Χ4, το καλοκαίρι, είναι ιδανικό για ατελείωτες βόλτες. Περίπου τρία χλμ από το χωριό, (άσφαλτος), προς την Ε.Ο., αριστερά σας η πρώτη δστ, φεύγει μες το δάσος χωματόδρομος πλέον, (υπάρχει μία διχάλα που βγαίνει πάλι στον ‘’κεντρικό’’, με την ίδια κατεύθυνση), που πάει προς τα αλπικά λιβάδια του Γράμμου στην ισοϋψή των 2000 μ, περνά χαμηλότερα από την κορυφή ‘’Κανελοπούλου’’ (2171 μ), και σταματά μετά από 17 - 18 χλμ στη ‘’Στάνη Λάμπρη’’. Από εδώ συνεχίζει, μονοπάτι πλέον που φτάνει στο ‘’Λιανοτόπι’’, όπου υπήρχε, μέσα σε σπηλιά, το νοσοκομείο του Δημοκρατικού Στρατού, καθώς και το πεδίο βολής. Υπάρχει αίτημα της κοινότητας Αετομηλίτσας να ανοιχθεί ο δρόμος, λίγο ακόμα, και να φτάσει στο χωριό Γράμμος. Αν γίνει κάτι τέτοιο η διαδρομή συντομεύει πάρα πολύ. Επίσης, θα γίνει εκ νέου χάραξη, και σήμανση, στα έξι μονοπάτια που ξεκινούν από το χωριό, συνδέοντάς το με το ορεινό συγκρότημα του Γράμμου και με όλες τις γύρω περιοχές.

Λίγο πιο κάτω από την πρώτη δστ, υπάρχει δεύτερη δστ (+/- 200 μ, διαφορά), που φεύγει πάλι ‘’περίεργος’’ χωματόδρομος, προς την τοποθεσία ‘’Κιάτρα Μούκα’’, (πέτρα του Μούκα – σκοτώθηκε, λέει η παράδοση, κάποιος Τούρκος ονόματι Μούκας). Εδώ, ήταν η έδρα του Δημοκρατικού Στρατού, και της κυβέρνησης του βουνού με το στρατηγείο του Μάρκου Βαφειάδη, στον εμφύλιο. Ο δρόμος περνάει από κάτω, και συνεχίζει προς ‘’Αρένες’’ (λιμνούλα – μία από τις τρεις του Γράμμου) και ‘’Τρακοσάρα’’ (πηγή). Από εκεί, όλος ο Γράμμος είναι ‘’δικός σας’’……...

Στο καταφύγιο της Αετομηλίτσας, (από εκεί, κάτω στο ρέμα της Αετομηλίτσας, φαίνονται οι Άγιοι Ταξιάρχες), θα πιείτε το δροσερό σας καφέ το καλοκαίρι, ενώ το χειμώνα, αφού τηλεφωνήσετε, θα σας περιμένει το τζάκι ‘’με μια θράκα, που ψήνει και αρνί’’, όπως λέει ο Θοδωρής, που έχει τα κλειδιά του παραδείσου, και ψήνει κιόλας. 

Ευχαριστώ τον Γ. Παπανώτη και τον Χ. Νιτσιάκο για τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις που έκαναν για αυτό το άρθρο.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ - Πληκάτι Αετομηλίτσα

Μηδενίστε στο Πληκάτι, 

1) 1ο χλμ δστ δεξιά Νερόμυλος – αριστερά λιβάδια & στάνες,

2) 2ο χλμ δστ δεξιά Γοργοπόταμος - αριστερά μνημείο

3) 5,6    δστ δεξιά ;; ευθεία εσείς

4) 8,6    δστ δεξιά πιθανά Αετομηλίτσα; - αριστερά μνημείο (υπάρχει μπλε βέλος & σημάδι Π.Μ. (Προς Μνημείο)

5) 8,8    δστ δεξιά μνημείο και μπλε βέλος, αριστερά δρόμος προς στάνες

6) 11,7  δστ δεξιά;; αριστερά μνημείο

7) 13,4  δστ δεξιά Αετομηλίτσα - αριστερά μνημείο

8) 15,8  Μνημείο

Γυρίστε πάλι στην δστ που αφήσατε για να ανεβείτε στο μνημείο και μηδενίστε

1) 2,6    δστ δεξιά Αετομηλίτσα - αριστερά σε 2 χλμ σταματάει,

2) 6,2    δστ δεξιά;; (μάλλον είναι η κατάληξη της δστ Νο4) αριστερά Αετομηλίτσα

3) 7,8    δεξιά άλογα και στάνη, αριστερά Αετομηλίτσα, ξύλινη πεζογέφυρα, επικίνδυνο ποτάμι

4) 9,7    δεξιά Αετομηλίτσα, αριστερά δρόμος για σπίτια – στάνες

5) 10,8 Αετομηλίτσα

Σημειώσεις:

(1) Μοσχόπολη (Voscopoja - Βοσκόπολη): (1330 - ίδρυση, 1769 1η καταστροφή, 1792 2η καταστροφή, 1916 3η καταστροφή – 1930) η οποία από κτηνοτροφικό βλαχοχώρι το 1684, εξελίχθηκε (18ος αι) σε πνευματικό, εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της τάξης των εξήντα χιλιάδων κατοίκων (12.000 οικογένειες) και δεκατεσσάρων συντεχνιών. Μια μεγάλη πόλη, σε ένα ανεπτυγμένο πνευματικά, αστικό περιβάλλον, ένα αυτόφωτο αστέρι που φώτισε και επηρέασε όλες τις μεγάλες πόλεις της εποχής. Η οικονομική ευμάρεια των αποδήμων Μοσχοπολιτών (η οικογένεια Σίνα είχε καταγωγή από τη Μοσχόπολη) στην Βενετία, Βιέννη, Ουγγαρία, Οδησσό και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες έφερε σχολές, (‘’Νέα Ακαδημία’’) το δεύτερο τυπογραφείο στον ελληνικό χώρο, (μέχρι τότε είχε μόνο η Κωνσταντινούπολη) επιβλητικούς ναούς, με αξιόλογες τοιχογραφίες κ.λ.π.

(2) Αρβανίτικη: Χρήστος Γεωργίου (Κίτσος Γιαγγιώργος) ‘’Μπελκαμένη’’ εκατό χρόνια ζωή, εκδόσεις Διογένης Αθήνα 2000, σελ 22. Αρβανίτικη ή Αλβανική που αναφέρεται, αφορά δίγλωσσους Έλληνες Βορειοηπειρώτες.

(3) Μπελκαμένη: Στην ‘’Ιστορία του Πλικάτι’’ με ποίημα του παπά – Χριστόφορου Νεγοβάνη, αναφέρεται (σελ 7) ότι έφυγαν το 1824. Έφυγαν άραγε για να ιδρύσουν την Μπελκαμένη; Η βιβλιογραφία της σημερινής Δροσοπηγής αναφέρει ότι, τα πρώτα τζάκια άναψαν το 1844, άρα είναι πιο κοντά στην αλήθεια ότι έφυγαν το 1841.

(4 )Αγίου Αθανασίου: Η τοπική παράδοση αναφέρει ότι η εκκλησία, χτίστηκε πάρα πολύ παλιά (900) και ότι η χρονολόγηση αυτή, βρίσκεται σε πινακίδα; εντός του Ναού, (χτισμένη όμως), στον γυναικωνίτη. Φαντάζει, και είναι απίστευτο, όπως ότι το χωριό υπάρχει από το 1000, από κάποιους Βησανέους; που προέρχονται από τη Μάνη.

(5) Πρόσβαση: (Αν δεν έχετε καλό χάρτη μην αποπειραθείτε την προσέγγιση). Στην κορυφή (2520 μ) υπάρχει ένα γκρεμισμένο, εκκλησάκι; Η θέα από εκεί πάνω είναι καταπληκτική σε όλη τη επονομαζόμενη και ‘’Λάκκα Σαραντάπορου’’, αποζημιώνοντας, ειδικά την τελευταία προσπάθεια, από εκεί που σβήνει το μονοπάτι, και ανηφορίζει στο σαθρό έδαφος. Προς τα βορειοδυτικά, φαίνονται οι ομαλές πλαγιές που καταλήγουν μέσα στην Αλβανία, Βορειοανατολικά το χωριό Γράμμος, από εκεί που πηγάζει ο Αλιάκμονας, Νοτιοδυτικά με τη ματιά σας στο Πωγώνι η Νεμέρτσικα ή Ντούσκο, η αρχαία Μερόπη, ένα μεγαλόπρεπο βουνό με τις κορφές του στην Αλβανία. Η Κιάφα (2393 μ.) ο Σούφλικας (2146 μ.), η Πάνω (2192 μ.) και Κάτω Αρένα (2075 μ.).

(6) Μονοπάτι: (Αν δεν έχετε καλό χάρτη μην αποπειραθείτε την προσέγγιση αν και υπάρχει σήμανση). Από ‘’Κιάφα’’ το μονοπάτι έχει δυτική κατεύθυνση. Μετά από 30’ συναντά δρόμο, που έρχεται από την κορυφή Γκέσος (2166 μ), περνά το Περήφανο (2442 μ.), τις δυτικές πλαγιές στα 2300 μ. Βαδίζοντας άλλα 45’ πάνω στο δρόμο συναντάτε τη βρύση με ντεκόρ μια κάνη από οπλοπολυβόλο (αν υπάρχει ακόμα). Από εδώ το μονοπάτι ανηφορίζει προς την κορυφή 2381 μ. όπου μια σειρά πολυβολεία και βοηθητικά κτίσματα χάσκουν στο πέρασμα του χρόνου, για να καταλήξει στην ψηλότερη κορφή 2520.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης:  26550

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.mastorohoria.gr www.konitsa.gr Ξενώνας στο Πληκάτι Λάζαρος Θεολόγου 31414. Αετομηλίτσα: Στο καταφύγιο με τζάκι 24 + 12 άτομα, και στον σύντομα προστιθέμενο ξενώνα. Και για τα δύο υπεύθυνος ο Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345. Αν έρθετε ή φεύγετε προς Αετομηλίτσα από Επταχώρι βολεύει και ο ξενώνας στο Κεφαλοχώρι Φασούλης Δημήτριος 81481 πριν την Δστ για Λυκόρραχη. Καταφύγιο το ‘’Μιτσικέλι’’ του Ε.Ο.Σ. Ιωαννίνων στα 1400 μ. Χωρητικότητα 28 άτομα, Ξυλόσομπα, Τζάκι, κουζίνα, υδροδότηση. Ορειβατικός Ιωαννίνων καθημερινά 19:00 – 21:00 Καννής Λευτέρης 2651022138. Καταφύγιο στην ‘’Γκαμήλα’’ (Πάπιγκο) ανήκει στην Ομοσπονδία, διαχειριστής Ροκκάς Γιώργος 2651046818, 6973223100.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ανάλογα την εποχή που θα πάτε. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπάρχει πρόβλημα όπου και να ‘’στήσετε’’. Στους Χιονιάδες στην εκκλησία ή στο Πληκάτι κάτω στον Νερόμυλο. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Στην κεντρική πλατεία στο Πληκάτι όλα τα καλά της ώρας και νόστιμοι τσιπουρομεζέδες (το τσίπουρο είναι χωρίς γλυκάνισο), Βρόϊκος Βασίλης 31419 (σημείωση: 9/3/07 ο Μπασγιουράκης αναφέρει κάποιον Βασίλη Νάτση και τη γυναίκα του Φιλαρέτα). Νόστιμα ντόπια κρεατικά και λουκάνικο στα κάρβουνα στα καφενεία – ταβέρνες, στην πλατεία της Αετομηλίτσας, Νιτσιάκος Απόστολος 31056, Καϊμακάμης Απόστολος 31036, (Μάιος – Σεπτ), Καταφύγιο Αετομηλίτσας Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κόνιτσας: 22191, Δήμος Μαστοροχωρίων: 31269, 31111, Fax: 31112, Κοινότητα Αετομηλίτσας 31063, το Χειμώνα 2410622061, Αστυνομία: Κόνιτσας 22202, Πυρσόγιαννη 31216, Συνοριακή φύλαξη 31100, Α’ Βοήθειες Κόνιτσας 23111, Πυρσόγιαννης23111, 22222, Βούρμπιανης 31330.

ΧΡΗΣΙΜΑ: Ορειβατικός Σύλλογος Κόνιτσας 22464, Δασαρχείο 22498, Καταφύγιο στην Αετομηλίτσα 6974389788, Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Κόνιτσα όλες οι εταιρείες και στο Επταχώρι BP.

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) δεν υπάρχει άλλη λύση, Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811 άλλαξε 8206632 κέντρο 8206600. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Ένα σωρό λαογραφικά στοιχεία για την Αετομηλίτσα θα βρείτε στο ομώνυμο βιβλίο του Βασίλη Νιτσιάκου, έκδοσης του Πολιτιστικού συλλόγου του χωριού. Υπάρχει στο βιβλιοπωλείο ‘’Σκάλα’’ στη Λάρισα 2410624352. Ήπειρος της Εκδοτικής Αθηνών, Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων, έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων, Φύση και έργα ανθρώπων, έκδοση Κέντρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.ΜΙ. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax: 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org  Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΗΠΕΙΡΟ – ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ και  ΗΠΕΙΡΟ – ΠΛΗΚΑΤΙ - ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Ιωακείμ Μαρτινιανού (Μαρτιάνου) / Μοσχόπολις / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Θεσσαλονίκη 1957
  • Ιωάννου Έξαρχου / Οικονομικός Προγραμματισμός εις τον Ηπειρώτικον Χώρον / Η.Ε.Α. Αθήνα 1963
  • Κίτσος Α. Μακρής / χιονιαδίτες ζωγράφοι / εκδόσεις Μέλισσα / Αθήνα 1981
  • Παύλος Τάττης / Η θαυματουργή εικόνα της Πληκατιώτισσας / Ιωάννινα 1981
  • Σ. Δαμιανάκος – Ε. Ζακοπούλου – Χ. Κασίμης – Β. Νιτσιάκος / Εξουσία, Εργασία και Μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1997
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / Νομαρχία Ιωαννίνων 1998
  • Χ. Κασίμης – Λ. Λουλούδης / Συλλογική εργασία - έρευνα ‘’η Ελληνική Αγροτική Κοινωνία στο τέλος του Εικοστού Αιώνα’’ / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1999
  • Φύση και έργα ανθρώπων / Κέντρο περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας / Κόνιτσα 2001
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Αετομηλίτσα / Πολιτιστικός Σύλλογος Αετομηλίτσας / Γιάννινα 2003
  • Κώστας Σκούρτης / Ξυλόγλυπτες και Ζωγραφιστές Κασέλες από τους Χιονιάδες της Ηπείρου / Νομ. Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων – Δήμος Μαστοροχωρίων / Αθήνα 2003

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Χρυσηίς Τσερώνη / Στόχος ο Γράμμος / περιοδικό Κορφές Τ115 Σεπτ – Οκτ 1995
  • Γιούλα Δρόλαπα / Με Αφορμή τον Γράμμο / περιοδικό Κορφές Τ127 Σεπτ – Οκτ 1997
  • Κώστας Τζιβελέκας / Γράμμος / περιοδικό ΓΕΩ Τ23 Σεπτέμβριος 2000
  • Γιώργος Δ. Τσίτσος / Παναγία Πληκατιώτισσα / περιοδικό Κόνιτσα Τ103 Μάρτιος – Απρίλιος 2002
  • ‘’εκ Χιονιάδων’’ / Περιοδική Πολιτιστική Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Χιονιαδιτών σε συνεργασία με την αδελφότητα Χιονιαδιτών ‘’ο Άγιος Αθανάσιος’’.
  • Αφιέρωμα στην Ήπειρο / Γεωγραφίες Τ5 εκδόσεις Εξάντας Καλοκαίρι 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Σωκράτη Οικονόμου / Αναμνήσεις από το Γοργοπόταμο / περιοδικό Κόνιτσα Τ109 Μάρτιος – Απρίλιος 2003
  • Χάρη Δ. Σωτηρίου / Ηπειρώτες Αγωνιστές / περιοδικό Κόνιτσα Τ110 Μάιος – Ιούνιος 2003
  • Βασίλης Νιτσιάκος / Οι Ορεινές Κοινότητες της Βόρεια Πίνδου / εκδόσεις Πλέθρον Αθήνα 1995
  • Ήπειρος / Εκδοτική Αθηνών / Αθήνα 1997

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

Saturday the 18th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.