ΗΠΕΙΡΟΣ (5224λέξεις)

ΚΟΝΙΤΣΑ – ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ

(Γράμμος 3η εργασία από 8)  

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2005

Από τα Μαστοροχώρια στο Γράμμο

Μετά τα πανέμορφα μαστοροχώρια, τον σημερινό πυρήνα τους, το παραδοσιακό Πληκάτι και το ξακουστό βλαχοχώρι Αετομηλίτσα με τα εξαιρετικά φυσικά θέλγητρα τους, και τις διαφορετικές οδικές προσεγγίσεις που αποκαλύψαμε στο περασμένο αφιέρωμα· κατηφορίζουμε προς την κοιλάδα του Σαραντάπορου, και την κεντρική οδό επικοινωνίας Κοζάνης – Κόνιτσας – Ιωαννίνων. 

Ο ομώνυμος ποταμός, με μήκος 40 χλμ, αποτελεί το φυσικό όριο ανάμεσα στο Γράμμο και το Σμόλικα. Δεν εντυπωσιάζει με την ποσότητα των νερών του, όμως γητεύει τους επισκέπτες, χαρακτηρίζοντας όλη τη περιοχή και την ενότητα των Μαστοροχωρίων που βρίσκονται κατά μήκος της πορείας του, προσφέροντας απλόχερα απολαυστική οδήγηση για πολλά χιλιόμετρα σε μια από τις ωραιότερες διαδρομές στην Ελλάδα. 

Από τον κεντρικό δρόμο, πολύ κοντά, βρίσκονται δύο ονομαστοί οικισμοί, η Θεοτόκος (παλιά Φετόκο και Φιτόκο) δίπλα στο ποτάμι, και ψηλότερα η Λαγκάδα, (παλιά Μπλίσ(δ)ιανη). Λαμπρά μαστοροχώρια της Λάκκας Σαραντάπορου, μιας ιδιαίτερης ανθρωπογεωγραφικής ζώνης, είναι βέβαιο ότι μαζί με τη Καστανέα (παλιά Καστάνιανη) και τη Δροσοπηγή (Κάντσικο), θα αποτελέσουν θέμα για επόμενο αφιέρωμα, ώστε να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν ολοκληρωμένος ο Δήμος Μαστοροχωρίων(1) και η ευρύτερη περιοχή που έζησαν και δημιούργησαν, οι φημισμένοι μαστόροι της πέτρας και τα ‘’μπουλούκια’’ τους. Αν υπάρχει χρόνος για επίσκεψη, αξίζει σε κάθε περίπτωση να τα εξερευνήσετε, ειδικά την παλιά Θεοτόκο με την μισογκρεμισμένη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. 

Η άλλη διαδρομή που προτείνουμε, προς Κεφαλοχώρι – Πλαγιά (Γράμμος 3ο), και Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες (Γράμμος 4ο), είναι αυτή που ξεκινά στη συνέχεια το τρίτο ταξίδι - γνωριμία με τον ορεινό χώρο της Βόρειας Πίνδου και το Γράμμο. Πολύ σύντομα, από τη δστ. της Αετομηλίτσας θα φτάσετε στο παραποτάμιο Κεφαλοχώρι (πριν το 1928 Λούψικο, πριν το 1978 Λυκόρραχη στα 680 μ. υψ. 37 χλμ από Κόνιτσα, στο εξής Κ.). Ένα θαυμάσιο χωριό σε πολύ όμορφη τοποθεσία, κάτω από την κορυφή ‘’Μάρμαρα’’ με φαρδείς δρόμους, και αυλές γεμάτες λουλούδια και οπωροφόρα δέντρα. 

Το έντονο ανάγλυφο του εδάφους σε συνδυασμό με την πληθώρα μικρών και μεγάλων χειμάρρων είδαμε (ταξίδια τ. ΣΤ’, 198, 216), ότι σε όλη την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα και κατολισθήσεις. Φοβερές ζημιές έχουν καταγραφεί, με αποτέλεσμα την αναγκαστική εγκατάλειψη χωριών όπως η Πλαγιά, η Θεοτόκος, και το Λούψικο, που μεταφέρθηκε σε αυτή την τοποθεσία το 1977, στη θέση της κοινότητας Αμπέλια. Εκείνη την εποχή (1970), είχε ολοκληρωθεί η εθνική οδός Ιωαννίνων – Κοζάνης και η διοίκηση αποφάσισε να χτιστεί εδώ το νέο χωριό, δίπλα από τον δρόμο, σε μια προσπάθεια – συμβολή, στην ανάπτυξη όλης της περιοχής που εκείνο τον καιρό ερήμωνε. Τον επόμενο χρόνο (1978), μετονομάστηκε σε Κεφαλοχώρι επιβεβαιώνοντας αυτή τη πρόθεση. 

Σήμερα αποτελεί ένα από τα πιο ζωντανά χωριά της περιοχής, περιλαμβάνεται στο Δήμο Μαστοροχωρίων, είναι έδρα του δημοτικού σχολείου, και του κέντρου φροντίδας οικογένειας του δήμου. Οι υποδομές δεν είναι φανταχτερές, όμως υπάρχει η φιλοξενία και η εξυπηρέτηση στον όμορφο ζεστό χώρο, του Δημήτρη και της Ναυσικάς Φασούλη. Στον ξενώνα τους, δίπλα από το τζάκι θα γευθείτε ντόπια εδέσματα και αληθινό ηπειρώτικο τσιπουράκι, χωρίς γλυκάνισο. Κοντά, είναι και η ταβέρνα ‘’το σπιτικό’’ του Αναστάση Φασούλη. Και στα δύο στέκια θα βρείτε από καφέ μέχρι εξαιρετικής ποιότητας ψητά, και σπέσιαλ μυρωδάτα μανιτάρια από τα διπλανά δάση. Επίσης θα πάρετε πληροφορίες για πεζοπορικές ή οδικές διαδρομές ώστε να ανεβείτε στο παλιό Λούψικο, από τον μοναδικό βατό χωματόδρομο. 

Την καλοκαιρινή περίοδο, στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία, γίνεται μεγάλο γλέντι από την παραμονή, ενώ την επομένη όλοι ανεβαίνουν στο ξωκλήσι του Αγίου, στα 1800 μ. υψ., συνεχίζοντας τον εορτασμό. Επίσης, ο φιλοπρόοδος σύλλογος  Κεφαλοχωρίου Κόνιτσας (1983), οργανώνει αρκετές μουσικού περιεχομένου εκδηλώσεις, μεταξύ των οποίων είναι η πολυπληθής του καλοκαιρινού ανταμώματος των Κεφαλοχωριτών, με συνδιοργανωτή το δήμο Μαστοροχωρίων. Γίνεται κάθε χρόνο 12 – 13 Αυγούστου και είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για τους επισκέπτες να παρακολουθήσουν τα δρώμενα. Χορευτικοί όμιλοι από τα γειτονικά μέρη με τις φορεσιές τους, χορωδίες γυναικών του χωριού αλλά και του δήμου, τραγουδούν παραδοσιακά τραγούδια διατηρώντας τη συλλογική μνήμη, προσπαθώντας με αυτές τις εκδηλώσεις να γνωρίσουν και σε άλλους, την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. 

Πραγματικά οι Λουψιώτες από παλιά τραγουδούσαν όπου και να βρίσκονταν, ότι εργασία και να έκαναν, σε χαρές και λύπες, σε γιορτές και ειδικά σε αρραβώνες και γάμους. Μέχρι τις μέρες μας διασώζεται το, σπάνιο πια, αυθεντικό τραγούδι από μια ομάδα δεκατριών γυναικών του χωριού, που τις απολαύσαμε στο θέατρο Πέτρας της Πετρούπολης το Σάββατο 31 Μαΐου 2003. Άλλες ή μελλοντικές εμφανίσεις, δείτε στο: www.polyphonic.gr/4glavas.htm ή στην εφημ. Καθημερινή 25/5/03 και στο http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_572930_25/05/2003_64153  

Μια εξαιρετική δασική διαδρομή ξεκινά από τον παράλληλο στο ποτάμι της ‘’Λυγερής’’ δρόμο, (ντιβόϊκα των ντόπιων), που περνά, στα όρια του οικισμού τη στάνη, στο ‘’τουρκί’’, και ανηφορίζει προς το παλιό Λούψικο σε μια περιοχή με ξεχωριστό ενδιαφέρον. Η μετάβαση μέχρι εκεί από τον χωματόδρομο, διατρέχει το πυκνό πανέμορφο δάσος βελανιδιάς (δρυς), ενώ όσο ανεβαίνετε ψηλότερα αντικαθίσταται με τα ώριμα δάση πανύψηλης οξιάς. Όλη η διαδρομή είναι πέντε εκπληκτικά χλμ., μια πραγματικά σπάνια εμπειρία που αν έχετε enduro ή 4Χ4 δεν πρέπει να την προσπεράσετε αδιάφορα. Στο παλιό Λούψ’κο ή Λυκόρραχη στα 1000 μ. υψ., θα σας υποδεχτούν οι βοσκοί, οι μόνοι που πηγαίνουν εκεί πάνω τη καλοκαιρινή περίοδο συνεχίζοντας την κτηνοτροφική παράδοση. 

Αναφέρεται (Τσίου – Ράφτης, 15, 16), ότι γύρω στο 1800 υπήρχαν τρεις συνοικισμοί, ‘’Ράμστα’’, ‘’Μεσοχώρι’’, και ‘’Λούψικο’’ χωρίς να γνωρίζουμε από πότε υφίστανται. Η σημερινή βιβλιογραφία αναφέρει ότι πιθανά να είναι οι 70 οικογένειες βλάχων προσφύγων, που λόγω της καταστροφής της Μοσχόπολης (1η το 1769), εγκαταστάθηκαν στο Λούψικο (Pouqueville τ.Α’, 169 και Γκούτος, 27), ίσως και στη γειτονική Πλαγιά (Κουκούδης τ.Β’, 302). Το πιθανότερο όμως είναι να είναι λανθασμένη η αναφορά του Πουκεβίλ, αφού οι παλιότεροι κάτοικοι δεν θυμούνται κανένα ίχνος αυτής της εγκατάστασης, ούτε γνωρίζουν, ούτε μιλούν τη βλάχικη (βλ. Ευριπίδη Σούρλα, Ηπειρωτικά Χρονικά τ.4, 1929, Συμβολαί εις την Επαρχίαν Κονίτσης, 195 – 254). Εφ’ όσον εγκαταστάθηκαν στο Λούψικο, πιο κοντά στην αλήθεια είναι ότι μετακινήθηκαν ξανά, σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι δύο οικισμοί πάντως, εγκαταλείφθηκαν μετά το 1870 εξ αιτίας ληστρικών επιδρομών των Τουρκαλβανών. Η παράδοση διασώζει ότι πολλές οικογένειες αποτελούσαν την πρώτη κατοίκηση (Καρανικάδες, Τσιάδες, Φασουλαίοι, Κουταβασαίοι, Βουζαίοι), ενώ οι Σδουκάδες ήρθαν από το Μοναστήρι (Μπιτόλια). Άλλες πάλι έφτασαν από τα χωριά της Αλβανικής Κολώνιας (Κολωνιαραίοι), και οι Νουτσαίοι από τη Λάκκα Σουλίου. Αργότερα, φαίνεται ότι από άλλες επιδρομές διασκορπίστηκαν κυρίως στην Καστοριά, το Μοναστήρι, τα Γιάννινα, και την Κορυτσά. Όταν τα πράγματα ηρέμησαν, επέστρεψαν ξανά στους οικισμούς, και τις ασχολίες τους, κτηνοτροφία και γεωργία, πράγμα που διαπιστώνουμε και σήμερα από τους απογόνους, στον νέο οικισμό.

Οι Λουψιώτες ζούσαν πολύ φτωχικά. Η σοδιά της χρονιάς ήταν σε απόλυτη εξάρτηση από τις καιρικές συνθήκες. Έβρεχε, θα είχαν ψωμί, δεν έβρεχε, θα υπήρχε πρόβλημα στην οικογένεια. Οι οικονομικές συναλλαγές, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60, στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ανταλλαγή. Ο δικηγόρος πληρωνόταν με σακιά σιτάρι για να αναλάβει μια υπόθεση. Ο γιατρός, που τον έφερναν και τον επέστρεφαν στην Κόνιτσα με μουλάρι έπαιρνε αμοιβή κότες ή αυγά. Έπαιρναν (κυρίως από την Αετομηλίτσα), τυριά και βελέντζες, έδιναν φασόλια, καρύδια, γουρούνια, χόρτο, και άχυρο για ζώα (Τάτσης 207 – 208 & Γ. Σδούκος, Λυκόρραχη, 91). 

Το παλιό χωριό, υπήρξε ένα από τα κεντρικά θέατρα του πολέμου, και ‘’είδε’’, μαζί με τους κατοίκους το ξέφρενο πολεμικό χορό των επιχειρήσεων στις πρώτες τέσσερις μέρες της εισβολής των Ιταλών, την άτακτη υποχώρηση του αποσπάσματος Πίνδου, όπως και τις αιματηρές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, της μελανότερης σελίδας στη νεότερη ιστορία μας. Άλλωστε, είμαστε στην περιοχή του Γράμμου, που ήταν ένας από τους επιδιωκόμενους προς κατάληψη στόχους των Ιταλών, και το βασικό καταφύγιο εφοδιασμού, οργάνωσης και νοσηλείας ανταρτών αργότερα (ταξίδια τ. ΣΤ’, 226 αναφέρονται οι θέσεις τους). Ανεξάρτητα της κατάληξης, σήμερα όλα αυτά τα επεισόδια της σύγχρονης ιστορίας, και τις τοποθεσίες που αυτά διεξήχθησαν τα σκεπάζει η λήθη και η μοναξιά.

Ότι έχει απομείνει από τον άλλοτε μεγάλο οικισμό, απλώνεται σε μια πανώρια πευκόφυτη κατηφορική πλαγιά του Γράμμου, ένα πολύ όμορφο θέαμα, ακόμα ομορφότερα όμως είναι όσα σώζονται. Ο ναός των Ταξιαρχών (1929), το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, το σχολείο, και ο διατηρητέος βακούφικος νερόμυλος των Ταξιαρχών χτισμένος από ντόπιους μαστόρους το 19ο αιώνα. Στον μύλο άλεθαν μέχρι το 1970 οι Λουψιώτες, και οι κάτοικοι των γύρω χωριών την παραγωγή της χρονιάς (στάρι, καλαμπόκι, βρίζα), που τους εξασφάλιζε τροφή για την οικογένειά και τα ζωντανά τους. Μετά το νερόμυλο, είναι το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου (1923), ανακαινισμένο το 2004 με το καλοκαιρινό πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας του δήμου Μαστοροχωρίων.

Η περιοχή είναι ασύγκριτη για πεζοπορία αλλά και εξερεύνηση από τους δασικούς. Ένας απάτητος, πρασινισμένος από τη χλόη άγνωστος γενικά δρόμος, συνεχίζει ανηφορικά, και ανάμεσα από το Λούψικο και τον Προφήτη Ηλία διασταυρώνεται με την παλιά βλαχόστρατα που πηγαίνει στην Πλαγιά. Μετά την δστ. περνάει δίπλα από την κορυφή Οχυρό (1800 μ. υψ.), και συνολικά +/- 16 χλμ. από το παλιό χωριό βγαίνει στο λιβάδι στη θέση ‘’Καμπίτσιο’’, ένα κατάφυτο από οξιές τοπίο, όπου υπάρχει δστ. δεξιά για Χρυσή, αριστερά για Αετομηλίτσα. Πολύ όμορφες διαδρομές, που από το λιβάδι και πέρα είναι γνωστές μόνο στους οδοιπόρους, που κατευθύνονται από Αετομηλίτσα προς ‘’Αρένες’’ – ‘’Μυροβλήτη’’ ή Χρυσή, μέσω αυχένα ‘’τριγώνου’’ και ‘’στρούγκας Βέρμπη’’. Όσοι από την παρέα δεν ακολουθήσουν αυτή την επιλογή ή δεν ανέβουν καθόλου από το δασικό, μπορείτε να κανονίσετε συνάντηση στη Χρυσή (βλ. Γράμμος 4ο ), απ’ όπου θα έρθουν από το κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. 

Στο Κεφαλοχώρι, το νέο χωριό, μπορείτε να επισκεφθείτε το λαογραφικό μουσείο, τη κεντρική εκκλησία των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (1985), με το άριστης τέχνης επιζωγραφισμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο, έργο του Χαράλαμπου Σκαλιστή, της γνωστής οικογενείας από το Γοργοπόταμο (Τούρνοβο) που έχουν σκαλίσει και το τέμπλο της μητρόπολης στα Γιάννινα (1830). Το τέμπλο μεταφέρθηκε από την εκκλησία των Ταξιαρχών, του παλιού χωριού. Λίγο πριν βγείτε στην ‘’εθνική’’, δεξιά σας, είναι η Αγία Τριάδα (1973), με αξιόλογη θέα προς τα υψώματα ‘’Ρόγγια’’, και ‘’Στούπη’’ στα 800 μ. υψ και τα δύο, ανάμεσα από τα οποία ξεχύνεται και ξεχωρίζει στο λαμπρό φως του ήλιου το γραφικό Κεφαλοχώρι με τις κατακόκκινες κεραμοσκεπές του.

Σε όλη τη διαδρομή, σας συνοδεύει ξέγνοιαστος ο Σαραντάπορος που κυλά στη φαρδιά κοίτη του προσφέροντας ωραία τοπία στους ταξιδιώτες, σε μια διαδρομή που ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις. Σύντομα, πλησιάζετε εκεί που η κοιλάδα και το πέρασμα του ποταμού στενεύουν, στο διοικητικό όριο του νομού Ιωαννίνων, στα ‘’σύνορα’’ με τη δυτική Μακεδονία και το νομό Κοζάνης. Εκεί βρήκαν την ευκαιρία οι έμπειροι μαστόροι να γεφυρώσουν το ποτάμι με το επιβλητικό δίτοξο πέτρινο γεφύρι της Ζέρμας ή Κάντσικου στα όρια των χωριών Πλαγιά (Ζέρμα) και Δροσοπηγή (Κάντσικο). Ένα γνωστό μνημείο της περιοχής, που με τα οξυκόρυφα τόξα του έγινε το επίσημο ‘’σήμα κατατεθέν’’ για το δήμο Μαστοροχωρίων, που χρησιμοποιεί την ζωγραφική αποτύπωσή του στα έγγραφα και την αλληλογραφία του. Πότε χτίστηκε το περίτεχνο γεφύρι και από ποιους, κανείς δεν μπορεί να τεκμηριώσει με σιγουριά, οι μαρτυρίες του παρελθόντος, αναφέρουν ότι υπήρχαν στην περιοχή του γεφυριού επάλξεις, και άλλου είδους οχυρώσεις και ότι επισκευάστηκε στην αρχή του προπερασμένου αιώνα (Μαντάς, 40). Είναι το μοναδικό στην βασική κοίτη του ποταμού, και λόγω της θέσης του, είναι σίγουρο πως θα εξυπηρέτησε τόσο τα κοντινά ομώνυμα χωριά, όσο και τους προσκυνητές του μοναστηριού της Ζέρμας, που ιδρύθηκε και λειτούργησε ήδη από τον 15ο αιώνα. Σήμερα βλέπουμε ένα σύμπλεγμα από τρία γεφύρια το παλιό πέτρινο, το σιδερένιο του 1948 τύπου Bailey (Μπέλεϋ), και το τσιμεντένιο, με τρία διαφορετικά υλικά κατασκευής, χτισμένα στους τρεις τελευταίους αιώνες.

Στο σύνορο των δύο νομών είναι και τα ‘’τελευταία’’ δυο μαστοροχώρια από τα δώδεκα του Δήμου, η Δροσοπηγή, στη δεξιά πλευρά του Σαραντάπορου, και η Πλαγιά στις πλαγιές του Γράμμου. Οι Καντσιώτες μαστόροι (όπως και της Σλάτινας = Χρυσή), ξεχώριζαν σε ένα σημείο από τους άλλους, γιατί ήταν οι μόνοι που είχαν τη συνήθεια να δουλεύουν σε αντίθετες εποχές. Έφευγαν κατά τα μέσα Οκτωβρίου και επέστρεφαν τέλη Μαΐου, αφού στο χωριό, τους περίμεναν οι αμπελοκαλλιέργειες, τα κηπευτικά και βέβαια, η συνέχιση της παραδοσιακής βαρελοποιίας, ίσως η βασικότερη αιτία αυτής της ‘’παραξενιάς’’. Αυτό το ανορθόδοξο σύστημα, δεν τους εμπόδισε να εργαστούν και να διαπρέψουν σε όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, ενώ στο χωριό, που θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα διατηρημένα της επαρχίας, άφησαν σπουδαία δείγματα της δουλείας τους. Μη χάσετε την ευκαιρία για εξερεύνηση. 

Αριστερά σας, από τον ανηφορικό όλο στροφές δρόμο θα βρεθείτε σε τρία χλμ. στην ιστορική Ι. Μ. Ζέρμας, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα μοναστήρια της Κόνιτσας(2) και γενικότερα της Ηπείρου, που έχει ανακηρυχθεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 35/2-2-62 τ.Β’). Κατά παράδοση, χτίστηκε το 679, από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνο Δ’ Πωγωνάτο (668 – 685), στη θέση ‘’Παλιομονάστηρο’’. Όμως λόγω της κατολίσθησης του εδάφους ξαναχτίστηκε, εκεί που βρίσκεται σήμερα. Το μοναστήρι εντυπωσίασε τους ερευνητές με τον πλούτο και το δυναμισμό του σε όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. 

Πρώτη και αξιόλογη περιγραφή της Μονής, με την συνεργασία του ηγουμένου της Διονυσίου Παπαδάτου, δημοσίευσε (Ηπειρωτικά Χρονικά 1930, σ.σ. 19 – 29), ο αείμνηστος δάσκαλος Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης(3) (1887 – 1947), που διακρίθηκε για την προσφορά του στην επαρχία Κόνιτσας ιδιαίτερα δε, στη γενέτειρά του Βούρμπιανη. Από σπάνια και πανέμορφη λιθανάγλυφη επιγραφή στην εξωτερική επιφάνεια της Δυτικής πόρτας εισόδου του καθολικού, και από την κτητορική επιγραφή του, συμπεραίνουμε ότι θεμελιώθηκε το 1656, με χορηγία του προύχοντα από το Λινοτόπι Ιωάννη Νικολάου, και ανακαινίστηκε το 1802 με ηγούμενο τον Παρθένιο από την Πυρσόγιαννη. 

Χορηγοί ήταν οι Βουρμπιανίτες και Πυρσογιαννίτες Ρίζος ιερέας, Γεώργιος Παπαγιάννης και ο Κώστας Σούρλας, ενώ πρωτομάστορες ήταν οι Κώστας Δήμος και Σίμος από τη Βούρμπιανη (Τριανταφυλλόπουλος Α.Δ.29, (1973 – 1974), Χρονικά Β2,  621, 622  και Παπαγεωργίου – Πετρονώτης, Ζιώγας Φρόντζος, 242, σημ 72). Τεκμήριο ύπαρξης της μονής πριν το 1656 αποτελεί μια σφραγίδα, που αναφέρει ο ιερέας Παΐσιος(4), και που έχει χαραγμένη στο κέντρο της την εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου, ενώ στην περιφέρεια υπάρχει επιγραφή: «Η ΚΙΜΗΣΙC ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ: ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΝ ΖΕΡΜΑC 1618» (Καμαρούλιας, τ. Α’, 200). Το μοναστήρι είναι από τα λίγα ιστορικά μνημεία της περιοχής, τρίκλιτη βασιλική με τρεις τρούλους, ένα στον κυρίως ναό, δύο στον πρόναο, και το μοναδικό στην Ήπειρο με αυτή την αρχιτεκτονική. 

Πάνω στους τρούλους φαίνονται, στενά σαν πολεμίστρες, τα παράθυρα (τέσσερα σε κάθε τρούλο, τοποθετημένα σε σχήμα σταυρού), που αφήνουν το φως να περάσει και να φωτίσει το εσωτερικό του ναού. Οι τοιχογραφίες του καθολικού έγιναν σε δύο ζωγραφικές φάσεις, οι παλιότερες, πολύ κατεστραμμένες σήμερα από τη μεγάλη φωτιά που ξέσπασε ‘’…τη νύχτα της Παρασκευής προς το Σάββατον της 1ης Μαρτίου του 1947 …‘’, (ο.π. 201)., καλύπτουν τον κυρίως ναό και τον εσωνάρθηκα. Στην ίδια πυρκαγιά καταστράφηκαν τελείως το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο και τα κελιά. Αυτές που διασώθηκαν απεικονίζουν ολόσωμους αγίους και ιεράρχες, βοηθώντας στην εκτίμηση της τέχνης των δύο ζωγράφων. Η ανέγερση και αγιογράφηση του καθολικού έγιναν επί αρχιερατείας του επισκόπου Βελλάς Παχωμίου όπου ανήκε η μονή, τις ζωγραφικές εργασίες εκτέλεσαν ο Νικόλαος και ο Γεώργιος, αδέλφια του κτίτορα, οι οποίες αποτελούν το τελευταίο (1656), ως τώρα γνωστό επιτοίχιο έργο ζωγράφων από το Λινοτόπι Γράμμου(5), (Τούρτα, 41). 

Τελευταίος ηγούμενος, φαίνεται ο Διονύσιος Παπαδάτος, ο επονομαζόμενος Κουτλουμουσιανός, ένας λόγιος κληρικός που έφτασε εδώ κατόπιν προτροπής των Ζερματινών μαστόρων, την εποχή που δούλευαν στη μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιο Όρος. Με τη στάση του, συσπείρωσε και οργάνωσε τους κατοίκους, ακόμα και από τα όμορα χωριά κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Το 1912 είχε οργανώσει ολόκληρο λόχο από αντάρτες, τους εξόπλισε μάλιστα με όπλα απ’ τη Λαψίστα (τη σημερινή Νεάπολη Κοζάνης), (Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 1991, 317 και Καμαρούλιας τ. Α’, 200). Ήταν μυημένος στην ιδέα της απελευθέρωσης της Ηπείρου, και σπουδαίος ‘’αντάρτης’’ έλεγαν χαρακτηριστικά οι γεροντότεροι, τον θαύμαζαν ακόμα και οι Αλβανοί. Η Ιερά Μονή Ζέρμας εγκαταλείφθηκε το 1930, αφού πρόλαβε να χαρεί τη συμμετοχή της, ως θρησκευτικό, πνευματικό και παιδευτικό κέντρο, και τη συμβολή της στην ελευθερία της Ηπείρου και της Μακεδονίας. 

Στον ευρύτερο χώρο του μοναστηριού φαίνεται ο μισογκρεμισμένος μαντρότοιχος και τμήμα από τα ερειπωμένα κελιά (25 μεγάλα και άλλα τόσα υπόγεια το 1930), ενώ γύρω της, κατακλύζεται απο ωραίο δάσος βελανιδιάς. Σε αυτό το χώρο, κάθε δεκαπενταύγουστο που γιορτάζει, γινόταν και συνεχίζει να γίνεται μεγάλο πανηγύρι με τη συμμετοχή κατοίκων από τα γύρω χωριά αλλά και από ντόπιους παραθεριστές που ζουν σε άλλες πόλεις, ακόμα και στο εξωτερικό. Απέναντι, στις εντυπωσιακές πλαγιές του βουνού Μπουχέτσι (1700 μ. υψ.), ανάμεσα απ’ τα πεύκα, είναι η παλιά Ζέρμα, εγκαταλειμμένη σήμερα. 

Τα μικρά κιάλια βρίσκουν, έστω για λίγο και από μακριά, τα άλλοτε καλοχτισμένα πανώρια σπίτια, μισογκρεμισμένα σήμερα, την εκκλησία, και κάποιες αυλές ανάκατα με χώματα και κοτρόνες στα σοκάκια. Έρημη και προκλητική ταυτόχρονα, φαντάζει σαν αστραφτερό διαμάντι στα μάτια των ξένων οδοιπόρων που τι δε θάδιναν για να βρεθούν εκεί, και να περπατήσουν στους έρημους ‘’δρόμους’’ της, αγγίζοντας για λίγο τον ερειπιώνα. Το αλύχτισμα των σκυλιών, αναμφίβολα ήρεμων, το χρυσαφί σούρουπο που καταφθάνει και η έλλειψη σήμανσης, εξαλείφει γρήγορα τη διάθεση για πεζοπορία μέχρις εκεί. Από τις αρχές του 1980, λόγω των συχνών κατολισθήσεων, οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν και μετακινήθηκαν απέναντι, στη θέση ‘’Κρούσενα’’, στο ίδιο υψόμετρο και πιο κοντά στο Μοναστήρι της Παναγίας όπου έχτισαν την καινούρια. Από τις αρχές της άνοιξης, τα καλοκαίρια, μέχρι αργά το Νοέμβρη, κάποιοι βοσκοί πάνε προς τα εκεί με τα κοπάδια τους. 

Ανηφορίζοντας για ένα χλμ. περίπου, θα βρεθείτε στο κέντρο της προσήλιας Πλαγιάς (πριν το 1955 Ζέρμα, στα 980 μ. υψ., 45 χλμ. από Κ.). Σχεδόν όλα τα σπίτια, η εκκλησία του Αγίου Δημήτριου (1988), και το πολιτιστικό κέντρο, είναι καινούργια με μεγάλες αυλές και κήπους με λουλούδια, πολλά λουλούδια που ζωντανεύουν το χώρο. Η Όμορφη θέα στις γύρω κορφές ειδικά προς τις πλαγιές του Σμόλικα, χαρακτηρίζει τον καινούργιο οικισμό. Στη μεγάλη περιποιημένη πλατεία βρίσκεται το καφενεδάκι – καταφύγιο του Γιάννη Παπαδημητρίου, ένας μοναδικά ζεστός χώρος για τους πενήντα περίπου κατοίκους που ξεχειμωνιάζουν στο χωριό. Εκτός από το γλυκόπιοτο τσιπουράκι και τη σπέσιαλ ομελέτα, με πιπεράτο λουκάνικο, ο Γιάννης θα σας εξυπηρετήσει με κάθε τρόπο. Η δεύτερη απασχόληση είναι η κτηνοτροφία, οπότε γνωρίζει όλες τις πεζοπορικές διαδρομές απ’ έξω, θα σας δώσει σίγουρες πληροφορίες πρόσβασης στην παλιά Ζέρμα αλλά και στη Χρυσή ή το Λούψικο αφού υπάρχουν ανοιχτοί δασικοί δρόμοι, οι παλιές βλαχόστρατες, που ενώνουν τα χωριά. 

Από εδώ καταγόταν ο οπλαρχηγός Γιαννούλης Ζέρμας (1854), που συνεργάστηκε με το Νικόλα Αδάμο και τους καπετάνιους, Λεωνίδα αρχικά (1877), και στην εξέγερση της Δυτικής Μακεδονίας το 1878 – 9 με τον Νταβέλη. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881), και την προσάρτησή της στην Ελλάδα, διέλυσε το επαναστατικό σώμα του, και εγκαταστάθηκε στην Φάλαννα (προ του 1928 Τατάρ), Τιρνάβου. Τα κατορθώματά τους έγιναν τραγούδι, που τραγουδιέται ακόμα (δες Τσάγκα, Ζερματινά, 17). Και η Ζέρμα έβγαλε άξιους μαστόρους, άλλωστε το σπουδαιότερο δείγμα είναι το μαγευτικό από μια άποψη, παλιό χωριό. Εκεί υπάρχει ο  Άγιος Δημήτριος (1864), η πέτρινη κεντρική κρήνη (1750), το νεώτερο σχολείο (1927) και δεκάδες πετρόχτιστα δίπατα σπίτια· στο πρώτο πάτωμα – κατώγι – διανυκτέρευαν τα ζώα, και στο δεύτερο ήταν η κύρια κατοικία. Τα μπουλούκια των Ζερματινών, έφτασαν σε όλη την Ελλάδα (Αγρίνιο, Αμφιλοχία, Άγιο Όρος), όργωσαν την Ήπειρο, τη Θεσπρωτία, τη Θεσσαλία, αλλά και την Αλβανία(6), (Δέλβινο, Αργυρόκαστρο). 

Λιγότερο(7) γνωστό είναι, ότι στα βενετσιάνικα αρχεία, αναφέρεται ότι μαστόροι και αρχιτέκτονες απο τη Ζέρμα (γράφεται Germa), δουλέψανε στα Γιάννινα ενώ στη Λάκκα Σουλίου το 1750, χτίσανε την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου στο χωριό Μουκοβίνα (σημερινή Μπεστιά), όπως επίσης, ότι υπήρξε ένα, έστω μικρότερο, κέντρο αγιογραφίας. Το 1662 στη Μονή Κάμενας έξω από το Δέλβινο της Αλβανίας διαβάζουμε «δηα χυρος καμου του αμαρτολου Μιχαλις ζογραφος εκ κομις Ζέρμας» (Πουλίτσα, Επιγραφαί, 91). Είναι οι τόποι τέτοιοι εδώ πάνω, που έβγαλαν χιλιάδες λαϊκούς τεχνίτες που ταξίδεψαν χτίζοντας στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής αλλά και σε όλη την Ελλάδα, επηρεάζοντας ιστορικά την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική. Η ανάπτυξη της μαστορικής και η διάχυσή της για αιώνες σφράγισε ανεξίτηλα τον κοινωνικό βίο αυτού του μοναδικού μπουκέτου κοινοτήτων με απόγειο τον 18ο – 19ο αιώνα. 

Στις αρχές του 20ου αι., άρχισαν να αλλάζουν οι περιοχές δράσης, ήρθαν οι αιματηροί αγώνες του Μακεδονικού (1904 – 1908), και αργότερα οι Βαλκανικοί πόλεμοι (1912 – 1913), για την δημιουργία των πρώτων εθνικών κρατών στη περιοχή των Βαλκανίων. Αυτά με τη σειρά τους, έφεραν την ελευθερία για τη Μακεδονία και την Ήπειρο αλλά, και την χάραξη καινούργιων εθνικών συνόρων, την υπαγωγή σε νέα διοίκηση, και την εν γένει μετατροπή του έως τότε ενιαίου χώρου της Βαλκανικής. Η έλευση των καινούργιων υλικών και μεθόδων κατασκευής αποτέλεσε το κερασάκι στην τούρτα, από τη στιγμή που οι μεγάλες ‘’αγορές’’ των μαστόρων είχαν κλείσει. Από τότε αρχίζει η αποδόμηση και η παρακμή τόσο των ξεχωριστών αυτών κοινοτήτων όσο και αυτών των διαδεδομένων στην περιοχή επαγγελμάτων. Αποτελεί μια μεγάλη και τραγική αντίφαση της ιστορίας μας, το γεγονός ότι η πολυπόθητη απελευθέρωση σήμανε ταυτόχρονα την αρχή μιας πορείας προς την παρακμή των άλλοτε ανθηρών κοινοτήτων (ταξίδια τ. ΣΤ’, 217 και Πολιτιστική Γεωγραφία, Νομαρχία Ιωαννίνων, 85).

Αφήνοντας την περιοχή των πεντάμορφων μαστοροχωρίων, την μαγευτική αρχαία Περαυαία, βγαίνετε πάλι στον κεντρικό δρόμο, με κατεύθυνση το Επταχώρι. Από περιβαλλοντική άποψη αυτοί οι πετρόχτιστοι οικισμοί που γνωρίσατε, άλλοι κηρυγμένοι παραδοσιακοί άλλοι όχι, προσφέρουν ένα μοναδικό πολιτιστικό και αισθητικό περιβάλλον στους επισκέπτες τους, κυρίως, σε συνδυασμό με τη σαγηνευτική φύση και την πανίδα τους. Αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται σήμανση στα μονοπάτια και χάραξη εκ’ νέου, όπου χρειάζεται, πεζοπορικών ή ορειβατικών διαδρομών. Αυτά τα παρθένα οικοσυστήματα σε όλη την έκταση, διακρίνονται για την πληθώρα διάσπαρτων μικρών και μεγάλων θρησκευτικών μνημείων (ξωκλήσια, εκκλησίες, μονές), και κυριολεκτικά πλεονεκτούν έναντι άλλων, ‘’διάσημων’’ παραθεριστικών κέντρων, στα στοιχεία λαϊκού πολιτισμού, (πέτρινα γεφύρια, νερόμυλοι, πετράλωνα, κρήνες, νεροτριβές κ.α.). 

Είναι βέβαιο ότι οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την αποτύπωση των μνημείων του χώρου, η δημοσιότητα που δίνεται σε συνδυασμό με την σήμανση, θα αναβαθμίσουν μακροπρόθεσμα την ποιότητα των προσφερομένων υπηρεσιών και θα αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο, τις αναπτυξιακές προσπάθειες του δήμου Μαστοροχωρίων.

Σημειώσεις:

(1) Πέρα από τη λογική που επέβαλε το ‘’σχέδιο Καποδίστριας’’ για τους νέους δήμους της χώρας, τα μαστοροχώρια της περιοχής είναι περισσότερα από τα δώδεκα που περιλαμβάνει ο ομώνυμος Δήμος. Μαστοροχώρια ήταν η Βούρμπιανη, το Πληκάτι, οι Χιονιάδες, το Ασημοχώρι (Λισκάτσι), ο Γοργοπόταμος (Τούρνοβο), η Οξυά (Σέλτση), η Πυρσόγιαννη, η Καστάνιανη, η Λυκόραχη (Λούψικο), η Θεοτόκος (Φετόκο), η Δροσοπηγή (Κάντσικο), η Λαγκάδα (Μπλίζ(δ)ιανη), η Πλαγιά (Ζέρμα), ο Πύργος (Στράτσιανη), η Αγία Παρασκευή (Κεράσοβο), ο Αμάραντος (Ίσβορος), η Πουρνιά (Σταρίτσανη), το Γαναδιό, η Μόλιστα (Μεσαριά), το Μοναστήρι (Μποτσιφάρι), η Αγία Βαρβάρα (Πλάβαλη), η Πυξαριά (Μπλιθούκι), η Τράπεζα (Βράνιστα), ο Νικάνορας (Κορτίνιστα), η Πηγή (Πεκλάρι) και το Ελεύθερο (Γκριζμπάνι). Από τα γειτονικά Βλαχοχώρια, μαστόρους σε περιορισμένο αριθμό έβγαλε μόνο η Φούρκα στις πλαγιές του Σμόλικα (δες και www.mastorohoria.gr/index1.htm). Με έντονα γράμματα φαίνονται αυτά που ήδη έχουμε παρουσιάσει.

(2)Η κοιλάδα της Καραμουρατιάς (γύρω από τη Μεσογέφυρα Κόνιτσας), άκμαζε οικονομικά και πληθυσμιακά από το 13ο μέχρι τουλάχιστον τον 17ο αι. Εκείνη τη περίοδο υπάρχει γενικά μια μεγάλη κινητικότητα όσον αφορά τις μετοικεσίες πληθυσμών το χτίσιμο νέων μονών και εκκλησιών. Την ίδια εποχή με τη μονή Ζέρμας ιδρύθηκε ο ναός του Αγίου Νικολάου Καλόβρυσης, επίσης, λόγω της εγκατάλειψης του οικισμού Καλύβια Κλειδωνιάς (τέλη 16ου αι.), και ίδρυσης της ορεινής Λιτονιάουστας ή Κλειδωνιάουστας (η σημερινή Άνω Κλειδωνιά),  ιδρύονται οι δύο ναοί του οικισμού, του Αγίου Αθανασίου (1617), και του Αγίου Νικολάου (1620), όπως επίσης οι δύο μονές, των Αγίων Αναργύρων (1658), και των Αγίων Αποστόλων (1662). Αυτές που έχουν αφανισθεί πλέον, ιδρύθηκαν από τον 15ο με 17ο αι., στη Καστάνιανη (Καστανέα), η Μεταμόρφωση του Σωτήρα, στη Βούρμπιανη 4 μονές, στη Στράτσιανη (Πύργος), η μονή του Αγίου Συμεών και έπειτα της Αγίας Τριάδος κ.α. (Γκούτος, 57).

(3) Χαράλαμπος Νικ. Ρεμπέλης (1887 – 1947), απόφοιτος της Ζωσιμαίας σχολής Ιωαννίνων και του Μαράσλειου Διδασκαλείου Αθηνών (1909). Τα πρώτα χρόνια δίδαξε στην Βήσσανη Δελβινακίου (1910 – 1911), αλλά μετά, και επί 37 χρόνια, τον απορρόφησε η γενέτειρά του Βούρμπιανη. Ακούραστος δάσκαλος και πνευματικός φωτοδότης για τους μαθητές του, δημιούργησε μια εξαιρετική χαρτογραφική εργασία της περιοχής Κόνιτσας και την βραβευμένη εργασία του, ‘’Κονιτσιώτικα’’, που εκτός του πλήθους των λαογραφικών στοιχείων που περιέχει αποτελεί, ακόμα και σήμερα, πρότυπο για την φωνητική ακρίβεια της λαϊκής προφοράς. Επίσης, πρόσφερε την πρώτη παρουσίαση της Μονής Ζέρμας στο Ηπειρωτικό Ημερολόγιο (1911), (δες αναδημοσίευση στο περ. Κόνιτσα τ.120, 24 – 25,  Ιαν – Φεβ 2005), και στα Ηπειρωτικά Χρονικά (1930). Σκοτώθηκε από τους Αντάρτες στα γεγονότα του Μαΐου 1947, σε άγνωστη τοποθεσία του Γράμμου. Στο ιστορικό σχολείο στην Βούρμπιανη, υπάρχει η προτομή του (ταξίδια τ.ΣΤ’, 199).

(4)Παΐσιος Γ., ιερέας, Μικρά συμβολή εις την ιστορίαν της εκκλησιαστικής επαρχίας Βελλάς και Κονίτσης. ΙΓ’. Σφραγίδες (Ηπειρωτική Εστία, 18, 335 – 339, 1969). Αποτύπωμα της σφραγίδας βρέθε σε επιστολές του ηγούμενου της μονής Διονυσίου Παπαδάτου – Κουτλουμουσιανού – προς τον δάσκαλο της Βούρμπιανης Χαράλαμπο Ν. Ρεμπέλη, γραμμένες το 1910 – 1912.

(5) Το βλαχοχώρι Λινοτόπι, βρισκόταν σε μια κοιλάδα στην καρδιά του Γράμμου, πάνω στο δρόμο που οδηγούσε, στη περιοχή της Κολώνιας. Ευτύχησε να βγάλει, όπως όλα τα μαστοροχώρια, τεχνίτες που ασκούσαν τη ζωγραφική για επάγγελμα, αρκετές δεκαετίες πριν τους Χιονιαδίτες. Το κατερειπωμένο Λινοτόπι καταστράφηκε τα τέλη του 18ου αιώνα, έμεινε όμως η ζωγραφική τους. Αυτή, ‘’…παρουσιάζει πολυμορφία και εκλεκτικούς συγκερασμούς από διάφορες ζωγραφικές σχολές, πράγμα που επιτρέπει να γνωρίσουμε αρκετά καλλιτεχνικά ιδιώματα για το συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και την εποχή αυτή’’ (Τούρτα, 11).

(6) Και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου (1913) έχουμε μετακινήσεις ‘’μπουλουκιών’’ από Ζερματινούς μαστόρους, ‘’…πήγα στο Ντέλβινο, Αργυρόκαστρο, Ξηρόμερο. Χτίζαμε τούρκικα σαράγια. Πληρωνόμαστε μεροκάματο. Τα χρήματα ήταν πρώτα Ελληνικά, Ιταλικά και μετά Αλβανικά. Τα χρήματα τα χαλούσαμε στα Γιάννενα.Τα λέκια είχαν αξία τότε. Μια λιρέτα ήταν 3 δραχμές. Δώδεκα χρονών πήγα στο Ντέλβινο (δηλ. το 1922). Όταν ο πρωτομάστορας κούμπιαζε (κουραζόταν) τον διαδεχόταν ο άλλος. Βαστούσε ο άλλος το μπουλούκι. Οι Χρηστομητσαίοι είχαν πρωτομάστορα τον παππού Μήτση και παππού Κώτα. Τρώγαμε από τους νοικοκυραίους κυρίως κουρκούτια και κατσιαμάκι…’'. Από διήγηση του τελευταίου ‘’πετρά και πλακά’’ της Ζέρμας=Πλαγιάς Κωνσταντίνου Μήτση γεννημένου το 1910, στον Ιωάννη Β. Τσάγκα τον Ιούνιο του 1990. (Τσάγκας, τ. Α’, 104 - 105).

(7) Με την ευκαιρία αυτή πρέπει να υπογραμμιστεί ότι γενικότερα η γνώση μας για τους μαστόρους και τα μαστοροχώρια είναι λειψή, για δύο βασικούς λόγους. Αφ’ ενός υπήρχαν μαστοροχώρια κάποτε διαλάμψαντα, σήμερα ξεπεσμένα και ξεχασμένα ή λίγο γνωστά (ταξίδια τ.ΣΤ’, 196), αφ’ ετέρου καλλιεργείται η γνώση εκείνων των τόπων και των οικοδομών τους, που σήμερα βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος. Μιλώντας για παραδοσιακούς αρχιτέκτονες και παραδοσιακή τέχνη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα τότε πεδία δράσης δεν περιορίζονταν από τα σημερινά σύνορα. Και συνήθως μπορεί να κάνουμε μνεία για μακρινά ταξίδια των μαστόρων μας, αλλά κατά κανόνα αγνοούμε ότι πρωτομαστόροι με τα συνεργεία τους ορμώμενοι πέρα από τα σημερινά σύνορα, έρχονταν αθρόοι να χτίσουν στην χώρα μας, όπως στο Άγιον όρος και εκαλούντο και έως κάτω στην Πελοπόννησο (Πετρονώτης, ένας Σταριτσιώτης Πρωτομάστορας, 901).  

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 26550

ΔΙΑΜΟΝΗ: Κεφαλοχώρι ξενώνας Φασούλη Δημήτρη 81481, 6947402194, Επταχώρι οι ξενώνες Γακίδη 84081 και Τριανταφύλλου 84159, Αετομηλίτσα: Στο καταφύγιο, Θοδωρής Φερφέλης 6974389788, 31345.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ανάλογα την εποχή που θα πάτε. Άνοιξη και φθινόπωρο δεν υπάρχει πρόβλημα όπου και να ‘’στήσετε’’. Στο παλιό Κεφαλοχώρι (Λούψικο) στην εκκλησία, ή στο νερόμυλο. Σε κάθε περίπτωση ρωτήστε πρώτα, μια που η περιοχή ελέγχετε αυστηρά από την αστυνομία και τους συνοριοφύλακες λόγω λαθρομεταναστών. Μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Κεφαλοχώρι ταβέρνα ‘’το σπιτικό’’ 81451 Φασούλης Αναστάσιος, Πλαγιά καφενείο Γιάννης Χ. Παπαδημητρίου 81295, 7, 6973492897.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Κόνιτσας 22191, Δήμος Μαστοροχωρίων 31269, 31111, Fax: 31112, Αστυνομία Κόνιτσας 22202, Πυρσόγιαννη 31216, Συνοριακή φύλαξη 31100, Α’ Βοήθειες Κόνιτσας 23111, Πυρσόγιαννης23111, 22222. Συνεργεία: Τούσιας Θωμάς 1ο χλμ, Ε.Ο. Κόνιτσας – Κοζάνης 22904, Ζώτος Νικόλαος 22910. Βουλκανιζατέρ: Αντωνίου Ευάγγελος, Κιλελέρ 1, 23081, Βαγενάς Σωτήρης 22818, Ντελής Σπύρος 22939. Τα συνεργεία & τα βουλκανιζατέρ που εντοπίσθηκαν είναι για αυτοκίνητα. 

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.mastorohoria.gr www.konitsa.gr Ορειβατικός Σύλλογος Κόνιτσας 22464, Δασαρχείο 22498. Κάθε χρόνο τον Ιανουάριο συνήθως στις 16 ή 17 - ανάλογα πότε ‘’πέφτει’’ Σαββατοκύριακο - γίνεται στην Πυρσόγιαννη η ετήσια συνάντηση Πυρσογιαννιτών και φυσικά ανάμεσά τους είναι παλιοί, (όσοι έχουν μείνει) και νεώτεροι τεχνίτες της πέτρας.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κόνιτσα όλες οι εταιρείες, Επταχώρι BP, 84064, και στον Πεντάλοφο. Άν κατευθυνθείτε προς το Γράμμο και τα χωριά του φροντίστε για ένα τετράλιτρο τουλάχιστον. Επόμενο βενζινάδικο έχει στο Νεστόριο. 

ΧΑΡΤΕΣ: Πλαστικοποιημένοι χάρτες ανά νομό που χωρούν στο tang Bag. Αγοράστε τον χάρτη Νο 20 ‘’Νομός Ιωαννίνων’’ & Νο 18 ‘’Νομός Θεσπρωτίας εκδόσεις  ‘’Ελλάδα’’ Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3225241, Βενιζέλου 3 Θεσσαλονίκη 2310223063. Ο Ε.Ο.Τ. έχει βγάλει, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι δύο που ενδιαφέρουν, ο Σμόλικας και ο Γράμμος σε κλίμακα 1:50.000. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108842811. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα.

ΒΙΒΛΙΑ: Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Νομού Ιωαννίνων, έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων, Φύση και έργα ανθρώπων, έκδοση Κέντρου περιβαλλοντικής εκπαίδευσης Κόνιτσας.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΛΕ.Μ.Ι. (Λέσχη Μοτοσυκλετιστών Ιωαννίνων) Ανεξαρτησίας 130, Γιάννινα τηλ Fax 2651048501, http://lemimoto.freeshell.org Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για το άρθρο ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ – ΠΛΑΓΙΑ – ΧΡΥΣΗ – ΑΡΡΕΝΕΣ (Γράμμος 3ο & 4ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία

  • Παναγιώτου Η. Πουλίτσα / Επιγραφαί και ενθυμήσεις εκ’ της Βορείου Ηπείρου / Ε.Ε.Β.Σ. έτος Ε’ 1928, 5 – 6.
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Παιδικά Παραδοσιακά Παιχνίδια από τη Χρυσή Καστοριάς / Ανάτυπο Μακεδονικών τομ. 12 / Θεσσαλονίκη 1972
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς / Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών / Ανάτυπο ΙΗ Μακεδονικών / Θεσσαλονίκη 1978
  • Δημήτριος Ν. Τσίγκαλος / Τα Παλιοχώρια του Επταχωρίου / Β’ Συνέδριο Βοϊακής Εστίας - Πρακτικά / Βοϊακή Εστία Θεσσαλονίκης 1979
  • Ανδρέας Στεφόπουλος / Τροφές της Χρυσής Καστοριάς / Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων – δημοσιεύματα Λαογραφικού μουσείου, αρχείο αρ.3 / Γιάννινα 1981
  • Σπύρου Ι. Μαντά / Τα ηπειρώτικα γεφύρια / Τεχνικές εκδόσεις Αθήνα 1984
  • Αναστασία Γ. Τούρτα / Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι - Αρχαιολογικό Δελτίο 44 / εκδόσεις Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων - Αθήνα 1991
  • Πρεσβ. Διονυσίου Τάτση / Γνωριμία με την Επαρχία Κονίτσης / Κόνιτσα 1993
  • F. Pouqueville / Ταξίδι στην Ελλάδα, Τα Ηπειρωτικά τόμος Α’ / Ε.Η.Μ. Γιάννινα 1994
  • Βασίλης Παπαγεωργίου – Αργύρης Πετρονώτης / Ο Πυρσογιαννίτης Πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του / Ανάτυπο από το συλλογικό τόμο ‘’Η επαρχία Κόνιτσας στο Χώρο και το Χρόνο’’ / Δήμος Κόνιτσας 1996
  • Δημήτρης Καμαρούλιας / Τα μοναστήρια της Ηπείρου Α’ & Β’ / εκδόσεις Μπάστας – Πλέσσας Αθήνα 1996
  • Νιτσιάκου / Αράπογλου / Καρανάτση / Σύγχρονη Πολιτιστική Γεωγραφία Ν. Ιωαννίνων / έκδοση Νομαρχίας Ιωαννίνων 1998
  • Αγόρω Τσίου – Άλκης Ράφτης / Λούψικο Κόνιτσας / έκδοση διεθνούς οργάνωσης λαϊκής τέχνης – ελληνικό τμήμα και θέατρο ελληνικών χορών ‘’Δόρα Στράτου’’ Αθήνα 1999
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης / Οι μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων / εκδόσεις Ζήτρος / Θεσσαλονίκη 2000
  • Αργύρης Π. Π. Πετρονώτης / Ένας λίγο γνωστός Σταριτσιώτης πρωτομάστορας στη Ναυπακτία / Ανάτυπο από την έκδοση των πρακτικών του Β’ διεθνούς Ιστορικού και Αρχαιολογικού Συνεδρίου Αιτωλοακαρνανίας / Μάρτιος 2003
  • Χαρίλαος Γ. Γκούτος / Η επαρχία Κόνιτσας και η Μόλιστα επί τουρκοκρατίας / Αθήνα 2003
  • Ιωάννη Β. Τσάγκα / Κονιτσιώτικα – Ζερματινά Α’ / αυτοέκδοση Αθήνα 2004
  • Χαράλαμπου Ν. Ρεμπέλη / Κονιτσιώτικα / επανέκδοση του συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών ‘’Η Πρόοδος’’ / Γιάννινα 2005

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Μάνος Πατέλαρος / Διάσχιση Πίνδου / περιοδικό ΜΟΤΟ τ.34 Οκτώβριος 1988
  • Ηλιάνα Ν. Φασούλη / Ο νερόμυλος του χωριού μου / περιοδικό Κόνιτσα τ. 92 Ιούνιος 2000
  • Θοδωρής Αθανασιάδης / Σαραντάπορος / περιοδικό ΓΕΩ τ. 239 13/11/04
  • Κώστας Β. Παπαδημητρίου – Κώστας Ζήνδρος / Το λημέρι των Μαστόρων / περιοδικό ΓΕΩ τ. 244 18/12/04
  • Χαράλαμπος Ν. Ρεμπέλης / Η Ιερά Μονή Ζέρμας (αναδημοσίευση από το Ηπειρωτικό Ημερολόγιο του 1911;)  Περιοδικό Κόνιτσα τ. 120 Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2005

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Σωτήρης Γοργογέτας / Οδοιπορικό στο Γράμμο και τα μαστοροχώρια / σειρά 19 άρθρων στην εφημερίδα ‘’Πρωινός Λόγος’’ Τρικάλων από 2/3/99 – έως 23/3/99

Saturday the 18th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.