ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (8104 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΔΟΝΟΥΣΑ αρχ. Δονούσα, Δονουσία

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Ιανουάριος 2006

Με θέα το πέλαγος

Η Δονούσα είναι ένα μικρό νησάκι στο βορειότατο άκρο των νοτιοανατολικών Κυκλάδων. Μαζί με την Ηρακλειά, τη Σχινούσα, το Άνω και το Κάτω Κουφονήσι, την Κέρο, το Άνω και το Κάτω Αντικέρι, τους Μάκαρες(1), και άλλα μικρότερα νησαία εδάφη, αποτελούν ένα πολύνησο που βρίσκεται στο τρίγωνο μεταξύ Νάξου, Ίου και Αμοργού, γνωστό περισσότερο με το όνομα ‘’μικρές Ανατολικές Κυκλάδες’’. Όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά αποτελούν έναν υπέροχο κόσμο με θαυμάσιες, ήπιες παραλίες και λιμάνια, που διευκολύνουν την επικοινωνία με τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. 

Ο θρυλικός ‘’Σκοπελίτης’’ το παλιό σκαρί που ξεκίνησε το παρθενικό του ταξίδι το 1985, με πρωτεργάτη τον καπετάν Δημήτρη (Μήτσο) Σκοπελίτη, έχει πλέον αποσυρθεί. Έδωσε τη θέση του στο καινούργιο καμάρι της οικογένειας Σκοπελίτη (με καταγωγή από τη Σκόπελο ο παππούς, και από τη Δονούσα οι απόγονοι (2)), το «ExpressSkopelitis» που συνεχίζει το έργο του παλιού, ήδη από το 1999. Το καινούργιο σκαρί, συνδετικός κρίκος και τροφοδότης των μικρών Ανατολικών Κυκλάδων, προσεγγίζει καθημερινά όλα τα μικρονήσια του συμπλέγματος. Έτσι αποβιβαστήκαμε και εμείς τις ζεστές μέρες του Ιουλίου στο λιμάνι, το μητροπολιτικό κέντρο της ΔονούσαςΣταυρός σε 20 μ. υψ.), στο βορειότερο και πιο απομακρυσμένο από τις υπόλοιπες «μικρές Κυκλάδες». 

Το όνομά της διατηρείται από τους αρχαίους χρόνους ενώ οι ντόπιοι την αναφέρουν και Ντενούσα(3). Ταξιδιώτες και ναυτικοί του 18ου – 19ου αιώνα την ονομάζουν Stenosa ή Spinosa (βλ. παρακ.), και στο Βασιλικό διάταγμα για τον σχηματισμό του δήμου Αμοργού εμφανίζεται ως Γενούσης (4) (νησίς). Στις μέρες μας είναι γνωστή και ως Δενούσα. Στους αυτοκρατορικούς (27 π.Χ. – τέλος 3ου αι. μ. Χ.), όπως και άλλα νησιά του Αιγαίου, υπήρξε τόπος εξορίας.

Όλη η ζωή του νησιού εκπορεύεται από την πρωτεύουσα που έχει όλα τα καταστήματα, τα καφενεία, τις ταβέρνες, μίνι – μάρκετ και ενοικιαζόμενα δωμάτια, ικανά να εξυπηρετήσουν ένα αρκετά μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Τα λίγα λεπτά που πιάνει το καράβι είναι αρκετά να αναστατώσουν το λιμάνι και τη ζωή των ντόπιων. Έρχονται νέα εμπορεύματα, ταχυδρομείο, καινούργιοι επισκέπτες, ξένοι οι περισσότεροι, χωρίς να λείπουν όμως οι Έλληνες. Όταν φύγει το πλοίο, καταλαγιάσουν οι φωνές, τα σφυρίγματα, τα μαρσαρίσματα απ’ τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά, και έρθει αυτή η μοναδική ησυχία, αμέσως αντιλαμβάνεστε ότι φτάσατε σε ένα, από τα μετρημένα στα δάχτυλα πλέον, αυθεντικά Κυκλαδονήσια. 

Το χωριό είναι μικρότερο απ’ ότι έχουμε συνηθίσει να αντικρίζουμε, η άγρια και λυσσαλέα ‘’ανάπτυξη’’ φαίνεται ότι δεν έχει φτάσει ως εδώ. Μια πρώτη γεύση φιλοξενίας και ενημέρωσης για το νησί και τα αξιοθέατά του, αποτελεί η στάση για καφέ στο υπερυψωμένο καφενείο – μίνι μάρκετ – εστιατόριο (το καλοκαίρι), εμπρός από τον μόλο, του Νικήτα και της Ευαγγελίας Μαρκουλή. Ωραία θέα προς την παραλία του ‘’Σταυρού’’, το μικρότερο προστατευμένο με κυματοθραύστη λιμανάκι που δένουν οι ντόπιοι τις βάρκες και τα ψαροκάικα, ενώ ψηλότερα και ανατολικά, πάνω στον λόφο, διακρίνεται η ολόλευκη διπλή εκκλησία της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη. Ανάλογα την ώρα, εκτός τον σπέσιαλ καφέ θα δοκιμάσετε σπιτικούς μεζέδες της κυρίας Ευαγγελίας και ακόμα νοστιμότερο φαγητό. Η βόλτα ανάμεσα στα σπιτάκια του παραλιακού οικισμού είναι από αυτά που επιβάλλεται να γίνουν ώστε να δείτε και να αναπνεύσετε αυτόν τον τόσο διαφορετικό αέρα της Δονούσας(5). Όσο πεζοπορείτε ανάμεσά τους, δίνουν τη θέση τους στα ψηλότερα, προς την κορφή του λόφου. Η όμορφη, καινούργια πλακόστρωση δίνει ένα τόνο πολυτέλειας ενώ οι παλιές οικοδομές, με τους μεγάλους κήπους, τα πολλά λουλούδια, τις θεόρατες φραγκοσυκιές και τις φούξια μπουκαμβίλιες, προσδίδουν στον οικισμό την χαμένη αθωότητα παιδικών χρόνων.

Η φωνές του καπετάνιου Νίκου Κωβαίου μας αφυπνίζουν για την μεγάλη βόλτα στις ‘’πίσω παραλίες’’ του νησιού, τις δυσπρόσιτες, εκεί που δεν φτάνουν οχήματα. Όλη την καλοκαιρινή περίοδο, μάλιστα σε καθημερινή βάση, η κοινότητα βάζει μια ‘’λάντζα’’ (αρκετά μεγάλη στην περίπτωσή μας) για να πηγαίνει τους επισκέπτες βόλτα ή για κατασκήνωση σχεδόν σε όποιο μέρος αυτοί τους υποδείξουν. Η νότια πλευρά της νήσου αρχίζει να δείχνει τις χάρες της μόλις η ‘’Δονούσα’’ μας ξανοίγεται με ταχύτητα προς τον αθέατο προορισμό. Αμέσως μόλις παρακάμψουμε τον κάβο ‘’της Παναγιάς’’ αντικρίζουμε την ολόλευκη, πρασινογάλανη και ευρύχωρη παραλία του ‘’Κέδρου’’. Αριστερά από τον μόλο που δένει η βάρκα μας, στην κορυφή της πλαγιάς, διακρίνεται το ιερό από το δίδυμο εκκλησάκι της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη ενώ, λίγο πιο κάτω, ξεχωρίζουν τα χωράφια σε μορφή αναβαθμίδων, εγκαταλειμμένα στις μέρες μας, που κάποτε, ποιος ξέρει πόση παραγωγή θα έβγαζαν. Μεταξύ των επιβατών της λάντζας, ήταν παιδιά που είχαν πάει στον κοντινό Σταυρό με τα πόδια για ψώνια, νερό, και λοιπά χρειαζούμενα και τώρα αποβιβάστηκαν στον μεγάλο μόλο.

Η περιοχή του Κέδρου έχει πρόσβαση με καλό χωματόδρομο που φτάνει μέχρι το αξιόλογο ομώνυμο της παραλίας snack bar – café, με καλαμένια σκίαστρα και αρκετά δέντρα στο πλάι που προσφέρουν, και αυτά, την πολύτιμη στις ζεστές μέρες του καλοκαιριού, σκιά τους. Εντυπωσιάζει δε, η περίσκεψη με την οποία η κοινοτική αρχή του νησιού αντιμετωπίζει τους επισκέπτες που θέλουν να στήσουν σκηνές, για να κάνουν ελεύθερη κατασκήνωση. Στα περισσότερα ‘’δήθεν’’ κοσμοπολίτικα νησιά οι campers είναι στο στόχαστρο και τους διώχνουν. Αντίθετα στον ‘’Κέδρο’’, υπάρχουν συνήθως πάνω από 20 αντίσκηνα. Κάπως ξαφνικά, μόλις αποβιβάστηκε και ο τελευταίος επιβάτης η ‘’Δονούσα’’ μας, με έναν ακροβατικό ελιγμό, ‘’σουζάρισε’’ με σκέρτσο, ξεκινώντας για την συνέχεια της ολόδροσης διαδρομής, κατά μήκος της ακτογραμμής, φέρνοντάς μας, αμέσως μετά, στο γνωστό για τον σημαντικό, γεωμετρικών χρόνων (9ος – 8ος αι. π.Χ.), οικισμό του, Βαθύ Λιμενάρι. 

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1966 – ’67 και σε τέσσερις ανασκαφικές περιόδους ερευνήθηκε μια έκταση 80Χ40 μ., στην οποία αποκαλύφθηκαν τα ερείπια γεωμετρικών σπιτιών (δώδεκα οικοδομές), κτισμένων όχι μόνο στην επίπεδη επιφάνεια του ακρωτηρίου, αλλά και στις απόκρημνες πλαγιές. Αποκαλυπτικό είναι ότι στο νοτιότατο σημείο, όπου οι βράχοι σχηματίζουν φυσικά επίπεδα, βρέθηκαν λείψανα πρωτοκυκλαδικών σπιτιών, που σημαίνει ότι η χρήση του χώρου και η κατοίκηση άρχισε πολύ πριν τα γεωμετρικά χρόνια. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ένας δεύτερος προϊστορικός οικισμός, με αφθονία οψιανών, έχει εντοπιστεί στη βόρεια ακτή του νησιού. Η Δονούσα λοιπόν, ήταν κατοικημένη ήδη από τα χρόνια της ακμής του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού(6)

Η γεωγραφική θέση των Κυκλάδων μαζί με άλλα στοιχεία, όπως π.χ. το καλό κλίμα, ήταν ανέκαθεν σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη των νησιών στην αρχαιότητα. Αυτός όμως ο αξιομνημόνευτος οχυρωμένος οικισμός του 9ου αι. π.Χ. με το νεκροταφείο(7) που αποκαλύφθηκε στο Βαθύ Λιμενάρι, έδωσε πολύ ενδιαφέροντα νέα στοιχεία. Η ανασκαφική έρευνα(8) έφερε στο φως την άφθονη και αξιόλογη κεραμική του οικισμού αυτού (επιβλητικά μεγάλα αγγεία μεταφοράς υγρών, αμφορείς, υδρίες, οινοχόες), μαρτυρώντας για σχέσεις όχι μόνο με τη Νάξο, όπως θα ήταν φυσικό, αλλά και με τον ΝΑ κόσμο του Αιγαίου, και συγκεκριμένα με την κεραμική παραγωγή της Κω και της Ρόδου. Αυτό σημαίνει ότι ο γεωμετρικός οικισμός στη Δονούσα ήταν μια σκάλα ‘’ανεφοδιασμού’’ στη μέση περίπου του εμπορικού θαλάσσιου δρόμου Ευβοίας – Δωδεκανήσων – νοτιοδυτικών μικρασιατικών ακτών, στον οποίο θα διακινούνταν όχι μόνο αττικοευβοϊκά κεραμικά αλλά και προϊόντα δωδεκανησιακών εργαστηρίων, που έφταναν ως τη βορειοανατολικότερη Σάμο, αλλά και τη δυτική Κρήτη, ως και στην κοσμοπολίτικη Κυδωνία(9), της Δυτικής Μικρασίας. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, και αυτό είναι το σημαντικό, με έναν εμπορικό σταθμό πάνω στον θαλάσσιο δρόμο που ένωνε την Αττική και την Εύβοια με το ανατολικό Αιγαίο, στον ίδιο δρόμο όπου ιδρύθηκαν η Ζαγορά και η Υψηλή της Άνδρου, η Κάρδιανη, το Χτικάδο και το καλύτερα προστατευμένο και πολύ μακροβιότερο ‘’Ξώμπουργο’’, της Τήνου(10)

Σαν τοπίο, ο κολπίσκος Βαθύ Λιμενάρι είναι ένα εξαιρετικό μέρος για κολύμπι και βουτιές. Η θάλασσα έχει αυτό το εξωτικό βαθυπράσινο, απόλυτα διαφανές χρώμα ως το βυθό. Στην μέση της στενής, με καμιά πενηνταριά μέτρα μήκος, παραλίας, βρίσκονται  δύο πέτρινοι σχηματισμοί, σαν σπιτάκια, που στις χειμωνιάτικες τρικυμιώδεις μέρες φιλοξενούσαν τις βάρκες των ντόπιων. Είναι ένα μαγευτικό σημείο, όπως και το ανάγλυφο στις πλαγιές του βουνού με τις μικρές αλλά και τις μεγαλύτερες σπηλιές, καθώς πλησιάζουμε πλέον στην τρίτη, (δεύτερη διάσημη) παραλία του νησιού, το περίφημο Λιβάδι. 

Πάνω και αριστερά από την παραλία, στο ψηλότερο σημείο, δεσπόζει με την παρουσία του πραγματικός βιγλάτορας, ο παλιός, γκρεμισμένος στις μέρες μας (μόνο αυτός ο νότιος τοίχος που βλέπετε υπάρχει), πετρόχτιστος ανεμόμυλος. Σε ολόκληρη τη διαδρομή με την ‘’Δονούσα’’ μας, είναι εμφανείς οι καλοδουλεμένες ξερολιθιές, αφάνταστα κουραστικές στην κατασκευή τους, που συμπυκνώνουν όλη τη φροντίδα των κατοίκων ώστε να στηριχθούν ακλόνητες στο πέρασμα των χρόνων, των βροχών και των δυνατών ανέμων. Αυλακώνοντας το τοπίο μέχρι ψηλά στους λόφους, ξεχωρίζουν τις ιδιοκτησίες με επιβλητικό τρόπο, οριοθετώντας καμιά φορά τα καλλιεργήσιμα από τα χέρσα χωράφια, συνοδεύοντας τον περιηγητή, με τον τρόπο τους, παντού. 

Η πλατιά, τεράστια παραλία Λιβάδι είναι μακρύτερα από τον Σταυρό (το λιμάνι), και γιαυτό δεν έχει τόσες πολλές σκηνές ή κάποιο καφενεδάκι - ταβέρνα. Επίσης δεν έχει μόλο, οπότε όποιος θέλει να κατέβει, όπως πολλοί από τους επισκέπτες σήμερα, πέφτει κατ’ ευθείαν στη θάλασσα με τις αποσκευές ψηλά, στα χέρια. Όποιος δεν επιθυμεί την βουτιά αμέσως, υπάρχει εκτός της θαλάσσιας, πρόσβαση με μονοπάτι από την κοντινή Μερσίνη σε λίγα λεπτά με τα πόδια. Ο μικρός οικισμός είναι λίγο ψηλότερα· ο προσεκτικός επισκέπτης θα διακρίνει αρκετά πάνω από την παραλία τις κολώνες της ΔΕΗ, και τον κεντρικό δρόμο που κόβει σαν μαχαίρι το βουνό, ενώνοντας τα χωριά. Λίγα μέτρα πιο δίπλα απ’ το Λιβάδι, σ’ ένα λιλιπούτειο κολπίσκο, είναι το μικρό λιμανάκι με τσιμεντένιο μόλο και η πανέμορφη παραλία Φύκιο. Από εδώ φεύγει καλογραμμένο ανηφορικό μονοπάτι μέχρι την Μερσίνη περίπου 45’ με τα πόδια. Στην διαδρομή μέχρι το χωριό υπάρχει αριστερά σας, σε 10’, μονοπάτι για το Λιβάδι.

Από τις θαυμάσιες παραλίες απομακρυνόμαστε σύντομα με κατεύθυνση τη Φωκοσπηλιά. Η ‘’Δονούσα’’ μας, πιο γρήγορη από ποτέ αφού ρίξει μια φευγαλέα ματιά στη Μερσίνη που από τα ανοιχτά, φαίνεται πιο καθαρά, παρακάμπτει το ακρωτήριο ‘’Γλαριά’’ τα λιλιπούτεια Γλαρονήσια, και ξεχύνεται προς το ιδανικό καταφύγιο. Το τοπίο στην διαδρομή αλλάζει υπερβολικά. Από τις ήρεμες παραλίες και τους γοητευτικούς κολπίσκους αντικρίζουμε σε όλο του το μεγαλείο το απότομο, απόκρημνο ανάγλυφο του βουνού και των θεόρατων βράχων που κατεβαίνουν σαν θεριά, με δύναμη και ανυπέρβλητο όγκο προς τη θάλασσα, εκεί, στο άκρο του ‘’Κάβου Μοσχονά’’. Απορήσαμε πως ακόμα δεν τα έχουν ανακαλύψει οι σπουδαίες αναρριχητικές ελληνικές ομάδες ώστε να ανοίξουν διαδρομές. Πραγματικά, η όψη τους και μόνο κόβει την ανάσα. 

Δεν έχει περάσει πάνω από ένα τέταρτο και αρχίζουν να φαίνονται καθαρά οι σπηλιές, εκεί που παλιότερα βρίσκανε καταφύγιο οι συμπαθητικές, για μας, φώκιες. Είναι δυο – τρεις στη σειρά, όμως ο έμπειρος Νίκος Κωβαίος προσεγγίζει αυτή που ξέρει καλά, την μεγαλύτερη. Από το φως μπαίνουμε σιγά – σιγά στο σκοτάδι, αφού ο όγκος της Λάντζας καλύπτει τον ήλιο, μέχρι που, με μια περίτεχνη μανούβρα του καπετάνιου μας, το όμορφο σκαρί της ‘’Δονούσας’’ πάλλεται, γυρνάει, και απελευθερώνει με μίας όλο το φως του ήλιου, που με απληστία θαρρείς, καθρεφτίζεται μέσα στην πανύψηλη, ευρύχωρη Φωκοσπηλιά. Το θέαμα είναι ασύλληπτο, αφού το ολόλευκο φως τρυπώνει από την επιφάνεια της βαθυπράσινης κρυστάλλινης θάλασσας φτάνοντας μέχρι τον ήσυχο βυθό με ευκολία. Στην πορεία του διαχέεται παντού και ‘’χρωματίζει’’ το περιβάλλον που μεταβάλλεται σε παραμυθένιο. Λες, δεν μπορεί! αν δεν εμφανιστεί κάποια φώκια θα έρθουν στα σίγουρα από κάπου γοργόνες, νύμφες, νεράιδες ή ξωτικά. Είναι εξαίσιο το θέαμα και οι βουτιές αναπόφευκτες, παρά τις εκκλήσεις του καπετάνιου για την ώρα που περνά, και πως πρέπει να γυρίσουμε πίσω.  

Η αλήθεια είναι ότι δεν περιμέναμε πραγματικά να δούμε φώκιες(11), το αντίθετο μάλιστα θα προκαλούσε εντύπωση, αφού τα ευαίσθητα αυτά θηλαστικά, όπως κάθε άγριο ζώο, απαιτούν ησυχία, απόσταση και σεβασμό. Αυτός είναι ο λόγος που ο τόπος που διάλεξαν να ζήσουν και να αναπαραχθούν είναι τόσο μακριά από κατοικημένα μέρη. Η μεσογειακή φώκια ζει στις ελληνικές θάλασσες από τα αρχαία χρόνια και μας έχει χαρίσει πολλά τοπωνύμια. Αναφέρεται από τον Όμηρο, τον Ηρόδοτο κ.ά., ενώ ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε το γνωστό διήγημα ‘’Το μοιρολόγι της φώκιας’’. Σήμερα είναι το περισσότερο απειλούμενο με εξαφάνιση θαλάσσιο θηλαστικό της Ευρώπης. Στη χώρα μας ανήκει η μεγαλύτερη ευθύνη για την προστασία και τη διάσωση(12) της μεσογειακής φώκιας Μονάχους – Μονάχους, καθώς ο μεγαλύτερος πληθυσμός του είδους συναντάται στον ελληνικό χώρο. 

Η επιστροφή στο λιμάνι της Δονούσας είναι πιο γρήγορη, αφού δεν σταματήσαμε σε όλες τις παραλίες για να παραλάβουμε ή να αφήσουμε επισκέπτες. Η απόσταση της Δονούσας από τη Νάξο είναι περίπου 10 ναυτικά μίλια (ν.μ. στο εξής), και σήμερα μοιάζει απομονωμένη από τις υπόλοιπες Κυκλάδες, μόνη της πάνω στο σύνορο του Αιγαίου με το Ικάριο πέλαγος. Ωστόσο, ακριβώς λόγω της γεωγραφικής θέσης της, υπήρξε κατά καιρούς, ίσως αναπόφευκτος, λόγω των απότομων καιρικών μεταβολών, σίγουρα όμως, αναγκαίος σταθμός στα ποικίλα ταξίδια, εμπορικά ή περιηγητικά.

Ταξιδιώτες του 18ου – 19ου αιώνα, πλέοντας από τη Νάξο στην Πάτμο ή αντίστροφα, περνούσαν πάντα από αυτήν(13)Ένας από τους εξέχοντες και αξιόπιστους περιηγητές των αρχών του 18ου αι. είναι και ο Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ (JosephPittondeTournefort), ο οποίος αναχώρησε από την Μασσαλία τον Απρίλιο του 1700 με χρηματοδότηση του Γαλλικού Στέμματος για το περίφημο ταξίδι του στο Αιγαίο και την Εγγύς Ανατολή. «…στις 15 Σεπτεμβρίου [1700], αφήσαμε τη Νάξο, με πρόθεση να πάμε στην Πάτμο, αλλά ο νοτιοδυτικός άνεμος μας ανάγκασε να προσορμισθούμε στην Στενόζα – (Stenosa [Δονούσα], ένα άθλιο μικρό νησί χωρίς κατοίκους που έχει περίμετρο 10 – 12 μίλια. Υπάρχει μόνο μια στάνη, καταφύγιο 5 – 6 φτωχών γιδοβοσκών. Από τον φόβο μήπως τους πιάσουν (σ.σ αιχμαλωτίσουν και πουλήσουν για σκλάβους), κουρσάροι ή ληστές, αναγκάζονται να κρυφθούν στους βράχους μόλις πλησιάζει κάποιο πλεούμενο. Κάθε τρεις μήνες στέλνουν (σ.σ. από την Αμοργό) στους βοσκούς παξιμάδια. Μόλις και μετά βίας βρίσκουν νερό στο νησί. Ανήκει στην κοινότητα Αμοργού…»,  (σ.σ. στην Μονή Χοζοβιώτισσας).

Στην Δονούσα έμεινε λίγο, όσο να κοπάσουν οι άνεμοι, όμως εντυπωσιάστηκε από «….τα ωραία φυτά που ευδοκιμούν εδώ· το νησί είναι γεμάτο από σχίνα, πουρνάρια και λαδανιές». Στο τέλος της αναφοράς, και αφού έχει προηγηθεί η αναλυτική μελέτη των σαλιγκαριών, που έκαναν σούπα, γράφει: «Η Δονούσα θα άξιζε να μνημονευθεί μόνον για μερικά σπάνια φυτά και ιδίως για ένα είδος Πταρμικής (σ.σ. πραγματικά σπάνια αγριαψιθιά που μόλις την μυρίζεις φτερνίζεσαι), που δεν είχαμε δει πουθενά αλλού στη διαδρομή μας…». Τόσο τον εντυπωσίασε που παραθέτει το σχέδιό και την περιγραφή. Σήμερα γνωρίζουμε το φυτό αυτό σαν Αγριαψιθιά (Achillea aegyptiaca). Όσο αφορά τους βοσκούς που βρήκε στο νησί αναφέρει: «…οι βοσκοί, εξ’ άλλου μας πέρασαν για ληστές και δεν τόλμησαν να κατεβούν από τους βράχους τους, μολονότι οι ναύτες μας, οι οποίοι δεν ήξεραν που να βρουν νερό, είχαν υψώσει όλα τα άσπρα κουρέλια που υπήρχαν στο πλοίο για να τους πείσουν ότι είχαμε ειρηνικές διαθέσεις(14).».

Εκτός όμως από εμπορικός δρόμος χρησίμευσε κατά καιρούς σαν άντρο και καταφύγιο πειρατών ταλαιπωρώντας σκληρά τον νησιώτικο κυρίως πληθυσμό έως τους νεώτερους χρόνους. Νύχτα και ημέρα όργωναν κυριολεκτικά το Αιγαίο, σφάζοντας, καίγοντας, αρπάζοντας, ότι εύρισκαν μπροστά τους, αιχμαλωτίζοντας άντρες και γυναίκες για να τους πουλήσουν σκλάβους στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης, της Σμύρνης ή της Μπαρμπαριάς(15). Μετά την συντριβή της πειρατείας από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια(16) πολλοί πειρατές για να αποφύγουν την σύλληψη από τις διωκτικές αρχές, κατέφυγαν φυγόδικοι στα Κουφονήσια και εξορμούσαν πλέον στα γειτονικά νησιά Σχινούσα, Ηρακλειά, Δονούσα «…κλέπτοντες τα ζώα και παν ό,τι άλλο εύρωσι χρήσιμον αυτοίς(17)….».

Στο απάνεμο από τους βοριάδες λιμάνι αναλώστε κάμποσο χρόνο, για περπάτημα ιδιαίτερα μέχρι το κεντρικότερο και πιο ωραίο σημείο του χωριού που είναι χτισμένο το νεώτερο (1962) μονοθέσιο σχολείο. Από εκεί η ματιά σας, φτάνει στο βάθος του ορίζοντα ενώ με καλό καιρό διακρίνεται η Νάξος, η Αμοργός και οι Μάκαρες. Αντίφαση αποτελεί ότι το παλιό μικρότερο σχολείο είχε 60 παιδιά(18). Στις μέρες μας, το ευρύχωρο νέο, έχει μόλις τέσσερα στο δημοτικό και έξι στο γυμνάσιο - λύκειο, όμως στο σύνολό του το νησί, είναι από τα ελάχιστα (οκτώ συνολικά), που όχι μόνο συγκράτησε, αλλά αύξησε τον πληθυσμό(19) του, σε 163 κατοίκους, έναντι 111 το 1991.

Επίσης εδώ είναι η μεγαλύτερη εκκλησία, με τον χαρακτηριστικό στις Κυκλάδες μπλε τρούλο, που ξεχωρίζει από παντού, ο Τίμιος Σταυρός,πολιούχος και μητρόπολη, απ’ όπου έλκει τη δεύτερη ονομασία της, η πρωτεύουσα. Η εκκλησία αρχικά (τέλη 19ου αι.), ήταν χτισμένη κοντά στον ‘’Ρύακα’’, ένα μικρό ποτάμι που ακόμα χωρίζει τον οικισμό στα δύο, (πρόκειται για τον ‘’δρόμο’’ που οδηγεί στην παραλία του ‘’Σταυρού’’) και που όταν βρέχει, λόγω του ύψους του νερού, είναι αδύνατο να περάσει κανείς στα απέναντι σπίτια. Κάποια χρονιά έβρεξε τόσο πολύ που τα άφθονα νερά παρέσυραν την εκκλησία, μην αφήνοντας τίποτα στο διάβα τους. Πέρασαν κάμποσες μέρες και το χαρμόσυνο γεγονός της εύρεσης της εικόνας του Τιμίου Σταυρού απάλυνε την στεναχώρια των κατοίκων. Η εικόνα είχε βρεθεί στα επιφανειακά σπηλαιώδη ανοίγματα της παραλίας της Αγίας Παρασκευής, στην νότια Αμοργό. Ο Δημήτρης Σκοπελίτης που την βρήκε, οργάνωσε αμέσως έρανο για την ανέγερση του καινούργιου ναού, ο οποίος χτίστηκε ψηλότερα και ασφαλέστερα από τον παλιό, στη θέση που τον αντικρίζουμε σήμερα. Τα θυρανοίξια έγιναν το 1902 και ήταν τόσο μεγάλη η χαρά και η αγαλλίαση των κατοίκων που μετονόμασαν τον τότε οικισμό ‘’Κάμπο’’, σε ‘’Σταυρό’’, ονομασία που διατηρείται μέχρι τις μέρες μας. Δεξιά από το υπέρθυρο της κεντρικής εισόδου υπάρχει αναμνηστική μαρμάρινη πλάκα με σκαλισμένη επιγραφή που αναφέρει: 

«ΑΝΑΚΑΙΝΙΣΘΗ ΥΠΟ ΔΗ
ΜΗΤΡΙΟΥ ΣΚΟΠΕΛΙΤΟΥ ΤΗ,
ΣΥΝΔΡΟΜΗ, ΚΑΛΥ
ΜΝΥΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝΟΥΣΗς
ΙΟΥΝΙΟΝ 1902»

Ο ναός αγιογραφήθηκε σε πρώτη φάση το 1980, και σε δεύτερη φάση το 2003. Εντύπωση όμως προκαλεί εκτός της αγιογράφησης οι εικόνες που με προσοχή φυλάσσει ο νεαρός ιερέας Κωνσταντίνος Ν. Μαρκουλής. Σε μια από τις παλιότερες, που απεικονίζει τον Μυστικό Δείπνο διαβάζουμε: « ΔΑΠΑΝΗ ΜΕΝ ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΜΠΙΛΗ ΚΑΙ ΣΥΖΥΓΟΥ, ΥΠΟ ΧΕΙΡΟΣ ΔΕ ΣΚΕΥΟΦ. Γ. ΤΑΤΑΡΗ. ‘ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ ΤΗ 10η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1905 ». Ο Τίμιος Σταυρός γιορτάζει με πανηγύρι στις 14 Σεπτεμβρίου προσελκύοντας πολλούς προσκυνητές από τα γύρω νησιά. Μετά την λειτουργία ακολουθεί μεγάλο γλέντι στον προαύλιο χώρο με φαγητό, κρασί, και παραδοσιακά συγκροτήματα που καλούνται από τα διπλανά νησιά. 

Οι περισσότεροι επισκέπτες της Δονούσας προτιμούν να κολυμπήσουν στην κοντινή και ευρύχωρη παραλία του ‘’Σταυρού’’, δίπλα από το λιμάνι. Εκεί που σταματάει ο δρόμος και ξεκινά η γοητευτική αμμουδιά βρίσκεται η ψησταριά – ταβέρνα «Αποσπερίτης» του Ηλία Σκοπελίτη, όπου θα γευθείτε ‘’ψημένη ρακή’’, και παραδοσιακό το σπιτικό μαγειρευτό φαγητό και τους ρακομεζέδες. Πιο πάνω, στην κορυφή του λόφου είναι ένα δεύτερο σημείο, μετά το σχολείο, που έχει υπέροχη θέα, αυτή τη φορά προς τον οικισμό του ’’Σταυρού’’ και προς την παραλία του ‘’Κέδρου’’. Στο ψηλότερο σημείο του λόφου είναι χτισμένο, όπως είπαμε, το δίδυμο ολόλευκο εκκλησάκι της Παναγίας και του Αγ. Ιωάννη, που γιορτάζει με πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο. Στο μαρμάρινο υπέρθυρο της αριστερής εισόδου (της Παναγίας), υπάρχει σκαλισμένη επιγραφή με την ημερομηνία κτίσεως, «1892». Προς την μεριά της θάλασσας διακρίνεται το άρτιο ελικοδρόμιο με το μικρό κτήριο που εξασφαλίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων. Έχει δρομολογηθεί η άδεια λειτουργίας του, πράγμα που θα εξασφαλίσει τη γρήγορη ανταπόκριση σε επείγοντα περιστατικά υγείας των κατοίκων αλλά και των καλοκαιρινών επισκεπτών. 

Φεύγοντας από τον κυρίως οικισμό για τον γύρο του νησιού ακολουθείστε τον παραθαλάσσιο δρόμο που ασφαλτοστρώθηκε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2005), οδηγώντας στις εξοχές και ευκολότερα, στα μικρά χωριουδάκια του τόπου. Πριν φύγει από τα μάτια σας η Δονούσα θα δείτε, αριστερά σας, την διασταύρωση (στο εξής δστ.), που κατευθύνεται βορειοδυτικά οδηγώντας στη ‘’Λίμνη’’, μια λιλιπούτεια και ρομαντική μοναχική παραλία. Το μονοπάτι συνεχίζει μέχρι την απότομη χερσόνησο και τον περίφημο για τη θέα του βραχώδες ακρωτήριο ‘’Άσπρος Κάβος’’, στην περιοχή που γενικά ονομάζεται ‘’Ξυλομπάτη’’ και που στις σπηλιές της, λένε οι ντόπιοι, ότι προσεγγίζουν φώκιες. Με πρόσβαση από τη θάλασσα, βρίσκεται η σπουδαία ‘’Σπηλιά του Τοίχου’’ με σταλακτίτες. Δύσκολη η προσέγγιση, εμείς λόγω καιρού δεν την είδαμε, αλλά εσείς μην χάσετε την ευκαιρία γι αυτή τη σημαντική βόλτα. 

Στη συνέχεια του κεντρικού δρόμου υπάρχει δεύτερη δστ. που οδηγεί στους πρόποδες του Πάπα (383 μ. υψ.), με εκπληκτική θέα σχεδόν ολόκληρης της Δονούσας και των γύρω νησιών. Στον γυρισμό από τον Πάπα είναι προτιμότερο να επιστρέψετε από το μονοπάτι που περνά από τα μεταλλεία (παλιότερα εξόρυσσαν χαλκό, καλαμίνα και λουλάκι), και τον αθέατο Τρούλο (ένα σπίτι). Εδώ τα περασμένα χρόνια φύτευαν καπνό λόγω της ύπαρξης νερού από πηγές που υπάρχουν και σήμερα. Αργότερα εγκατέλειψαν την προσπάθεια λόγω της μικρής παραγωγής. Από τον Τρούλο θα βγείτε σύντομα σχεδόν μέσα στο χωριό, (στην δστ. που οδηγεί στο δίδυμο εκκλησάκι απέναντι από τον ‘’Σταυρό’’). Όλες αυτές οι πεζοπορικές διαδρομές δίνουν το πραγματικό στίγμα της Δονούσας, μοσχοβολώντας εκεί που ακόμα ριζώνουν οι κέδροι και τα σχίνα, το μυρωδάτο θρούμπι οι συκιές και οι αγριλιές. Όσοι προτιμήσουν την ασφαλτοστρωμένη διαδρομή δεν θα μείνουν παραπονεμένοι αφού τους δίνεται η δυνατότητα να δούνε την θαυμάσια παραλία του ‘‘Κέδρου’’από ψηλά και γιατί όχι να κατεβούν ως εκεί για βουτιές ή για δροσερό παγωτό, με θέα τη θάλασσα. Αναφέραμε στην αρχή, ότι η Δονούσα λόγω της γεωγραφικής της θέσης ήταν σπουδαίος, και σύντομος εμπορικός δρόμος, αναγκαίος σταθμός στα ποικίλα ταξίδια, εμπορικά ή περιηγητικά ενώ κατά καιρούς χρησίμευσε σαν άντρο και καταφύγιο πειρατών. 

Δεν θα μπορούσαν να λείπουν περιστατικά από τον μεγάλο Β’ παγκόσμιο πόλεμο, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια του, το Αιγαίο, διασχίζονταν απ’ άκρη σ’ άκρη από νηοπομπές ιταλικών, γερμανικών αλλά και συμμαχικών δυνάμεων. Ειδικά τον Οκτώβριο του 1943 που επίκειται η γερμανική επίθεση κατά της Λέρου και Σάμου η κινητικότητα φτάνει στο απόγειο της, και οι στόχοι το ίδιο. Στην πορεία από τη Νάξο προς Αμοργό – Αστυπάλαια – Κω, που εξετάζουμε, δέχτηκαν επίθεση και βυθίστηκαν τα ιταλικά Tarquinia (749 τόνων), στις 15/10/43 το Kari (1.925 τόνων), στις 29/10/1943 το ατμόπλοιο Ingeborg με το περιπολικό Nioi, και στις 6 – 7 Νοεμβρίου 1943 το GA 45 (Γερμανική κανονιοφόρος) που βυθίστηκε από αγγλικό αντιτορπιλικό, καθώς πήγαινε σε σημείο συγκέντρωσης στην Αμοργό(20). Στις 23/9/1944 στο τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου βυθίστηκε ακόμα ένα Γερμανικό πλοίο, που φαινόταν μάλιστα η σκιά του μέχρι πρόσφατα από τα ψηλότερα σημεία του νησιού, την κορυφή Βάρδια (386 μ. υψ.) και τον Πάπα (383 μ. υψ.). Το πλοίο ήταν στον βυθό της παραλίας του ‘’Κέδρου’’, μέχρι το 2000 που το κόψανε και το αποσύρανε, αφήνοντας μόνο την καρίνα του σκάφους.

Σε 4,7 χλμ από το λιμάνι, σχεδόν πάνω στον περιφερειακό δρόμο και αριστερά, εμφανίζεται η Χαραυγή (πριν το 1971 Μεσαριά, σε 160 μ. υψ.). Μικρός πετρόχτιστος οικισμός, ο δεύτερος που συναντά ο επισκέπτης που κατευθύνεται προς την Καλοταρίτισσα. Έκπληξη προκαλούν οι αυθεντικές παραδοσιακές κατοικίες που λες ότι έχουν βγει από τα βάθη των αιώνων, τη γνώση και την ανθρώπινη σοφία στην κατασκευή. Ο χωματόδρομος σταματάει στο μικρό αλωνάκι, συνεχίζει όμως μονοπάτι που φέρνει τον ερευνητή πιο ψηλά στον ‘’Πάνω Μαχαλά’’, με τις εντυπωσιακές ξερολιθιές και τα σπίτια, άλλα με την πέτρα καθαρή και άλλα ασβεστωμένα, με βαμμένα προσεκτικά παντζούρια, παραθυρόφυλλα και εξώπορτες με το μπλε σκούρο, της θάλασσας το χρώμα. 

Εντυπωσιάζουν με τη λιτότητά τους, με τους λειτουργικούς και σήμερα πετρόχτιστους φούρνους στις αυλές, αναδεικνύοντας με σπάνια σαφήνεια πώς ήταν πραγματικά η ζωή, η επαφή με τη φύση και οι απολαύσεις, πριν πολλά – πολλά χρόνια. Το μικρό πετράλωνο, οι ασπρισμένες ξερολιθιές και ο γέροντας βοσκός με την καθαρή σκέψη εντείνουν την τάση για φωτογραφία ενός αληθινά ακριβοθώρητου οικισμού των Κυκλάδων. Το ρεύμα ήρθε εδώ το 2002 και μέχρι τότε απουσίαζαν οι ηλεκτρικές συσκευές, με ό,τι αυτό σημαίνει για την αισθητική παράδοση των σπιτιών και, κυρίως, του εσωτερικού τους που είναι εξίσου λιτό, με χτιστά κρεβάτια και χωνευτά στον τοίχο ντουλάπια, ενώ τμήμα του, χρησιμοποιείται σαν αποθήκη για τα χρειαζούμενα, μεταξύ των οποίων και ο ασβέστης για τα περιποιημένα ασπρίσματα, έξω και μέσα στο σπίτι. 

Από τον ‘’Κάτω Μαχαλά’’ φαίνεται ολοκάθαρα η απέναντι πλαγιά με τις αναβαθμίδες των καλλιεργειών που ξεκινούν από χαμηλά, σκαρφαλώνουν και σταματούν στο τετράγωνο μισογκρεμισμένο και εμφανώς εγκαταλειμμένο πετρόχτιστο οικοδόμημα, κατοικία, αποθήκη και στάβλος ταυτόχρονα, που οριοθετεί την ιδιοκτησία, καθορίζοντας τη γεωργική δραστηριότητα και τη κίνηση της οικογένειας, των Μαρκουλήδων σήμερα. Στην κορφή του λόφου απέναντι και κόντρα σε όλους τους καιρούς, που τελικά τον λύγισαν, στεκόταν μέχρι πριν λίγα χρόνια (2002), αλώβητος, ο επίσης πετρόχτιστος ανεμόμυλος που πριν κάμποσα χρόνια ήταν πηγή ζωής για όλους τους κατοίκους του νησιού. 

Ο επόμενος οικισμός πάνω στη διαδρομή είναι η Μερσίνη,(160 μ. υψ. το Μερσίνη για τους ντόπιους) μόλις 1,5 χλμ. από τη Χαραυγή, είναι η πρώτη είσοδος του χωριού. Αν πάτε δεξιά σε 700 μέτρα είστε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, ενώ λίγο πριν, αριστερά σας, είναι ο τσιμεντόδρομος που καταλήγει σε χωματόδρομο μέχρι τα μεγάλα πλατάνια και την πηγή ‘’Μερσίνη’’ με το πόσιμο νερό. Ένας πολύ όμορφος χώρος με καταπράσινο φυσικό περιβάλλον που για λίγο ξεγελάει την ζέστη που πνίγει τον τόπο. Απόλυτα δικαιολογημένα οι κάτοικοι κάνουν σε αυτή την τοποθεσία το πανηγύρι της Αγίας Σοφίας στις 17 Σεπτεμβρίου, μόλις τρεις μέρες από το μεγάλο, του Τιμίου Σταυρού. 

Η στάση είναι κάτι παραπάνω από αναγκαία ενώ η παρουσία της δροσερής πηγής λειτουργεί σαν μαγνήτης, για πουλιά, ζώα, αλλά και ανθρώπους που έρχονται από το χωριό και την κοντινή Χαραυγή, με τα γαϊδουράκια τους για να πάρουν νερό. Το στενό πλέον μονοπάτι, συνεχίζει να κατηφορίζει, και σε 30’ φτάνει ως κάτω, στην θαυμάσια παραλία ‘’Λιβάδι’’. Από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας, αλλά και πριν τη δστ. για το χωριό, σώζεται ένα μικρό κομμάτι από τον παλιό δρόμο, καλντερίμι που ένωνε το χωριό με την πρωτεύουσα Σταυρό. Η εκκλησία όπως μας πληροφορεί η σκαλιστή επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου χτίστηκε το 1948, ενώ δίπλα της στον ακάλυπτο χώρο, υπάρχει μια χτιστή λευκή πέτρινη κατασκευή με σταυρό και κλίτος σαν μικρό εκκλησάκι. Μάλλον πρόκειται για οστεοφυλάκιο, όπως συνηθίζετε σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων (Ανάφη, Οία, κ.ά.).

Η δεύτερη είσοδος της Μερσίνης απέχει εξακόσια μέτρα από την πρώτη, βρίσκεται πάνω στον κεντρικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, και έχει σκαλοπάτια που εισχωρούν στον μικρό οικισμό, με τα σπίτια και τις αποθήκες κολλητά το ένα στο άλλο. Δρασκελίστε τους χαμηλούς τοίχους και δείτε στις τετράγωνες στέγες των σπιτιών, το επιδέξια χτισμένο αυλάκι γύρω – γύρω, που σκοπό έχει να μαζεύει το νερό της βροχής, και με την ελαφρά κλίση που υπάρχει από την κατασκευή να το διοχετεύει, μέσω ενός σωλήνα (την άφουκλα), στη στέρνα. Προνοητικότητα και αυτάρκεια που μάλλον δεν διδάχθηκαν πουθενά, παρά απ’ ευθείας από την ίδια την φύση, το ξερό, άνυδρο, και πετρώδες της νήσου. Εκεί ανάμεσα στα σπίτια συναντήσαμε την κυρά-Ειρήνη, μόνιμη κάτοικο, και ρωτήσαμε για το μικρό κτίσμα δίπλα από την Αγία Σοφία. Μας είπε ότι πράγματι είναι μνημείο ενώ μέσα περιέχει τα ρούχα και τα παπούτσια από τέσσερις Δονουσιώτες. Το περιστατικό έγινε πριν πολλά χρόνια (ούτε εκείνη θυμόταν πόσα), όταν για κάποια επείγουσα ασθένεια έφυγαν οι τέσσερις φίλοι για να πάνε απέναντι, στην Αμοργό. Στο δρόμο όμως τους πρόλαβε κακοκαιρία και φουρτούνα που αναποδογύρισε τη βάρκα πνίγοντάς τους όλους.

Ο όμορφος παραδοσιακός οικισμός είναι χτισμένος πάνω σε έναν βραχώδη λόφο με αρκετά μεγάλη κλίση, γιαυτό το μεγάλο μέρος του χωριού παραμένει αθέατο από την άσφαλτο. Η πάνω γειτονιά είναι ακόμα ψηλότερα +/- 200μ ενώ το σύνολο των κατοίκων για τον χειμώνα είναι 20 άτομα που κατοικούν σε επτά σπίτια. Τα άλλα έξι σπίτια του οικισμού κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από περίπου άλλα 20 άτομα. Εδώ έγινε μια ενδιαφέρουσα έρευνα του τμήματος φυσικών πόρων και αγροτικής παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών σε συνεργασία με το τμήμα μηχανολογίας του Ε.Μ.Π., για την αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας. Εκείνη την εποχή (1998) δεν είχε έρθει ακόμα το ρεύμα, όπως συνέβαινε και στην Χαραυγή, εγκατέστησαν λοιπόν 300 φωτοβολταϊκά στοιχεία 60 Watt το κάθε ένα, ώστε η συνολική ισχύς να είναι 18 kW. Η ενέργεια αυτή υπολόγισαν ότι κάλυπτε τις ανάγκες του οικισμού, βασικό για κάθε σπίτι θεωρήθηκε, ο φωτισμός, η τηλεόραση και το ψυγείο. 

Αργότερα το σύστημα επεκτάθηκε περιλαμβάνοντας μια υδραντλία 6 kV Α και έναν στρόβιλο νερού που συνδεόταν με μια γεννήτρια 7,5 kW και δύο υδραγωγείων χωρητικότητας 150 m3 το κάθε ένα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οποιοδήποτε ενεργειακό πλεόνασμα από τα φωτοβολταϊκά, κατευθυνόταν στην αντλία για την άντληση του ύδατος από μια δεξαμενή χαμηλού επιπέδου (περίπου 100 μ. υψ), στη δεξαμενή υψηλού επιπέδου (περίπου 200 μ υψ.). Κατά τη διάρκεια της νύχτας, το νερό διοχετεύονταν μέσω ενός υδροστροβίλου που παρήγαγε ρεύμα προς κατανάλωση. Υπήρχε επίσης μια τράπεζα μπαταριών από 186 στοιχεία ονομαστικής τάσης 2 V το καθένα, εν σειρά, με μια συνολική χωρητικότητα 100 Α h. Οι μπαταρίες κάλυπταν κατά κύριο λόγο τα στιγμιαία υψηλά φορτία(21). Το σύστημα δούλεψε ικανοποιητικά μέχρι τον Οκτώβριο του 2002 που έγινε η επέκταση του δικτύου της ΔΕΗ, οπότε η Μερσίνη, η Χαραυγή και η Καλοταρίτισσα (2003), πήραν ρεύμα κανονικά.

Στο τελευταίο σκέλος, η διαδρομή μας κατακλύζει από όμορφες εικόνες, προσφέροντας απλόχερα το αληθινό νησιώτικο τοπίο δίπλα από τη θάλασσα, τη βραχώδη ακτή, και θέα μέχρι τα γεμάτα πυκνή θαμνώδη βλάστηση Σκυλονήσια (Σκουλονήσια των Ντόπιων). Οι κάτοικοι παλιότερα, το μεγαλύτερο απ’ αυτά, (0,246 τ. χλμ.) το χρησιμοποιούσαν για βοσκότοπο. Ο τελευταίος, πιο απομακρυσμένος, και ίσως πιο ελκυστικός οικισμός στην περιήγησή μας είναι η Καλοταρίτισσα (20 μ. υψ.) 4 χλμ. από την Μερσίνη, 10 χλμ. από τον Σταυρό. Η πρώτη παραλία που συναντάμε είναι ακριβώς μπροστά του και φαντάζει σαν μια από τις όμορφες και απόμερες του νησιού, συνδυάζοντας το μπάνιο, τις βουτιές στην καταγάλανη θάλασσα και φυσικά την γνωριμία με τον τόπο.

Προς το παρόν δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε αλλοίωση αλλά ένα απλό καφενεδάκι είναι επιβεβλημένο, να φτιαχτεί, ώστε να αισθανθεί άνετα ο ταξιδιώτης και να χαρεί περισσότερο την θαυμάσια αμμουδιά.  Στον μικρό οικισμό, μας υποδέχεται η ολόλευκη εκκλησία του Αγ. Γεωργίου χτισμένη το 1984 με δαπάνες της οικογένειας Πράσινου, όπως μας ενημερώνει η νεότερη, μαρμάρινη επιγραφή. Τυπικά παραδοσιακό χωριό, χωρίς καμιά διαφοροποίηση στην αρχιτεκτονική από τη Χαραυγή και τη Μερσίνη. Γύρω στα 15 μικρά χαμηλά τετράγωνα πετρόχτιστα σπιτάκια, σοβατισμένα και ασπρισμένα, φούρνος στην εξωτερική αυλή, και όλοι οι στάβλοι – αποθήκες, πετρόχτιστα και αυτά χωρίς επίχρισμα, απ’ τη μεριά του μικρού ρέματος, και ακόμα, λίγα γίδια και κατσίκια που βόσκουν έξω απ’ το χωριό. Οι τέσσερις ντόπιοι που κάθονται στην φαρδιά πεζούλα μας είπαν ότι παλιότερα στο νησί είχε χιλιάδες πρόβατα, είχε όμως και πιο πολύ νερό, σήμερα έχουν μείνει λίγα, που φτάνουν δε φτάνουν για την οικογένεια. 

Δύο μονοπάτια οδηγούν στις εξοχές, προς την παραλία της Τρυπητής ή προς το ακρωτήριο Φανάρι (ανατολικά) ή προς το Ακρωτήριο Καβί (Βορειοανατολικά). Και στις δύο περιπτώσεις βαθιά στο πέλαγος θα διακρίνετε με καλό καιρό τις Μελάντιες νησίδες ή Μπούβες (τα Χτένια των ντόπιων, 0,23 τ. χλμ.), που απέχουν 7, 2 μίλια από την Άκρα Καλοτερούσα. Αποτελούν συστάδα ενός νησιαίου εδάφους με ύψος 55 μέτρα, με απότομη όψη και σχήμα πυραμίδας, εκεί που νοητά συνορεύουν δύο πέλαγα, το Αιγαίο με το Ικάριο. Το βράδυ διακρίνονται από το δυνατό τους φάρο, (56μ. υπερθαλάσσιο ύψος(22)). 

Ο ευρύστερνος βορειοανατολικός όρμος της Καλοταρίτισσας πέρασε στην ιστορία από ένα σημαντικό γεγονός που διαδραματίστηκε στη διάρκεια του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Τότε που το γερμανικό καταδρομικό Γκέμπεν (Göben), δρούσε στη Μεσόγειο μαζί με το επίσης γερμανικό Μπρεσλάου (Breslau). Σε μια από τις πολλές επιχειρήσεις προέβη στον βομβαρδισμό και καταστροφή γαλλικών λιμανιών. Προκειμένου να αποφύγει την επαφή με τον βρετανικό στόλο κατέπλευσε και κρύφτηκε στη Δονούσα σ’ αυτό το μικρό ακρωτήρι – κρησφύγετο. Μάταια οι βρετανοί το αναζητούσαν σε όλο το Αιγαίο επί δεκαπέντε μέρες, το καταδρομικό ‘’εξαφανίστηκε’’. Βέβαια, ο λόγος που έγινε άφαντο το πλοίο ήταν η συνεννόηση με την κυβέρνηση του γερμανόφιλου Βασιλιά Κωνσταντίνου και του αγγλόφιλου πρωθυπουργού Βενιζέλου που προς το παρόν, κρατούσαν ουδέτερη την Ελλάδα(23), ώστε να βρεθεί σύντομα τρόπος για ανεφοδιασμό με κάρβουνο (ανθράκευση). Μόλις έφτασε στο ίδιο σημείο και το  Μπρεσλάου έγινε ο ανεφοδιασμός(24) και έφυγαν και τα δύο προς Δαρδανέλια όπου κατάφεραν, παρά τον εντοπισμό τους από τον βρετανικό στόλο, να εισέλθουν στις 10 Αυγούστου 1914 και να φτάσουν τελικά στην Προποντίδα που ήταν ο τελικός τους προορισμός, (Πηγή: http://el.wikipedia.org).

Οι βραδιές που περάσαμε στο νησί ήταν από τις πιο ήρεμες, βυθισμένοι σε ένα από τα ωραιότερα τοπία, γοητευμένοι από τις κρυστάλλινες παραλίες και από τους παραδοσιακούς οικισμούς που αποπνέοντας μια εντελώς διαφορετική ‘’αύρα’’, στέλνουν το μήνυμα για την άμεση προστασία τους ώστε να μην χαθούν δια παντός. Αυτό που εντυπωσιάζει πιο πολύ, είναι η αίσθηση της φιλοξενίας. Σχεδόν την τελευταία στιγμή ο Γιώργος Μαρκουλής του Βασιλείου μας έφερε σπόρο ντόπιας ντομάτας, ‘’κουμεντέρι’’ να τη φυτέψουμε στο χωριό ώστε να’ χουμε τη Δονούσα στο μυαλό μας.

Σε κουβέντα που κάναμε για τις καλλιέργειες μάς είπε ότι παλιότερα το νησί που είχε περισσότερα νερά καλλιεργούσαν τα πάντα, στάρι, φρούτα (ξεχώρισε για τη νοστιμιά τους τα ροδάκινα), κάθε είδους λαχανικά και όσπρια, σε όλα αυτά τα χωράφια που σήμερα βλέπουμε χέρσα, περιτοιχισμένα με ξερολιθιές, η κάθε οικογένεια μάζευε την ‘’κουμπάνια’’ της, την ετήσια σοδιά. Η μεγάλη παραγωγή όμως του νησιού ήταν τα κρεμμύδια. Όταν έβγαζε 100 τόνους έλεγαν ότι δεν πήγε καλά, πράγμα φυσικό, αφού συνήθως έφτιαχναν 140 – 150 τόνους. Ο ανταγωνισμός στις τιμές και αργότερα η ανάπτυξη του τουρισμού έδωσαν τέλος στη γεωργική δραστηριότητα. Σήμερα απόμειναν μόνο μικροί κήποι ίσα – ίσα για να κρατούν το σπόρο, τα περισσότερα πια, έρχονται από τη Νάξο. Επίσης στις Μάκαρες ή Άγιο Νικόλαο παλιά καλλιεργούσαν σιτηρά(25).

Σε αυτό το σύμπλεγμα νήσων και νησίδων, η Δονούσα πράγματι πλανεύει τις αισθήσεις, ίσως γιαυτό η μυθολογία μας θυμίζει την ιστορία με τη θυγατέρα του Μίνωα και της Πασιφάης. Η Αριάδνη λοιπόν, ήταν που ερωτεύτηκε τον Θησέα και τον βοήθησε να σκοτώσει τον μινώταυρο και να βγει ζωντανός από τον λαβύρινθο. Ο Θησέας, σε ένα ξέσπασμα αγάπης την έκλεψε, και πήρε το θαλάσσιο δρόμο του γυρισμού στο Σούνιο, όπου τον περίμενε ο πατέρας του, Αιγαίας. Όμως στη Νάξο το ξανασκέφθηκε και την εγκατέλειψε. Εκεί εμφανίστηκε ο θεός Διόνυσος, και πήρε την Αριάδνη στη Δονούσα. 

Τα αξιοθέατα του νησιού για λίγες μέρες διαμονή είναι αρκετά, η λιτή ομορφιά του τοπίου ανυπέρβλητη. Τόσο, που εδώ γύρισε η Αγγελική Αντωνίου (σενάριο – σκηνοθεσία) την ταινία(26) ‘’Δονούσα’’, που προβλήθηκε στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1992. Καλό είναι να ολοκληρώσετε τον περίπλου του νησιού και οπωσδήποτε να πάτε στις, άγνωστες γενικά, λιλιπούτειες παραλίες ‘’Πλάκες’’, ‘’Λίμνη’’και σίγουραστην ‘’Σπηλιά του Τοίχου’’ με τους σταλακτίτες, η δεύτερη αξιόλογη μετά την ‘’Φωκοσπηλιά’’, βλέποντας αυτά τα αξιόλογα μοναχικά αραξοβόλια, διασχίζοντας αυτή την πανέμορφα γαλαζοπράσινη θάλασσα δίπλα από θαλασσοδαρμένους βράχους. 

Στη Δονούσα μόλις τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η ανάπτυξη του τουρισμού, προσφέροντας απλόχερα με χαμόγελο, ευγένεια και πραγματική αίσθηση της φιλοξενίας, ότι της έδωσε η φύση. Ανέμελες ώρες στις παραλίες, ανέσεις όσες χρειάζονται, εύκολες πεζοπορικές διαδρομές, κυρίως όμως, την πραγματικά σπάνια ησυχία σε ένα ήρεμο τοπίο που με καλή παρέα και ένα βιβλίο μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό ησυχαστήριο για χρόνια.

Σημειώσεις:

(1) Οι Μάκαρες ή Μακαριά είναι μια συστάδα τριών νησίδων μεταξύ Νάξου και Δονούσας (περνάτε πολύ κοντά στην διαδρομή Δονούσα – Πάνω Κουφονήσι). Απέχουν 4 ν.μ. ανατολικά της Άκρας Μουτσούνα της Νάξου και 4,6 ν.μ από τη Δονούσα. Οι ονομασίες τους είναι Άγιος Νικόλαος ή Μεγάλο νησί (109 μ.υψ.), Πράσινη ή Αγία Παρασκευή στο κέντρο και νοτιότερα η Στρογγυλή. Ανάμεσά τους σχηματίζονται αβαθή, με βάθη μικρότερα των 2 μέτρων. Στο κείμενο του Ζοζέφ Πιτόν ντε Τουρνεφόρ τις συναντάμε σαν Ακαριές. Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο (2003) 246.

(2) Από συνέντευξη του καπετάν Δημήτρη Σκοπελίτη στον Γιάννη Παλαιολόγο περιοδικό ’’Κ’’ της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή τ.65 Σάββατο 29 Αυγούστου (2004) 62 - 66.

(3) Φωτεινή Ζαφειροπούλου,«Ο Γεωμετρικός Οικισμός της Δονούσας», στο: Α. Μιχοπούλου – Α. Μπάκαλου (επιμ.), Διαλέξεις 1986 – 1989, έκδοση ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Αθήνα (1990) 43.

(4)Β.Δ. 1ης (13ης) Οκτωβρίου 1834 (ΦΕΚ 4 / 1835) ‘’Περί του σχηματισμού των δήμων του νομού Κυκλάδων’’.Ελευθέριου Γ. Σκιαδά, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912, Αθήνα (1994), 446. Επίσης στο Β.Δ. 21ης Μαρτίου 1864 (ΦΕΚ 16) ‘’Περί μετασχηματισμού του δήμου Αμοργού’, ο.π. 445.

(5) Η προφορική λαϊκή παράδοση του νησιού αναφέρει ότι η ονομασία προέρχεται από τις δονήσεις που προκαλούν τα θεόρατα χειμωνιάτικα κύματα.

(6)Ζαφειροπούλου ο.π. (1990) 44. 

(7) Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens (1999) 295.

(8) Για τις ανασκαφικές αναφορές της Φ. Ζαφειροπούλου δείτε στα Αρχαιολογικά Δελτία (ΑΔ στο εξής), 22 (1967), Χρονικά 467, ΑΔ 24 (1969), Χρονικά 390 και εξής (κ.εξ. στη συνέχεια), ΑΔ 25 (1970), Χρονικά 426 κ.εξ., ΑΔ 26 (1971), Χρονικά 465 κ.εξ, ΑΔ 28 (1973), Χρονικά 544 κ.εξ., Ζαφειροπούλου 1971, 1973, 1990, 1994, 231 – 232 Coldstream 1977, 91 – 92.

(9) Φωτεινή Ν. Ζαφειροπούλου, «Οι Κυκλάδες στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως την ύστερη Αρχαϊκή εποχή», στο Ν. Χρ. Σταμπολίδης – Α. Γιαννικούρη (επιμ.), Το Αιγαίο στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ρόδος, 1 – 4 Νοεμβρίου 2002, έκδοση Πανεπιστήμιο Κρήτης – ΥΠΠΟ, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα (2004) 414, 415.

(10)  Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες - Δονούσα», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  (2005) 287.

 (11) Σε γραπτή επικοινωνία με την εταιρεία για τη μελέτη και προστασία της Μεσογειακή φώκιας, γνωστής περισσότερο σαν Mom, ελήφθη (την 31/1/06) επιστολή, όπου η κυρία Αδαμαντοπούλου, υπεύθυνη δικτύου συλλογής πληροφοριών [για την εμφάνιση φώκιας] αναφέρει, και την ευχαριστώ, ότι, ‘’η περιοχή δεν έχει ερευνηθεί, υπάρχουν όμως πληροφορίες για εμφανίσεις ζώων, η πιο πρόσφατη από τις οποίες είναι το 1998’’. Και συνεχίζει, ‘’Παρόλα αυτά άλλοι ερευνητές έχουν καταγράψει στην περιοχή την ύπαρξη ενός καταφυγίου κατάλληλου για αναπαραγωγή στα ανατολικά του νησιού, αλλά δεν αναφέρουν εάν ονομάζεται ‘’φωκοσπηλιά’’. ‘’Η εμπειρία μας λέει ότι προφανώς οι ντόπιοι εννοούν αυτή’’.

(12)Στον αγώνα της διάσωσης του είδους έχουν εισέλθει και άλλες χώρες. Λίγους μήνες πριν, το Σχέδιο Έκτακτης Επέμβασης που εφαρμόζεται στις ακτές της Δυτικής Σαχάρας, ανοιχτά της Μαυριτανίας, απηύθυνε έκκληση για βοήθεια, προκειμένου να σωθεί ο πληθυσμός της φώκιας Μονάχους - Μονάχους. Και τούτο καθώς οι ερευνητές της ισπανικής ομάδας του προγράμματος LIFE, που εργάζεται στην περιοχή του Λευκού Ακρωτηρίου στη Δυτική Σαχάρα, διαπίστωσαν έντονη θνησιμότητα μεταξύ του πληθυσμού της μεσογειακής φώκιας. Οι νεκρές φώκιες που είχαν βρεθεί υπολογίζεται ότι αντιστοιχούσαν τουλάχιστον στο 65% του πληθυσμού του είδους στην περιοχή. Η ανταπόκριση ήταν μεγάλη και άμεση από δεκάδες μη κυβερνητικούς οργανισμούς ανά τον κόσμο, που προσέφεραν οικονομική βοήθεια για την αντιμετώπιση της κατάστασης και την καλύτερη διεξαγωγή της έρευνας στο πεδίο. ‘’Ενημερωτικό Δελτίο Τ.Ε.Ε’’.  – Τεύχος 2005 – Δευτέρα 1 Ιουνίου 1998 και στο http://www.tee.gr/online/afieromata/1998/2005/fokies.htm

(13)  Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες - Δονούσα», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα  (2005) 286.

(14)Joseph Pitton de Tournefort, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702, (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο (2003) 247, 248, 249.

(15)Ν. Α. Κεφαλληνιάδη, «Μαρτυρίες θυμάτων πειρατικών επιδρομών από έγγραφα της εποχής», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 12-14 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1997) 12. 

(16)Δείτε στον ίδιο τόμο το ‘’Ναύπλιο’’.

(17) Νικήτας Μ. Βασσάλλος, «Αφιέρωμα στην Πειρατεία», περιοδική έκδοση του Συνδέσμου Αμοργίνων ‘’Αμοργιανά’’ (έτος δέκατο, τ. 11) Αθήνα (2005) 75. Η είδηση προέρχεται από την εφημ. ‘’ΣΚΡΙΠ’’ (5 Ιουνίου 1911), και αναδημοσιεύτηκε στην εφημ. ‘’Το κάστρο της Αμοργού’’ (Απρίλιος 2005), 3. ο.π., 95.

(18) Η πληροφορία δόθηκε τηλεφωνικά από την Χρύσα Πράσινου(31 Ιανουαρίου 2006).

(19)Αν και οι διαφοροποιήσεις από νησί σε νησί είναι σημαντικές, από τα 24 νησιά με σημαντική μόνιμη κατοίκηση στο ίδιο χρονικό διάστημα των 105 ετών, (1896 – 2001), μόνο η Δονούσα, η Σχινούσα, η Νάξος, με 163, 206, 18.188, κατοίκους (και οι τρεις όμως δεν έχουν καλύψει ακόμα τα πληθυσμιακά επίπεδα του 1940 όπου έχουμε 213, 239, 20.132 κατοίκους αντίστοιχα), το Κουφονήσι, (όπου η έντονη αλιευτική δραστηριότητα συνδυάζεται πλέον με την τουριστική ανάπτυξη), η Πάρος, η Αντίπαρος, και η Μύκονος, παρουσιάζουν αύξηση του πληθυσμού. Η ανάκαμψη της Θήρας διαρκεί ήδη μια τριακονταετία, όμως αυτή δεν έχει ακόμα υπερβεί το πληθυσμιακό επίπεδο του 1896 όπου 13.617 κάτοικοι έναντι 13.402 το 2001. Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001. Αυτοέκδοση, Τήνος (2004) 3.

(20)Ιστορικό Αρχείο του Πολεμικού Ναυτικού, Το Ιταλικό Ναυτικό στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Aldo Levi, Giuseppe Fioravanzo, «Γεγονότα στο Αιγαίο μετά την ανακωχή», μτφ. Ιωάννης Ν. Καστής, εκδότης Δήμος Λέρου, Λέρος (1999) 441, 442.

(21)Dim. Manolakos, Gior. Papadakis, Dim. Papantonis, Spir. Kyritsis, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», Περιοδικό Energy  57 – 69,τεύχος 29, (2004) 57, 58.

(22) Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός»,Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 4(2004) 461.

(23)Κυριάκος Σιμόπουλος, Ξενοκρατία Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα (1990) 568 – 569.

(24)Η ανθράκευση έγινε από το γερμανικό ανθρακοφόρο «Bogador» που έφερε το ελληνικό όνομα «Πολύμητις» (ο πολλά σκεπτόμενος, ο πολύπειρος), επανδρωμένο με Έλληνες. 

(25) Μαργαρίτα Βρεττού – Σούλη, Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, αυτοέκδοση, Αθήνα (1996) 6.

(26)Μια συμπαραγωγή του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και των Von Vietinghoff Filmproduction, Kyros Film, Flash Film, WDR, Πηγή: Υπουργείο Πολιτισμού www.culture.gr/2/22/222/22200/1992/g2229204.html. Σε αυτή την ταινία ο Δημήτρης Πουλικάκος πήρε το δεύτερό του βραβείο (το πρώτο ήταν στην Ρεβάνς του Νίκου Βεργίτση), β’ αντρικού ρόλου, Πηγή: www.musiconline.gr/politiki/poylikakos.html

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Θέση: 37ο 06’ βόρειο, 25ο 41’ ανατολικό, Έκταση: 13, 6 τ.χ., Ακτογραμμή: 37 χλμ., Υψόμετρο: 0 –  386 κορυφή Βάρδια,  Πληθυσμός: 163 κατ (’01), Πρωτεύουσα: Δονούσα ή Σταυρός, Νομός: Κυκλάδων, επαρχία: Νάξου, Απόσταση από Πειραιά 103 ν.μ.  – 5ω 30’, (Νάξος),  Απόσταση από Νάξο 35 ν.μ – 4ω (κάτω ‘’δρόμος’’),  24 ν.μ. – 2ω (‘’πάνω’’ δρόμος), απόσταση από Αιγιάλη Αμοργού 14 ν.μ. – 50’.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22850, Ταχυδρομικός Κώδικας: Δονούσα Κυκλάδων 84 3 00 Νάξος.

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.donoussa.net/index2.htm Ξενοδοχεία δεν υπάρχουν ακόμα, όμως, γύρω στα 150 ενοικιαζόμενα δωμάτια δίκλινα, τρίκλινα και τετράκλινα μπορούν να φιλοξενήσουν γύρω στους τετρακόσιους επισκέπτες. Επικοινωνήσετε νωρίτερα, ο παράδεισος της Δονούσας γρήγορα παρουσιάζει πληρότητα. Βενετσάνος Σταύρος 51609, Κωβαίου Άννα 51658 www.firoa-studios.gr, Μαρκουλή Μαρία 52203, Μαρκουλής Κώστας 51569, Μαρκουλής Γιώργος 51556, Μιχαλοπούλου Μαρία 51603, Μαύρος Δημήτρης 51590, Μαραμπούτ Υπακοή 51656, Πράσινος Μιχαήλ 52012, Πράσινος Δημήτριος 51579, Πράσινος Ιωάννης 51575, Πράσινος Μαρίνος 51630, Πράσινος Β. Νικόλας 51551, Πράσινος Γ. Νικόλας 51322, Πράσινου Δήμητρα 51626, Πράσινου Μαρία 51578, Πράσινου Παρασκευή 51580, Σιγάλα Σοφία 51570, Σιγάλας Χρήστος 51604, Σκοπελίτης Ηλίας 51571, Σκοπελίτης Σπύρος 52296, Κωβαίος Κώστας 51624.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στις παραλίες Κέδρος. Μην αφήσετε σκουπίδια, και  νάχετε προμήθειες.

ΦΑΓΗΤΟ: Τα φρέσκα ψάρια, πιασμένα μόλις λίγες ώρες πριν και μαγειρεμένα με την τέχνη που μόνο οι ντόπιοι διαθέτουν είναι η καλύτερη επιλογή, στη Δονούσα. Στο λιμάνι ‘’το κύμα’’ του Νικήτα & Ευαγγελίας Μαρκουλή 51566, και δίπλα του, ο ‘’καπετάν Γιώργης’’ του Μανώλη Κωβαίου & Δημήτρη Μισσίρη 51867. Στην Παραλία του ‘’Σταυρού’’ ο ‘’Αποσπερίτης’’ του Ηλία Σκοπελίτη 51571, το ‘’Ηλιοβασίλεμα’’ του Νίκου Σιγάλα 51570, 51607, και το ‘’Μελτέμι’’ 52241. Δοκιμάστε το διάσημο για τη νοστιμιά του πατατάτο (κοκκινιστό με πατάτες), επίσης τοπικό ο Καβουρμάς και φυσικά γεμιστό κατσίκι με ρύζι. Kafe – bar ''Σκατζόχειρος’’  Κωβαίος Ηλίας – Ζάχος Δημήτρης 51880, και ‘’Κέδρος’’ στην παραλία του Κέδρου Μιχάλης Πράσινος.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα 51600, Fax: 51639, Κ.Ε.Π. 29107, Αστυνομία: δεν έχει, Α’ Βοήθειες: 51506, και ελικοδρόμιο, Φαρμακείο στη Νάξο. Ενοικιάσεις – Βουλκανιζατέρ: Νίκος Πράσινος στην Ηρακλειά 71991, 71569 e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. για κάτι πιο σοβαρό Πολυκρέτης Γιώργος, Χώρα Νάξου, 24872. Να έχετε μαζί σας δύο Fast.

ΧΡΗΣΙΜΑ: http://hellas.teipir.gr/prefectures/greek/Kikladon/MikresKiklades.htm         www.donoussa.net   www.amorgos-island.gr/donusa.htmΟι δυσπρόσιτες παραλίες και η Φωκοσπηλιά έχουν εύκολη πρόσβαση με το σκάφος ‘’Δονούσα’’ που αναχωρεί καθημερινά στις 10:00 με καπετάνιο τον Νίκο Κωβαίο. Αρχαιολογικό μουσείο Νάξου για τα ευρήματα στο Βαθύ Λιμενάρι 22725, 2103250148, ανοιχτά καθημερινά 08:30 – 15:00 εκτός Δευτέρας. Τράπεζες με Α.Τ.Μ. στην Νάξο. Ξεκινώντας κάποια πεζοπορία, περάστε πρώτα από τον φούρνο του Σταυρού, για προμήθειες. Εκτός από τα ψωμάκια (για σάντουιτς), δοκιμάστε την τυρόπιτα και το σπέσιαλ γαλακτομπούρεκο. Οι χομπίστες ψαράδες και οι ψαροντουφεκάδες θα βρουν εδώ ότι τραβάει η ψυχή τους αφού η Δονούσα είναι γνωστός ψαρότοπος. Όλες οι ακτές κρύβουν πολύ ψάρι, προσοχή όμως στα βάθη γιατί αλλάζουν απότομα.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Από Νάξο για Δονούσα με τον θρυλικό ‘’Σκοπελίτη’’ κάθε μέρα εκτός Κυριακής ώρα 15:00 τον χειμώνα (Δευτ. – Τετ 13:00). Γενικά για δρομολόγια πλοία και τυχόν αλλαγές δείτε www.schinousa.gr/schinousa_transport.html Από Πειραιά για Δονούσα 3 φορές την εβδομάδα το καλοκαίρι, 2 τον χειμώνα με τα ‘’Ρομίλντα’’ και τη ‘’Δημητρούλα’’. Για Νάξο με τα Blue Star του Στρίντζη 2108919800 www.bluestarferries.com. Εισιτήρια: Κόστος (Φεβ 06 – για Νάξο) 23,20 EUR το άτομο, 14,50 EUR η μοτοσυκλέτα έως 250 cc & 21,80 EUR πάνω από 250 cc. Λιμεναρχείο Πειραιά 2104226001 - 4, Λιμεναρχείο Νάξου 2285022300, δρομολόγια πλοίων info ΟΤΕ 1440, www.yen.gr/main.htm Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης (ανταπόκριση για Πάρο ή Νάξο) 2310531504 – 5, διάρκεια ταξιδιού 15ω – 250 ν.μ.  Το συντομότερο ταξίδι είναι Πειραιάς - Νάξος (μέσω Πάρου) με τα highspeed I, II, III, IIII, διάρκεια ταξιδιού 4ω. Από εκεί αναλαμβάνει το «Express Skopelitis» με 7,50 EUR το άτομο & 5 EUR η μοτοσυκλέτα ανεξαρτήτως κυβισμού. Πρακτορείο εισιτηρίων για τον Σκοπελίτη στη Νάξο: ΖΑΣ travel 2285023330. Πρακτορείο εισιτηρίων και πληροφορίες για τα δρομολόγια και τις ανταποκρίσεις στη Δονούσα Σοφία Ν. Ρούσσου 51648 Fax: 51649.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δεν έχει. Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος είναι 12,5 χλμ. στο σύνολό του και φτάνει μέχρι την Καλοταρίτισσα. Αν γεμίσετε στον Πειραιά ή την Νάξο δεν θα αντιμετωπίσετε πρόβλημα. Γεμίστε όμως, γιατί μετά μπορεί να πάτε και στα υπόλοιπα νησιά, Ηρακλειά, Σχινούσα, Κουφονήσι. 

ΧΑΡΤΕΣ: Υπάρχει τοπική έκδοση στο νησί που περιλαμβάνει και τα μονοπάτια. Όλος ο Νομός Κυκλάδων σε κλίμακα 1:350.000, σε έναν μοναδικό πλαστικοποιημένο χάρτη που χωράει στο tang Bag. Εκδόσεις ‘’Ελλάδα’’ χάρτης Νο 29 ‘’Κυκλάδες’’, Κολοκοτρώνη 11 Αθήνα 2103222573, 3235241, Βενιζέλου 3, Θεσσαλονίκη 2310223063.

ΒΙΒΛΙΑ:  Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, της Μαργαρίτας Βρεττού – Σούλη, Αθήνα 1996. Δύσκολο αλλά πάντα υπάρχει πιθανότητα να το βρείτε στο νησί.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΔΟΝΟΥΣΑ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Κ υ ρ ι ά κ ο ς  Σ ι μ ό π ο υ λ ο ς, Ξενοκρατία Μισελληνισμός και Υποτέλεια, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ,«Ο Γεωμετρικός Οικισμός της Δονούσας», στο Α. Μιχοπούλου – Α. Μπάκαλου (επιμ.), Διαλέξεις 1986 – 1989, έκδοση ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή, Αθήνα 1990.
  • Φ ω τ ε ι ν ή  Ν. Ζ α φ ε ι ρ ο π ο ύ λ ο υ, «Οι Κυκλάδες στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου ως την ύστερη Αρχαϊκή εποχή», στο Ν. Χρ. Σ τ α μ π ο λ ί δ η ς – Α. Γ ι α ν ν ι κ ο ύ ρ η (επιμ.), Το Αιγαίο στην πρώιμη εποχή του σιδήρου. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Ρόδος, 1 – 4 Νοεμβρίου 2002, έκδοση Πανεπιστήμιο Κρήτης – ΥΠΠΟ, Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αιγαιακών Σπουδών, Αθήνα 2004.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 42004.
  • Ό λ γ α   Φ ι λ α ν ι ώ τ ο υ, «Μικρές Κυκλάδες», στο: Α ν δ ρ. Β λ α χ ό π ο υ λ ο ς (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου. εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Μ α ρ γ α ρ ί τ α   Β ρ ε τ τ ο ύ  – Σ ο ύ λ η, Δονούσα, Ένα νησάκι των Μικρών Κυκλάδων ταξιδεύει στο χρόνο, αυτοέκδοση, Αθήνα 1996.
  • Chr. D o u m a s, Vas. L a m b r I n o u d a k i s, Lina G. M e n d o n i, Eva S i m a n t o n i – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • A l d o   L e v i,  G i u s e p p e  F i o r a v a n z o, ΓεγονόταστοΑιγαίομετάτηνανακωχή, μτφ. Ιωάννης Ν. Καστής, εκδότης Δήμος Λέρου, Λέρος 1999.
  • J o s e p h   P i t t o n   d e  T o u r n e f o r t, Ταξίδι στην Κρήτη και τις νήσους του Αρχιπελάγους 1700 – 1702 (τίτλος πρωτότυπου Relation d’un voyage du Levand, Paris 1717), μτφ. & εισ: Μάκης – Μυρτώ Απέργη, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.
  • Γ ε ώ ρ γ ι ο ς   Κ. Γ ι α γ κ ά κ η ς, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001,  Αυτοέκδοση, Τήνος 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Γ ι ώ ρ γ ο ς   Π α π α δ ό π ο υ λ ο ς, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991.
  • Ε λ έ ν η   Ο ι κ ο ν ο μ ο π ο ύ λ ο υ, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Cosmosτ.12 Καλοκαίρι 1995.
  • Ν. Α. Κ ε φ α λ λ η ν ι ά δ η ς, «Μαρτυρίες θυμάτων πειρατικών επιδρομών από έγγραφα της εποχής», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 12-14 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 1997). 
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy  τ. 26, 2001.
  • Κ ώ σ τ α ς   Ζ υ ρ ί ν η ς, «[Η]ΔΟΝΟΥΣΑ» ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’ΓΕΩ’’, (τ.72) 38-48, της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 25 Αυγούστου 2001).
  • Dim. M a n o l a k o s, Gior. P a p a d a k I s, Dim. P a p a n t o n I s, Spir. K y r i t s i s, «A stand-alone photovoltaic power system for remote villages, using pumped water energy storage», περιοδικό Energy57 – 69, τ. 29, 2004. 
Sunday the 19th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.