ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (13484 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΛINOTOΠI – ΑΓΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ – ΒΕΤΕΡΝΙΚΟ – ΓΡΑΜΜΟΥΣΤΑ – ΜΟΣΧΟΠΟΛΗ

(Γράμμος 5η εργασία από 8)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2006

Ιχνηλατώντας το Γράμμο των Ανθρώπων

Η Δυτική Μακεδονία είναι η πλέον νευραλγική περιοχή της Ελλάδας, με μια θάλασσα κορυφών που ξεπετάγονται από ατέλειωτους ορεινούς όγκους, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους με σπάνιας ομορφιάς οδικές και πεζοπορικές διαδρομές. Αυτές, διασχίζουν ένα ποικιλόμορφο ανάγλυφο με στενές διαβάσεις, φαράγγια, ποτάμια και ρέματα, ενώ τα τελευταία χρόνια το άνοιγμα μεγάλων δασικών δρόμων κάνει ακόμα πιο εύκολη την εξερεύνηση των βουνών και της ιστορίας τους. 

Ξεχωριστή σημασία έχει το θαυμάσιο ορεινό συγκρότημα του Γράμμου που σε κάθε βήμα, σε κάθε χιλιόμετρο, φανερώνει απέραντα υγιή δάση, τα οποία καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις. Το εξ’ ίσου άφθονο υδάτινο στοιχείο ευνοεί τη διαβίωση πλούσιας πανίδας συμπληρώνοντας αρμονικά το θεάρεστο έργο της φύσης, συνθέτοντας ίσως, το πιο πλούσιο σύνολο, στην πιο όμορφη, δυσπρόσιτη και, γιαυτό αλώβητη από επεμβάσεις, περιοχή της πατρίδας μας. 

Ο ευρύτερος χώρος του Γράμμου με υψόμετρα που κυμαίνονται από 600 μέτρα (μ. στο εξής), έως 2520 βρίσκεται στη βόρεια απόληξη της οροσειράς της Πίνδου, και πρόκειται, σύμφωνα με τις τοπογραφικές πληροφορίες του Στράβωνα, για το αρχαίο Βόιον(1). Είναι πάνω στη συνοριακή γραμμή με την Αλβανία και γειτονικό με το ορεινό συγκρότημα Μοράβα Κορυτσάς (1500 μ.). Ο κύριος κορμός του με κατεύθυνση (Ν – ΝΔ) – (Β – ΒΔ) διέρχεται από τις κορυφές(2): «Κάμενικ» (2043 μ. υψ.), «Γκόλιο» (1934 μ.), «Μαύρη Πέτρα» (2431μ.) «2520»(3), (2521 μ.), «Σακκούλι» (2412 μ.), «Μπουλογιάνη» (2251μ), «Μπαταρός» (2036 μ.). Το κεντρικό του τμήμα καταλαμβάνουν οι κορφές «Κάτω Αρένα» (2075 μ), «Πάνω Αρένα» (2192 μ.), «Κανελοπούλου» (2171 μ.), «Μαύρη Πέτρα» (2217 μ.), «Κιάφα» (2393 μ.), «Περήφανο» (2442 μ.) που οριοθετούν διοικητικά τους νομούς Ιωαννίνων (Ηπείρου) – Καστοριάς (Δ. Μακεδονίας). 

Στο συγκρότημα υπολογίζουμε και την κορυφή του όρους «Μπουχέτσι» (1.700 υψ.), που διαμορφώνει τα νοτιοανατολικά άκρα του Γράμμου, μέχρι τον Σαραντάπορο. Πιο βόρεια είναι οι κορυφές «Σούφλικας» (2146 μ.) και «Φαρμάκι» (2139 μ.). Το μεγαλύτερο και πιο ψηλό τμήμα του ανήκει στην Ελλάδα έχοντας σαν όριο από τα νότια τον ποταμό Σαραντάπορο, ενώ στα ανατολικά, χωρίζεται από το Βόιο με μια καλλιεργήσιμη κοιλάδα των χωριών Χρυσή – Πευκόφυτο – Μυροβλήτη και πιο πάνω του Πεύκου – Λιβαδοτοπίου στο βόρειο όριο, εκεί που κυλά ο Αλιάκμονας (παλιά «Βίστριζα»). Περιλαμβάνεται στις σημαντικότερες περιοχές της χώρας λόγω της μεγάλης οικολογικής, αισθητικής αξίας, και προστατεύεται καθ’ ολοκληρίαν σε εθνικό και ευρωπαϊκό(4) επίπεδο.

Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη που εκπόνησε ο Αρκτούρος σε συνεργασία με το ΥΠΕΧΩΔΕ και το Υπ. Γεωργίας, στο πλαίσιο του προγράμματος LIFE της Ε.Ε., στοιχειοθετούν και προτείνουν την κήρυξη όλου του ορεινού όγκου ως ‘’Εθνικό Πάρκο’’ σύμφωνα με το νόμο για το περιβάλλον(5). Αυτό που δεν γνωρίζουν οι επισκέπτες είναι ότι ο Γράμμος διεκδίκησε το βραβείο LandscapeoftheYear («Φυσικό τοπίο της χρονιάς»), που θεσπίσθηκε από την Ε.E και απονέμεται κάθε δύο χρόνια από την οργάνωση FriendsofNature (το ελληνικό τμήμα της είναι η οργάνωση «Όμιλος Φίλων Βουνού και Θάλασσας»), σε ορεινές περιοχές που πληρούν κριτήρια βιώσιμης ανάπτυξης. Στη διεκδίκηση αυτή, ισοψήφησε στην συνδιάσκεψη στο LesHoushes στην Γαλλία (6 Μαΐου 2005) και στην τελική, τέταρτη συνδιάσκεψη στο Μόναχο (7 Οκτωβρίου 2005), κατέλαβε την δεύτερη θέση με πρώτο το Δέλτα του Δούναβη(6).  

Μέσα σ’ αυτό το πεδίο, παρουσιάζει εκτεταμένο ενδιαφέρον η ιστορία χιλιάδων ανθρώπων και δεκάδων κοινοτήτων που άνθισαν και έσβησαν, τυλιγμένες ακόμα και σήμερα, από ένα αδιόρατο πέπλο λήθης και λησμονιάς, τέτοιας, που ακόμα και τα υπολείμματα τους είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν από εξήντα χρόνια, η ακόμα παλιότερη ιστορία της περιοχής, αλλά και οι θρύλοι, οι παραδόσεις που έρχονται από το παρελθόν φαίνεται ό,τι έχουν χαράξει ανεξίτηλα τις ράχες του συγκροτήματος.

Η συνηθισμένη οδική πρόσβαση που βολεύει τους επισκέπτες από βόρεια Ελλάδα, έρχεται από την Καστοριά προς το Νεστόριο απ’ όπου υπάρχουν αρκετές επιλογές για ολοκληρωμένες κυκλικές διαδρομές(7). Όμως η πιο όμορφη, αυτή που βολεύει τους επισκέπτες από τη νότια Ελλάδα και βρίσκεται σε άμεση επαφή με τη φύση και τα μοναχικά τοπία του βουνού, είναι η προσπέλαση από Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες εκεί που σταματήσαμε την περιήγηση στο προηγούμενο αφιέρωμα (Ταξίδια τ. Ζ’, Γράμμος 4ο, 2005, 104 – 115). 

Όλη αυτή η έκταση μέχρι το 1974, ήταν απαγορευμένη ζώνη κι’ αυτό στάθηκε καθοριστικός παράγοντας για τα δάση που αναπτύχθηκαν σε ένα παρθένο από επεμβάσεις τοπίο, φτάνοντας στις μέρες μας, να αντιπροσωπεύουν ίσως το πιο πλούσιο οικοσύστημα στην Ευρώπη. Λόγω της οικολογικής της σημασίας, η περιοχή των Αρένων και η λίμνη Μουτσάλια έχουν ενταχθεί σε ειδικό νομικό καθεστώς προστασίας, ως Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων). Γνωστότερο ως «ΚΑΖ Αρρένων», καλύπτει μια έκταση 32.000 στρεμμάτων (στο εξής στρ.) με στόχο την προστασία και διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 527/Β/1986).  Όλη αυτή η περιοχή, ξεκινώντας από το νοτιότερο άκρο, τη Ζούζουλη, ανήκει στο Δασικό Σύμπλεγμα Δημοσίων Δασών Νοτίου Γράμμου το πρώτο, από τα έξι που υπάρχουν στο νομό Καστοριάς. 

Κατηφορίζοντας από τις Αρένες, προς Μυροβλήτη και Πευκόφυτο μέσα σε ένα καταπράσινο φυσικό περιβάλλον που κατακλύζεται από Οξιά και Μαύρη Πεύκη συναντάτε διασταύρωση (δστ. στο εξής), αριστερά σας προς «Σγούρο» (υπάρχει πινακίδα Σγούρος 4 χλμ.). Φεύγετε από το φαρδύ, κεντρικό, ακολουθώντας τον στενότερο αλλά πληθωρικό σε εικόνες δρόμο και σε λίγο, περνάτε τσιμεντένιο γεφυράκι φτάνοντας στον οργανωμένο χώρο αναψυχής. Ιδανικό τοπίο, απόκρυφο και ακαταμάχητα όμορφο με πετρόχτιστες υπερυψωμένες ψησταριές και χώρο για σκηνές. Σε 3,3 χλμ. συνολικά βγαίνετε στον κεντρικό χωματόδρομο, όπου δεξιά γυρνάει πάλι στη Μυροβλήτη και το Πευκόφυτο ενώ αριστερά φεύγει προς Γράμμο όπου ο προορισμός μας· υπάρχουν πινακίδες με τις χλμ. αποστάσεις αλλά την τελευταία φορά (Νοε 05), ήταν πεσμένες (βλ. στο τέλος, αντιγραφή τους). 

Σ’ αυτή τη κεντρική δστ., υπάρχει μεγάλη κρήνη σκεπασμένη με γκρίζα πέτρα, ολόδροσο, πεντακάθαρο νερό, χρήσιμο και στους πεζοπόρους, αφού απ’ εδώ ξεκινούν δύο από τις ομορφότερες πεζοπορικές διαδρομές για την κορφή «Κανελλοπούλου» και για «Τούμπα» (βλ. στο τέλος μήκος διαδρομής). Από τη θέση «Σγούρος» και πάνω, εισέρχεστε πλέον στο Δασικό Σύμπλεγμα Δημόσιων Δασών Βορείου Γράμμου σε ένα νοητό διαχωρισμό με το νότιο σύμπλεγμα. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το Λινοτόπι η οδήγηση γίνεται μέσα από μια γενναιόδωρη φύση που χρωματίζει με την παλέτα της όλες τις διαβαθμίσεις του πράσινου και του καφέ. Μικροσκοπικά και μεγαλύτερα άνθη ξεπροβάλλουν από παντού δίνοντας λίγο χρώμα στην κυριαρχία της Μαύρης Πεύκης, μέχρι που, χωρίς να το καταλάβετε, εισχωρείτε σε μια μικρή γραφική κοιλάδα στη καρδιά του δάσους ανάμεσα στις κορφές Σκάλα (1845 μ. υψ.), Μεγάλη Πέτρα (1842 μ. υψ.), Παππούλη (1601 μ. υψ.), στη κεντρικότερη δστ. της περιοχής Γράμμου. Αυτή, παλιότερα οδηγούσε στην περιοχή της Αλβανικής Κολώνιας (Kolonje), γύρω από την σημερινή πρωτεύουσα Ερσέκα και τα χωριά της. Υπάρχουν παντού πινακίδες που καθοδηγούν τον περιηγητή στην ευρύτερη περιοχή που κάποτε έλαμπε μια μεγάλη, ζωντανή κωμόπολη, το βλαχόφωνο Λινοτόπι(8) (Ληνοτόπι και Ελληνοτόπι(9) στα 1230 μ. υψ.). Αφήστε, προς το παρόν, πίσω σας την πινακίδα που γράφει ‘’προς Άγιο Ζαχαρία’’ (+/- 1,5 χλμ.) και ανηφορίστε δεξιά (500μ.). Σε λίγα λεπτά θα φτάσετε στα όρια της τοποθεσίας που υπήρχε ο ένας από τους τρεις μαχαλάδες που είχε το χωριό.

Εδώ η ιστορία γυρίζει στο 18ο αι. τότε που ο Γράμμος, αποτελούσε τον ζωτικό χώρο για όλα τα βλαχόφωνα κέντρα της περιοχής, όπως οι κωμοπόλεις Νικολίτσα, Γράμμοστα, Λινοτόπι και άλλα μικρότερα, στην ουσία περιφερειακοί οικισμοί της φημισμένης Μοσχόπολης(10). Μέχρι το 1912 – 13 και τη χάραξη των συνόρων ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη, η περιοχή του Λινοτοπίου υπαγόταν στον καζά Χρούπιστας ( Άργος Ορεστικό), συνδετικός κρίκος τότε ανάμεσα στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και την Αλβανία, καθώς βρίσκεται εκεί που συναντώνται τα όρια τους.

Τα πάμπλουτα βλαχοχώρια όμως, είχαν προ πολλού λεηλατηθεί από τις συνεχείς επιθέσεις Τουλκαλβανών, είχαν αποδυναμωθεί από τους πληθυσμούς τους και πλέον δεν είχαν ουδεμία σχέση με τους κυρίαρχους οικισμούς 17ου – 18ου αιώνα. Το Λινοτόπι, συνοικισμένο από Κουτσοβλάχους, συγκροτήθηκε τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας, πιθανά και νωρίτερα, όταν οι καταπιέσεις του κατακτητή ωθούν τους χριστιανικούς πληθυσμούς στα βουνά, σε πιο απόμερες και άρα περισσότερο ασφαλείς περιοχές. Ίσως είναι από τα αρχαιότερα χωριά του Γράμμου. Ονομαστό για τα ισχυρά τσελιγκάτα, τις συγκροτημένες βιοτεχνίες, το εμπόριο μάλλινων σκουτιών, την κτηνοτροφία – υφαντουργία, στηρίχθηκε οικονομικά και κοινωνικά στην ευρωστία της πρωτογενούς παραγωγής των τσελιγκάτων(11)

Φαίνεται ό,τι γνώρισε χρόνια οικονομικής ευμάρειας και πνευματικής ακμής ιδίως το 17ο και το 18ο αιώνα, με τους κατοίκους να ασχολούνται και με τεχνικές δραστηριότητες: έργα χρυσοχοΐας – αργυροχοΐας, χαλκογραφίας, εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής(12), χρύσωσης τέμπλων, ενώ την ίδια εποχή ιδρύεται σχολείο. Όλα αυτά είναι γνωστά και έχουν καταγραφεί ως ξεχωριστής σημασίας φαινόμενα. Οι Άγγλοι αρχαιολόγοι Wace και Thomson έγραψαν για τις περιοχές που κυριαρχούσαν οι βλάχοι: «Η ιστορία της Σίπισχας είναι από κάθε άποψη παρόμοια με την ιστορία της γειτονικής Μοσχόπολης. Οι δύο αυτές πόλεις με την Νικολίτσα και το Λινοτόπι ήταν σύντροφοι στην ευημερία και τη δυστυχία και θα μπορούσε να πει κανείς με σιγουριά ότι κανένα βλάχικο χωριό ποτέ ή έκτοτε δεν έφτασε σε τέτοιο βαθμό υλικής ακμής. Ο πλούτος τους και η φήμη τους είναι γνωστά σε όλη τη Βαλκανική…»(13).  Η θαυμαστή αυτή κωμόπολη ανέδειξε μια πλειάδα εξαίρετων καλλιτεχνών που έγιναν ευρύτερα γνωστοί για τη ζωγραφική τους τέχνη. Αγιογράφοι(14) και συνεργεία τους χάραξαν βήματα, που αργότερα ακολούθησαν οι Χιονιαδίτες και άλλοι ζωγράφοι. 

Ένα από τα πρωιμότερα έργα είναι του ζωγράφου Νικολάου από το Λινοτόπι που σύμφωνα με την επιγραφή, τοιχογράφησε τον ναό του Αγίου Δημητρίου στα Παλατίτσια (κοντά στη Βεργίνα – Βέροια), το 1570. Οι στιλιστικές διαφορές που υπάρχουν στις τοιχογραφίες δείχνουν ότι ο Νικόλαος δεν τις έκανε μόνος του, αλλά είχε και βοηθούς, ήταν ίσως ο επικεφαλής του συνεργείου που ανέλαβε την αγιογράφηση(15). Σύμφωνα με τα ενυπόγραφα έργα η δραστηριότητα αυτή διαρκεί ογδόντα έξι χρόνια, με τελευταία διακόσμηση αυτή του μοναστηριού της Ζέρμας, που αναφερθήκαμε ήδη (Ταξίδια τ. Ζ’, Γράμμος 3ο, 2005, 30). Η κτητορική επιγραφή στην οποία αναφέρει τη θεμελίωση (1656), με χορηγό τον προύχοντα από το Λινοτόπι Ιωάννη Νικολάου, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την ευημερία του χωριού. 

Η απασχόληση αυτή μας δίνει ακόμα ένα παράδειγμα, τόσο οικείο στα χωριά του Γράμμου, κατοίκων ορεινής κοινότητας που εξειδικεύονται σε συγκεκριμένες τέχνες με κοινό σημείο τον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Το Λινοτόπι, πάνω στην ακμή του με έξι χιλιάδες κατοίκους, καταστρέφεται γύρω στο 1769 – 1770 από πάνοπλους Αλβανούς «μπορτζιλήδες» (στυγνοί δανειστές, που εξορμούσαν με πλήθος ατάκτων και επιβάλλονταν με τη βία), συγχρόνως με τη Μοσχόπολη και τα γύρω βλαχόφωνα χωριά, ο δε πληθυσμός μετακινήθηκε προς τις ελληνόφωνες περιοχές της Δυτ. και Ανατ. Μακεδονίας – Θράκης(16), κυρίως όμως στο Κρούσοβο, Μεγάροβο και Αχρίδα, μεγάλα αστικά κέντρα του βλαχόφωνου ελληνισμού. Ειδικά η Αχρίδα υπήρξε ήδη από τη μεσαιωνική περίοδο το σημαντικότερο οικιστικό κέντρο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ήταν έδρα του ομώνυμου Πατριαρχείου και της Αρχιεπισκοπής(17), όπου υπάγονταν σχεδόν όλες οι μεγάλες Μητροπόλεις και Επισκοπές.

Μεταξύ των περιοχών που δέχθηκαν πληθυσμό από το Λινοτόπι ήταν η Βλάστη (και Μπλάτσι, δες Βακαλόπουλος Ιστορία Μακεδονίας 1354 – 1833) εκεί όπου γεννήθηκε ο λόγιος βαρόνος της Αυστροουγγαρίας Κωνσταντίνος Δ. Βέλιος (1772 – 1838), μέγας εθνικός ευεργέτης, που ανέγειρε μεταξύ άλλων, το δημοτικό Πολιτικό Νοσοκομείο, σημερινό Πνευματικό κέντρο του Δήμου Αθηναίων και ίδρυσε την Αρχαιολογική Εταιρία. Απόδειξη της καταγωγής του αποτελεί το εξώφυλλο της μεταφρασμένης έκδοσης του 1792, Του νέου Ρομπινσόν συμβάντα, όπου αναφέρει ότι κατάγεται «εκ Λινοτοπόλεως της Μακεδονίας, και παρ’ αυτού αφιερωθέντα». Γεννημένος στη Βλάστη με καταγωγή από το Λινοτόπι, ήταν και ο Στέργιος Δούμπας, χρυσοχόος (βλ. παρακ. σημ. 9), ο μεγαλύτερος ευεργέτης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου. 

Γύρω στο 1886 η παλιά αίγλη του Λινοτοπίου έχει χαθεί και πλέον το κατοικούν λίγες μουσουλμανικές οικογένειες βοσκών, ενώ στις αρχές του 20ου αι. ερήμωσε εντελώς, το μόνο που θύμιζε την αλλοτινή λαμπρή παρουσία του ήταν τα ερείπια διακοσίων σχεδόν οικιών και τριών ναών, από τους οποίους ξεχώριζε ο μητροπολιτικός που, κατά τη μαρτυρία γερόντων, υπήρχε μέχρι το 1913 πράγμα που επιβεβαιώνει, το 1919, ένας χωροφύλακας του σταθμού Καλής Βρύσης(18). Σήμερα, μια μικρή ανιστόρητη πινακίδα «Λιανοτόπι», λιγοστοί σωροί από πέτρες και ένα μικρό λιθόκτιστο ξωκλήσι, χτισμένο ψηλότερα πάνω στο λόφο από στρατιώτες στην περίοδο του εμφυλίου, έχει μείνει να ‘’φυλάει’’ τα άγια τούτα χώματα.

Ο δρόμος είναι στρωμένος πρόσφατα (Νοε ’05) με χοντρό χαλίκι και όλη η περιοχή με κάποιον αδιόρατο τρόπο φορτίζει την ψυχή, προτιμότερο να είστε με κάποιον παρέα. Η συνέχειά του, βγάζει στον Πεύκο συναντώντας την άσφαλτο που έρχεται από το Νεστόριο. Καλύτερα όμως να επιστρέψετε στην προηγούμενη τοποθεσία, προς την κεντρική δστ. Ακολουθώντας την πλούσια σε νερά κοίτη του ρέματος Παλιοχωρίου [Λινοτοπίου] που πηγάζει ανάμεσα από το Σούφλικα και το Φαρμάκι και κάποτε ‘’χώριζε’’ τις δύο συνοικίες του χωριού, πλησιάζετε στην μικρή κοιλάδα. Στην πρώτη δεξιά δστ., υπάρχει πινακίδα προς Άγιο Ζαχαρία (4 χλμ.). 

Ο ‘’μαλακός’’ χωρίς χαλίκι δρόμος έχει κάποια νεροφαγώματα, λιμνούλες, λάσπες και ντανιασμένους στην άκρη κορμούς από τη ξύλευση, κάποια πεσμένα δέντρα, αλλά στο μεγαλύτερο από τα πέντε + χλμ. είναι εύκολα βατός οδηγώντας σας στα άδυτα του δάσους που είναι Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων). Γνωστότερο ως «ΚΑΖ Ψωριάρικα – Τσάρνο»με έκταση 41.000 στρ. έχει στόχο, την προστασία και διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 527/Β/1986). Το όμορφο θέαμα από τον ανεξερεύνητο παράδεισο του μικτού δάσους με τα κωνοφόρα και φυλλοβόλα κερδίζουν αμέσως τα ψηλόκορμα μαυρόπευκα, μέχρι που συναντάτε ένα μεγάλο ξέφωτο που, αμέσως, αιχμαλωτίζει το αδηφάγο βλέμμα. 

Στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται η κορυφογραμμή των συνόρων με τις κορυφές «Σακούλι» και «Μουτσέλι» (2334 μ. υψ.), που υψώνονται πάνω από την αθέατη κοιλάδα της Γράμμοστας. Μπροστά στα μάτια σας ένα πέτρινο τείχος σφραγίζει θαρρείτε την κοιλάδα, αφήνοντας μόνο τη στενή δίοδο του φαραγγιού «Καταφύκι», όπου βρίσκει την έξοδό του ο Αλιάκμονας. Σε πρώτο πλάνο κάτω στο πλάτωμα, λιγοστά οπωροφόρα και ταπεινοί λιθοσωροί, προσδιορίζουν το χωριό Άγιος Ζαχαρίας (Ζαγάρι στα 1250 μ. υψ.) κάτω από την κορυφή «Παππούλη». «Τρείς ώρας μακράν του Γιαννοχωρίου είναι το χωριόν Άγιος Ζαχαρίας, έξ επτά οικογενειών (1928), του οποίου οι κάτοικοι ομιλούσι την Αλβανικήν και εν μέρει την Ελληνικήν, διότι, ως μοί έλεγεν ο αγροφύλαξ αυτού, οι πρόγονοι των κατοίκων ήσαν Έλληνες εξισλαμισθέντες καταγόμενοι από το Λινοτόπι. Το χωρίον επί τουρκοκρατίας ωνομάζετο Ζαγάρι εκ της μεγάλης Μονής του Αγίου Ζαχαρίου. Οι ολίγοι Αλβανοί οι κατοικούντες σήμερον, κατά την μαρτυρίαν του 95χρονου γέροντος Μουχαμέτ Μεχμέτ, ήρθον από την Στάριαν (Κολώνια) επί Αλή Πασά είς Λινοτόπι ένθα έμειναν επί 25 ακριβώς έτη»(18α). Οι ίδιες οικογένειες που αναφέρει ο γυμνασιάρχης και επιμελητής αρχαιοτήτων Παντελής Τσαμίσης, συνοίκησαν τον Άγιο Ζαχαρία (Ζαγάρι), ενώ άλλες επτά εγκαταστάθηκαν στα κελλιά του μοναστηριού, λίγα χλμ. πιο κάτω. Στην τελευταία για το χωριό απογραφή του 1928, καταγράφονται συνολικά τριάντα ένας κάτοικοι.

Τριγύρω το τοπίο έχει μια αξεπέραστη αρμονία, μόνο κάποια θροΐσματα από τα φύλλα των δέντρων και τα τιτιβίσματα των πουλιών σπάνε την άκρα σιωπή. Ο παραμικρός θόρυβος αντηχεί απέναντι στα βράχια του Φλάμπουρου (1882 μ. υψ.) και επιστρέφει πίσω δυνατότερος, ενώ ο ήχος των μοτοσυκλετών που παίρνουν μπρος, ίσως, ξενίσει και εσάς. Η διαδρομή πολύ σύντομα φτάνει στο τέλος σ’ ένα μεγάλο, χαμηλότερο από το δρόμο πλάτωμα, όπου βρίσκεται μοναχικό, ένα από τα ελάχιστα θρησκευτικά μνημεία της περιοχής Γράμμου. 

Ο μικρός μεταβυζαντινός ναός του Αγίου Ζαχαρία που γλίτωσε το γκρέμισμα και την καταστροφή είναι το μοναδικό προσκύνημα που σώθηκε από τη λαίλαπα του πολέμου και του πανδαμάτορα χρόνου. Αποτελεί τμήμα της ομώνυμης Ιεράς Μονής, «…εις ήν υπήγοντο επτά μετόχια, έν οίς και η σήμερον Μονή της Τσούκας»(18β), ενώ τα κελιά των μοναχών, έχουν προ πολλών ετών αφανιστεί. Το 1921 με ενέργειες του Παν. Τσαμίση και με βοήθεια των κατοίκων του Γιαννοχωρίου, Μονόπυλου, Σλίμνιτσας και των μουσουλμάνων Αλβανών του χωριού Αγίου Ζαχαρία έγινε η προσθήκη, ώστε να προφυλαχθούν οι εξωτερικές, έως τότε, τοιχογραφίες της δυτικής πλευράς. Εξαιρουμένης αυτής της προσθήκης, όπου και η νέα είσοδος, ο περίτεχνος σωζόμενος ναός είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος, συνεπτυγμένος σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου (δηλ. ενώ η κάτοψη του είναι ορθογώνια το πάνω μέρος του εξωτερικά δείχνει έναν κανονικό σταυροειδή). 

Εξωτερικά όλο το σύνολο αμέσως υποβάλει τον επισκέπτη. Η σκεπασμένη με γκρίζα πλάκα στέγη, ο πανέμορφα λαξεμένος σε πωρόλιθο οκτάπλευρος τρούλος τα τρία τοξωτά παράθυρα όμοια με πολεμίστρες, χτισμένα σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, στολίζουν τη νότια πλευρά του ναού δημιουργώντας ένα κομψότατο σύνολο. Κάτω από το σημερινό υπόλειμμα τοιχογραφίας της εξωτερικής επιφάνειας του νότιου τοίχου πάνω από την παλιότερη είσοδο ο Π. Τσαμίσης είχε διαβάσει επιγραφή στην κατάληξη της οποίας υπήρχε η ημερομηνία 1671, το ίδιο και ο αρχαιολόγος Μύρων Μιχαηλίδης, το 1967, και αφορά την ιστόρηση της μονής. Σήμερα, μόνο με σκάλα υπάρχει πιθανότητα να διακρίνει κάτι ο φιλόπονος ερευνητής. 

Στο εσωτερικό η κατάσταση είναι τραγική, απογοητεύοντας ακόμα και τον πιο καλοπροαίρετο επισκέπτη. Οι τοιχογραφίες της δυτικής πλευράς παρά την ύπαρξη του μεταγενέστερου πρόναου έχουν σχεδόν καταστραφεί. Ακόμα και αυτές που σώζονται δεν διακρίνονται εύκολα από τα άλατα, την υγρασία, τις φθορές και τους καπνούςπου άναβαν οι «…βλαχοποιμένες το χειμώνα εντός του…»(18γ). Πάνω από το χαμηλό υπέρθυρο της εισόδου υπάρχει επιγραφή πολύ κατεστραμμένη. Με δυσκολία διαβάζονται κάποιες λέξεις, που μαρτυρούν λογία επιγραφή, αλλά δεν αρκούν για συμπεράσματα. Αναφέρεται(19) ότι αυτή ήταν γραμμένη στα βλάχικα με ελληνικούς χαρακτήρες και έλεγε: «Κάρι βα σ’ ίντρα τρου αέστα μπισιάρικα σι βα σ’ ινκλίνα κου εβλάβιε Ντουμνιτζάου βα λι ατζιούτα», που σημαίνει ό,τι «όποιος θα μπει σ’ αυτόν το ναό και θα προσκυνήσει με ευλάβεια, ο Θεός θα τον βοηθήσει». Είναι πολύ ενδιαφέρουσα άποψη που θα έπρεπε να ερευνηθεί από ειδικούς, αφού, όσο περνάει ο καιρός, οι ‘’αποδείξεις’’ χάνονται. Μέχρι σήμερα πάντως, γνωρίζουμε μόνο μία επιγραφή, μάλιστα τρίγλωσση, «ελληνικόν» στη λόγια και επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα, «απλούν», στη δημοτική της εποχής, και «βλάχικον», με βάση το ελληνικό αλφάβητο, στο παλιό μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων Κλεινοβού Καλαμπάκας(20). Στον κυρίως ναό περνάει ελάχιστο φως από τις λεπτές σχισμές των παραθύρων, που μοιάζουν με πολεμίστρες. Η καπνιά των αιώνων σκεπάζει όλες τις επιφάνειες, όμως οι Άγιοι είναι εδώ, όρθιοι με τις ρομφαίες τους, άλλοι με σταυρούς άλλοι με ευαγγέλια στα χέρια, ενώ στον τρούλο σώζεται ο Παντοκράτορας που περιβάλλεται από αγγελικές δυνάμεις. Οι τοιχογραφίες είναι καλό έργο τοπικού εργαστηρίου(21), αλλά χρειάζονται συντήρηση και ανάδειξη. 

Ολόκληρο το μνημείο βοά για αυτή την ανάγκη, ήδη από το 1993 που έγινε η μελέτη και η αποκατάσταση της στέγης που είχε καταρρεύσει. Όπως αναφέρθηκε, είχε επισκεφθεί το μνημείο ο αρχαιολόγος Μύρων Μιχαηλίδης, αργότερα ακολούθησαν κι’ άλλοι(22), που μελέτησε την αρχιτεκτονική και τις τοιχογραφίες του. Στο Αρχαιολογικό Δελτίο 22 (1967): Μελέται Α’, 86, κλείνει την εργασία του αναφέροντας: «…το ενδιαφέρον γι’ αυτό [το μοναστήρι] γίνεται ακόμα μεγαλύτερο εξ’ αιτίας της θέσεώς του, γιατί βρίσκεται αφ’ ενός τόσο κοντά σε πατρίδα ζωγράφων, το Ληνοτόπι, και αφ’ ετέρου σε μια περιοχή τόσο έρημη και δυσπρόσιτη, στην οποία δεν συναντά κανείς μνημείο σε μεγάλη ακτίνα». Μοναδικό μνημείο που δυστυχώς η διοίκηση όχι μόνο δεν το αξιοποιεί, αλλά δεν συγκινείται από την αντίστροφη μέτρηση, που ήδη έχει αρχίσει.

Κάποτε ο Άγιος Ζαχαρίας υπήρξε σπουδαίο μοναστήρι, διέθετε αξιόλογα κτήματα, βοσκότοπους, μεγάλη κτηνοτροφική περιουσία και πολλούς καλόγερους. Αργότερα όλα αυτά χάθηκαν, υπήχθη στον ενοριακό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου Γιαννοχωρίου, σε μια εποχή που ακόμα γιόρταζαν με μεγάλο πανηγύρι την εορτή του Αγίου, κάθε χρόνο στις 5 Σεπτεμβρίου, της Ζωοδόχου Πηγής. Στα χρόνια μας, η μονή αγρυπνεί ολομόναχη στην απεραντοσύνη του Γράμμου πολύ κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Δεν λειτουργείται πια, ούτε κανείς πλησιάζει έστω να ανάψει ένα κερί. Αναρωτιέστε ίσως, ποιος να ήταν ο πρωτομάστορας που με περίσσια τέχνη ζύμωσε την τεχνική του, με την πίστη, την ευαισθησία, το σεβασμό και μαζί με τα μαστορόπουλα και τους καλφάδες του τον θεμελίωσε; Δεν γνωρίζουμε ποιος, γνωρίζουμε όμως μέσα από την ιστορία, πόσα είδε και έζησε η μονή σε κείνους τους δύσκολους καιρούς. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών μιλούν ακόμα, έχοντας την ανάμνηση των καλών στιγμών της, πριν ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος, τότε που τα καντήλια άναβε ο Μουχαμέτ Μεχμέτ Αλής και όταν αυτός πέθανε, ανέλαβε ο γιος του Αλής. Φορτισμένες μνήμες από έναν τόπο που τα είδε όλα, μετατρέπουν τη θύμηση σε σουβλιά στην καρδιά. Αν στα 1924 κάποιοι Αλβανοί, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, άναβαν τα καντήλια και συντηρούσαν το ναό του Αγίου Ζαχαρία στο ακρότατο αυτό σύνορο της πατρίδας μας, εμείς οι Έλληνες ξεμακρύναμε πολύ….. 

Η καλύτερη εκδοχή, είναι να επιστρέψετε από τον ίδιο δρόμο, κάτω, στην μικρή κοιλάδα με το τρίστρατο, στην τοποθεσία όπου τοποθετείται ο κεντρικός οικισμός του Λινοτοπίου και ο μεγάλος μητροπολιτικός ναός του. Τη θέση του, έχει πάρει το πυκνό δάσος κι’ ένα ωραίο πλάτωμα με μικρό στέγαστρο, πετρόχτιστη κρήνη με σχεδιασμένη πάνω της με μπογιά, την ελληνική σημαία και το 595 [τ.π.], στον ευρύτερο χώρο που παλιότερα υπήρχε σκοπιά. Ολόδροσο, τρεχούμενο ‘’κρύσταλλο’’ νερό, σ’ ένα πανέμορφο περιβάλλον για ξεκούραση, ανασύνταξη της παρέας, (που το πιθανότερο είναι να έχει σκορπίσει), ή προκαθορισμένη συνάντηση με άλλους φίλους μια που αυτή η περιοχή βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο και, λόγω διαμόρφωσης, βοηθά στον εντοπισμό της. 

Όπου να πηγαίνει ο ταξιδιώτης από εδώ θα περάσει οπωσδήποτε, χώρια που είναι από τα λίγα μέρη με μεγάλο άνοιγμα που βοηθά να ‘’πιάνουν’’ τα κινητά. Το εκτεταμένο δάσος που σας περιτριγυρίζει κρύβει με επιμέλεια υπολείμματα σπιτιών και το ξεκίνημα ή την κατάληξη, ανάλογα από πού έρχεται κανείς, της φημισμένης Σκάλας της Γράμμοστας,το φαρδύ λιθόστρωτο μονοπάτι που αποτελούσε για πολλά χρόνια τη βασική οδό επικοινωνίας του Λινοτοπίου με τη Γράμμοστα. Υπάρχει μάλιστα πιθανότητα τριγύρω να υπάρχουν στημένες σκηνές ή στοιβαγμένα ξύλα για φωτιά, από πεζοπόρους ή ορειβάτες που ανακάλυψαν τη γοητεία της εξερεύνησης σε αυτή τη διαδρομή (υπάρχει σήμανση με κόκκινους ρόμβους και παλιά σύρματα τηλεφώνου). Σχεδόν πίσω και αριστερά (Δ – ΝΔ), από τη κρήνη, σας δίνεται η ευκαιρία να ξεκινήσετε μια μικρή πεζοπορία πάνω στα χνάρια αυτής της ιστορικής στράτας, που κάποτε διέσχιζαν φορτωμένα καραβάνια εμπόρων από όλα τα μήκη και πλάτη των Βαλκανίων. Εκεί προς το τέλος της, συναντάει ένα μικρό εικονοστάσι, μετά διάσελο και συνεχίζει απέναντι από τα ‘’Βολιώτικα Καλύβια’’ μέχρι το χωριό (1ω). 

Η άλλη εκδοχή, είναι να ακολουθήσετε τις πινακίδες ‘’προς Γράμμο’’ όπου σε δύο χλμ., αριστερά, είναι ο παλιός στενός δρόμος (με μικρή πινακίδα), με νεροφαγώματα, πρασινάδες (μπορεί να προκαλέσουν μικρογλιστρήματα), που οδηγεί στην κοινότητα Γράμμου. Στο χώρο κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο και η υπόκωφη βοή απ’ τον ορμητικό Αλιάκμονα (Προσθήκη 17/4/08: βλ. περιγραφή του ποταμού στο Καραμήτρου Μεντεσίδη Βόιον σελ 49) καθώς πετάγεται φουριόζος απ’ το απόκρημνο φαράγγι και με εξαιρετική δύναμη περνάει κάτω από τη τσιμεντένια γέφυρα για να ξεχυθεί στη νέα του κοίτη, αλλάζοντας διεύθυνση, πηγαίνοντας προς το βορά (Φούσια). Από αυτό το σημείο ξεκινά η διάσχιση του Φαραγγιού «Καταφύκι» που έχει κηρυχθεί Καταφύγιο Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων), γνωστό ως «ΚΑΖ Καταφύκι – Σκάλα – Πέτρα Μεγάλη» έκτασης 11.000 στρ.με στόχο την προστασία – διατήρηση των σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 522/Β/1986). 

Πληθώρα χλωρίδας συνοδεύει τα βήματα των οδοιπόρων οδηγώντας περισσότερο στα άδυτα του κρημνώδους φαραγγιού, στις πυκνές συστάδες οξιάς, δίπλα στη σπηλαιώδη βάση του, όπου κάποτε φιλοξενούσε το πρόχειρο αντάρτικο νοσοκομείο. Εκεί προς το τέλος (500 – 600 μ. σύνολο αλλά τι μέτρα!), οδηγεί σε πέρασμα μικρού καταρράκτη και λιμνούλας. Σε αυτό το σημείο μπορεί ν’ αντιμετωπίσετε πρόβλημα αφού πρέπει να περάσετε απέναντι για να ολοκληρώσετε τη διαδρομή. Αν το ποτάμι έχει πολύ νερό (εξαρτάται από την εποχή) αυτό δεν γίνεται. Όταν όμως περάσετε, είστε ήδη στο δρόμο για τα μεγάλα βοσκοτόπια της κοιλάδας της Γράμμοστας. 

Όλος αυτός ο τόπος με την εξαιρετικά ανεπτυγμένη παρόχθια φυσική βλάστηση τη συνεχή ροή του Αλιάκμονα και το δυσπρόσιτο του ποταμού έχει δημιουργήσει έναν σπάνιο βιότοπο. Από μελέτες και έρευνα στο πεδίο(23) που έγιναν από τον Αρκτούρο, έχει προκύψει ότι εδώ ζει και αναπτύσσεται η σπάνια ευρασιατική βίδρα (Lutra lutra), που θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της Ευρώπης. Γνωρίζουμε ό,τι η παρουσία της είναι ο θετικότερος δείκτης καθαρότητας και υγείας των ποτάμιων και λιμναίων οικοσυστημάτων. Άφθονα ίχνη της παρουσιάζονται σε όλο το μήκος του Αλιάκμονα από την περιοχή του Φαραγγιού «Καταφύκι» έως λίγο πριν το Νεστόριο.

Όλο το τοπίο θαρρείτε ό,τι βγήκε από παραμύθι, ενώ συνεχίζοντας άλλα διακόσια μέτρα συναντάτε τη πινακίδα που δείχνει προς τον καινούργιο δρόμο για το ομώνυμο του Γράμμου κοινοτικό διαμέρισμα. Φαρδύς, άνετος, σας ανεβάζει γρήγορα ψηλά μέχρις ότου συναντάτε δεξιά σας τους απότομους βραχώδεις σχηματισμούς, στη βάση των οποίων υπάρχουν κάποια εθνόσημα από διάφορες μονάδες του στρατού. Τα ψηλά, γυμνά από βλάστηση βράχια, εντυπωσιάζουν, ενώ για τους τολμηρούς η φύση πρόβλεψε, κι’ εκεί, σε έναν αποκομμένο από τον κύριο ορεινό όγκο, βράχο έχει αφήσει μια τεράστια οπή σχηματίζοντας ένα πολύ όμορφο, περίεργο πεδίο, ιδανικό για αναρρίχηση. 

Αριστερά σας, στο χαμηλό πλάτωμα υπήρχε κάποτε μια ανθούσα κοινότητα το Βετέρνικο (Βετεάρνικο, Βετεάρνικ(24), Βαρτένιστα σε 1400 μ. υψ.), μια από τις πολλές εξαφανισμένες κυριολεκτικά, μικρότερες βλάχικες εγκαταστάσεις. Το πιθανότερο είναι ότι αυτές βοήθαγαν στην καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της κτηνοτροφίας, ρόλο που είχαν άλλοι, περιφερειακοί εξίσου σημαντικοί οικισμοί όπως το Λειβάδι (κοντά στον Πεύκο βλ. Βιβλίο Πεύκος σελ 11), το Πισκοχώρι (νότια προς την Αετομηλίτσα), και η Αετομηλίτσα. Το ότι υπήρχε σοβαρή εξάρτηση από τον κεντρικό πυρήνα που ήταν η Γράμμοστα, φαίνεται από το γεγονός της πλήρους αποχώρησης του ελληνικού στοιχείου μετά την καταστροφή το 1769, και κυρίως από το ότι ποτέ δεν επέστρεψαν, ακολουθώντας την τύχη τους, μόνιμα πια, σε ξένα μέρη. 

Ελάχιστες πληροφορίες διασώζονται για το Βετέρνικο, το οποίο ο Gustav Weigand αναφέρει ως Βαρτένι(25), προσθέτοντας παρακάτω ότι: «…οι Αρωμούνοι [Βλάχοι] το έχουν αφήσει. Έχουν εγκατασταθεί κάποιες οικογένειες Αλβανών βοσκών». Μετά την καταστροφή των χωριών της περιοχής βρέθηκαν πρόσφυγες μαζί με Μοσχοπολιάνους που σχημάτισαν τον αρχικό πυρήνα, στο Μοναστήρι (Βιτώλια) αλλά και αλλού. Στη διαδρομή που έκανε ο Weigand προς την Αχρίδα, μέσω Μηλόβιστας (11 – 12 Ιουλίου 1889), σταμάτησε στη Ρέσνα(26), «…ένα μεγάλο χωριό, που μετράει και περίπου εκατόν πενήντα αρωμουνικές οικογένειες, οι οποίες κατάγονται κατά το πλείστον από το Βαρτένι στην οροσειρά του Γράμμου»(27).

Στα χρόνια μας, κάποιοι λίγοι λιθοσωροί υπενθυμίζουν την παρουσία του, ενώ λίγο πιο πάνω, στο πλάτωμα, υπάρχει ένας πολύ όμορφα διαμορφωμένος χώρος αναψυχής, εξ’ ολοκλήρου πετρόχτιστος με κρήνη, υπερυψωμένες ψησταριές, τραπέζι, κάδο απορριμμάτων και γενικά ότι μπορεί να χρειαστεί ένας φυσιολάτρης. Παραδίπλα είναι (μάλλον ήταν, αφού έσπασε), η ξύλινη πινακίδα που δίνει πληροφορίες για τη πεζοπορική διαδρομή Βετέρνικο – Φούσια. Όλα αυτά τα όμορφα, χρήσιμα έργα που απευθύνονται κυρίως, στους περιηγούμενους της περιοχής, όπως οι χώροι αναψυχής, οι ξύλινες ενημερωτικές πινακίδες που συναντάτε συχνά – πυκνά, έχουν γίνει από τη Νομαρχία Καστοριάς σε μια προσπάθεια να γίνει πιο άνετη η επίσκεψη σ’ αυτά τα μέρη.  

Ανηφορίζοντας θα βρεθείτε στον αυχένα όπου υπάρχει μικρό στέγαστρο, παγκάκι, και ένα ωραίο με ξύλινη κορνίζα ενημερωτικό πάνελ για το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica), που κάποιοι πληθυσμοί του, γύρω στα πενήντα άτομα, ζουν εδώ. Συνολικά η χώρα μας διαθέτει 500 – 600 από αυτά τα πανέμορφα θηλαστικά, που επιβιώνουν, διασκορπισμένα σε πέντε μεγάλες και δύο μικρότερες γεωγραφικές ενότητες. Μία από αυτές είναι ο Γράμμος όπου ζουν περίπου 50 άτομα(28). Φαίνεται ότι βρήκαν τον ιδανικό βιότοπο στην περιοχή, με επικλινείς, καλυμμένες με δάση πλαγιές, όπως είναι δηλαδή ο παρακείμενος του αυχένα μεγάλος γκρεμός, αριστερά σας. Πραγματικά, το θέαμα απ’ τις βραχώδεις κάθετες ορθοπλαγιές που, ανάμεσά τους, απύθμενο θαρρείς σχηματίζεται το βαθύσκιο κατάφυτο φαράγγι, κόβει την ανάσα κερδίζοντας τη ματιά σας. Σαν τεράστιοι τοίχοι ξεχωρίζουν οι δύο κορφές, Σκάλα (1845 μ. υψ.) σε πρώτο πλάνο και Πέτρα Μεγάλη (1842 μ. υψ.) η δεύτερη, ενώ, στο βάθος, ακούγεται ο Αλιάκμονας καθώς με περίσσια δύναμη διασχίζει με θόρυβο το φαράγγι «Καταφύκι», αναζητώντας με ανυπομονησία την έξοδο. Είναι ένα απ’ τα εξαιρετικά σημεία, με άφθονη βλάστηση που πρέπει να σταματήσετε για να το δείτε από κοντά. 

Η κατηφορική διαδρομή συνεχίζει μέσα στο  θαυμάσιο τοπίο, που σε όλη τη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου βόσκουν δεκάδες γελάδια, περνάει δίπλα από τη θέση «Βολιώτικα Καλύβια» (σύμφωνα με το χάρτη της Γ.Υ.Σ.), όμως σήμερα δεν έχει, όπως υποθέτει ο επισκέπτης, κάποια σχέση με Βολιώτες. Ίσως παλιότερα να υπήρχαν και ‘’καλύβια’’, όμως από το 1980 η διεύθυνση δασών Καστοριάς έχει φτιάξει αυτά τα παράξενα ‘’σπιτάκια’’, από ελλενίτ και κάθε καλοκαίρι μένουν εδώ οι Χατζαραίοι από τη Θεσπρωτία, βόσκοντας τα κοπάδια τους. Η ίδια διεύθυνση, στην περιοχή ευθύνης της, έχει ανοίξει πάνω από 1300 χλμ. από αυτό το χρήσιμο δίκτυο δασικών δρόμων. Πιο κάτω είναι η μοναδική δστ., το ενημερωτικό πάνελ για το Γράμμο και η πινακίδα που οδηγεί στις περιοχές «Μπαρούγκα», «Μούζα» και τη θέση «Φούσια», όπου κάποτε βρισκόταν η ομώνυμη κοινότητα. 

Έχουν ήδη αρχίσει να διαγράφονται στον ορίζοντα οι μυτερές κορφές, ενώ, καθώς οδηγείτε, εμφανίζεται ένα ανυπέρβλητο θέαμα έξω από κάθε περιγραφή. Εμπρός σας, στον ευρύτερο χώρο που υπήρχε η εκθαμβωτική Γράμμοστα, απλώνεται η απέραντη ομώνυμη Κοιλάδα, η λιλιπούτεια σημερινή μετονομασμένη κοινότητα Γράμμου (στα 1350 μ. υψ.),ενώ, πιο ψηλά, ορθώνονται σε όλο το μεγαλείο τους οι θεόρατες κι’ απόκρημνες κορφές του Γράμμου που περιλαμβάνονται στο δίκτυο περιοχών «Φύση (Natura) 2000», σύμφωνα με την οδηγία 92/43. Η «2520» δεν φαίνεται απ’ εδώ, όμως η «Κιάφα», πιο πίσω το «Περήφανο» κι’ άλλες χαμηλότερες, συνθέτουν ένα αποκαλυπτικό πανόραμα με ‘’σάρες’’, ‘’λούκια’’, και ‘’διαζώματα’’ που δύσκολα θα φύγει από τη μνήμη σας. 

Σύμφωνα με τις ενδείξεις και την παράδοση, ο πρώτος οικισμός φαίνεται ότι δημιουργήθηκε περί τον 11ο ή 12ο αι. και έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του κατά τον 17ο αρχές 18ου αι., τότε, που θεωρείται η σημαντικότερη κωμόπολη στην ευρύτερη περιοχή με τρεις μεγάλες συνοικίες. Εκείνη την εποχή η πολυάνθρωπη μητρόπολη των Βλάχων σε αυτή τη σπάνια τοποθεσία με τα δεκάδες πλεονεκτήματα, κατοικείται από τρεις χιλιάδες οικογένειες, (15.000 κατ.) τα μέλη των οποίων ασχολούνται με την κτηνοτροφία, την παραδοσιακή υφαντουργία και το εμπόριο μάλλινων σκουτιών όπως το γειτονικό Λινοτόπι. Σε όλη την περίοδο της ακμής της οι κάτοικοι είχαν οργανώσει τις παραγωγικές δομές γύρω από μεγάλους Τσελιγκάδες, τα πλούτη των οποίων, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα, ήταν μυθικά.

Ενδεικτικό των κτηνοτροφικών μεγεθών της Γράμμοστας είναι το τσελιγκάτο του Πατσιαούρα, που αριθμεί 10.000 πρόβατα, αποτελώντας μια πλήρως διαρθρωμένη συνεταιριστική επιχείρηση, η οποία απασχολεί πολλά εργατικά χέρια, αποδίδοντας άφθονες πρώτες ύλες για τη μεταποίηση και το εμπόριο(29). Αυτή την περίοδο, οι ισχυρότερες φάρες ήταν οι Χατζηστέργιου, Στάθη, Πατσιαούρα(30), Χατζημπίμπλου, Νάκου, Χατζητζιούλα και οι Πισιωταίοι(31). Απ’ όλους, ξεχώριζαν οι Χατζηστεργαίοι(32) [αργότερα έλαβε το επώνυμο Χατζόπουλος] και Πατσιαουραίοι· για τους τελευταίους, λέγεται ακόμα και τώρα, ότι είχαν τόσα κοπάδια και τόσο μεγάλη παραγωγή γάλατος, ώστε είχαν κάνει ολόκληρες εγκαταστάσεις πήλινων σωληνώσεων, πολλών χλμ., ώστε να το διοχετεύουν από τις στάνες στο τυροκομείο τους δίπλα από το χωριό.

Λείψανα αυτών, γνωστότερων ως ‘’κιούγκια’’, εξακολουθούν να υπάρχουν στις πλαγιές του βουνού(33). Όπως σε όλα τα βλαχόφωνα κέντρα έτσι και στη Γράμμοστα ενδιαφέρθηκαν για μόρφωση και πολύ νωρίς λειτούργησε σχολείο. Εκεί μαθήτευσε το 1756 ο Άνθιμος Ολυμπιώτης (1737 – 1794), ιερομόναχος από το Λιβάδι Ελασσόνας. Αργότερα ανέλαβε ηγούμενος της ιεράς μονής Παναγίας Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας (1780 – 1794), όπου ίδρυσε, με δική του δαπάνη, σχολή, συγκροτώντας και μια από τις σπουδαιότερες βιβλιοθήκες, την οποία δυστυχώς έκαψαν οι Γερμανοί κατακτητές το 1944. Το 1781 ίδρυσε Ελληνικό σχολείο στο Λιβάδι Ολύμπου, δίδαξε ρητορική, φιλοσοφία και μαθηματικά κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα(34). Και αυτή η πολιτεία αναπτύχθηκε σε πνευματικό επίπεδο και ευτύχησε να δει γόνους της να εξελίσσονται σε σημαντικούς καλλιτέχνες που διακρίνονται στην αγιογραφία. Το πρωιμότερο έργο φέρεται να το ζωγράφισε ο Κωνσταντίνος μαζί με το συντοπίτη του Μιχαήλ, το 1604 που τοιχογραφούν τη βασιλική της Μονής Παναγίας στην περιοχή του Δελβίνου της Βορείου Ηπείρου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1606 ο Δημήτριος με άγνωστο συνεργάτη του, φιλοτέχνησε τις τοιχογραφίες του Μητροπολιτικού ναού των Αγίων Αποστόλων Αρχιεπισκοπής Πωγωνίου. Αργότερα ακολούθησαν και άλλοι(35).

Αναφερθήκαμε κι’ άλλη φορά (Ταξίδια τ. Στ’’, Γράμμος 1ο, 2004, 193, 210),στο ότι η περιοχή αυτή ήταν ενιαία, δεν υπήρχαν σύνορα και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που όλα αυτά τα κέντρα του βλαχόφωνου ελληνισμού αναπτύχθηκαν, φτάνοντας σε δυσθεώρητα επίπεδα πλούτου και οικονομικής αυτονομίας. Περιφερειακά της Γράμμοστας, στη σημερινή Αλβανία, ήταν και άλλες μεγάλες πόλεις της εποχής (Γράμποβα, Σίπισχα, Νικολίτσα), κυρίως όμως η Μοσχόπολη. Με τρεις συνοικισμούς αρχικά, έξι αργότερα, υπό την προστασία της εκάστοτε βαλιντέ – σουλτάνας (βασιλομήτορος) εξασφάλισε προνόμια και εξελίχτηκε σε μια από τις πλουσιότερες πόλεις με πολυάριθμα δημόσια κτήρια, αξιομνημόνευτους «..είκοσι περικαλλείς και ευρύχωρους..», ιερούς ναούς (Αγ. Παρασκευής, Αγ. Αθανασίου, Ταξιαρχών, Αγ. Αποστόλων, Αθανασίου, Δημητρίου, Νικολάου, και το περίφημο οχυρό μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου), ορισμένοι από τους οποίους σώζονται ακόμα. 

Διέθετε θαυμάσια πανδοχεία, εμπορικά καταστήματα σε άμεση σχέση με τη Βενετία, ήδη από το 1586, ενώ, αργότερα, επεκτείνεται στη Βιέννη, τη Γαλλία κι’ αλλού. Υπήρξε μια μεγάλη πόλη, η οποία από κτηνοτροφικό βλαχοχώρι το 1684, εξελίχθηκε (18ος αι.) σε πνευματικό, εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της Άνω Μακεδονίας με συμπαγή βλάχικο πληθυσμό 30.000 – 45.000 κατοίκων, και δεκατεσσάρων συντεχνιών, με ουσιώδη προνόμια, μεταξύ των οποίων η οπλοφορία. 

Αυτά καταδεικνύουν μικρό μόνο μέρος του συσσωρευμένου πλούτου της, που, όπως ήταν φυσικό, κέντρισε το ενδιαφέρον πολλών, ήδη από την εποχή των Ορλωφικών (1769 – 1770), τότε που πλησίαζε η αποφράδα ημέρα της. Τότε που ο ρωσικός στόλος εμφανίζεται στη Πελοπόννησο, οι επαναστάσεις ενθαρρύνονται και  συνταράζουν την υπόδουλη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το ναύαρχο Ορλώφ σχηματίζεται η Ανατολική και Δυτική Λεγεώνα της Σπάρτης(36), ξεκινά η πολιορκία του φρουρίου της Κορώνης, στο Αίγιο ο μητροπολίτης Πατρών Παρθένιος, στην Κόρινθο ο Γεώργιος Νοταράς με το γιο του Μακάριο, μητροπολίτη Κορίνθου, στην επαρχία Φαναρίου ο προεστός της Ανδρίτσαινας Αναστάσιος Χριστόπουλος, στην Καλαμάτα ο Μπενάκης, στον Βάλτο ο Σταθάς Γεροδήμος, στη Βόνιτσα και το Ξηρόμερο ο Χρήστος Γρίβας, στο Αγγελόκαστρο ο Γιώργος Λαχούρης, ακολουθούν το Μεσολόγγι, τα Κράβαρα, το Λιδόρικι, ο Παρνασσός και τα χωριά του, η Λιβαδειά, τα Μέγαρα, η Κρήτη με τον Δασκαλογιάννη, η Θεσσαλία και η Ήπειρος συμμετέχουν με ενθουσιασμό κατά του βάρβαρου τουρκικού ζυγού(37). Όλα τα Βαλκάνια αναστατώθηκαν ενώ: «το απαίσιον της αναρχίας φάσμα εκυριάρχει πανταχού»(38)

Όσο γινόντουσαν αυτά, πολύ μακρύτερα, το λαμπρό άστρο της Μοσχόπολης που αναπτύχθηκε και αναδείχτηκε μέσα σ’ ένα εξαίσιο πνευματικό, αστικό, περιβάλλον και ουδέποτε αισθάνθηκε τον τουρκικό ζυγό, ετοιμαζόταν να διαγράψει την τελευταία του τροχιά. Ουσιώδες αίτιο υπήρξε μεταξύ άλλων, το θολό πολιτικό τοπίο που απλώθηκε σαν μαύρο πέπλο παντού, δίνοντας την ευκαιρία σε αγάδες ή μπέηδες να εκβιάζουν για ‘’προστασία’’, πιστώνοντας σιγά - σιγά τον πλούτο της, δήθεν για την ασφάλειά των εμπορικών δραστηριοτήτων. Η είδηση της εξεγέρσεως [και η ατυχή της έκβαση] γέμισε μανία τους Τούρκους που αντεκδικήθηκαν με μανία. «Η Τρίκκη [Τρίκαλα] επυρπολήθη και διηρπάγη, η εμπορικοτάτη και ευδαίμων Μοσχόπολις άρδην κατεστράφη, οι προεστώτες της Φιλιππουπόλεως ερραβδίσθησαν, τα υπάρχοντα των χριστιανών διηρπάργησαν, αι οικίαι των εκάησαν, και πολλοί έπεσαν θύματα της μαχαίρας των εξηγριωμένων βαρβάρων. Εις Λήμνον απεκεφαλίσθηκαν ό τε αρχιερεύς και οι προύχοντες των Ελλήνων, εν δε τη Σμύρνη πολλοί εφονεύθησαν εξερχόμενοι του ναού της αγίας Φωτεινής(39)».

Οι Τούρκοι έστειλαν στρατό αποτελούμενο από πενήντα χιλιάδες Αλβανούς που ξεκίνησαν την ερήμωση του τόπου από τις βόρειες επαρχίες, «Γενίτσαροι πλημμύρισαν τις βόρειες επαρχίες…ολόκληρη η Ελλάδα λούστηκε στο αίμα(40)», φτάνοντας μέχρι τη Φωκίδα την Παρνασσίδα και από εκεί στην Πελοπόννησο. Εξοντώθηκαν όχι μόνο οι επαναστάτες και οι ύποπτοι, αλλά και άμαχος πληθυσμός. Η Μοσχόπολη, ένα μοναδικό σε μέγεθος αυτόφωτο αστέρι που φώτισε και επηρέασε όλες τις μεγάλες πόλεις της εποχής καταστρέφεται από την 21η Μαΐου 1769 και για τρεις μέρες. Το συμβάν της ταχύτατης όσο και απροσδόκητης διάλυσης, που οφείλεται εν μέρει και στους ‘’προστάτες’’ – πιστωτές που υποχρέωναν τους εμπόρους να υπογράφουν χρεωστικές ομολογίες, επηρέασε ραγδαία όλα τα μεγάλα κέντρα, που δέχθηκαν χιλιάδες οικογένειες προσφύγων. Μετά τον αφανισμό της, οι πλούσιοι Μοσχοπολιάνοι βλάχοι (αποκαλούνται και Μοσχόβλαχοι(41)), δημιούργησαν τη «Νέα Μοσχόπολη» στο γνωστό Μοναστήρι (Βιτώλια – Μπίτουλε στη βλάχικη), τη μεγαλύτερη Μητρόπολη του βλαχόφωνου ελληνισμού που στις αρχές του 20ου αιώνα είχε συγκεντρώσει μέχρι και 3.300 βλάχικες οικογένειες. Οι φτωχότερες τάξεις, μην έχοντας την οικονομική δύναμη να αντεπεξέλθουν, επέστρεψαν, «οπότε η πόλις συνελθούσα διετέλει εν τινι ικανή ησυχία(42)». 

Μεταξύ των πόλεων και κωμοπόλεων που δέχθηκαν καίριο πλήγμα, καθοριστικό της μελλοντικής τους πορείας, ήταν και η Γράμμοστα. Οι συνεχείς επιδρομές Τουρκαλβανών είχαν φέρει από νωρίς διαδοχικά κύματα μαζικών εξόδων, σε αναζήτηση ασφαλέστερου χώρου. Οι μεγάλες πληθυσμιακές αφαιμάξεις διήρκεσαν πολύ, συμπαγείς ομάδες Γραμμοστιάνων εξαπλώνονται παντού και εγκαθίστανται στη Μακεδονία, τη Ροδόπη και ακόμα μακρύτερα, Βουλγαρία, Σερβία, Ρουμανία. Είναι βέβαιο ότι την ίδια εποχή που καταστράφηκε η Μοσχόπολη έγινε το ίδιο και στη Γράμμοστα, μάλιστα η παράδοση, όπως συνηθίζει στα σημαντικά γεγονότα, την έκανε τραγούδι(43). Οι κάτοικοι που παρέμειναν στο ερειπωμένο χωριό ήταν πια λίγοι και σίγουρα αρκετά φτωχοί. 

Ο Weigand, στη διάρκεια του ταξιδιού που πραγματοποίησε το 1889, αναφέρεται συχνά στους Γραμμοστιάνους που συναντά σε όλες τις μεγάλες πόλεις αλλά για τη Γράμμοστα γράφει(44) ότι έχει 300 ψυχές, η Αετομηλίτσα με 400 και το Πληκάτι με 250. Σε σημείωση του ιδίου όλα αυτά τα χωριά μνημονεύονται στο EthnographiedelaMacedoine, (Φιλιππούπολη 1881), με ακόμα μικρότερο πληθυσμό: 210 κεφαλές φόρου συνολικά (500 ψυχές). Όποια στατιστική και να είναι σωστή η βλαχόφωνη Μητρόπολη της Γράμμοστας παρά τις λεηλασίες και τις δύσκολες συνθήκες που διαμορφώθηκαν στη Βόρεια Πίνδο κρατούσε ακόμα, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Αργότερα όμως, στη δεκαετία 1930, δεν θυμίζει σε τίποτε τον άλλοτε εκπάγλου καλλονής οικισμό, υπάρχουν μόνο ελάχιστα ταπεινά σπίτια τριγυρισμένα από απέραντα ερείπια.

Διαβάζοντας την απογραφή(45) της 15ης – 16ης Μαΐου 1928, η νεοσύστατη (1927) κοινότητα Γράμμου είχε 13 κατοίκους, πιθανά δεν είχαν ανέβει ακόμα οι κτηνοτρόφοι, αφού στο αναμνηστικό λεύκωμα(46) της Ι. Μητροπόλεως Καστοριάς διαβάζουμε ότι είχε 60 οικογένειες. Για σχολείο ούτε λόγος, ενώ τη καλοκαιρινή περίοδο στον ενοριακό ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι εφημέριος ο Παπά Δαμιανός Καρακώττας που τον χειμώνα ακολουθούσε τους «βλαχοποιμένες» ενορίτες του, στο Άργος Ορεστικό. Το 1950 είναι παντέρημη, ενώ μέχρι το 1974 ολόκληρη η περιοχή θεωρείται απαγορευμένη ζώνη και δεν πλησιάζει κανείς για μόνιμη εγκατάσταση, με εξαίρεση τους ντόπιους κτηνοτρόφους που, πατροπαράδοτα, απ’ του Αγ. Γεωργίου και μετά ανέβαιναν με τα κοπάδια τους και ξεκαλοκαίριαζαν. Οι πρώτοι, έφτασαν το 1952 με ό,τι τους είχε απομείνει, ξεκινώντας την οργάνωση με καινούργιες ελπίδες. Εκείνη την εποχή χτίζεται το Κοινοτικό κατάστημα, το τυροκομείο, τα γεφύρια, έρχεται από κοντά η τηλεφωνική σύνδεση και ξεκινά η διάνοιξη του δρόμου που ολοκληρώθηκε το 1966(47). Εβδομήντα χρόνια μετά την ίδρυση της κοινότητας Γράμμου, για ιστορικούς λόγους, η πολιτεία με το σχέδιο Καποδίστριας (Ν.2539/1997, ΦΕΚ 244/Δ/4-12-1997) περί «σύστασης των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης» το 1997, διατήρησε την ανεξαρτησία της κοινότητας, με έδρα το Άργος Ορεστικό (75 χλμ., μακρύτερα) και 203 εγγεγραμμένους, από τους οποίους ψήφισαν οι 185 (2002). Στο πέρασμα του χρόνου έγιναν άλλα έργα υποδομής, το 2001 ήρθε το ρεύμα και η συνεχής ζήτηση οικοπέδων φέρνει κάθε χρόνο όλο και περισσότερους στα γραφεία της κοινότητας, όπου γίνονται οι δημοπρασίες.  

Σήμερα ο επισκέπτης αντικρίζει δεκατρείς συνολικά κατοικίες, ενώ η κοινοτάρχις Γράμμου κυρία Κατερίνα Φιλιάδου, αναφέρει ότι κάθε χρόνο, όλο και περισσότεροι εκδίδουν άδειες ανέγερσης. Στο κέντρο της σχεδόν, βρίσκεται το παλιό κτήριο της κοινότητας που αρκετά χρόνια πριν επεκτάθηκε στεγάζοντας και το καφενείο, που με την παρουσία του κυρ – Ηλία Κλουσιάδηπου το νοικιάζει, έχει μεταμορφωθεί σε μια πρώτης τάξεως ταβέρνα – ψησταριά. Το εξωτερικό περιφραγμένο προαύλιο διαθέτει πολλά παγκάκια και τεράστια μακρόστενα τραπέζια που μπορούν να φιλοξενήσουν δεκάδες άτομα, ενώ οι μυρωδιές από τα ντόπια ψητά που φτιάχνει ο κυρ Ηλίας κυριολεκτικά ‘’σπάνε μύτες’’. Είναι αδύνατον κάποιος από τους επισκέπτες ή τους 28 κατοίκους (’01) που έρχεται ή που φεύγει να μην περάσει από δω ενώ ο χώρος είναι εξαιρετικά όμορφος για αυτούς που αποζητούν ησυχία και άμεση επαφή με τη φύση. Ίσως δεν θα μπορέσετε να θυμηθείτε κάτι παρόμοιο. 

Από τις τρεις περίβλεπτες εκκλησίες της παλιάς Γράμμοστας: Κοίμηση Θεοτόκου, Αγία Παρασκευή και Άγιο Γεώργιο με σπουδαία ιστορικά κειμήλια, υπάρχουν μόνο τα ερείπια της παλιάς βασιλικής του 18ου αιώνα και η καινούργια (1982), που είναι αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου.Στο ορεινό συγκρότημα του Γράμμου, ειδικά στην περιοχή του σημερινού χωριού υπάρχουν τα πιο εκτεταμένα, πλούσια και αδιάσπαστα αλπικά βοσκοτόπια στο Νομό Καστοριάς, ίσως τα μεγαλύτερα στην Ελλάδα. Η άφθονη βλάστησή τους καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 60.000 στρ., που αποτελείται από δεκάδες είδη φυτών, μεταξύ τους και πολλά σπάνια φαρμακευτικά και νανώδεις θάμνοι συχνά με αγκάθια, που κατά τόπους αναπτύσσονται από τα 1500 μ., ενώ από τα 1800 μ. και ψηλότερα κυριαρχούν ολοκληρωτικά.

Από αυτά τα αλπικά λιβάδια, τα 40.000 στρ. ανήκουν στην κοινότητα και είναι απ’ τους πιο σημαντικούς και υγιείς βοσκότοπους πράγμα σημαντικό για την μετακινούμενη (νομαδική), κτηνοτροφία, που μεταφέρει εδώ κάθε καλοκαίρι εκατοντάδες γιδοπρόβατα και γελάδια. Βέβαια, τα μέτρα που παίρνει η διοίκηση προκαλούν ερωτηματικά, γιατί πλέον δεν είναι θέμα αν επαρκούν ή όχι, αλλά για πιο λόγο αντί για την υποτιθέμενα επιθυμητή και επιδοτούμενη αύξηση αυτής της δραστηριότητας, υπάρχει δραματική μείωση. Εντύπωση προκαλεί επίσης ότι ακόμα δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς επεδίωξε το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αγροτική Ανάπτυξη – Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000 - 2006» (ΚΥΑ 103/20.4.2001, ΦΕΚ 747/14.6.2001) με προϋπολογισμό 100 δις. δρχ. που εντάχθηκε στο Γ’ ΚΠΣ και με θόρυβο και πηχυαίους τίτλους(48) αναγγέλθηκε.

Αν εξαιρέσουμε τις συνεχείς παρατάσεις, επίσημος απολογισμός δεν υπάρχει, αν και το πιθανότερο είναι ότι, όπως τα άλλα ΚΠΣ έτσι και αυτό, εξαντλήθηκε χωρίς να δημιουργήσει την παραμικρή υποδομή γιαυτό το περίφημο ..αύριο ή έστω την χιλιοειπωμένη σύγκλιση. Έτσι, ενώ το 1978, υπήρχαν 1022 βοοειδή και 8900 πρόβατα και το 2000: 1200 και 6750 αντίστοιχα(49) τα στοιχεία της κοινότητας για το 2005, αναφέρουν 1.500 βοοειδή και 1.350 πρόβατα!. Αν πραγματικά ξοδεύτηκαν 100 δις. δρχ. για ανάπτυξη, και αυτή η πλούσια σε βοσκές περιοχή παρουσιάζει αυτό το αποτέλεσμα, τότε η ανοησία έχει πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι πιστεύαμε.

Σε κάθε περίπτωση, οι δύσκολα χαραγμένοι αγροτικοί δρόμοι και τα δεκάδες μονοπάτια οδηγούν τα βήματα των πεζοπόρων (βλ. στο τέλος «πεζοπορικές διαδρομές»), σε εκπληκτικές κορυφές με άπλετη, χωρίς όρια θέα. Σε περασμένο αφιέρωμα για την Αετομηλίτσα είχαμε αναφερθεί στο αίτημά της για τη διάνοιξη δρόμου που θα συνέδεε τις δύο κοινότητες. Αυτό το έργο όσον αφορά τη σύνδεση Αετομηλίτσας – Αρένων θα είναι εφέτος (2006) πραγματικότητα, αφού από την μεριά της Αετομηλίτσας άρχισε, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2005. Η δεύτερη οδός επικοινωνίας Αετομηλίτσα – Στάνη Λάμπρου ή Λάμπρη (20 χλμ.) – ύψωμα Φαρμάκι έχει εγκριθεί και είναι θέμα χρόνου να υλοποιηθεί. Άλλωστε είναι μόνο τρία – τέσσερα χλμ. και ο δρόμος Γράμμοστα – Φαρμάκι υπάρχει.

Όταν ολοκληρωθεί, η διαδρομή Γράμμοστα – Αετομηλίτσα και αντίστροφα θα είναι μόλις 25 – 28 χλμ., δέκα λιγότερο από ό,τι είναι από τον ‘’κάτω’’ δρόμο, χώρια ότι θα έχει καλύτερη θέα. Στην κοινότητα, μπορείτε να στήσετε τις σκηνές σας σχεδόν παντού, όλο το καλοκαίρι μέχρι αργά το φθινόπωρο, μόνο προσέξτε, μην είναι πάνω σε μονοπάτι που περνούν πρόβατα. Ένα καλό σημείο, εκτός του στεγασμένου αλλά τσιμεντένιου προαυλίου της εκκλησίας, είναι στην κρήνη που έφτιαξε ο σύλλογος Γραμμουστιανών ‘’η Γράμμουστα’’, το 1987. Κοντά της είναι ο καλύτερος χώρος. Στο χωριό, έρχονται δεκάδες περιηγητές με σκοπό να ανεβούν στις τριγύρω ψηλές κορφές, ενώ σχεδόν όλοι οι ορειβατικοί σύλλογοι περιλαμβάνουν στο πρόγραμμά τους, μια εξόρμηση στο βόρειο Γράμμο. 

Ένα μοναδικό τοπίο στη Βόρεια Πίνδο που θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στη μνήμη σας είναι η αθέατη από τις γύρω κορφές, αλπική Λίμνη του Γράμμου στα +/- 2380 μ. υψ. στη θέση «Γκιστόβα», η ψηλότερη στην Ελλάδα, και φυσικά η κορυφή «2520», (βλ. στο τέλος πληροφορίες πρόσβασης) τρίτη σε ύψος στη χώρα (2521 μ. υψ.), μετά τον Όλυμπο και τον Σμόλικα. Στα σκούρα μπλε νερά της, φιλοξενεί τον σπάνιο Αλπικό Τρίτωνα (Triturusalpestris) έναν από τους τρεις που συναντάμε στην Ελλάδα. Βρέθηκε εδώ, αλλά και στις λίμνες Μουτσάλια και Αρένες, όπου συμβίωνε με άλλα είδη, κυρίως με τον Κοινό Τρίτωνα (Triturusvulgaris) και τον βάτραχο των ρυακιών (Ranagraeca). Εξ’ ίσου βέβαιο είναι ότι όλη αυτή η κορυφογραμμή που καλύπτει μια μεγάλη περιοχή, μέχρι κάτω το νομό Ιωαννίνων, συνορεύει(50) με τους Αλβανικούς νομούς Κορυτσάς και Κολώνιας(51) πράγμα που επιτρέπει σε πεζοπόρους της άλλης πλευράς να έρχονται εδώ πάνω. Δεν αποκλείονται, λοιπόν, φιλικές συναντήσεις. 

Εσείς, σε κάθε περίπτωση, μη χάσετε την ευκαιρία για αυτή την περιπετειώδη διαδρομή, ειδικά αν έχει καλό καιρό. Ενημερώστε για τη πρόθεσή σας τον κυρ Ηλία στο καφενείο, ρωτήστε για σκυλιά και ξεκινήστε. Η ευρύτερη περιοχή της κοινότητας Γράμμου μπορεί να μην έχει ατελείωτα δάση όπως τα μέρη που προσπελάσατε για να φτάσετε εδώ, διαθέτει όμως πανύψηλες βουνοκορφές, θαυμάσια αλπικά λιβάδια και το κυριότερο, πεντακάθαρη ατμόσφαιρα και μια γαλήνη που θα σας θυμίσει τις πιο καλές στιγμές που έχετε περάσει δίπλα σ’ αγαπημένα σας πρόσωπα.

Σημειώσεις:

(1)  «Η δε Ορεστίς πολλή και όρος έχει μέγα μέχρι του Κόρακος της Αιτωλίας. Ένί μεν δη κοινώ ονόματι καλείται Βόιον το όρος, κατά μέρη πολυώνυμος έστιν». (Στράβωνος, 7, αποσπ. 6). Γεωργία Καραμήτρου – Μεντεσίδη, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη (1999) 99. επίσης: «Γράμμος: Πρόκειται για το αρχαίο Βόϊον ή Βοίον...», στο: Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία (2004) 382.

(2)  Χάρτης Γ.Υ.Σ. ‘’Γενικής Χρήσεως’’, κλίμακα 1: 50.000, φύλλο GRAMOS, 4η έκδοση Ιούλιος 1970. Χάρτες Macedonia, MountainsPindosNo 1/12 κλίμακα 1: 50.000, «Gramos», MacedoniaEpirus και MountainsPindos Νο 2/12 κλίμακα 1: 50.000, «Smolikas» έκδοση ΕΟΤ – ΕΟΣ Αχαρνών, Αθήνα 2001. Β. Βυτανιώτης, Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Ι. Τσακνάκης, Χάρτης Περιοχής Γράμμου, κλίμακα 1:80.000, Αρκτούρος 2000.

(3)Παλιότερα, ήταν γνωστή σαν Τσιούκα (αλ) Πέτς (κορφή του Πέτση). Παραθέτουμε την λαϊκή παράδοση για την ονομασία, όπως την άφησε γραμμένη ο αείμνηστος Βουρμπιανίτης δάσκαλος Χαράλαμπος Νικ. Ρεμπέλης (1887 – 1947). «Η Τσιούκα Πέτς(2α), (κατά Κώτσιο Παπαχρήστον από Τούρνοβον(2β)). Απ’ οχπάν’ απ’ το Ροζντόλ’ είναι μια κορφή τ’ς Σκάλας που τη λεν’ Τσιούκα Πέτς, που είναι ντιπ γκόλια, γιατ’ είναι πολύ ψηλή και καν’ κρύγιο. Το καλοκαίρ’ βόσκ’ν εκεί τα πρόβατα τα Πετουλαίικα που βγαίν’ ν απ’ εδώ κι’ άλλα βλάχ’κα που βγαίν’ ν από την Κολώνια, γιατ’ είναι στο σύνορο. Από την Τσιούκα Πέτς αγναντεύονται πεκείθε η Κολώνια, τα βουνά του Σκραπαριού και της Γκιόρτζιας κι’ ο κάμπος τ’ς Μπίλιστας. Μια βολά, θα είναι καμμιά ‘κατοστή χρόνια, έσμιξαν εκεί στη κορφή καταρραχής τρείς – τέσσερ’ς τσιελεγκάδες και ξέχαζαν και κουβέντιαζαν για το’να και για τ’ άλλο. Εκεί που μασ’λατούσαν έβαλαν στοίχημα σε χίλια πρόβατα και σ’ εκατό αργκελέδες για να τα παρ’ εκείνος που θα αποφασίσ’ να κάτσ’ ένα χειμώνα σ’ αυτή τη κορφή μέσα σε μια πετρένια καλύβα που θα την έφκιαναν μέσα στης γης. Απ’ τ’ς τέσσερ’ς τσιελεγκάδες μονάχα ένας, ο Πέτ’ς(2γ), δέχτ’κε να κάτσ’ όλον το χειμώνα, μον’ να τάχ’ όλα, να μη του λείπ’ τίποτες. Τόφειακαν μια καλύβα καλή και γερή, τόβαλαν μέσα θροφή, νερό, ξύλα, σεπάσματα κι’ άλλα χρειγιαζούμενα και στα ‘βγα τ’ Άι Δημήτρ’  πόφ’γαν οι βλάχ’ για τα χειμαδιά, ο Πέτ’ς κλείσκε μέσα στην καλύβα. Πέρασ’ όπως – όπως ο δόλιος ο Πέτ’ς το Χαμένο(2δ), μον’ σα μπήκ’ ο Αντριγιάς(2ε) κι’ αρχίν’ς ο βαρύς χειμώνας κι’ έπεσαν κάνα δύο – τρίγια μέτρα χιόν’ και φ’σούσε τ’ ανεμοσούρ’, μετάνοιωσε ο καημένος, μον’ πώς να φύγ’ ; Δε μπορούσε!…Κακοπέσασ’ ο μαύρος και στον Αντριγιά και το Γενάρ’, μόν’ στα ‘μπα του Φλεβάρ’ απελπίσ’κ’ ο Πέτ’ς και γράφ’ σ’ ένα χαρτί: Ως τα τώρ’, αδέρφια, βαστάχ’κα, νταγιάντ’σα, μον απέδω κι΄ομπρός κιοτεύω, δε θα μπορέσω να νταγιαντίσω….θα πεθάνω. Ως τώρα ούτ’ από κρύγιο ‘πόφερα, ούτε από τομ πάγο ούτ’ από θροφή. Τον αγέρ’ ωρ’ αδέρφια, τον αγέρα δε μπορώ να ‘ποφέρω, με ξεκούφανε μέρα νύχτα το βουγγητό τ’ αγέρα, Κουνιέτ’ ο τόπος ώρ’ αδέρφια, και μου φαντάζ’ πως γκυλιούμαι ολοένα στα κατάβαθα τ’ς γής. Αν πεθάνω, θα πεθάνω απ’ το βουγγητό τ’ αγέρα, όχ’ από τίποτες άλλο. Αν θέλετε δίνετε το μισό το στοίχ’μα στο παιδί μ’ τον Πήλιο… Το Μάη πού’ρθαν οι βλάχοι ανέβκαν ίσια στο βουνό, ηύραν την καλύβα και μέσα τον τσιέλεγκα τομ Πέτ’ς πεθαμένον σύξυλο! Από τότες αυτή την κορφή τ’ν είπαν Τσιούκα Πέτς, κι’ όντας οι πιραστικοί βγαίνουν καμμιά βολά στο σκάρ’σμα ή στο σουρούπωμα ως’ εκεί, παίρν’ν με τη φλοέρα τους το μοιργιολόϊ του Πέτ’ς, έτσ’ σε χαβά αρβανιτοβλάχ’κο…». (2α) Υψόμετρον 2520 μ., (2β) Γοργοπόταμος Μαστοροχωρίων, (2γ) Πέτρος, (2δ) Ο Νοέμβριος, (2ε) Ο Δεκέμβριος. Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 1(1953), Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 2(2005) 153 – 154. Βασίλη Γ. Νιτσιάκου, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 2(2003) 108, 109. Για το υψόμετρο βλ. παρακ. σημ. 50.

(4)  Μετά τις καταγραφές του Αρκτούρου και της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας περιλαμβάνεται: Α) στις Σημαντικές Περιοχές για την Αρκούδα, λόγω της μεγάλης έκτασης και των κατάλληλων βιοτόπων για τη διαβίωσή της, και γιατί συνδέεται με τις περιοχές Αλβανίας και Φλώρινας που ζουν Αρκούδες. Β) Έχει ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο περιοχών «Φύση 2000» (Natura 2000), μαζί με άλλες περιοχές της Ελλάδας, που εμφανίζουν σημαντική βλάστηση, χλωρίδα και πανίδα. Οι περιοχές αυτές πρέπει να προστατευτούν βάσει της νομοθεσίας (92/43 ΕΟΚ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό κατάλογο CORINE που βρίσκονται καταχωρημένες οι πιο σημαντικές περιοχές για την πανίδα και τη χλωρίδα σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Γ) Η περιοχή Κορυφές Όρους Γράμμος εντάχθηκε στον κατάλογο CORINE και στο δίκτυο περιοχών «Φύση 2000» κυρίως λόγω της σημαντικής χλωρίδας στις υποαλπικές περιοχές. Δ) Έχει ενταχθεί στις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά στην Ελλάδα, γιατί περιλαμβάνει σπάνια και απειλούμενα είδη πουλιών σύμφωνα με την οδηγία 79/409. Δημήτρης Μπούσμπουρας (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη (1999) § 3.2 Νομοθεσία – Καθεστώς προστασίας.  

(5) Δημήτρης Μπούσμπουρας, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη (2000) 31.

(6) Γιώργος Κ. Παπαγεωργίου – Δώρα Κομίνη – Διαλέτη, «Να γιατί η Ευρώπη υποκλίθηκε στο Γράμμο», περιοδικό Αζιμούθιο, έκδοση Φίλων Βουνού και Θάλασσας, τ.43, Ιαν – Φεβ – Μαρτ (2006) 33. Δέσποινα Κουρουπάκη (επιμ.), «Γράμμος, η Ευρώπη υποκλίνεται στην ομορφιά του», περιοδικό Αζιμούθιο, έκδοση Φίλων Βουνού και Θάλασσας, τ.40, Απρ – Μάιος – Ιούν. (2005) 7 – 17. Σταύρου Τζίμα, «Γράμμος εναντίον Δούναβη για βραβείο φυσικής ομορφιάς», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Σάββατο 21 Μαΐου 2005, (έτος 86ο φύλλο 25.984) σ.7.

(7) Οι δύο βασικές ξεκινούν από το Νεστόριο (βόρεια έξοδος) προς Στενά – Χιονάτο – Κομνηνάδες – Διποταμία – Καλή Βρύση – Μονόπυλο – Γιαννοχώρι – Λιβαδοτόπι – Νεστόριο και αντίστροφαή Νεστόριο (νότια έξοδος) προς Πεύκο – Λιανοτόπι (Λινοτόπι), παράκαμψη για Γράμμοστα (Γράμμος) – Τρίλοφο – Μονόπυλο – Γιαννοχώρι – Λιβαδοτόπι – Νεστόριο και αντίστροφα.

(8)  Όσους συναντήσαμε από την Αετομηλίτσα μέχρι το Νεστόριο το αναφέρουν Λιανοτόπι, το ίδιο και οι πινακίδες, όμως η ονομασία Λινοτόπι είναι αυτή που αποτελεί «κοινό τόπο στις κτητορικές επιγραφές». Αναστασία Γ. Τούρτα, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα (1991) 41. 

 (9)  Τη γραφή Ληνοτόπι καθιέρωσε ο Α. Δ. Κεραμόπουλλος, ως προερχόμενη από το (Ελ)ληνοτόπι. Τούρτα ο.π. 41. Επίσης, στην εργασία του, «Αρχιερατική επιστολή…» πληροφορούμαστε ότι μετά την καταστροφή του Ελληνοτοπίου από Αλβανούς, κάτοικοι μετοίκησαν στη Βλάστη και από εκεί, στις Σέρρες. Μεταξύ αυτών ήταν και Στέργιος, γεννηθείς στη Βλάστη, γιος του Μιχαήλ της αξιόλογης οικογενείας Δούμπα, από τη Μοσχόπολη. Ο Στέργιος φαίνεται ότι από τις Σέρρες πήγε στη Βιέννη, [μετέπειτα ονομάστηκε βαρόνος] ενώ άλλος κλάδος της οικογενείας «με άλλο όνομα» βρέθηκε στο Άργος Ορεστικό όπου ασχολούνται με την χρυσοχοϊκή τέχνη. Στο νεκροταφείο της Βιέννης υπάρχει επιτάφιο επίγραμμα: «Stergio Dumba | geb.zu Blaci Macedonien 1794 | gest. Zu Wien 1870». Αντωνίου Δ. Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», στο: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3, Θεσσαλονίκη (1956) 17. Για τον Βαρόνο Κων. Βέλιο βλ. Μιχ. Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη (1973) 15 - 78. 

(10)Μοσχόπολη (Voscopoja - Βοσκόπολη):(1330 – 1600 ίδρυση, 1769 1η καταστροφή, 1792 2η καταστροφή, 1916 3η καταστροφή – 1930). Η οικονομική ευμάρεια των αποδήμων Μοσχοπολιτών (οικογένεια Σίνα) στην Βενετία, Βιέννη, Ουγγαρία, Οδησσό και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες έφερε σχολές, (‘’Νέα Ακαδημία’’) το δεύτερο τυπογραφείο στον ελληνικό χώρο, (μέχρι τότε είχε μόνο η Κωνσταντινούπολη) επιβλητικούς ναούς, με αξιόλογες τοιχογραφίες κ.ά. «Εκ της Θεοφρουρήτου Χώρας Βοσκοπόλεως» όπως γράφει το εξώφυλλο του βιβλίου του «Πίστις» έλκει την καταγωγή του, ο Νεκτάριος Τέρπος (1690 – 1740), κληρικός και διδάσκαλος που απέτρεψε με τα κηρύγματά του πολλούς εξισλαμισμούς. Έγινε από τους μεγαλύτερους εθνοφωτιστές ενώ με τη διδασκαλία και το βιβλίο του «Πίστις» που τυπώθηκε στη Βενετία, το 1732 προετοίμασε τον ερχομό του Ρήγα. Βλ. Κ. Κούρκουλα, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα (1971) 63 - 67 και Α. Γλαβίνα, ‘’Η Συμβολή του Μοσχοπολίτη ιερομονάχου Νεκτάριου Τέρπου στην ανάσχεση των εξισλαμισμών’’, Διεθνές Συμπόσιο ‘’Μοσχόπολις’’, Θεσσαλονίκη 31 Οκτ – 1 Νοε 1996, Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη (1999) 29 – 44. Για τη Μοσχόπολη, βλ. Ιωακείμ Μαρτινιανός, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965, Παναγιώτου Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000. Νικολάου Ι. Μέρτζου, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001. Πύρρος Θώμος, ‘’Η Μοσχόπολη και οι σχέσεις της με τον έξω κόσμο’’, ΙΑ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, Κάστρο Μονεμβασιάς 23 – 26 Ιουλίου 1998, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα (2001) 137 – 144.

(11) Γκιόλια ο.π. 382.

(12) Εργασία ανακαίνισης του παλιού τέμπλου στο Ναό της Μεταμορφώσεως του Μεγάλου Μετεώρου από τον ξυλογλύπτη Κώστα και τον συνώνυμό του Κωνσταντίνο από το Λινοτόπι, και κατασκευή του τέμπλου της Μονής Δουσίκου (Αγ. Βησσαρίωνος) κοντά στο ομώνυμο χωριό Άγιος Βησσαρίων (παλιό Δούσικο και Δούσκο) στα ριζά του Κόζιακα, «δια χειρός Κωνσταντίνου και εκ του αδελφού μακαρήτι Μιχάλη και εξαδέλφων Δημήτρη και Γεώργη. Εκ χωριων Λινοτόπι. 1767». Δημήτριος Γ. Καλούσιος, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αιώνες», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα (1993) 218, 231, 232. Τούρτα ο.π. 43 σημ. 138.

(13) Alan J. B. Wace – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη (1989) 215 – 216.

 (14) Ο Γεώργιος το 1657 σε συνεργασία με τους συγχωριανούς του Ιωάννη και Δημήτριο ιστόρησε τον κυρίως ναό του Προφήτη Ηλία Ζίτσας Ιωαννίνων, το όνομα του Ζωγράφου Κωνσταντίνου φέρει εικόνα της δέησης, του 1636, που προέρχεται από το τέμπλο του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Κουκούλι Ζαγορίου που φυλάσσεται στο Μουσείο Ιωαννίνων. Ο Κωνσταντίνος, γιος του αγιογράφου Μιχαήλ τον οποίο βοήθησε στην τοιχογράφηση δύο εκκλησιών: την πρώτη φορά μόνος του, το 1620, στο ναό του αλλοτινού μοναστηριού του Αγίου Μηνά στο Μονοδένδρι, και τη δεύτερη φορά μαζί με το συγχωριανό του Νικόλαο, το 1630, στο ναό του Αγίου Νικολάου στη Σαρακήνιστα της Βορείου Ηπείρου, ενώ το 1653 με τη βοήθεια του μαθητή του Νικολάου, ιστόρισε το καθολικό της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία στη Στεγόπολη της Βορείου Ηπείρου. Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα (1984) 75, 124, 210. Ακολουθούν πολλοί ακόμα, πιθανά με οικογενειακά συνεργεία που διευρύνουν τους ορίζοντες και παρουσιάζουν αξιόλογη γεωγραφική εξάπλωση (Λινοτόπι, Παλατίτσια, Μονή Φωτμού, Μονή Μακρυαλέξη, Γεωργουτσάτες, Βίτσα, Μονοδέντρι, Κλειδωνιά, Riljevo, Τσιάτιστα, Σαρακήνιστα, Μονή Πατέρων, Καστοριά, Τύρναβος, Ζαγορά, Ελαφότοπος, Δρυόβουνο, Στεγόπολη, Ζέρμα). Τούρτα ο.π. πίνακες, 137 και αναλυτικά 226 – 230 με βιβλιογραφία. Στο πέρασμα των χρόνων, δημιούργησαν παραδοσιακά πρότυπα που εδραιώθηκαν.

(15)  Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ., 92 – 93. Τούρτα ο.π. 42.

(16) Alan J. B. Wace – Maurice S. Thompson ο.π. 213, σημ. 150.

(17)Γεώργιος Π. Τσότσος, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη (2003) 282. Για την εγκατάσταση στο Κρούσοβο και την Αχρίδα βλ. Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι),  Α’ τόμος / Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (2001) 83, 99.

(18 – 18α – 18β – 18γ) Βρύσης Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1946)126, 124, 125.

(19) Νικόλαος Δ. Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση: σύλλογος Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (2002) 138.

(20) Γενικά για την επιγραφή, βλ. Μίλτος Γαρίδης, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα (1985) 183 – 203.

(21) Χρήστος Πατρινέλης, Σωτήρης Κίσσας κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα (1997) 199.

(22) Γενικά για τον Αγ. Ζαχαρία, βλ. Χαράλαμπος Μπούρας, «Η εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική κατά τον 16ο αι.», ΙΑ’ Συμπ. ΧΑΕ (1991) 26 – 28. [Καθολικά Ζάβορδας, Αγίου Ζαχαρία Καστοριάς. Ναοί Καστοριάς]. Χαράλαμπος Μπούρας, «Στηρίξεις συνεπτυγμένων τρούλων σε μονόκλιτους ναούς», Ευφρόσυνον Β’, Αθήνα (1992) 407 – 415. [Καστοριά, Άγιος Ζαχαρίας]. Ε. Δεληγιάννη – Δωρή, «Εισαγωγή στη μεταβυζαντινή αρχαιολογία και τέχνη», 15ος – 16ος αι. (Φοιτητικές σημειώσεις, Α’ και Β’), Αθήνα, 1990. [Καστοριά, Άγιος Ζαχαρίας]. Πατρινέλης - Κίσσας κ.ά, ο.π. 181 – 199. [Ναοί Καστοριάς, Γράμμος, Άγιος Ζαχαρίας].

(23)Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 4.7.2.4 Βίδρα.

(24) Βετέρνικο, Βετεάρνικο, (Βετεάρνικ): Αστέριος Ι. Κουκούδης, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη (2000) 358, 361, 505.

(25) Βαρτένι, Βετέρνικο: Gustav Weigand, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων – Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (2001) 322.

 (26)  Η Ρέσνα (Αρέσιανη στη βλάχικη), στη σημερινή π.Γ.Δ.Μ. είχε ελληνικό πληθυσμό και σχολείο, που κατεδαφίστηκε το 1998. Ο Γ. Παπανδρέου υπουργός εξωτερικών τότε, είχε αναφέρει σε απάντηση (υπ. Αριθ. 6618 απο 8.2.99, απαντήθηκε στις 24.2.99), προς τον βουλευτή κ. Ευγ. Χαϊτίδη ότι: «…η κατεδάφιση ενός κτηρίου συνδεδεμένου με την πολιτιστική και ιστορική παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή θεωρούμε ότι ήταν αποτέλεσμα ενεργειών διαφόρων κύκλων, που επιθυμούν την παραχάραξη ή και αλλοίωση των μνημείων και των στοιχείων της διαρκούς ελληνικής παρουσίας στην περιοχή της Πελαγονίας …». Πηγή: www.papandreou.gr, λήμμα: Ρέσνα.

(27)  Weigandο.π. 89.

(28) Χαρητάκης Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 2(2005) 21, 23. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 4.7.2.3 Αγριόγιδο σελ 4.

(29)Γκιόλια ο.π. 382.

(30)Πατσιαούρας Φίλιππος, προερχόμενος από ισχυρό οικογενειακό τσελιγκάτο των Αγράφων, υπήρξε μέλος αποστολής αντάρτικου σώματος στην Κρήτη. Ακόμα και περικυκλωμένος από δύο λόχους ιππικού και τέσσερις λόχους φαντάρων απορρίπτει την πρόταση παράδοσης: «…Παρουσιάσου, βρέ ληστή και συ βρέ Πατσιαούρα.| Μηδά είμαι κόρη να ντραπώ, νύφη να προσκηνήσω,| εγώ είμαι ο πρώτος ο ληστής(30α), με λέγουν Πατσιαούρα». Θοδωρή Α. Νημά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2(1983) 170, Νο 18. (30α)Άγραφος νόμος των ληστανταρτών σύμφωνα με τον οποίο η αναγκαστική παράδοση κρίνεται ως ατίμωση. Γκιόλια ο.π. 510.

(31)Μεγάλο τσελιγκάτο της Γράμμοστας με χιλιάδες αιγοπρόβατα που διέσχιζε ένοπλο τη Μακεδονία επί 250 χρόνια. Στο Βελεστίνο, όπου τα χειμαδιά τους, είχαν κουμπαριά με την πατρική οικογένεια του Ρήγα Βελεστινλή την οποία εξανδραπόδισαν οι Οθωμανοί, μετά τον στραγγαλισμό του Εθνομάρτυρα στο φρούριο του Βελιγραδίου το 1798. Οι Πισιωταίοι έσωσαν από τη σφαγή τον 13χρονο τότε Παναγιώτη, ανιψιό του Ρήγα, γιο του αδελφού του Δημήτρη.  Νικολάου Ι. Μέρτζου, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2(2001) 123, 194.

(32)Μια καταστροφική επίθεση που έγινε στα χρόνια της διοίκησης του Αλή πασά και μας μεταφέρει η παράδοση του τόπου έχει σχέση με την Σιάνα, κόρη του αρχιτσέλιγκα Χατζηστέργιου. Την ήθελε ο Αλή πασάς στο χαρέμι του και έφτασε να την ζητήσει από τον πατέρα της, Χατζηστέργιο. Ούτε η Σιάνα όμως, ούτε ο πατέρας της ήθελαν να πάει στα Γιάννινα. Μαθαίνοντας ο Αλή πασάς την ανυπακοή έστειλε στρατό να αρπάξουν τη Σιάνα ή να καταστρέψουν τη Γράμμοστα. Η παράδοση θέλει τη Σιάνα να κλειδώνεται στο σπίτι της και πολεμώντας, σκοτώνεται «με το όπλο στο χέρι» για να μην πέσει στα χέρια των απίστων. Έτσι, μετά από αυτή την εξέλιξη, οι άπιστοι ‘’χάλασαν’’ τη Γράμμοστα. Αυτό που γνωρίζουμε σίγουρα, είναι ότι η χριστιανική ηθική και η οικογενειακή τιμή των βλάχων δεν θα άφηνε ποτέ κόρη απροστάτευτη [θεωρείται προσβολή για όλη την ποιμενική κοινότητα], ακόμα και εάν ήταν ορφανή, όχι που ήταν κόρη αρχιτσέλιγκα. Άρα η ‘’αποτυχημένη’’ αρπαγή ήταν βέβαιο ότι θα συνέβαινε. Παραθέτουμε μια μαρτυρία που δίνει διαφορετική άποψη, συμπεραίνοντας ότι η Γράμμοστα δεν καταστράφηκε γιαυτό το λόγο. Την παραθέτουμε ολόκληρη όπως την αναφέρει ο συγγραφέας Γιώργος Χ. Χιονίδης.

«Κάποτε ανακάλυψε ο Αλή πασάς, ότι ο τσέλιγκας Χατζηστέργιος, κάτοικος του χωριού Γράμμοστα (που ήταν ορεινή κωμόπολη με τρεις χιλιάδες σπίτια) είχε ένα πολύ όμορφο κορίτσι, που ονομαζόταν Τάνα [με το πέρασμα του χρόνου έγινε Σιάνα]. Ο Αλή πασάς παρουσιάστηκε ο ίδιος στη Γράμμοστα, επικεφαλής πολυάριθμης ομάδας Αλβανών. Ο Χατζηστέργιος και όλοι οι άλλοι τσελιγκάδες, όπως και ο αρσενικός πληθυσμός του οικισμού, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν και να τον υποδεχθούν σε μεγάλη παράταξη. Μόλις κατέλυσε ο Αλή πασάς, άρχισαν να φτάνουν κριάρια, τα οποία έβαζαν στη σούβλα για να φιλοξενήσουν τον υψηλό μουσαφίρη τους. Τρεις μέρες συνεχίστηκε η διασκέδαση και τέλος ο Αλή παίρνει κατά μέρος τον Χατζηστέργιο και του λέει: «Έχω ακούσει ότι έχεις ένα όμορφο κορίτσι και θέλω να το πάρω στο χαρέμι μου. Πιστεύω πως η πράξη μου αυτή σε κάμνει τιμή». Ο Χατζηστέργιος, αν και η καρδιά του τραυματίστηκε βαθιά με όσα άκουσε, δεν έχασε την ψυχραιμία του και υποκρίθηκε ότι δεν περίμενε τέτοια μεγάλη τιμή από το μέρος του πασά και απήντησε ότι αποδεχόταν με μεγάλη χαρά την πρόταση, πρόσθεσε όμως ότι, επειδή υπήρχε η διαφορά της θρησκείας και ο κόσμος της κωμοπόλεως ήταν πολύ θρησκόληπτος, αν και ο ίδιος δεν έδινε σημασία σε τούτα, παρακαλεί τον πασά να μη βιασθεί και ότι στο διάστημα των ερχόμενων τριών ημερών, μετά την αναχώρησή του, θα έπαιρνε το κορίτσι του (χωρίς να ξέρει κανένας) και θα το έφερνε στο χαρέμι του. Του μίλησε τόσο πειστικά, ώστε ο πασάς τα έχαψε, τον πίστεψε και έμεινε κατενθουσιασμένος, Ο Χατζηστέργιος δεν περίμενε να περάσει ούτε μια μέρα από την αναχώρηση του πασά και έδωσε διαταγή μόλις βραδιάσει να ξεκινήσουν κρυφά τα κοπάδια με κατεύθυνση τα Βιτώλια (Μοναστήρι) δια μέσου των βουνών του Βιτσίου, αφού φορτώσουν τα υπάρχοντά τους στα μουλάρια. Τα χαράματα τα κοπάδια και οι οικογένειες βρίσκονταν στο δρόμο μακριά από την κωμόπολη. Έπρεπε να περάσουν από τέτοια μονοπάτια και δάση, ώστε να μην βρει ίχνη ο Αλή πασάς. Μετά από πολλές περιπέτειες στα βουνά του Βιτσίου έφτασαν στο Πισοδέρι. Ύστερα κατέβηκαν στη Φλώρινα. Από εκεί ανηφόρησαν προς τη δεξιά όχθη του ποταμού Τσέρνα, που διασχίζει τον κάμπο των Βιτωλίων και, αφού πέρασαν από τον Περλεπέ, έφτασαν στο Νεράτσικο, στην όχθη του ποταμού Βαρδάρη. Από εκεί πήραν τον κατήφορο του ποταμού και έφτασαν στη Γευγελή, όπου και πέρασαν τον Αξιό στην αριστερή όχθη του. Αργότερα εγκαταστάθηκαν στο χωριό Λιβάδια, κοντά στην Γευγελή. Έτσι κατόρθωσαν να γλιτώσουν την οικογενειακή τιμή τους και να διατηρήσουν καθαρή την ψυχική γαλήνη της καημένης Τάνας. Ο Αλή με τους κατασκόπους που είχε παντού πληροφορήθηκε, ουδέ τη δεύτερη μέρα, την αναχώρηση της ομάδας. Πολλές ομάδες καβαλαραίων Αλβανών (που ήταν οπλισμένοι μέχρι τα δόντια) είχαν σταλεί προς όλες τις κατευθύνσεις, από όπου μπορούσε να υποτεθεί ότι ήταν δυνατόν να περάσει ο Χατζηστέργιος, αλλά μονάχα προς το Βίτσι δεν πήγαν, γιατί κανένας δεν πίστευε ότι ήταν πιθανό να χρησιμοποιηθεί αυτός ο δρόμος». Όλα αυτά μου τα δηγήθηκε ο ενενηντάρης Μιχάλης Παπάζης, ο οποίος είχε λάβει μέρος σ’ αυτή την αναπάντεχη περιπλάνηση, όταν ήταν εφτά χρονών. Η εξιστόρηση στον Παναγιώτη (Γιώτη) Ναούμ έγινε κοντά στο 1902. Γιώργος Χ. Χιονίδης, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», στο: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη (1984) 48 – 49.

(33) Κουκούδης ο.π. 401.

(34)  Θεόδωρος Α. Νημάς, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη (1995) 258. Μέρτζος ο.π. 346.

(35) Ο Γεώργιος, με τους συγχωριανούς του Ιωάννη και Δημήτριο ιστόρισε το 1657 τον κυρίως ναό του καθολικού της Ι. Μ. Προφήτη Ηλία στη Ζίτσα Ιωαννίνων.Ο Ευστάθιος υπογράφει το 1730 την παράσταση του Ευαγγελισμού, στην Ωραία Πύλη της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι Φλώρινας. Πιομπίνος ο.π. 75, 99, 118, 210, 253.

(36)Κωνσταντίνος Ν. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 2(1962) 482.

(37) Κ. Ν. Σάθα ο.π. 486.

(38) Ιωακείμ Μαρτινιανού, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, (επιμ.) Στ. Κυριακίδου, Θεσσαλονίκη (1965) 165.

(39) Κ. Ν. Σάθα ο.π. 496.

(40) Κούλα Ξηραδάκη, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα (1995) 178.

(41)Μέρτζος ο.π. 59.

(42)Μαρτινιανού ο.π. 181.

(43) Το τραγούδι Γραμμουστηνίτισσα καταγράφει ο Στίλπων Π. Κυριακίδης: «Μαρή Γραμμουστηνίτισσα κί από το Λιανοτόπι, | τί ν’ τα ντουφέκια πόπιφταν, πουλύ βαριά βρουντούσαν; | Μήνα σε γάμου ρίχνουνταν, μήνα σε πανηγύρι; | Ουδέ σε γάμου ρίχνουνταν ουδέ σε πανηγύρι. | Μας πάτησαν τη Γράμμουστα κί αυτό το Λιανοτόπι. |  Πήραν άσπρα, πήραν φλουριά, πήραν μαργαριτάρια, | πήραν τη Νικουλάκαινα, την μικροπαντρεμένη». Στίλπων Π. Κυριακίδης, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», στα: Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη (1953 – ‘55) 416, Νο 6. Παραλλαγή του έχει καταγράψει ο Χαράλαμπος Ρεμπέλης όπου αντί για φλουριά και την αρπαγή της Νικουλάκαινας αναφέρει: «Πήραν παιδιά απ’ το δάσκαλο, κορίτσι’ απ’ το γκεργκέφι, | Πήραν και τ’ αρχοντόϊπουλο το γυιό που Πατσιαούρα». Ρεμπέλη ο.π. 34, No 36.

(44) Weigand ο.π. 322.

(45)Τσαμίσης ο.π. 235.

(46)Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1931) 12, 46.

(47) Στην κοινότητα Γράμμου υπάρχει μια σύντομη ιστορική αναφορά. Εκεί (σελ 1) υπάρχει αναφορά στις υποδομές. Βλ. επίσης στο: Πισιώτη Ανδρομάχη Αδάμ – Κων/ νος Αδάμ, «Οδοιπορικό στην Γράμμουστα, δεύτερο σεμινάριο παραδοσιακών χορών», πρακτικά σεμιναρίων βλάχικων παραδοσιακών χορών, έκδοση πανελλήνιας ομοσπονδίας πολιτιστικών συλλόγων βλάχων, Λάρισα 2005.

(48)Τασούλα Καραϊσκάκη, «Πώς θα ζωντανέψουν οι ορεινές περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Η Καθημερινή, Κυριακής 5 Σεπτεμβρίου (1999) σ. 28. Διονύση Σταμπόγλη, «Οι 5 άξονες ανάπτυξης των ορεινών περιοχών», εφημερίδα Αθηνών το Βήμα, Κυριακής 12 Δεκεμβρίου (1999) σ.Δ16. 

(49)Τα στοιχεία προέρχονται από την Ειδική Λιβαδοπονική μελέτη όρους Γράμμου που έγινε από τον Αρκτούρο και το εργαστήριο λιβαδικής οικολογίας του ΑΠΘ: 2001. Μου μεταδόθηκαν τηλεφωνικά από τον Δημήτρη Μπούσμπουρα (5 Απριλίου 2006). Συμπληρωματικά στοιχεία Βλ. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π § 5.4.2.2 Κτηνοτροφία σελ 10.

(50) Η συνοριακή γραμμή καθορίστηκε με το«Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» στην ομώνυμη πόλη από διεθνή Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 1913 και αναφέρει τα εξής: «Η οροθετική γραμμή αναχωρεί εκ του σημείου C (επι του Αυστριακού Χάρτου υψόμετρον 1738, βορειοανατολικώς της Μάνδρας Νικολίκα), ένθα η μεσημβρινή μεθόριος του Καζά Κορυτσάς ενούται με την όφρύν του Γράμμου μέχρι της Μαύρης Πέτρας. Κατόπιν διέρχεται δια των υψομέτρων 2536 [το σωστότερα μετρημένο σήμερα 2521μ., «2520» στους χάρτες της Γ.Υ.Σ.] και 2019 και φθάνει εις Γόλο [σημερινό Γκόλιο]». Νικολάου Κ. Παπαδόπουλου, «Πώς είδε την Δρόπολιν ο Luciano Magrini» στο: Λεύκωμα Η Δρόπολις Βορείου Ηπείρου, έτος 1ο, έκδοση της εν Αθήναις ενώσεως Δροπολιτών «Ο Δρίνος», Αθήναι (1965) 57, του ιδίου: Η Δρόπολις της Βορείου Ηπείρου κατά την Τουρκοκρατίαν (1430 – 1913), εν Αθήναις (1976) 126, όπου βιβλιογραφία: Στ. Αντωνοπούλου, Αι συνθήκαι Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Αθηνών, εν Αθήναις (1917), 29 – 30. Στις μέρες μας, πολλά από τα παλιά μονοπάτια χρησιμεύουν για τη μεταφορά λαθραίων προϊόντων, κοπαδιών προβάτων, ακόμα και ναρκωτικών. Παρά τις συχνότατες περιπολίες των χιλίων συνοριοφυλάκων της ελληνοαλβανικής μεθορίου το παράνομο εμπόριο εξακολουθεί να υφίσταται. Βλ. Σταύρου Τζίμα «Άγριες μάχες με συμμορίες στα σύνορα», εφημερίδα Αθηνών Η Καθημερινή, Τρίτη 11 Απριλίου 2006, (έτος 87ο φύλλο 26251) σ.7.

(51)Η γεωγραφική ενότητα του ορεινού συγκροτήματος του Γράμμου καλύπτει ένα σημαντικό τμήμα που ανήκει στην Αλβανία και ειδικότερα στους νομούς Κορυτσάς και Κολώνιας. Ο νομός Κορυτσάς έχει έκταση 2.181 τ. χ. και πληθυσμό 218.000 κατοίκους (‘90), συνορεύει από την ελληνική πλευρά, με τους νομούς Καστοριάς και Φλώρινας Πρωτεύουσα είναι η Κορυτσά με πληθυσμό 65.300 κατοίκους. Ο νομός είναι ο δεύτερος κατά σειρά σε έκταση και ο έκτος σε πληθυσμό στην Αλβανία. Ο νομός της Κολώνιας έχει έκταση 805 τ. χ. και πληθυσμό 31.000 κατοίκους, βρίσκεται νότια του νομού Κορυτσάς και συνορεύει μ' αυτόν στην κορυφογραμμή του Γράμμου. Με την Ελλάδα συνορεύει κυρίως στο τμήμα του νομού Ιωαννίνων. Δημήτρης Μπούσμπουρας ο.π. § 2.3. Υφιστάμενες Χρήσεις  γης - βασικές δραστηριότητες και έργα, σελ 6.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670

ΔΙΑΜΟΝΗ: Η κοινότητα Γράμμου διαθέτει ξενώνα 61180. Τα πιο κοντινά, ανοιχτά όλο το χρόνο, είναι στο Πευκόφυτο, Γεράσης Κωσταντίνος 81585 και στο Νεστόριο ο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, ‘’Αναστασία’’ 31101. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατόπιν συνεννόησης λειτουργεί  ο ξενώνας Τρίλοφου, Βασίλης Μπέλλος μέλος πολιτιστικού συλλόγου 82411, 6978641877 το ‘’Ξενοδοχείο’’ Μονόπυλου, Τούλιος Βασίλης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 71824, ο ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου Γιαννοχωρίου που λειτουργεί στα πρότυπα ορειβατικού καταφυγίου 82395 Νίκος (Βασιλική η γυναίκα του) Χαλκιάς 2467028715 και ο κοινοτικός ξενώνας Λιβαδοτοπίου, Πέτρος Κοράνης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 2467082444.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Στην κεντρική δστ. προς Λιανοτόπι στο χώρο της παλιάς σκοπιάς, στο χώρο του Βετέρνικου και στο χωριό Γράμμος. Και στις τρεις περιπτώσεις έχει κρήνη με νερό. Στη Φούσια χωρίς νερό, και στην Αγία Ματρώνα του Μονόπυλου στην ‘’διμοιρία’’. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Να έχετε μαζί σας προμήθειες. Αν όχι, ψωνίστε στο Επταχώρι ή το Νεστόριο. Στην κοινότητα Γράμμου υπάρχει ο μισθωτής του ξενώνα και του καφενείου (Ηλίας Κλουσιάδης προς το παρόν), που σερβίρει ψητά της ώρας, 61180.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Κοινότητα Γράμμου:42361, Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092.

ΧΡΗΣΙΜΑ:  Πολιτιστικός σύλλογος Γραμμουστιανών ‘’η Γράμμουστα’’, Ανδρομάχη Πισιώτη  41535, 6944864532. Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995.  

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από το Επταχώρι 84064 (BP)  ή από το Νεστόριο. Κόνιτσα όλες οι εταιρείες.

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΣΛΙΜΝΙΤΣΑ – ΜΟΝΟΠΥΛΟ

00,00 Κοινότητα – Καφενείο Γράμμου μηδενίστε:

0,2 μ. τελευταίο σπίτι Γράμμου,

1,5 χλμ. αριστερά Μπαρούγκα - Φούσια – Τρίλοφο, δεξιά Βετέρνικο και κεντρικός δρόμος για Πεύκο ή Τρίλοφο,

3,55 χλμ. (περιοχή Βετέρνικου) δεξιά παλιός δρόμος που καταλήγει στην έξοδο του φαραγγιού Καταφύκι και τον

κεντρικό δρόμο, αριστερά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον καινούργιο δρόμο,

6,1 χλμ. δστ. κεντρικός δρόμος δεξιά Πεύκος, αριστερά Τρίλοφο,

9,7 χλμ. αριστερά Φούσια, ευθεία Τρίλοφο,

10,6 χλμ. αριστερά πλάτωμα – ξύλευση δεξιά Τρίλοφο,

11,0 χλμ. δεξιά Αλιάκμονας, ευθεία Τρίλοφο,

14,7 χλμ. αριστερά δασικός, δεξιά Τρίλοφο,

15,6 χλμ. Σλίμνιτσα.

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΑΕΤΟΜΗΛΙΤΣΑ

00,00 Κοινότητα – Καφενείο Γράμμοστας μηδενίστε:

1,50 χλμ. αριστερά Μπαρούγκα - Φούσια – Τρίλοφο, δεξιά Βετέρνικο και κεντρικός δρόμος για Πεύκο ή Τρίλοφο,

3,55 χλμ. (περιοχή Βετέρνικου) αριστερά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον Καινούργιο δρόμο, δεξιά Πεύκος ή Τρίλοφο από τον Παλιό δρόμο

6,1 χλμ. δεξιά Πεύκος αριστερά Τρίλοφο

  • 7,05 χλμ. δεξιά παλιός δρόμος για Γράμμοστα ο οποίος βγαίνει στον καινούργιο

9,7 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα Αριστερά Πεύκος κεντρική δστ. Πέτρινη κρήνη, στέγαστρο, αριστερά Τρίλοφο

14,10 χλμ. αριστερά Δασικός δεξιά Αετομηλίτσα

14,66 χλμ. δστ. με σκεπαστή κρήνη στη θέση ‘’Σγούρος’’ δεξιά Αετομηλίτσα ευθεία Μυροβλήτη

20,23 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά Μυροβλήτη

21,58 χλμ. δεξιά δασικός ευθεία Αετομηλίτσα

  • 24,30 πηγή τρακοσάρα και δεξιά δασικός για στάνη και βοσκοτόπια. Ευθεία Αετομηλίτσα.
  • 25,49 Λίμνη ‘’Αρρένες’’

25,60 χλμ. δεξιά δασικός αριστερά Αετομηλίτσα

 27,00 χλμ. δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά δασικός προς Χρυσή στη θέση ‘’στρούγκες Βέρμπη’’

  • 27,50 χλμ. ΔΙΑΣΕΛΟ στη θέση ‘’Τρίγωνο’’

28,75 χλμ. Λιβάδι στη θέση ‘’Καμπίτσιο’’ δεξιά Αετομηλίτσα αριστερά (Λούψικο – Λυκόραχη)

  • 29,50 χλμ. Πέρασμα με παχιά λάσπη. Κάντε παράκαμψη 50μ από το δάσος

33,17 χλμ. αριστερά στάνη Ευθεία Αετομηλίτσα

34,17 χλμ. δεξιά στάνη Αριστερά Αετομηλίτσα

  • Πέτρα Μούκα στα δεξιά σας

35,10 χλμ. Κεντρικός δρόμος Δεξιά Αετομηλίτσα – αριστερά Ε.Ο. Κόνιτσας – Επταχωρίου – Κοζάνης. Υπάρχει πινακίδα για Αρένες – Λιανοτόπι – Γράμμος.

35,20 χλμ. δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα υπάρχει πινακίδα για στάνη Λάμπρη – Γκούρα – Καζάνι - Σούφλικα

36,20 χλμ. Δεξιά στάνες ευθεία Αετομηλίτσα.

37,80 χλμ. Πλατεία Αετομηλίτσας. Η διαδρομή είναι 1ω 07’.

ΓΡΑΜΜΟΣΤΑ – ΛΙΜΝΗ ΓΚΙΣΤΟΒΑ

Ο δρόμος που ξεκινά μέσα από το χωριό (υπάρχει πινακίδα ‘’προς Γκιστόβα’’), ανεβαίνει ψηλότερα, μόνο φροντίστε να μην έχετε φορτωμένα πράγματα ή δεύτερο άτομο. Συνεχίστε όπως πάει ο κεντρικός αγροτικός (στα 1450 μ. υψ υπήρχε μια, από τις τρεις, συνοικίες της Παλιάς Γράμμοστας), και σε 15 – 20 λεπτά θα βρεθείτε σε δστ. που αριστερά βγαίνει σε μαντριά – τόλ και την «2520», ενώ δεξιά πηγαίνει σε νεόκτιστο εκκλησάκι (12χλμ.). Εδώ, στη θέση «Γκιστόβα» αφήστε τη μοτοσυκλέτα και συνεχίστε περπατώντας αριστερά (βόρεια), σε 45 – 60 λεπτά θα την βρείτε μπροστά σας. Οι πιο θαρραλέοι είναι βέβαιο ότι θα προσπαθήσουν να ανεβούν από τα σπανά. Πηγαίνει, αρκεί το εντουράκι σας να είναι ελαφρύ, τα μεγάλα δεν ανεβαίνουν. Ο περίφημος δρόμος, (εκεί που αφήσατε τη μοτοσυκλέτα) συνεχίζει, κάνει έναν τεράστιο κύκλο στο πλάι του βουνού περνά τη δστ., για Φούσια (αριστερά) καταλήγοντας στη δστ., για Γράμμο (δεξιά) ή Βολιώτικα Καλύβια (αριστερά). Όλη η κυκλική διαδρομή είναι +/-24 χλμ. Η Πεζοπορική προσέγγιση (απο το χωριό μέχρι την λίμνη) είναι 3ω 40’.

ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΑΝΣΗ ΟΔΙΚΗ και ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ:

Όπως έρχεστε από τις Λίμνες στη θέση ‘’Αρένες’’ βρίσκετε διασταύρωση που φεύγει αριστερά για Σγούρο (υπάρχει πινακίδα που γράφει ‘’Σγούρος 4 χλμ.’’). Δεξιά βγάζει πάλι στο σημείο με την ντριστέλα, απ’ όπου πιθανά ήρθατε σύμφωνα με την διαδρομή που περιγράφουμε στον τόμο Ζ’ (Επταχώρι – Χρυσή – Πευκόφυτο – Αρένες). Προτείνω να πάτε αριστερά και σε 3,3 χλμ. (όχι 4 όπως λέει η πινακίδα), βρίσκεστε στον κεντρικό δρόμο.

Εκεί υπάρχουν πινακίδες προς: δεξιά Μυροβλήτη (όπου ντριστέλα) 17 χλμ., αριστερά Λιανοτόπι 7 χλμ. – Γράμμος 12 χλμ. Το καλοκαίρι του 2005 τοποθετήθηκε πινακίδα προς Αετομηλίτσα χωρίς χλμ απόσταση. Στο ίδιο σημείο (Σγούρος) είναι η αρχή μονοπατιών και υπάρχει ξύλινη πινακίδα που γράφει: 

Μονοπάτι Η: ΣΓΟΥΡΟΣ – ΚΟΡΥΦΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, υψόμετρο 1500 – 2080, Μήκος [διαδρομής] 8.350 μ.

Μονοπάτι Α: ΣΓΟΥΡΟΣ – ΤΟΥΜΠΑ, υψόμετρο 1400 - 1500 Μήκος [διαδρομής] 8.600 μ.

Στην επόμενη δστ., (περιοχή Λιανοτοπίου) υπάρχουν πολλές πινακίδες Αγ. Ζαχαρίας 5 χλμ., Πεύκος 13 χλμ., Μυροβλήτη 12 χλμ., Κοτύλη 21 χλμ.,  Επταχώρι 34 χλμ.

Στην επόμενη δστ., (κεντρική για Γράμμο) υπάρχουν πινακίδες Λιανοτόπι 2 χλμ., Μυροβλήτης 14 χλμ., Γράμμος 6 χλμ.

Στο χώρο αναψυχής Βετέρνικο υπάρχει ξύλινη πινακίδα που γράφει: Μονοπάτι Ι: Ερ [είπια] ΒΕΡΤΕΝΙΚ – ΦΟΥΣΙΑ, υψόμετρο 1400 – 1200, Μήκος [διαδρομής] 4.940 μ.   

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΠΟΡΙΕΣ ΣΤΟ ΓΡΑΜΜΟ

  • Ε Ο Σ  Α χ α ρ ν ώ ν, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμος – Λίμνη Γκιστόβα – Ταμπούρι – Σμόλικας με διαγράμματα», περιοδικό Κορφές τ.61, Σεπτ. – Οκτ. 1986, 22 – 24.
  • Χ ρ υ σ η ί δ α   Τ σ ε ρ ώ ν η - Θ ε ο χ α ρ ί δ η, «περιγραφή της διαδρομής Κάμενικ – 2520 – Λίμνη Γκιστόβα – Αρένες», περιοδικό Κορφές τ.115, Σεπτ - Οκτ. 1995, 42 – 43.
  • Τ ά κ η  Ν τ ά σ ι ο υ, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμοστα – Λιανοτόπι από τη ‘’Σκάλα Γράμμοστας’’», περιοδικό Κορφές τ.107, Μάιος – Ιουν. 1997, 56 – 57.
  • Κ ώ σ τ α ς  Τ σ ι β ε λ έ κ α ς, «περιγραφή της διαδρομής Γράμμοστα – Γκιστόβα – 2520 – Γράμμοστα», περιοδικό Γεώ  τ.23, 2000, 58 – 64.
  • Μ ί λ τ ο ς  Ζ έ ρ β α ς, «περιγραφή της διαδρομής Αετομηλίτσα – Στάνη Λάμπρου – Λιανοτόπι – Σκάλα Γράμμοστας – Γράμμοστα – Περήφανο – Κιάφα – Μαύρη Πέτρα – Αετομηλίτσα», περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.28, 2004, 40 – 46.
  • Θ ε ό φ ι λ ο υ  Δ.  Μ π α σ γ ι ο υ ρ ά κ η, «Νεστόριο, η ανατολική πύλη του Γράμμου», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα, τ.43 Ιαν – Φεβ. 2005, 182 – 185.
  • Κ. Κ ο ύ κ ο υ ρ η  -  Κ. Κ α ρ π α δ ά κ η, «περιγραφή της διαδρομής Αμάραντος – Κάμενικ», περιοδικό Κορφές τ.176, Νοε – Δεκ. 2005, 50 – 56. εδώ αναφέρει για τον βομβαρδισμό που χαμήλωσε η 2520 κατά δύο μέτρα.

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (5ο και 6ο) αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

 Α’        Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Π α ν τ ε λ ή  Τ σ α μ ί σ η, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Ν.  Σ ά θ α, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453 – 1821, έκδοση Κ. Καμαρινόπουλος – Θ. Γυφτάκης, Αθήνα 21962.
  • Ι ω α κ ε ί μ   Μ α ρ τ ι ν ι α ν ο ύ, Η Μοσχόπολις 1330 – 1930, Στ. Κυριακίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη 1965.
  • Α ν α σ τ ά σ ι ο ς  Κυρ. Σ ι ο ύ κ α ς, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980. 
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Τραγούδια Θεσσαλίας, τ. Α’, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 21983.
  • Π α ν α γ ι ώ τ ο υ  Α ρ α β α ν τ ι ν ο ύ, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, (Εισαγ. Κ.Θ. Δημαρά) εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, τ. Α’ Γιάννινα 21984.
  • Φ ο ί β ο ς  Ι.  Π ι ο μ π ί ν ο ς, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • A l a n  J. B.  W a c e – Maurice S. Thompson, Οι Νομάδες των Βαλκανίων, Περιγραφή της ζωής και των εθίμων των Βλάχων της βόρειας Πίνδου, Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Α χ ι λ λ έ α  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990.  
  • Α ν α σ τ α σ ί α  Γ.  Τ ο ύ ρ τ α, Οι ναοί του Αγίου Νικολάου στη Βίτσα και του Αγίου Μηνά στο Μονοδέντρι, Δημοσιεύματα του Αρχαιολογικού Δελτίου αρ. 44, Έκδοση ΤΑΠΑ, Αθήνα 1991. 
  • Δ η μ η τ ρ ί ο υ  Γ.  Κ α λ ο ύ σ ι ο υ, «Μετσοβίτες ξυλογλύπτες στο Νομό Τρικάλων (18ος – 19ος και 20ος αι.», ανάτυπο από: Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Μετσοβίτικων Σπουδών, Μέτσοβο 28 – 30 Ιουνίου 1991, Τριαντ. Δημ. Παπαζήση (επιμ.),Αθήνα 1993.
  • Α χ ι λ λ έ α  Ι.  Π α π α ϊ ω ά ν ν ο υ, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Θ ε ό δ ω ρ ο υ  Α.  Ν η μ ά, Η εκπαίδευση στη Δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Διδακτορική Διατριβή, εκδόσεις Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 1995.
  • Κ ο ύ λ α  Ξ η ρ α δ ά κ η, Γυναίκες του ’21, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1995.
  • Χ ρ ή σ τ ο υ  Π α τ ρ ι ν έ λ η  - Σ ω τ ή ρ η  Κ ί σ σ α κ.ά, Μακεδονία, Οδηγός, (εκδ. ΠΤΙ. ΕΤΒΑ και ΕΟΤ), Αθήνα 1997.
  • Μ ι χ ά λ η  Αλ. Ρ ά π τ η, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Γ ε ω ρ γ ί α  Κ α ρ α μ ή τ ρ ο υ – Μ ε ν τ ε σ ί δ η, Βόιον – Νότια Ορεστίς, Αρχαιολογική Έρευνα και Ιστορική Τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
  • Α σ τ έ ρ ι ο υ  Ι.  Κ ο υ κ ο ύ δ η, Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2000.
  • Ν ι κ ο λ ά ο υ  Ι. Μ έ ρ τ ζ ο υ, Αρμάνοι – Οι Βλάχοι, εκδόσεις Ρέκος, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Β α σ ί λ η  Γ.  Ν ι τ σ ι ά κ ο υ, Αετομηλίτσα – Λαογραφικά, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Αετομηλίτσας, Γιάννινα 22003.
  • Γ ε ω ρ γ ί ο υ  Π.  Τ σ ό τ σ ο υ, Η γεωγραφική διασπορά στοιχείων της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής της Αχρίδας, ανάτυπο από: ΛΓ’ τόμο των «Μακεδονικών» Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Μ ά ρ κ ο υ  Α.  Γ κ ι ό λ ι α, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία 2004.
  • Χαράλαμπου Ρεμπέλη, Κονιτσιώτικα, Εκδόσεις Ηπειρωτικής Εταιρείας Αθηνών 11953, Επανέκδοση του Συλλόγου Ασημοχωριτών Αθηνών «Η Πρόοδος», 22005.
  • Χαρητάκη Ι. Παπαιωάννου, Αγριόγιδο στα όρια της επιβίωσης, Αυτοέκδοση, Ιωάννινα 22005.
  • Λεύκωμα, Βαλκανικοί Πόλεμοι – Ο ναυτικός Αγώνας, Ιωάννη Παλούμπη (κειμ.), έκδοση Ναυτικού μουσείου Ελλάδας, Πειραιάς 2005.
  • Κ ω ν σ τ α ν τ ί ν ο υ  Κ ο ύ ρ κ ο υ λ α, Λεύκωμα Διδασκάλων του Γένους, ΟΕΔΒ, Αθήνα 1971.
  • G u s t a v   W e i g a n d, Οι Αρωμούνοι (Βλάχοι), τ. Α’, έκδοση Φ.Ι.Λ.Ο.Σ. Τρικάλων - Αφοι Κυριακίδη α.ε., Θεσσαλονίκη 2001.
  • Γ ι ώ ρ γ ο υ  Μ α ρ γ α ρ ί τ η, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ. Β’ εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Ν ί κ ο ς  Τ ε ρ ζ ό γ λ ο υ (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2003.
  • Αμαλία Κ. Ηλιάδη, «Διηγήσεις και βίοι Αγίων Γυναικών της Πρώιμης, Μέσης και Ύστερης Βυζαντινής Περιόδου ως ιστορικές πηγές» στο: www.dide.ach.sch.gr/thriskeftika/keimena/iliadi/8/women.htm
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Στίλπωνα Π. Κυριακίδη, «Άσματα Λεχόβου – Άργους Ορεστικού», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ‘55.
  • Αντωνίου Δ.Κεραμόπουλλου, «Αρχιερατική επιστολή και αι προς Σέρβους Σχέσεις της Ελληνικής Εκκλησίας», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 3 Θεσσαλονίκη 1953 – ’55.
  • Απόστολος Βακαλόπουλος,«Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας», Ε.Ε.Μ.Σ. – ίδρυμα μελετών χερσονήσου του Αίμου Νο 22, Θεσσαλονίκη 1958 (το πρόσθεσα 17/2/07), του ιδίου, ομότιτλο, στο  περιοδικό Αριστοτέλης τ.10 Φλώρινα 2000000000000000; Θα βάλω ημερομηνία μόλις το παραλάβω
  • Μιχαήλ Αθ. Καλινδέρη, «Ο Βαρώνος Κωνσταντίνος Βέλιος 1772 – 1838, η ζωή και η υπέρ του Έθνους προσφορά του», Δημοσιεύματα τ.40, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973. 
  • Χρυσάνθη Μαυροπούλου – Τσιούμη, «Ένας σημαντικός Αγιογράφος του 16ου αιώνα από το Λινοτόπι», Πρακτικά Γ’ Συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού χώρου, Θεσσαλονίκη 3 – 5 Απριλίου 1982, έκδοση Βοιακή Εστία Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
  • Γιώργου Χ. Χιονίδη, «Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ», Σύγγραμμα περιοδικόν Μακεδονικά, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, τ. 24 Θεσσαλονίκη 1984. 
  • Μίλτου Γαρίδη, «Ο Μητροπολίτης Παΐσιος και η Βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα Ιστορικά 3, Αθήνα 1985.
  • Γιαννάτος Γ., Γ. Μερτζάνης και Δ. Μπούσμπουρας, «Στοιχεία για την κατανομή της Αρκούδας και την κατάσταση των πληθυσμών και των βιοτόπων στην Κεντρική και Νότιο Αλβανία», Πρόγραμμα ΑΡΚΤΟΣ [Αρκτούρος, WWF - Ελλάς, ΕΕΠΦ, Υπ. Γεωργίας, Ε.Ε. (DG XI)], Θεσσαλονίκη 1995.
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, (Συντονιστής – Υπευθ. Σύνταξης), «Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη περιοχής Γράμμου – Δ. Βοΐου», Αρκτούρος, ΥΠΕΧΩΔΕ, Υπ. Γεωργίας, Ευρωπαϊκή Ένωση Γεν. Διευθ. ΧΙ, Θεσσαλονίκη 1999.  
  • Δημήτρη Μπούσμπουρα, «Γράμμος – φυσικό περιβάλλον», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.3, Άνοιξη 2000.  
  • Νικόλαος Δ.Σιώκης, «Η βλάχικη γλώσσα και οι προσπάθειες διατήρησής της από τους βλάχους αποδήμους (τέλη 18ου – τέλη 19ου αιώνα)», στο περ. Ελιμειακά,, έτος εικοστό πρώτο, τ. 49, έκδοση συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2002.
  • Ελευθέριος Απ.Καρακίτσιος, «Ο Ιωάννης Βαζούρας από τη Σούρπη του Αλμυρού εθελοντής στον Βορειοηπειρωτικό Αγώνα 1914 - 1924», Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τ. 46, έκδοση: Κώστας Σπανός, Λάρισα 2004.
  • Βασίλης Γ. Παπαγεωργίου – Αργύρης Π.Π. Πετρονώτης, «Ο απογραφικός κατάλογος 1885 του Αγίου Όρους και οι τεχνίτες του, κυρίως οικοδόμοι», περιοδική πολιτιστική έκδοση εκ Χιονιάδων, έκδοση Πολιτιστικού Συλ. Χιονιαδιτών – Αδελφότητα Χιονιαδιτών «Ο Αγ. Αθανάσιος», τ.8, Καλοκαίρι 2005.
Sunday the 19th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.