Ταξίδια στην άλλη Λογοτεχνία (2287 λέξεις)

Ένας συγγραφέας, ένα βιβλίο, ένα ταξίδι

Ρέα Γαλανάκη: «Ελένη, ή ο Κανένας»

Κείμενο: Γιώργος Σταματίου Δρα Φιλολογίας © Μάιος 2007 

Η Ρέα Γαλανάκη, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, διαπρέπει κυρίως στο χώρο του μυθιστορήματος. Έχει συνθέσει έως τώρα πέντε μυθιστορήματα, ισάριθμα φιλολογικά γεγονότα. Το πρώτο χρονολογικά, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά (1989), πολυμεταφρασμένο, έχει ενταχθεί στην «Collection of Representative Works».Το δεύτερο, Θα υπογράφω Λουί, έχει εκδοθεί και στις Η.Π.Α., που είναι δύσκολη αγορά. Το τρίτο, Ελένη ή ο Κανένας απέσπασε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (το 1999). Το τέταρτο, Ο αιώνας των λαβυρίνθων, ευτύχησε να πραγματοποιήσει μέσα σένα χρόνο (2002) 18 εκδόσεις, και το τελευταίο, Αμίλητα βαθιά νερά (Η απαγωγή της Τασούλας) (2006 )απέσπασε θαυμάσιες κριτικές από τους εγκυρότερους κριτικούς Βιβλίου.

Δίκαια επομένως η Ηρακλειώτισσα Ρέα Γαλανάκη κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο χώρο του σύγχρονου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Εκτός από το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος έχει κατακτήσει το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου και το εξίσου σημαντικό βραβείο «Τρανούλη», ενδεχομένως και κάποια άλλα βραβεία που μας διαφεύγουν.

Πρόθεση τούτης της στήλης που εγκαινιάζουμε είναι να επιλέξουμε ένα από τα παραπάνω μυθιστορήματα, με πρόδηλο ταξιδιωτικό χαρακτήρα, και να τον αποκαλύψουμε στους αναγνώστες του ένθετου περιοδικού. Κάθε ταξίδι από τη φύση του είναι μια μετατόπιση στο χώρο «προς εμπορίαν και θεωρίαν». Παράλληλα είναι και μια περιπέτεια, στην οποία μετέχει το σώμα, το πνεύμα και η ψυχή.΄ Ένα βίωμα βαθύ και, κάποτε, συνταρακτικό, που, σε κάποιες περιπτώσεις, σημαδεύει τον ταξιδευτή, μεταβάλλει τη συναισθηματική υφή του και επιταχύνει την ωρίμασή του.

Εχοντας υπόψη αυτά τα κριτήρια, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε την προτίμησή μας στο μυθιστόρημα «Ελένη, ή ο Κανένας» που δεν είναι παρά η μυθιστορηματική βιογραφία της Σπετσιώτισσας ζωγράφου Ελένης Αλταμούρα - Μπούκουρη, μητέρας τραγικής του ξεχωριστού, άτυχου όμως, θαλασσογράφου Ιωάννη Αλταμούρα. Το «Ελένη, ή ο Κανένας»δεν πρόκειται ακριβώς για μυθιστόρημα, αλλά για μια βιογραφία της ζωγράφου δοσμένη μυθιστορηματικά. ΄Ο,τι περιγράφεται μέσα στο γοητευτικό βιβλίο δεν είναι συμπλήρωμα (και ολοκλήρωμα) της πραγματικότητας με τη δύναμη της φαντασίας, αλλά η ίδια η πραγματικότητα, ενδεδυμένη με την αχλύ του μύθου.

Η ζωή της καλλιτέχνιδας, μυθιστορηματική από μόνη της, έδωσε το υλικό, ύστερα από μακρόχρονη έρευνα της ίδιας της συγγραφέως αλλά και άλλων ερευνητών, για τη μετουσίωσή της σε μυθιστόρημα. Γιατί πώς μπορεί να μην είναι μυθιστορηματική, στα όρια του πιστευτού και του μη πιστευτού, η ζωή μιας παθιασμένης με τη ζωγραφική Ελληνοαρβανίτισσας κόρης σκληροτράχηλου Σπετσιώτη καραβοκύρη και ναυμάχου του `21 (Ιωάννης Μπούκουρης ή Χρυσίνης), που ταξιδεύει στην Ιταλία σε μια ταραγμένη εποχή για τη γείτονα χώρα, ντύνεται αντρικά για να παρακολουθήσει μαθήματα στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών της Ρώμης και της Φλωρεντίας, παντρεύεται το δάσκαλό της και φλογερό επαναστάτη Σαβέριο Αλταμούρα, κάνει τρία παιδιά μαζί του, εγκαταλείπεται από τον άπιστο σύζυγό της, γυρίζει στην Αθήνα, συσπειρώνεται κοινωνικά, επιστρέφουσα στο νησί των προγόνων της, όπου δέχεται απανωτά κτυπήματα μιας μοίρας ανοικτίρμονος ως το λυτρωτικό θάνατο.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή της Ελένης, σύνθετο και πολυεπίπεδο, καθώς μας το παρουσιάζει η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη στο βραβευμένο βιβλίο της. Ταξίδι μέσα στο χώρο και τον χρόνο, ταξίδι στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας και της Ιταλίας αλλά και στην ενδοχώρα της ψυχής, ταξίδι   και διείσδυση βαθιά στα μυστικά της εικαστικής τέχνης, ταξίδι στην παραζάλη του έρωτα και του πάθους, ταξίδι στην εγκατάλειψη, τη μοναξιά, την απόγνωση, τα πρόθυρα της παραφροσύνης.

Πρώτος σταθμός ο Πειραιάς και η Αθήνα στα μέσα περίπου του 19ου αι. «Να μην ξεχνάς πως είσαι Ελληνίδα», της είπε κάποτε ο κύρης της……Χρόνια αργότερα η Ελένη δεν θα θυμότανε πότε πρωτάκουσε τούτη τη φράση από τον πατέρα της, στο λίκνο ακόμη ή μέσα στο πλοίο που τους οδηγούσε προς τον Πειραιά και την Αθήνα, τότε που αλλάζανε ζωή….». Στην πρωτεύουσα του αρτισύστατου ελληνικού Κράτους, η Ελένη εγγράφεται στο παρθεναγωγείο της περιοχής της Πλάκας, όπου και το αθηναϊκό σπίτι του καπετάν Γιάννη Μπούκουρη. Στα διαλείμματα κάθεται σε μιαν άκρη της αυλής και ζωγραφίζει τα προσωπάκια των συμμαθητριών της, τις ομοιόμορφες στολές τους, τις κινήσεις τους, τα σκιρτήματα του λυγερού εφηβικού κορμιού τους. «Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος». Η εκκολαπτόμενη ζωγράφος θα πληρώσει το πρώτο τίμημα για το πάθος της στη ζωγραφική. Στο εξής το πάθος αυτό θα της χαρίσει στιγμές ευδαιμονίας αλλά θα της επιφυλάξει και οδυνηρές εκπλήξεις.

Όταν η Ελένη πάει να  συμπληρώσει τον κύκλο των εγκύκλιων σπουδών της, καταφεύγει  στην Ελλάδα κυνηγημένος από το Βασίλειο των Δύο Σικελιών ο Ναπολιτάνος ζωγράφος ,αρχαιολόγος και γιατρός Ραφαέλο Τσέκολι. Ο Τσέκολι θα μυήσει την Ελένη στα μυστικά της εικαστικής τέχνης και θα την γιατρέψει από «την αρρώστια της ζωγραφικής». Η νεαρή Σπετσιωτοπούλα πραγματοποιεί το πρώτο αποκαλυπτικό « ταξίδι» σ’ ένα χώρο που της ήταν κρυμμένος, απαγορευμένος και άγνωστος. 

«Τα μαθήματά τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο δάσκαλος, που ήταν γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτριά του την ιερότητα του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών και  αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή».

Η Ελένη είχε πιαστεί για καλά στο δίκτυ της μεγάλης, της αποκαλυπτικής τέχνης. Ο Τσέκολι, εκτός των άλλων, της μίλησε για την ανθοφορία των εικαστικών τεχνών στην Ιταλία. Για την ασύγκριτη σε δύναμη και χάρη Αναγεννησιακή Τέχνη. Κι όταν του καπετάνιου η κόρη βρισκόταν στο σταυροδρόμι των εικοσιεπτά χρόνων, που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο γάμο και τη στατική ζωή ,όπως έκαναν οι αδελφές της και οι γυναίκες του σογιού της, και στην περιπετειώδη αλλά αβέβαιη ενασχόληση με την τέχνη του χρωστήρα, εκείνη προτίμησε το δεύτερο δρόμο. Και το ταξίδι συνεχίστηκε. 

Σε τούτο το τίναγμα της καλλιτεχνικής ψυχής της από τον Πειραιά στη Νάπολη της Ιταλίας συνοδός της ήταν ο πατέρας της. Από εκεί θα άρχιζε η μεγάλη οδοιπορία και το μεγάλο οδοιπορικό προς τη Ρώμη, σε μια εποχή πολιτικών αναστατώσεων (ο κόσμος στη Νάπολη είχε ξεσηκωθεί κατά του Ισπανού βασιλιά των Δύο Σικελιών και ο κυματισμός τούτου του ξεσηκωμού έφτανε ως την Πρωτεύουσα της κατακερματισμένης γειτονικής Χώρας). 

Η Ελένη ήταν ακόμη η κόρη που συνοδεύεται από το νησιώτη πατέρα της. «Ο πατέρας μου ντυμένος στα νησιωτικά του ρούχα με συνόδεψε στον δρόμο από τη Νάπολη μέχρι τη Ρώμη, δρόμο που ένα μεγάλο μέρος του κάναμε πεζοί, όπως θα με είχε συνοδέψει νύφη στην εκκλησιά…. Βιαζότανε λοιπόν να με οδηγήσει στην Αιώνια Πόλη κι εκεί να με εμπιστευθεί στη μύηση της τέχνης….».

Έξω από τη Νάπολη κρύβεται σε μια συστάδα δέντρων, και, μέσα στα χαλάσματα μιας αγροικίας, αλλάζει ρούχα. Φοράει σκούρο αντρικό κουστούμι και δερμάτινες μπότες και γύρω από το λαιμό της δένει φιλάρεσκα ένα μεταξωτό φουλάρι. «Στερέωσα ένα καθρεφτάκι στα κλαδιά, για να δω να βάλω πάνω στα κουρεμένα μου μαλλιά ένα αντρικό καπέλο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέπτη. Η παρθένος ζωγράφος απουσίαζε, έχοντας φαίνεται ξεκινήσει για να επιστρέψει στην Ανατολή, όπου ανήκε». Στο εξής η Ελένη θα έπρεπε να σκέπτεται, να μιλάει, να συμπεριφέρεται ως άντρας. Να αισθάνεται γυναίκα και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά της ως άντρας. Στο δύσκολο τούτο κοινωνικό ρόλο, το όνομά της Χρυσίνης ή Μπούκουρας ή Μπούκουρης δεν αντιπροσώπευε τίποτε. «Θα ζούσε εφεξής ως ένας Κανένας». 

Ο καπετάν Γιάννης εγκατέστησε  την Ελένη ή Κανέναν στη Ρώμη και βιάστηκε να επιστρέψει στις θεατρικές του επιχειρήσεις στην Αθήνα. Ο νεαρός υποψήφιος σπουδαστής δίνει εξετάσεις στην περίφημη σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων, επιτυγχάνει, εγκαθίσταται στο μοναστήρι του Αγίου Ισιδώρου έξω από τη Ρώμη, όπου η έδρα της Σχολής, με την προοπτική, ύστερα από δυο χρόνια, να πάρει το δίπλωμά του και να επιστρέψει στην Ελλάδα ως επαγγελματίας ζωγράφος. Θα έλειπε από την Ελλάδα λιγότερο από ένα υπερπόντιο ταξίδι. Η ασκητική ζωή του μοναστηριού τη βοηθούσε να κρύβει το φύλο της και να επιδίδεται απερίσπαστη  στη μαθητεία της Σχολής, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά ήσαν η πειθαρχία και η συστηματική δημιουργία. Όμως τη βασάνιζε η σοβαρότητα της διαπραττόμενης παραβίασης του άβατου ενός αντρικού μοναστηριού και το ενδεχόμενο μιας αυστηρής τιμωρίας, εάν απεκαλύπτετο το αληθινό της φύλο.

Ο Κανένας πήρε την άδεια του πατέρα της να ξοδέψει ένα ακόμη μέρος της προίκας της για μια συστηματική επίσκεψη στα μνημεία και τα μουσεία της Ιταλίας, ύστερα από την αποφοίτησή της από τη Σχολή των Ναζαρηνών και λίγο προτού επιστρέψει στην Αθήνα. Στο μεταξύ ο αδελφός της ο Αναστάσης, το μοναδικό αρσενικό παιδί της οικογένειας Γιάννη Μπούκουρη ή Χρυσίνα, είχε συμπληρώσει τα δεκαεπτά του και ετοιμαζόταν για το δικό του ταξίδι στη Μασσαλία, για εμπορικές σπουδές. Το ταξίδι της Ελένης στον ιταλικό γεωγραφικό χώρο και στα ατέλειωτα μυστικά της ζωγραφικής τέχνης έπαιρνε άλλες διαστάσεις.

«Εξακολουθούσα να φορώ κοστούμια για να ζω μόνη και να ταξιδεύω με ασφάλεια….Τσιβιταβέκια, Ασσίζη, Περούτζια, Σιένα. Δάση βαθύσκιωτα, δαίμονες κι αγγέλοι, τριαντάφυλλο στα νέφη, αφρισμένοι Ποσειδώνες, πυρκαγιές και στρατιώτες, φως του μικρού Χριστού στην αγκαλιά, πομπές αρχόντων, λιτανείες των φτωχών, συστροφές των κολασμένων, γεωμετρία των κήπων, το θεώρημα κτιρίων. Σώματα πλούσια ντυμένα, σώματα εξαίσια γυμνά. Από το ζωγραφισμένο σύμπαν, που ξετυλιγότανε μπροστά μου στον πετρωμένο και συνάμα σφύζοντα χώρο των παλιών πολιτειών, τα σώματα κατακυρίευαν το λογισμό της διπλά παρθένου, και ως γυναίκας απαγορευμένης και ως ενός δήθεν άντρα. Πλην εγώ, ό,τι κι αν έλεγε τούτο το εγώ, είχα ομόσει στην αγάπη της ζωγραφικής».     

Οι περιπλανήσεις της έφεραν τον Κανένα και «σε μια πολιτεία της ενδοχώρας, μια πολιτεία δίχως θάλασσα», τη Φλωρεντία. Η πολιτεία τον κατέκτησε άνευ όρων. Νοίκιασε ένα δωμάτιο πάνω στους λόφους που περιβάλλουν την γοητευτική πόλη και γράφτηκε σένα σπουδαστήριο γνωστό για τις σπουδές σχεδίου και ακουαρέλλας. Εκεί ψηλά στην ενοικιασμένη σοφίτα απελάμβανε τη θέα, ζωγράφιζε, έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε δίχως φόβο. Και τότε η μοίρα της την φέρνει αντιμέτωπη με τον Σαβέριο Αλταμούρα που δίδασκε στο σπουδαστήριο. Ήταν ένας γοητευτικός άντρας που είχε επίγνωση της ομορφιάς και του ταλέντου του. Το ταξίδι της Ελένης διαγράφει τώρα μια επικίνδυνη τροχιά. Η ψυχή της συναντάει τον έρωτα και συγκλονίζεται από το πάθος. « Καταράστηκα τα αντρικά μου ρούχα. Κι έπειτα αμέσως τα ευχαρίστησα, ότι μου δίνανε την αναγκαία περίοδο χάριτος για να προσευχηθώ, επικαλούμενη την ευφυΐα του Κανένα και τη σοφία της θεάς παρθένου, που τον είχε φέρει ως εδώ καλά». Ο Σαβέριο συνοδευόταν και από τη φήμη του επαναστάτη που είχε καταδικαστεί από τον Φερδινάνδο ερήμην σε θάνατο, γι` αυτό ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στην Φλωρεντία(1848).

Μια πρώτη γνωριμία ανάμεσα στην Ελένη και στον Σαβέριο είχε γίνει στη Νάπολη, όταν αυτή φορούσε ακόμη γυναικεία ρούχα και συνοδευόταν από τον πατέρα της. Τότε η Ελένη είχε μακριά μαλλιά και κρατούσε μια συστατική επιστολή. Ο Σαβέριο θυμόταν πολύ καλά τη νεαρή μικροκαμωμένη και λιπόσαρκη Ελληνίδα.΄ Ο έρωτας του Κανένα απέναντι στον Δάσκαλό της την κάνει τολμηρή και επινοητική. Η αποκάλυψη του αληθινού φύλου της ερωτευμένης Σπετσιώτισσας ζωγράφου θα γίνει στο ίδιο  το φλωρεντινό διαμέρισμα της και θυμίζει κάτι από θεατρικές παραστάσεις της ιταλικής ΄Οπερας.

«Έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο και πέταξα από πάνω μου τα αντρικά ρούχα. Άκουσα δυο φορές αδέξιο το δάχτυλό του να χτυπά τα πλήκτρα, σημάδι ανησυχίας ή εκνευρισμού, ενώ ντυνόμουν ακριβώς όπως τότε, που τον είχα συναντήσει. Με την μπροκάρ γαλάζια φούστα, τη ζακέτα από το ίδιο ύφασμα, την άσπρη μπλούζα με το δαντελένιο γιακαδάκι, την πορφυρή μεταξωτή εσάρπα, τις κεντημένες γόβες με το χαμηλό τακούνι. Δεν λησμόνησα την ασημένια ζώνη, τον σταυρό στο στήθος, την καρφίτσα στη ζακέτα. Ήμουν και πάλι η Ελένη. Έτσι κίνησα το πόδι να τον ξαναβρώ, όπως θα το κινούσα για να μπω στο πλοίο της αιχμαλωσίας. Έτσι εμφανίστηκα μπροστά του. Αλωμένη. Γυναίκα του».

Από εδώ και στο εξής, το ταξίδι της Ελένης, θα αποκτήσει μια επιτάχυνση, μια γρηγοράδα. Όπως το’ παμε και στην αρχή, ο Σαβέριο Αλταμούρα, ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος και επαναστάτης παντρεύεται την Ελένη που τώρα πια έχει πάψει να είναι ο Κανένας, οι νιόπαντροι νοικιάζουν ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα στην Φλωρεντία (στην οδό Κοκόμερο), απέναντι από την Ακαδημία, έκαναν και τρία παιδιά, τον Ιωάννη που κράτησε ως διάσημος θαλασσογράφος το επίθετο του πατέρα, τη Σοφία που κι αυτή ήξερε να ζωγραφίζει και τον Αλέξανδρο, τον μακροβιότερο των τριών, ζωγράφο κι αυτόν, που, για ένα διάστημα μάλιστα, έζησε κοντά στον πατέρα του στο Παρίσι, ύστερα από το χωρισμό.

Τα δυο πρώτα παιδιά της η Ελένη τα είχε εμπιστευθεί στους γονείς της στην Αθήνα. Η Ελένη πραγματοποιούσε σύντομα ταξίδια στην Ελλάδα, για να τα βλέπει. Επιστρέφοντας από ένα τέτοιο ταξίδι βρήκε ένα γράμμα του Σαβέριο και το διαμέρισμα της Φλωρεντίας άδειο. Ο άντρας της είχε φύγει μαζί με την Τζέιν Χέι, την Αγγλίδα φίλη τους και ζωγράφο επίσης. Είχαν πάρει μαζί τους και τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμη «για να μην το εξαφανίσω κι αυτό πίσω από τα ανατολίτικά μου πέπλα». Ο Σαβέριο έγραφε κι άλλα στο γράμμα της εγκατάλειψης και της προδοσίας. «Ως ζωγράφο με εκτιμούσε, και ως γυναίκα του με είχε αγαπήσει, αλλά τον είχανε κουράσει ο μελαγχολικός μου χαρακτήρας, η δυσπιστία, οι αδιάκοπες φυγές μου, η δυστυχία μου όταν έπρεπε να ντύνομαι με γυναικεία ρούχα, τα κουρεμένα μου τα μαλλιά. Κι ότι δεν θα ξαναγύριζε στο σπίτι μας».

Η προδομένη Ελένη μάζεψε τα υπάρχοντά της, τους πίνακες της, ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από « τη λεηλασία μιας ζωής» κι επέστρεψε στην Ελλάδα. «Έτσι άρχισα κι αυτό το ταξίδι. Αδάκρυτη» Στην πραγματικότητα τούτο το τελευταίο ταξίδι από την Φλωρεντία στη Νάπολη κι έπειτα, με το ιστιοφόρο πλοίο της γραμμής, στον Πειραιά, η εγκατάστασή της για κάμποσα χρόνια στην Αθήνα κι έπειτα η απόληξή της στο γενέθλιο νησί (υπάρχουν μέσα στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη  θαυμάσιες περιγραφές, αλλά και ψυχογραφήσεις, από την τελική παραμονή της στις Σπέτσες και τη συναναστροφή της με τους συμπατριώτες της, επώνυμους και ανώνυμους) ολοκληρώνουν το περιπετειώδες ταξίδι της Ελένης Αλταμούρα μέσα στο γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα στο απροσμέτρητο βάθος της ζωγραφικής τέχνης και μέσα στον αβυσσαλέο κόσμο της γυναικείας ψυχής.

Συμπληρώνουν έναν κύκλο που έχει χαραχτεί με κόκκινη γραμμή όχι μόνο στο αριστουργηματικό βιβλίο αλλά και στη γενικότερη εποποιία της Γυναίκας, να κατακτήσει κορυφές κοινωνικής απελευθέρωσης.  

 Γιώργος Σταματίου

Saturday the 18th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.