Ταξίδια στην άλλη Λογοτεχνία (2877 λέξεις)

Ένας συγγραφέας, ένα βιβλίο, ένα ταξίδι

Μένης Κουμανταρέας: «Δύο φορές Έλληνας»

Κείμενο: Γιώργος Σταματίου Δρα Φιλολογίας © Μάιος 2008

Ο Μένης Κουμανταρέας (Αθήνα 1931-) ανήκει στη Μεταπολεμική Πεζογραφία, κατά την ταξινόμηση της «Ανθολογίας Σοκόλη». Επιδόθηκε με την πεζογραφία και ιδιαίτερα το διήγημα, τη νουβέλα και το μυθιστόρημα, ενώ παράλληλα καταπιάστηκε με τη μετάφραση στα ελληνικά έργων της αγγλόφωνης λογοτεχνίας.

Πρωτοπαρουσιάστηκε στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1962 με τη συλλογή διηγημάτων «Τα μηχανάκια». Από τη χρονιά εκείνη και ως το 2005,έτος έκδοσης του τελευταίου μυθιστορήματός του « Δυο φορές ΄Ελληνας» ,έχει διανύσει μια μακρά πορεία πλούσιας λογοτεχνικής παραγωγής και ανάλογης καλλιτεχνικής ωρίμασης, με κορυφαία ίσως έργα του τη νουβέλα «Η κυρία Κούλα» και το μυθιστόρημα « Ο ωραίος λοχαγός».

- «Το αρμένισμα, Μέρα του 1638 και ο γάμος του Σπόρου και της Ποππαίας» (1967)

- «Τα καημένα» (1975)

- «Βιοτεχνία υαλικών» (1975)

- «Η κυρία Κούλα» (1978)

- «Το κουρείο» (1977)

- «Σεραφείμ και Χερουβείμ» (1981)

- «Ο ωραίος λοχαγός» (1982)

- «Η φανέλα με το εννιά» (1989)

- «Θυμάμαι τη Μαρία» (1998)

- «Η συμμορία της άρπας» (1999)

- «Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα» (1999, τέταρτη έκδοση)

- «Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω» (2005)

- «Νώε» (2003,16η χιλιάδα)

- «Δυο φορές Έλληνας» (2005) (έως σήμερα το ως άνω μυθιστόρημα έχει αξιωθεί πολλών εκδόσεων, φτάνοντας τη 55η χιλιάδα)

    Ο Μένης Κουμανταρέας δεν ανήκει ιδιοσυγκρασιακά στους πεζογράφους - ταξιδευτές. Εξάλλου και στην ιδιωτική του ζωή, έζησε μια σχεδόν αταξίδευτη ζωή. Εκτός από δυο ταξίδια στο εξωτερικό, tο 1948 που μετέβη στο Λονδίνο και έζησε έξι μήνες κοντά στον αδελφό του πατέρα του, και το 1982, όπου, ως υπότροφος της πόλης του Βερολίνου, έζησε στη γερμανική μεγαλούπολη του βορρά ένα εξάμηνο, δεν επεδίωξε να εγκαταλείψει την Αθήνα και να γνωρίσει τον Κόσμο, όπως έγινε με άλλους ομοτέχνους του, που ταξίδεψαν συστηματικά και προγραμματισμένα. Επομένως δεν εκπροσωπεί την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Τουναντίον βρίσκεται στον αντίποδα των λογοτεχνών που ρέπουν προς το αέναο Ταξίδι και αντλούν έμπνευση από ταξίδια που οραματίστηκαν και πραγματοποίησαν, ή, απλά, ονειρεύτηκαν.

    Ο Μ.Κ. είναι γέννημα και θρέμμα Αθηναίος, ζυμώθηκε εξ απαλών ονύχων με την Πρωτεύουσα, την αγάπησε όσο λίγοι Αθηναίοι και την κατέστησε πεδίο έμπνευσης και πλαίσιο δράσης των ηρώων του σε κάποια από τα βασικά πεζογραφήματά του, όπως «Τα μηχανάκια», «Η κυρά Κούλα» , «Ο ωραίος λοχαγός» , και, προπαντός, στο «Δυο φορές Έλληνας».

    Τις σχέσεις του Κουμανταρέα με την Αθήνα χαρακτηρίζει η στοργή και η τρυφερότητα. Η Αθήνα είναι η λατρεμένη, η όμορφη και ωριμασμένη γυναίκα, που τα φτιασίδια της και τα βαριά στολίδια (οι προσόψεις των νεόδμητων πολυκατοικιών), αντί να την ομορφαίνουν, την ασχημίζουν: «Μικροί και μεγάλοι βρίσκονται σε κίνηση. Η Αθήνα είναι μια κυψέλη. Μεγάλωσε σαν πόλη και πρόκειται να μεγαλώσει κι άλλο. Πολλά σπίτια με χαλασμένα τα κεραμίδια τους και στα μπαλκόνια τους φαγωμένους τους σοβάδες περιμένουν να γίνουν πολυκατοικίες. Πολλές νοικοκυρές ανυπομονούν ν` ανταλλάξουν τις παλιατζούρες των γιαγιάδων τους με τα καινούρια σουηδέζικα και δανέζικα έπιπλα και τα παλιά ρούχα με ολοκαίνουργια από συνθετικό και νάιλον».

    Ο Κουμανταρέας «ταξιδεύει» στην Αθήνα, περιδιαβάζει στο Κέντρο της, στις πλατείες της και στις γειτονιές της, αναπνέει την ατμόσφαιρά της, την άλλοτε μολυσμένη και την άλλοτε καθαρή και μυρωδάτη - «Στις πλατείες μοσχοβολούν οι κερασιές και ο ανθός από τις λεύκες πέφτει σαν χιόνι» - τεντώνει το αυτί του στους πιο ανομοιογενείς θορύβους της.

    Μιλάμε για ταξίδι στον αθηναϊκό χώρο, όμως νοείται ταξίδι στην πόλη που γεννήθηκε  κανείς;  Βασικό στοιχείο του ταξιδιού δεν είναι η αλλαγή του περιβάλλοντος και των παραστάσεων που σχετίζονται με αυτό; Αν η πόλη είναι και παραμένει  άγνωστη, όπως η αχανής και υδροκέφαλη Αθήνα, τότε ναι. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Δυο φορές Έλληνας», το κατεξοχήν αθηναιοκεντρικό, ο αθηναιολάτρης Μένης Κουμανταρέας - Τι τύχη αυτή να γεννηθεί Αθηναίος! - περιδιαβάζει συστηματικά την Αθήνα, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται και ο ίδιος μέσω αυτής.

    Ποια Αθήνα όμως περιηγείται ο συγγραφέας του «Δυο φορές Έλληνας»; Εκείνη του 1949, που μαίνεται ο Εμφύλιος και τα ξερονήσια γεμίζουν από ανανήψαντες, από «Δυο φορές Έλληνας», κατά τον αμίμητο χαρακτηρισμό του τότε υπουργού Εθνικής Άμυνας και Πολέμου, του Παν. Κανελλόπουλου, και των δεκαετιών που τον ακολούθησαν. Γράφει σχετικά ο ίδιος ο συγγραφέας στον Επίλογο του ογκώδους βιβλίου του: «Τα χρόνια είναι πολλά. 1949 - 1990. Δυο οικογένειες διασχίζουν το χρόνο. Ένας διορθωτής, η γυναίκα του, ένας αλφαμίτης. Πώς ένας σκαπανέας γίνεται συγγραφέας και γιατί η κοπέλα του ανήκει σε άλλον. Τουρκία - Ελλάς 2 - 1 στη Λεωφόρο. Μια παράσταση στη Μακρόνησο. Διάλεξη του Άγγελο Σικελιανού. Πώς μια κατοχική Μπερέτα καταλήγει σ` ένα πάρτι με τριπάκια. Τυπογραφεία, σπίτια, δρόμοι. Μην προσπαθείτε να καταλάβετε. Ο χρόνος είναι ένα παιχνιδάκι. Κι η Αθήνα παντού».

    Η Αθήνα του Κουμανταρέα είναι μια μαγική πόλη. Τα στοιχεία που τη συνθέτουν έχουν κάτι από την ομορφιά και τη γοητεία της ιστορίας και του θρύλου. Βέβαια η βιαστική και άναρχη δόμηση έχουν αλλοιώσει τον αρχικό, προπολεμικό και μεταπολεμικό οικιστικό χαρακτήρα της, - «παντού γερανοί, μπετονιέρες και σκαλωσιές. Η Αθήνα απλώνει σαν κηλίδα από μελάνι στο στυπόχαρτο του λεκανοπεδίου. Σε λίγο δεν θα ξέρει τα όριά της κι οι ίδιοι οι Αθηναίοι δεν θα την αναγνωρίζουν…», - ωστόσο το τσιμέντο δεν έχει προλάβει να πνίξει τα πάντα, οι πολυκατοικίες δεν έχουν ανέβει τόσο που να κρύβουν τον καταγάλανο ή μενεξελί ουρανό της από τα μάτια των ονειροπόλων και ρομαντικών κατοίκων της, η δημογραφική σύνθεση δεν έχει μετατραπεί ολότελα, όπως γίνεται στα κατοπινά χρόνια. Η Αθήνα παραμένει ακόμα ένα μεγάλο χωριό, με τις δυο μεγάλες πλατείες της, της Ομόνοιας και του Συντάγματος, με τις ιδιότυπες συνοικίες που ζώνουν το κέντρο της, με τις άλλες τις πιο απλόχωρες που αποτελούν μια δεύτερη πιο χαλαρή ζώνη, με τα δροσερά βόρεια προάστειά της, τα Φάληρά της, και τη θάλασσά της που δεν είναι ακόμη μολυσμένη.

    Η περιδιάβαση αρχίζει από την «οδό Γερανίου, αριστερά Τρίτη πάροδος της Πειραιώς, κατεβαίνοντας από Ομόνοια». Στη Γερανίου υπάρχουν τα τυπογραφεία μιας μεγάλης ημερήσιας αθηναϊκής εφημερίδας. Τόπος - απόληξη των ειδήσεων για τα συμβαίνοντα ανά την Ελλάδα και τον Κόσμο, και αφετηρία εξορμήσεων του «διορθωτή» Ευγένιου (ή Ζένια ή Γεβγιένι) Ζαφειρίδη. Από εδώ ξεκινάει το ταξίδι εξερεύνησης της Αθήνας των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών χρόνων, που δείχνει να είναι γνωστή, στην πραγματικότητα όμως είναι άγνωστη.

    Μέσα στη Γερανίου επικρατεί ησυχία, διακοπτόμενη από το κροτάλισμα των λινοτυπικών μηχανών. Έξω από αυτήν ξεχειλίζει η ζωή της Πρωτεύουσας στην πιο αιχμηρή κυκλοφοριακά ώρα της. Ντάλα μεσημέρι ενός πρόωρα ζεστού Μάη. Φορτηγάκια σταθμευμένα με τις μηχανές τους αναμμένες να γρυλίζουν. Χαμάληδες σκυφτοί από το βάρος του χαρτιού να κουβαλάνε ντάνες πάνω στην πλάτη. Πλανόδιοι με καρότσια. Μικροκουβαλητές. Υπόγειο απ’ όπου το αντιμόνιο αναβλύζει πνιγηρό. Ο Ευγένιος Ζαφειρίδης παραμερίζει τα εμπόδια, στρίβει αριστερά, αμέσως έπειτα δεξιά και βγαίνει στην Πειραιώς. Ο Ζαφειρίδης, περπατώντας και αναπολώντας, φτάνει στην Ομόνοια, την καρδιά της Αθήνας. Ο Μ. Κ. συχνά αναφέρεται στην ιστορική πλατεία που αλλάζει όψη κάθε δέκα χρόνια και τα στίγματά της, ξενοδοχεία, ζαχαροπλαστεία, καφενεία, εστιατόρια, μαγέρικα και λοιπούς δημόσιους χώρους που της δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα και την κάνουν αναγνωρίσιμη και ξεχωριστή. 

Η Ομόνοια και οι χώροι γύρω από αυτήν εκπέμπουν τους δικούς τους ήχους και αναδίδουν τις δικές τους χαρακτηριστικές μυρουδιές: «με τις σκέψεις αυτές ξεμπουκάρει στην Ομόνοια. Από την είσοδο του καφενείου ‘’Μεγαλέξανδρος’’ γλιστρούνε ριπές από πουλιά που κροταλίζουν θυμωμένα και ζάρια εκνευρισμένα’’. ‘’Γωνία Αθηνάς, έξω από το ‘’Βρετάνια’’ στέκει για λίγο να μυρίσει τη γλυκιά φρεσκάδα που αναδίδουν οι κρέμες, τα ρυζόγαλα, οι μπουγάτσες. Βάλσαμο στο στομάχι τότε που ακόμα δούλευε νυχτερινός. Κι ακόμα παραδίπλα, λίγο πριν βγεις στη Σταδίου, τα ‘’Ολύμπια’’, περιώνυμο μαγαζί που κάθε βράδυ συγκεντρώνει στα μαρμάρινα τραπέζια του όλες τις κάστες’’. ‘’Γωνία Δώρου στο ισόγειο του ξενοδοχείου με τα νεοκλασικά μπαλκόνια και τ’ αετώματα το καφενείον ‘’Νέον’’. Βαθιά μέσα εκεί, σαν σε σπηλιά, βρίσκουν καταφύγιο οικοδόμοι, μπετατζήδες, καλουπατζήδες, μαστόροι και βοηθοί … Ευτυχώς εκείνος τρώει σπιτικό φαγητό …’’.

Η Ομόνοια έχει αποτυπωμένα νωπά ακόμη τα σημάδια από τα Δεκεμβριανά: ‘’Το βλέμμα του τώρα στρέφεται κυκλικά στην πλατεία, στα γύρω χτίρια με νωπά ακόμη τα τραύματα από τη μάχη της Αθήνας, τον ματωμένη Δεκέμβρη του ’44. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Οι σφαίρες κέντησαν πάνω στα ντουβάρια μαίανδρους κι έφτιαξαν σχέδια και στολίδια καταστροφής, χωρίς ο αρχιτέκτονας που τα έχτισε να τα έχει προβλέψει …’’.

Αφού ολοκληρώσει ο Ζένια την περιδιάβαση της Ομόνοιας και των δρόμων γύρω από αυτήν, χαζεύοντας πολύ το τραμ που στρίβουν με θόρυβο την Πατησίων, σταματάει ένα ταξί που θα τον ‘’ταξιδέψει’’ στον Άγιο Παντελεήμονα και πιο μακριά ακόμη.

‘’Άχ, τι ανακούφιση! Μες απ’ τα τζάμια ξετυλίγεται τώρα η 3ης Σεπτεμβρίου. Μαζί με την Πατησίων και την Αχαρνών είναι οι τρείς μεγάλες αρτηρίες που το αίμα κύλησε στη ζωή του. Σ’ αυτές γεννήθηκε, ωρίμασε και τώρα οδεύει προς τη σήψη. Να’το, γωνία Ιουλιανού, το θερινό σινεμαδάκι ο ‘’Άτλας’’ με τα τραπεζάκια του ανάμεσα στα καθίσματα όπου ακουμπάνε οι παγωμένες Σινάλκο. Αμέσως μετά η πλατεία Κυριακού με το ζαχαροπλαστείο της ‘’Βικτώρια’’ στη γωνία Χέυδεν, έξω από την είσοδο του ηλεκτρικού που μόλις άρχισε τη λειτουργία του. Λίγα μέτρα πιο κάτω, το θερινό θέατρο της κυρίας Κατερίνας Ανδρεάδη … Ο Ευγένιος αναστενάζει. Το ταξί στρίβει Πιπίνου, τον αφήνει πλάι στην εκκλησία, έξω από το καφενείο του ‘’Βυζούρη’’. 

Η περιδιάβαση του Ευγένιου – δηλ. του ίδιου του συγγραφέα – στον αθηναϊκό χώρο συμπληρώνεται με το ταξίδι στον χρόνο. Λίγες δεκαετίες πιο πριν και θαρρείς πως όλα έχουν αλλάξει, ως και οι ονομασίες των θερινών σινεμά, ή ακόμη εκείνες των αναψυκτικών. Ποιος από τους σημερινούς αναγνώστες θυμάται τις ‘’παγωμένες Σινάλκο’’  ή το καφενείο του ‘’Βυζούρη’’;

Ο Ευγένιος Ζαφειρίδης, στον δρόμο για το σπίτι του, ανασκαλίζει στο νου του το νέο καθεστώς της άναρχης οικοδόμησης στο κέντρο της Αθήνας. Είναι η κυριαρχία της αντιπαροχής. Δίνεις στον εργολάβο ό,τι συνθέτει την ευτυχία σου, ‘’μια κατοικία με τις ιδιαίτερες γωνίες, τα κρησφύγετα και τα βολέματα που κάθε σπίτι παρέχει σ’ αυτόν που το κατοικεί’’ και σου δίνει σε ανταπόδοση ένα απρόσωπο δυάρι ή τριάρι, όμοιο με χιλιάδες άλλα που φυτρώνουν καθημερινά στην υδροκέφαλη Αθήνα. Είναι και αυτή, η χωρίς μέτρο εκποίηση της γης, μια πτυχή της νέας αλλοτριωμένης και άγνωστης Αθήνας. 

Κυριακή απόγευμα. Μια μέρα όχι από τις συνηθισμένες. Ο Ευγένιος Ζαφειρίδης ξεκινάει από το σπίτι του για να φτάσει εγκαίρως κοντά στο γήπεδο της Λεωφόρου, όπου θα διεξαχθεί ο από μακρού αναμενόμενος ποδοσφαιρικός αγώνας ανάμεσα στις εθνικές Ελλάδας και Τουρκίας. Είναι προχωρημένος Μάιος και η ζέστη έχει σφίξει: « … ανεβαίνει Χέυδεν, διασχίζει την Πατησίων κι από την πλατεία Αιγύπτου, παίρνει γενναία τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Γύρω του αρσενικοί – γυναίκα καμία – πορεύονται, άλλοι με τη μάταιη ελπίδα να μπούνε στο γήπεδο, κι άλλοι οι πιο προσγειωμένοι, να πιάσουνε μια θέση στα γύρω καφενεία …». 

Έχει φτάσει στα μισά της Λεωφόρου, λίγο πριν από τη στάση Σόνια. Εδώ κοντά είναι το καφενείο στο οποίο σκοπεύει να παρακολουθήσει το ματς ραδιοφωνικά. Κάτι είναι κι αυτό. Το γήπεδο δεν είναι πολύ μακριά και η γοργοφτέρουγη ηχώ από τις ιαχές των φιλάθλων μπορεί να μεταφέρει μέρος της ατμόσφαιρας και του ενθουσιασμού όλων όσοι έχουν το προνόμιο να παρακολουθήσουν ζωντανό το παιχνίδι. 

 «Δεξιά όπως ανεβαίνει, λίγο πριν τη στάση Σόνια, το καφενείο, παλιό στέκι υπερυψωμένο με τζαμαρίες, μεγάλο και βουερό. Μες στο λιοπύρι του μεσημεριού ρίχνει ευεργετική σκιά προσφέροντας καλής ποιότητας καφέ και αφεψήματα, γλυκά του κουταλιού, νεράντζι καρούλι και περγαμόντο, μαρμάρινα τραπέζια και ψάθινες καρέκλες. Ένας μεγάλος καθρέφτης στο βάθος πολλαπλασιάζει τα είδωλα των θαμώνων, τους κάνει να φαίνονται λαοθάλασσα …… Το ραδιόφωνο σε περίοπτη θέση, ανεβασμένο σ` ένα ψηλό τραπέζι σκεπασμένο για το επίσημο της μέρας μ` ένα κεντητό τραπεζομάντηλο …. έτσι ώστε οι πάντες να μπορούν όχι μόνο ν` ακούν αλλά και να βλέπουν, λες κι είναι εφοδιασμένο με εικόνα ….. Απ` αυτή την ίδια πηγή τώρα θα ξεχυθεί σε λίγο η φωνή του σπήκερ. Σήμερα είναι ο γνωστός εκφωνητής, ο Μιχάλης Γιαννακάκος».

    Ο Μένης Κουμανταρέας αναμοχλεύει βιώματα και επιστρατεύει μνήμες μιας εποχής απόμακρης και ξεχασμένης. Μέσα στο γήπεδο, η ποδοσφαιρική σύγκρουση ανάμεσα στις δυο εθνικές ομάδες μαίνεται, κι έξω από αυτό, στα καφενεία, γύρω από το γήπεδο και στους δρόμους, οι χιλιάδες των φιλάθλων - μέσα από τον παλμό του Γιαννακάκου - ενθουσιάζονται, απογοητεύονται, ελπίζουν, αποκαρδιώνονται.

   Οι Τούρκοι ποδοσφαιριστές, παρά τις προσπάθειες των Ελλήνων παικτών, νικούν με δύο - ένα που ισοδυναμεί με εθνική συμφορά. Τότε όλο αυτό το πολυκέφαλο αρσενικό πλήθος από την αρχή της πλατείας Αμπελοκήπων  και ως το γήπεδο του Παναθηναϊκού και πιο χαμηλά ακόμη ως τη στάση Σόνια και ως τη συμβολή της Αλεξάνδρας με την Πατησίων, τέλεια συντονισμένο, πέφτει σ` ένα βαθύ θρήνο.

    Μονάχα, όταν έρχεται το σούρουπο, κατακαθίζει η θλίψη από την ντροπή και την «εθνική ταπείνωση», οι φίλαθλοι σκορπίζουν αργά, η λεωφόρος και οι κάθετοι προς αυτήν δρόμοι αδειάζουν και μένουν μονάχα όσοι έχουν εκλεπτυσμένα γούστα και πιο φιλόδοξα σχέδια για την κυριακάτικη ψυχαγωγία. Είναι αυτοί  που θα κατακλύσουν τα πάρκα και τα υπαίθρια αναψυκτήρια. Η μια Αθήνα παραχωρεί τη θέση στην άλλη Αθήνα. Η Αθήνα με τα εκατό πρόσωπα! 

   Ο Μένης Κουμανταρέας επιμένει στην περιδιάβαση της περιοχής γύρω από τις πλατείες του Αγίου Παντελεήμονα και Βικτωρίας. Είναι ο αθηναϊκός χώρος μέσα στον οποίο γεννήθηκε, μεγάλωσε και πέρασε τα ανήσυχα χρόνια της εφηβείας. Χώρος οικείος και στιγματισμένος από αμαρτωλούς και παράνομους έρωτες που ή μισοφανερώνονται στα παγκάκια των πλατειών και στα καθίσματα των ζαχαροπλαστείων, ή τρυπώνουν μέσα σε βρώμικα ξενοδοχεία. Σ` ένα τέτοιο ερωτικό «καταφύγιο» συναντάει η Μάχη, η γυναίκα του Ζένια, τον αλφαμίτη της και γεύονται στιγμές λευτεριάς, εκείνη από τα δεσμά του γάμου, κι εκείνος από τη σκλαβιά της στολής.

    «Λαχανιάζουν. Το στήθος της ακόμα στητό σαν κοπελίτσας αγκυλώνεται από τα γένεια του άντρα κι αφήνεται με ευχαρίστηση σ` αυτή τη σκληρή ηδονή. Πίσω της άφησε κάθε αξιοπρέπεια και αστικό κατάλοιπο, αλλά και τις μπροσούρες και τις παρωπίδες του Κόμματος….. - Φίλα με, Αντρέα, φίλα με ξανά. Ήταν σαν αυτό το φιλί να εξαγοράζει χρόνια συζυγικής σκλαβιάς….». Αν η μικροαστική περιοχή γύρω από την πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα είναι πεδίο αμαρτωλών ερώτων, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά αστραποβολά η πλατεία Συντάγματος, όπου εδώ ο έρωτας είναι πιο ακριβοπληρωμένος, μυρίζει ατμόσφαιρα καμπαρέ [ο συγγραφέας επίμονα μας μεταφέρει τη μαγεία των καμπαρέ της πλατείας], ακριβά ποτά και τσιγάρα, και παίρνει τη μορφή καλλίγραμμων γυναικών, φερμένων κάποτε από το εξωτερικό.

    Ο αθηναιολάτρης  μυθιστοριογράφος, αν επιμένει στον « έρποντα» και πλάνητα έρωτα του τριγώνου Ομόνοια –Πατησίων – Λεωφόρος Αλεξάνδρας, που του είναι οικείος και προσιτός, στέκει αμήχανα και συμπλεγματικά μπροστά στον έρωτα πολυτελείας των παρυφών της πλατείας Συντάγματος! «Η πλατεία Συντάγματος έρημη. Τα τραπεζάκια που βγάζει το «Κινγκ Τζωρτζ» από την ανατολική πλευρά άδεια, οι καρέκλες σχημάτιζαν η μια πάνω στην άλλη πυραμίδα. Μα και απέναντι δυτικά, στου «Ζαβορίτη», γωνία Ερμού, τα φώτα χαμηλωμένα κι η επιγραφή «Προμηθευταί της Βασιλικής Αυλής» σβηστή. Με μέτωπο τη Βουλή ανέβηκε τα σκαλοπάτια - η Αμαλίας άδεια κι αυτή - απέναντι, μπρος στο μνημείο του Αγνώστου, ένας χασομέρης ξενύχτης χάζευε τους ευζώνους κοκαλωμένους στα κουβούκλιά τους με το όπλο παραπόδα …. Βιάστηκε να στρίψει στη Βασιλίσσης Σοφίας, πέρασε έξω από τα ανθοπωλεία παραταγμένα στη σειρά, η πάχνη της νύχτας κολλημένη στα τζάμια τους έκανε τα τριαντάφυλλα να μοιάζουν λουλούδια από άλλο κόσμο….».

    Ο αθηναϊκός χώρος, όσο κι αν είναι «βιώσιμος» και συμπαθητικός, δεν παύει να είναι ασφυκτικός και πνιγηρός. Ακριβώς αυτή η στατική, μικρόχαρη και καταπιεστική ζωή της Αθήνας υποχρεώνει τους νέους ανθρώπους να ονειροπολούν. Οι πιο πολλοί παραμένουν ολοζωής στο στάδιο της ονειροπόλησης. Πολύ λίγοι καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους και να βγουν από «το αθηναϊκό τέλμα» . Ένας από αυτούς είναι και ο Νικόλας, ο γιος της αδελφής του Ζένια. Ο Νικόλας κατάφερε να σπουδάσει στην Αμερική και να εργαστεί, πλουτίζοντας, σε διάφορα μέρη του Κόσμου. Ο Κουμανταρέας περιγράφει με αδρές πινελιές το «ταξίδι» και τη διεθνή σταδιοδρομία του νέου και τολμηρού γιου της Μάγδας και του Μιχάλη, αντιπαραβάλοντάς τη έξοχα προς την αταξίδευτη και μίζερη ζωή των άλλων μελών της οικογένειάς του.

«Εκείνος ονειρευόταν να ταξιδέψει σε Ευρώπες και Αμερικές, να γνωρίσει νέες ιδέες, καινούργιους ανθρώπους, να μπορέσει να καταλάβει μέσα σε τι κόσμο γεννήθηκε. Στην Ελλάδα δεν καταλαβαίνει κανείς τίποτα. Όλα εδώ είναι μικρά, φτωχά και γραφικά. Ενώ στην Αμερική ….ω, αν μπορούσε να βρεθεί απόψε κιόλας στη Νέα Υόρκη, μεθυσμένος από το ύψος των κτιρίων, από τις διαστάσεις και το μέγεθος των πραγμάτων. Εκεί είναι άλλη κοινωνία, άλλη ζωή, διαφορετική κλίμακα σε όλα».

    Η Αθήνα, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται μια μεγαλούπολη με αξιώσεις στη μόρφωση, στην ένδυση και στην ψυχαγωγία, και το «ταξίδι» σ` αυτήν αποκτάει διαστάσεις που δεν τις είχε τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. «Παντού γερανοί, μπετονιέρες και σκαλωσιές. Η Αθήνα απλώνει σαν κηλίδα από μελάνι από στυπόχαρτο του λεκανοπεδίου. Σε λίγο δεν θα ξέρει τα όριά της και οι ίδιοι οι Αθηναίοι δεν θα την αναγνωρίζουν…»

«Εδώ οι Κολωνακιώτισσες είναι ακατάδεχτες, βγαίνουν μόνο για να καθίσουν στην πλατεία στη «Λυκόβρυση» και στο «Ελληνικό» ντυμένες με ρούχα από πανάκριβες μπουτίκ, κρατώντας το μικρό δάχτυλο του χεριού τεντωμένο όταν πίνουν καφέ, αντί για «Θησαυρό» και «Μπουκέτο» διαβάζουν ξένα περιοδικά, στυφές, στητές, χαμογελούν θανατηφόρα.

    Το καινούργιο σπίτι στη Δημοκρίτου είναι μεγαλύτερο, έχει περισσότερες ανέσεις, ηλεκτρικό πλυντήριο, όλα ηλεκτρικά…..    Σε τελευταία ανάλυση: Η Αθήνα του Μένη Κουμανταρέα μέσα σε τριάντα περίπου χρόνια μπήκε για τα καλά στο χορό της αλλόγιστης κατανάλωσης, ομόρφυνε νεοπλουτικά, φτιασιδώθηκε με ακριβά στολίδια, έχασε όμως την παλιά μαγεία της, την πρωτόγνωρη μετεμφυλιακή άγρια γοητεία της. Η περιδιάβαση στην διαρκώς μεταβαλλόμενη πρωτεύουσα του Ελληνικού Κράτους είναι ένα «ταξίδι» γνώσης και αυτογνωσίας. Γι` αυτό και το μυθιστόρημα αγαπήθηκε όσο λίγα από τα βιβλία του, διαβάστηκε πολύ και έτυχε  σπουδαίων τιμητικών διακρίσεων.

Γιώργος Σταματίου 

Sunday the 19th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.