Μονές Αγράφων

 ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.

Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.

Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007

Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.

Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.

Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.

Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.

Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.

Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.

Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.

Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.

Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.

Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.

Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  

Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.

Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.

Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.

Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988

Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.

Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.

Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.

Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

 ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΠΗΛΙΑΣ ΚΟΥΜΠΟΥΡΙΑΝΩΝ (Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου)

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2009

 

  • Ιστορία – Ίδρυση 

Ξακουστή σε όλη την Ελλάδα, η μονή Σπηλιάς είναι από τα παλιότερα και πιο φημισμένα προσκυνήματα στη Θεσσαλία, ευρύτερα γνωστή για την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας (1883). Η αρκετά απόκρημνη άλλοτε δύσβατη τοποθεσία, εξακολουθεί να σκορπά ρίγη στον επισκέπτη καθώς πλησιάζει από την μοναδική είσοδο, στη νότια πλευρά της βουνοπλαγιάς. 

Από πατριαρχικό σιγίλιο το οποίο εκδόθηκε το 1677 από τον πατριάρχη Διονύσιο Δ’ (1667 – 1679), προκύπτει ότι κηρύχτηκε σταυροπηγιακή και ότι ανεγέρθη εκ βάθρων το πρώτο, μικρό καθολικό, από τον ιερομόναχο Ανανία πριν το έτος αυτό. Η ονομασίας της προέρχεται από τη σπηλιά που βρίσκεται στο βράχο, κάτω από το μοναστήρι. Στις μέρες μας διασώζει δύο ναούς αθωνικού τύπου.  

Με τη μονή συνδέονται πολλά γεγονότα ήδη από την προεπαναστατική περίοδο με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη να οργανώνει πολλά συμβούλια, για την προετοιμασία κινημάτων και αγώνων για την ελευθερία. Χρησίμευσε ως ορμητήριο και καταφύγιο κλεφταρματολών ενώ συνέβαλε σημαντικά στην επανάσταση του 1821. Η στρατηγική, απόκρημνη και οχυρή της θέση είχε ιδιαίτερη σημασία ενώ το πλαίσιο που λειτουργούσε το αρματολίκι των Αγράφων την έφερνε συχνά στο επίκεντρο των συγκρούσεων. Έτσι έγινε με την επανάσταση των Αγράφων όταν η μονή υπήρξε στραταρχείο, έτσι και το 1823 με την εισβολή του Μουσταή πασά της Σκόδρας (Μαχμούτ ή Μουσταφά κατ’ άλλους) για τη καταστολή της. Αργότερα, είχε μεγάλο ρόλο στη Θεσσαλική επανάσταση του 1854, όπως στο δραματικό 1866/7 που αν και καθίσταται στόχος των υπεράριθμων τουρκικών δυνάμεων προσφέρει σωτήριο καταφύγιο στους Θεσσαλούς. Το 1878 ήταν το στρατηγείο της Θεσσαλικής επανάστασης, προοίμιο, για την οριστική απελευθέρωση του 1881.  

Από την άλλοτε μεγάλη της περιουσία, κτήματα, βοσκοτόπια, ζώα, εισφορές - τάματα, δεν έμειναν πολλά πράγματα εκτός από τα ιστορικά και σημαντικά μοναστήρια – μετόχια της, τα οποία δείχνουν την αίγλη που απολάμβανε στο ποίμνιό της: Παναγία και Αγίου Χαραλάμπους Πετρίλου, Γενεσίου της Θεοτόκου Κώστη Κουμπουριανών, Γενεσίου της Θεοτόκου Βλασίου, Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Μικρών Βραγγιανών, Γενέσιον της Θεοτόκου Μεσοβουνίου. Παρά τα έσοδα τα οποία είχε, οι αρχές του 20ου αιώνα τη βρίσκουν «έρημο και διαλελυμένη». Η ανασύστασή της έγινε το 1925 από τον μακαριστό Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη. Αναμφίβολα, στην ιστορική της πορεία πρόσφερε πολλά στον τόπο, ανέπτυξε μεγάλη και σοβαρή φιλανθρωπική δράση έως το 1963, όταν εκοιμήθη ο τελευταίος μοναχός της Δαβίδ.  

Από τότε έως το 2004 ενώ υπήρχαν ιερείς οι οποίο πρόσεχαν τους ναούς, δεν είχε εγκατασταθεί αδελφότητα. Παρά την έλλειψη αυτή εξακολουθούσε να συγκεντρώνει πλήθη πιστών συσπειρώνοντας γύρω της τους εναπομείναντες πληθυσμούς των χωριών της Αργιθέας. Το 2004 εγκαταστάθηκε νέα, δυναμική αδελφότητα και σήμερα αριθμεί έξι μοναχούς και έναν δόκιμο. Διακόνημά της η ανάσταση, ευημερία της μονής σύμφωνα με την παλιά της μεγαλοπρέπεια και δόξα κάτι που θα έχει ευεργετική αντανάκλαση σε όλη τη περιοχή. 

Μια από τις πρώτες πρωτοβουλίες της αδελφότητας, ειδικά του ηγουμένου της Νεκτάριου, είναι η θρησκευτική γιορτή των Θεοφανείων που γίνεται εδώ και πέντε χρόνια στη γειτονική λίμνη Στεφανιάδα. Πραγματικά μια πολύ επιτυχημένη ενέργεια η οποία προσελκύει πλήθος πιστών από τα γύρω χωριά και βρήκε αμέσως συμπαραστάτη το σύλλογο Στεφανιωτών ‘’Η Ιτιά’’. 

  • Η λαϊκή παράδοση της εύρεσης της ιεράς εικόνας 

Η τοπική διαδεδομένη παράδοση αναφέρει την ύπαρξη δύο αδελφών μοναχών, Παρθένιο και Αθανάσιο, που μόναζαν στην μονή Αγίου Χαραλάμπους της γειτονικής Στεφανιάδας. Φεύγοντας για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους εκεί που διανυκτέρευσαν είδαν στον ύπνο τους την Θεοτόκο να τους δίνει εντολή να ανέβουν στον βράχο, πάνω από τη σπηλιά γιατί «εκεί θα βρουν τους Άγιους Τόπους», υποδεικνύοντάς τους τον τόπο όπου υπήρχε η εικόνα. Πράγματι το πρωί, σκαρφάλωσαν πάνω από τη σπηλιά και γαντζωμένη σε κλαδί πουρναριού βρήκαν την εικόνα. Από αυτή την Θεία παρέμβαση οδηγήθηκαν στην ίδρυση της Μονής.

Η ίδια διήγηση περιγράφει τις δυσκολίες που προέκυψαν στο χτίσιμο από την έλλειψη νερού. Πάλι η Θεοτόκος παρουσιάστηκε σαν απλή γυναίκα σε ένα μαστορόπουλο λέγοντάς του να τρυπήσουν έναν βράχο κοντά στο σημείο οικοδόμησης. Έτσι βρέθηκε το πολύτιμο νερό, η «Μάνα» όπως λέγεται, η οποία υδρεύει και σήμερα το συγκρότημα. Σε αυτή την λαϊκή παράδοση πιθανά αναφέρεται η πολύ παλιότερη ιστορία της για την οποία δεν έχει γίνει γνωστό τίποτα. Χαμένο σήμερα χειρόγραφο, αντίγραφο παλιότερου, κατά τον αρχιμανδρίτη Λουκά Δεπούντη ανέφερε τη χρονολογία 1604 χωρίς να έχει επαληθευτεί από τα δεδομένα.  

  • Το κτηριακό συγκρότημα  

Στον εξωτερικό χώρο εντυπωσιάζει το μεγάλο μακρόστενο κτήριο με τις καμάρες και την κεραμοσκεπή. Είναι ο ξενώνας της μονής, πολύ χρήσιμος στους προσκυνητές που έρχονται κάθε ώρα της ημέρας, ενίοτε και της νύχτας. Περνώντας την επιβλητική καμάρα της εισόδου, όπου ταυτόχρονα εξυπηρετεί στη διαλογή και το άναμμα των κεριών εισέρχεστε στον κυρίως χώρο. Μέσα στο συγκρότημα της μονής πλέον έχετε την εντύπωση ότι βρίσκεστε σε μια χαριτωμένη αυλή σπιτιού με εντυπωσιακή καθαριότητα και πάστρα. Χαρακτηριστικά της η απλότητα της πλακόστρωτης αυλής με τις γλάστρες στη σειρά γεμάτες λουλούδια εμπρός από τα κελιά τα οποία επισκευάστηκαν πρόσφατα, τα άλλα βοηθητικά κτήρια, η τράπεζα και το ηγουμενείο, όλα του 19ου αιώνα. Επίσης, εντός του περίβολου υπάρχουν δύο κρήνες ενώ όλο το σύνολο περιβάλλεται από τις νέες διώροφες πτέρυγες κελιών προσδίδοντάς του φρουριακή μορφή καθώς είναι θεμελιωμένες στο βράχο. 

Από τα πρώτα που αντικρίζει ο προσκυνητής είναι οι δύο ναοί. Το αρχικό, μικρό μονύδριο είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου (17ου αι.) με τοιχογραφίες ίδιας περιόδου. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι αντιγραφή του παλιού το οποίο κατεστράφη και χρυσωμένο. Δίπλα στο παλιό καθολικό το νέο, μεγαλύτερο, αφιερωμένο στη Ζωοδόχο Πηγή, προέκυψε από τη μεγάλη φήμη του 18ο αι. Αυτή οφειλόταν τόσο στην θαυματουργή εικόνα και τις πολυάριθμες ιάσεις ασθενών όσο και στη σύνδεση με τα επαναστατικά κινήματα. Αριστερά του υπέρθυρου της εισόδου στο νάρθηκα, υπάρχει επιγραφή της ανέγερσής του και το έτος 1892.  

Μέσα στο ναό η πλουσιότερη διακόσμηση σε σύγκριση με τον παλιό και το ξυλόγλυπτο χρυσωμένο τέμπλο με τις δουλεμένες λεπτομέρειες, δημιουργία των μαστόρων Γεωργίου και Ιωάννη (1779) υποβάλουν τον προσκυνητή. Οι τοιχογραφίες της Ζωοδόχου Πηγής έγιναν από το εργαστήριο του ζωγράφου Θεόδωρου του ιερέα, που αργότερα ζωγράφισε τη μονή Αγίας Τριάδας στη Δρακότρυπα. Είναι αλήθεια ότι είναι αρκετά ταλαιπωρημένες από τα χρόνια και την αιθάλη των κεριών που έχει μεταβάλει το χρώμα τους. Έχει προγραμματιστεί όμως ο καθαρισμός και η συντήρησή τους στα αμέσως επόμενα χρόνια.   

  • Ιερά κειμήλια 

Στη μονή σώζονται αρκετά κειμήλια, σταυροί, αναλόγια, θυμιατά, καντήλες, λειψανοθήκες η μία εξ αυτών με τα σεπτά λείψανα των αγίων Βαρνάβα και Χαραλάμπους. Τα περισσότερα φέρουν επιγραφές του 18ου αι. εποχής της μεγάλης ακμής της. Στον κυρίως ναό εκτός της πλούσιας διακόσμησης πολλά ελκύουν το βλέμμα όμως ξεχωρίζει το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο με τρείς σειρές εικόνων, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε σύμφωνα με επιγραφή το 1779 με δαπάνη του ηγούμενου Γαβριήλ και των υπόλοιπων μοναχών. Οι περισσότερες εικόνες του χρονολογούνται στα 1736, και μερικές παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και μεγάλη καλλιτεχνική αξία, όπως η εικόνα της Θεοτόκου «δια χειρός ελαχίστου Θεόδωρου εκ κώμης Αγιάς» και η εικόνα του Χριστού στο τέμπλο (1717 ή 1719), που αναφέρει, «ελάχιστος Θεόδωρος από την Μεγαλοβλαχίαν εκ κώμης Βουκουρέστι». Πράγματι αξιοθαύμαστες ενώ η τελευταία ίσως είναι η παλιότερη.  

Επιβλητικός ο μπρούντζινος χορός και ένα θαυμάσιας τέχνης προσκυνητάρι διακοσμημένο με φίλντισι και παράσταση εστεμμένου δικέφαλου αετού. Πλήθη κόσμου συνέρεαν από παλιά στο προσκύνημα της θαυματουργής επάργυρης εικόνας της Παναγίας της Σπηλιάς, ίσως το πολυτιμότερο κειμήλιο που υπάρχει συνεχίζοντας να θαυματουργεί στους πιστούς.  Επίσης φυλάσσονται τμήματα του παλιού τέμπλου από το ναό της Κοιμήσεως που χρονολογούνται τον 17ο αιώνα και περιλαμβάνουν τμήματα από τα αποστολικά και τμήμα από το δωδεκάορτο με δέκα σκηνές εκ των οποίων διακρίνονται ο Ευαγγελισμός, η Γέννηση, η Υπαπαντή και η Βάπτιση.  

  • Η θέση της μονής  

Το τοπίο μέσα στην αγριότητά του είναι βέβαιο ότι συναρπάζει τον προσκυνητή. Η μονή βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια Κουμπουριανών ενός από τους μεγαλύτερους οικισμούς της Αργιθέας στο παρελθόν με ελάχιστους κατοίκους σήμερα. Είναι χτισμένη ανάμεσα στα κορφοβούνια σε ύψος 780μ. σε ένα θεαματικό φυσικό πλάτωμα της απότομης βραχώδους πλαγιάς κάτω από την κορφή Ζερβό (1763μ. υψ.). Σχετικά κοντά της βρίσκονται τα χωριά Λεοντίτο (επικοινωνεί από μονοπάτι 30’), Στεφανιάδα και Κουμπουριανά με πανοραμική θέα του τελευταίου ενώ χαμηλότερα, μέσα στην απαράμιλλου φυσικού κάλλους χαράδρα αργοκυλά το Πετριλιώτικο ρέμα. Αυτό, εκτός της σπάνιας φυσικής παραποτάμιας βλάστησης διαθέτει και μια σειρά ανθρώπινων οικοδομημάτων – κοσμημάτων της περιοχής, τα πέτρινα γεφύρια. Πραγματικά ο επισκέπτης αντικρίζει μια από τις ομορφότερες τοποθεσίες της Ανατολικής Αργιθέας, ίσως η ωραιότερη. 

  • Πρόσβαση  

Τα τοπία στην ορεινή Αργιθέα δεν άφησαν κανέναν χωρίς καλές εντυπώσεις ενώ η διαδρομή είναι από αυτές που οι οδηγοί δεν θέλουν να τελειώσει ποτέ. Η εποχή που «η άνοδος δι΄ υποζυγίου είναι επικίνδυνος και η οδοιπορία πάλιν κοπιώδης» και ο πολύς χρόνος (40ω από Μουζάκι) πέρασε προ πολλού. Σήμερα, για να φτάσει ο προσκυνητής στη μονή χρειάζεται το πολύ μιάμιση ώρα για να καλύψετε τα 41 χλμ. από το Μουζάκι. Στο μεγαλύτερο τμήμα της είναι άσφαλτος και μόνο μετά από το Χάνι Νασιώκα έχει χωματόδρομο (5,8 χλμ. από μονή Σπηλιάς). Στην διαδρομή, σας δίνεται η δυνατότητα να επισκεφθείτε τις αντίστοιχες μονές στο Βλάσι ή το Πετρίλο ή απλά να απολαύσετε τη βόλτα σας στο ποτάμι σχεδόν σε όλη τη διαδρομή από το Βλάσι ως τη μονή Σπηλιάς. 

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Ανδρώα μονή με αδελφότητα 6 μοναχών. Ηγούμενος ο αρχιμανδρίτης Νεκτάριος. Πανηγυρίζει δύο φορές το χρόνο, της Ζωοδόχου Πηγής και στις 15 Αυγούστου, προσελκύοντας εκατοντάδες προσκυνητές από τη Θεσσαλία, τη γειτονική Άρτα και από όλη την Ελλάδα. Από τον Οκτώβριο έως τον Απρίλιο είναι κλειστή κάθε Πέμπτη. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο είναι ανοιχτή καθημερινά από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου ενώ υπάρχει και  δυνατότητα φιλοξενίας. Τηλ & fax: 2445031739, www.monispilias.gr e-mail: info@mοnispilias.gr 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ και ΑΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΠΕΤΡΙΛΟΥ 

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Μάρτιος 2009

  • Ιστορία – Ίδρυση 

Σε ένα θαυμάσιο, ευρύχωρο πλάτωμα, πραγματικό μπαλκόνι των Αργυρέϊκων στα 1270μ. υψ. με θέα τους συνοικισμούς της κοινότητας Πετρίλου, βρίσκεται το μοναστήρι, αφιερωμένο στη μνήμη της Γεννήσεως της Θεοτόκου και στον Άγιο Χαράλαμπο. 

Για την χρονολογία ανεγέρσεως της μονής ή το όνομα του κτήτορα – ιδρυτή του, δεν διασώθηκε καμία γραπτή μαρτυρία. Ο σημερινός νάρθηκας, όπου και η νότια είσοδος, χρονολογείται με επιγραφή στο θύρωμα ΖΤΛΗ’ (=1830/29). Το κυρίως καθολικό είναι πιθανά προγενέστερο του 1830 και με βάση τα μορφολογικά του στοιχεία μπορεί να χρονολογηθεί στις αρχές του 19ου ή το τέλος του 18ου αιώνα. Η παράδοση στο χωριό θέλει την μονή παλαιότερη και πράγματι η μελέτη των στοιχείων δείχνει ότι είχε συνεχή ζωή τουλάχιστον από το 1700 έτος που αναγράφεται στην εικόνα του Προδρόμου (ΑΨ’) στο τέμπλο.  

Σήμερα η εικόνα λείπει, όμως με ξεχωριστή βαρύτητα μαρτυρείται το ίδιο από αλληλογραφία του Διδάσκαλου του Γένους Αναστάσιου Γόρδιου (1654 – 1729) που υπογράφει χρονολογημένες επιστολές από την μονή το 1713. Ο πολυμαθής αυτός δάσκαλος σπούδασε κοντά στον Ευγένιο Γιαννούλη (1597 – 1682) και επισκέφθηκε πολλές φορές το Πετρίλο σαν φορέας διαφωτισμού και μόρφωσης στα δύσκολα προεπαναστατικά χρόνια. Φιλοξενήθηκε περιστασιακά στο μοναστήρι, ίσως, διδάσκοντας ταυτόχρονα στο σχολείο κοινών γραμμάτων το οποίο είχε ιδρυθεί και διατηρείτο χάριν της οικονομικής βοήθειας της μονής. Αργότερα στην ίδια θέση χτίστηκε το παλιό σχολείο, σημερινό Δημαρχείο Αν. Αργιθέας.  

Γενικά για τα σχολεία που λειτούργησαν σε αυτές τις περιοχές αλλά και στην υπό οθωμανική κυριαρχία Ελλάδα πρωτεύοντα ρόλο είχαν οι οικονομικές, κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. Αλληλοεξαρτώμενες συνολικά, δυνάμωσαν τους κοινοτικούς θεσμούς και μέσω αυτών αναπτύχθηκε η παιδεία και γενικά η καλλιέργεια των γραμμάτων. Τότε και στα πλαίσια της κοινοτικής οργάνωσης ήρθε η εκκλησία με τον παιδευτικό της ρόλο και βοήθησε πνευματικά και υλικά. Ευνόητο μάλλον όταν αυτή η κοινοτική οργάνωση έχει να κάνει με το Πετρίλο. Από την ανάγνωση των επιστολών του δάσκαλου βγαίνει το συμπέρασμα πως το μοναστήρι λειτουργεί ως οργανωμένο κοινόβιο και μάλιστα ότι ο τόπος είναι πυκνοκατοικημένος. Πράγματι, εκείνη την εποχή και λίγο πριν την επανάσταση του 1821 στο Πετρίλο διαβιούσαν 5000 κάτοικοι, σίγουρα ο μεγαλύτερος πληθυσμός από όλους τους οικισμούς της Αγραφιώτικης περιοχής και όχι μόνο, αφού την ίδια εποχή η Λαμία και το Μεσολόγγι έχουν αντίστοιχα από 5000 κατοίκους.  

Τα περιουσιακά του στοιχεία ήταν πολλά. Διατηρούσε κτήματα και βοσκήσιμες εκτάσεις σε όλους τους συνοικισμούς των Πετριλιών μέχρι και τον Θεσσαλικό κάμπο. Η προφορική παράδοση αναφέρει πως ο ναός της Γέννησης του Χριστού στο Ρώσση χτίστηκε σε κτήμα της μονής. Επίσης διατηρούσε πολλά κοπάδια αιγοπρόβατα, ζευγάρια βοοειδών για όργωμα και σπορά, ζώα για τις μεταφορές και μελίσσια που υπήρχαν και μετά την κατοχή.  Στην νεώτερη ελληνική ιστορία είχε πολύπλευρη και πολύτιμη παρουσία. Εκτός από χώρος προσευχής υπήρξε και πηγή φιλοξενίας «όσοι έπαιρναν το ανηφορικό μονοπάτι, εύρισκαν την πόρτα και το κελάρι πάντοτε ανοιχτά». Στην εξέγερση του 1821 και στα επόμενα επαναστατικά κινήματα (1854, 1862) πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες ενώ πολλές φορές οι επαναστάτες έδωσαν μάχες στους χώρους του. Πολύτιμος αρωγός στάθηκε στη διοικούσα επαναστατική επιτροπή Ηπείρου – Θεσσαλίας  όταν το χειμώνα του 1866/7 είχε την έδρα της στο Πετρίλο προετοιμάζοντας και διανέμοντας την επαναστατική προκήρυξη για την ένωση με την Ελλάδα.  

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας (1881) η πορεία του συνεχίστηκε. Στην απογραφή του 1889 φαίνεται να έχει 4 μοναχούς. Η προαναφερθείσα ακίνητη περιουσία παραχωρήθηκε σε ακτήμονες γεωργούς. Όσα κτήματα διέθετε στους συνοικισμούς περιήλθαν στις τρείς εκκλησιαστικές ενορίες του Πετρίλου και άλλες, ξέμακρες εκτάσεις, χάθηκαν καταπατημένες. Παρά τη θέληση των κατοίκων και των μοναχών για συνέχεια της προσφοράς του ήρθε η πολιτεία με το διάταγμα του 1907 και συνένωσε όλες τις μονές του ενιαίου τότε Δήμου Αργιθέας. Αυτή η υποχρεωτική συνδιοίκηση στάθηκε καθοριστική για το μέλλον και η μονή βρέθηκε σε μη αναστρέψιμη πορεία που κράτησε έως το 1950. Η αναδημιουργία και το ενδιαφέρον του τοπικού πληθυσμού άρχισε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Από τότε μέχρι σήμερα έγινε γενική ανακαίνιση των χώρων ενώ πρόσφατα (2008) η ανασύστασή της και η εγκατάσταση νέας αδελφότητας με 6 μοναχούς δίνει ελπίδες ότι μια νέα ελπιδοφόρα ποιμαντική περίοδος άρχισε.  

  • Το κτηριακό συγκρότημα 

Από το μοναστήρι σώζονται οι λατρευτικοί χώροι και κτίσματα κελιών, οι δύο πτέρυγες στα νότια και τα δυτικά του.  Η ανατολική δεν υπάρχει πλέον, όπως και το παλιό δίκτυο ύδρευσης, το ξακουστό «αγίασμα», στο οποίο ερχόταν νερό με πήλινα κιούγκια από την «μάννα του νερού» στο βουνό. Η κατασκευή το 1906, πριν 103 χρόνια, με την συμπαράσταση των κατοίκων του, μεγαλοπρεπούς διώροφου κτηρίου κελιών, με τα μέσα της εποχής ήταν πράγματι μεγάλος άθλος και αποδεικνύει πως το μοναστήρι είχε ακόμη ανθηρούς οικονομικούς πόρους. 

Το καθολικό αποτελείται από τον κυρίως μικρό θολωτό ναό σταυρεπίστεγου τύπου και τον νάρθηκα. Στον περίβολο υπάρχει η νότια διώροφη πτέρυγα των κελιών (1906) η οποία ανεγέρθη στη θέση παλιότερων, το νέο ισόγειο κτίσμα με το αρχονταρίκι και τα καινούργια κελλιά.  Στον νάρθηκα, πάνω από την είσοδο διασώζεται προειδοποιητικό επίγραμμα με ευνόητο νόημα που αναφέρει: «ει μεν φίλος πέφυκας είσελθε χαίρων / ει δε εχθρός και βάσκανος και γέμων δόλου πό / ρρω πόρρω πέφευγε της πύλης ταύτης ίνα μη λάβεις / αράν αντί ευλογίας ως ο Ιούδας ο του χριστού προδότ / ης. 

Το εσωτερικό του ναού είναι  κατάγραφο από τις 140 περίπου έντονες χρωματικά τοιχογραφίες του περιοδεύοντος δυτικομακεδονικού συνεργείου των Σαμαριναίων αδελφών Παπαϊωάννου (1851), Ματθαίου και Μιχαήλ. Παρόμοια συνεργεία θα δημιουργήσουν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα δεκάδες διακοσμήσεις σε ναούς της Καρδίτσας και των Τρικάλων δίνοντας νέα ώθηση στη ζωγραφική με πολλούς νεωτερισμούς οι οποίοι αναδεικνύουν περισσότερο τις κλασικές μορφές και την καλαισθησία των Χιονιαδιτών συναδέλφων τους. Επίσης ωραίο αν και απλό, με διαμπερή διακόσμηση ξυλόγλυπτο τέμπλο (1880) του Πέτρου εκ Μετσόβου όπως αναφέρετε στη θύρα του Διακονικού. Η επιγραφή της ιστόρησης αποκαλύπτει ενδιαφέροντα στοιχεία. Η αποσιώπηση π.χ. της κτίσεως του ναού μάλλον σημαίνει ότι αυτή έγινε αρκετά χρόνια πριν την τοιχογράφηση. Από την ίδια επιγραφή και τις αναφορές της σε πρόσωπα μαθαίνουμε ότι ήταν πατριαρχικό σταυροπήγιο μια σχέση η οποία παρείχε πολλά προνόμια απέναντι στην οθωμανική διοίκηση. 

  • Ιερά κειμήλια 

Σχεδόν όλα τα κειμήλια, πολύτιμοι μάρτυρες για την ιστορία της μονής, τους μοναχούς, τους ανθρώπους που πέρασαν τις πύλες του στα 300 χρόνια ζωής, δεν υπάρχουν, έχουν χαθεί από τις λεηλασίες και τη λήθη του χρόνου. Από τις διηγήσεις και τις μελέτες συνάγεται ότι υπήρχαν χειρόγραφα, εκκλησιαστικά και γενικής παιδείας βιβλία, φορητές εικόνες, ιερά σκεύη, σταυροί κ.ά. Το μόνο που υπάρχει σήμερα είναι η λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των Αγ. Χαραλάμπους, Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Αγ. Τρύφωνος, Αγ. Παντελεήμονος.  

  • Η Θέση της μονής

Εντελώς διαφορετική αίσθηση από όλα τα μοναστήρια της περιοχής. Μεγάλη του διαφορά η εκπληκτική θέα σε όλους τους συνοικισμούς του Πετρίλου. Επιπροσθέτως η θέση του, κοντά στον συνοικισμό Αργυρέϊκα (1,5 χλμ.), σε τόπο κατάφυτο από πλατάνια, καρυδιές και κάθε είδους δέντρο μέσα στην ψυχή του δάσους, δίνει μια αληθινή προσέγγιση στο θείο χωρίς να απομακρύνεσαι από τα εγκόσμια. Η καλύτερη πρόταση προσέγγισης, είναι η πεζοπορία.  

  • Πρόσβαση  

Βρίσκεται ψηλότερα από τον συνοικισμό Αργυρέικα Πετρίλου. Η διαδρομή από το Μουζάκι έως το Πετρίλο είναι 30 χλμ. καλού ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Όμως υπάρχει πρόσβαση και από καλό χωματόδρομο αρκεί στον αυχένα του Αγίου Νικολάου να μην συνεχίσετε προς Βλάσι αλλά να στρίψετε αριστερά στην εκκλησία. Σε δύο χλμ. θα πάτε δεξιά (αριστερά βγαίνει στο πυροφυλάκιο της Καζάρμας) και σε 7,5 χλμ. (σύνολο 9,5) θα βρεθείτε εμπρός από την είσοδο της μονής.  

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Ανδρώα μονή, μετόχι της ιεράς μονής Σπηλιάς με αδελφότητα 6 μοναχών και ηγούμενο τον αρχιμανδρίτη Χριστόδουλο. Τους διακρίνει η ευγένεια και είναι βέβαιο ότι παρά τις πολλές οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται αυτό τον καιρό στον περιβάλλοντα χώρο θα σας εξυπηρετήσουν άψογα αναφέροντάς λεπτομέρειες της ιστορίας του μοναστηριού. Είναι άλλωστε το αγαπημένο τους διακόνημα. Εορτάζει στην Γέννηση της Θεοτόκου, 8 Σεπτεμβρίου και του Αγ. Χαραλάμπους 10 Φεβρουαρίου.

Επισκέψιμη καθημερινά, Δευτέρα έως Σάββατο 11:00 – 13:00 και 17:00 έως 19:30 Κυριακή 06:30 – 19:30. Τηλ: 6970863719, 6978668221. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994. 

 ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΡΕΝΤΙΝΑΣ 

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Μάρτιος 2009

Ιστορία – Ίδρυση 

Ο οικισμός της Ρεντίνας βρίσκεται σε δεσπόζουσα θέση στη συμβολή τριών νομών, Φθιώτιδας, Καρδίτσας και Ευρυτανίας. Δικαίως περηφανεύεται ότι στην κτηματική του περιφέρεια διασώθηκαν οι περισσότερες παλιές εκκλησίες των νοτιοανατολικών Αγράφων. Πολύτιμα μνημεία όλα, όμως ένα ξεχωρίζει. Είναι η μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνας αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, από τα γνωστότερα και μεγαλύτερα μοναστήρια της περιοχής αλλά και της χριστιανοσύνης. Αποτελεί καύχημα για την κωμόπολη, τους κατοίκους της, ενώ ταυτόχρονα συνιστά πεδίο μελέτης για πολλές επιστήμες. 

Απέχει έξι χλμ. από την Ρεντίνα που είναι έδρα του ομώνυμου Δήμου. Ο χρόνος ίδρυσής της σύμφωνα με την παράδοση ανάγεται στη βυζαντινή περίοδο (9ος ή 10ος αι.), ενώ υπάρχουν ακριβείς ειδήσεις για ανακαίνιση του καθολικού το 1579. Νέα ανακαίνιση γίνεται το 1640 με δαπάνες της οικογένειας Στραβοένογλου (σύμφωνα με την επιγραφή – Στραβογγίνη κανονικά), με καταγωγή το Σμόκοβο. Μεγάλη πνευματική αλλά και υλική ακμή γνώρισε η μονή κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν είχε 50 μοναχούς και πολλά μετόχια, στην περιφέρεια της Ρεντίνας αλλά και στο Σμόκοβο, Φάρσαλα, Δομοκό κ.ά. Ήταν σταυροπηγιακή με επικυρωμένα προνόμια από πατριαρχικό σιγίλιο του οικουμενικού πατριάρχη Σαμουήλ (1764). Υπήρξε σημαντικό εκκλησιαστικό κέντρο και διατηρούσε στενούς δεσμούς με το Φανάρι και το Άγιον Όρος καθώς και τη Ρωσία, όπου συντηρούσε μετόχι, το οποίο έδωσε στη μονή την προσωνυμία «Ρωσικόν».  

Στο χώρο της λειτούργησε νοσοκομείο για τους απόρους των γειτονικών χωριών, ενώ στα μέσα του 18ου αιώνα σε συνάρτηση με τον κοινωνικό χώρο και τον πλούτο της περιοχής ιδρύθηκε σχολείο κοινών γραμμάτων. Το 1757 δίδασκε εδώ ο παπα Δημήτρης, ο οποίος αλληλογραφούσε με τον γνωστό λόγιο Ζαγοριανό πατριάρχη Καλλίνικο Δ’. Στις αρχές του 19ου αι. έγινε ανώτερη σχολή και πλέον εκτός από τα γραμματολογικά μαθήματα, διδάσκονται αρχαία ελληνικά  και λατινικά ενώ αναφέρεται ότι διατηρούσε σημαντική βιβλιοθήκη. Μεγάλη προσφορά στη λειτουργία του είχε η οικογένεια Τσολάκογλου μια από τις επιφανέστερες οικογένειες της Ρεντίνας απόφοιτοι της ομώνυμης σχολής. Στη μνήμη των κατοίκων παραμένει έντονη η παράδοση για τις μεγάλες αποθήκες της μονής, όπου φύλαγε τεράστια βαρέλια κρασιών 25 – 30 «φορτώματα έκαστον». Το κρασί μεταφερόταν από τα πατητήρια σε αυτά τα θεόρατα «βαγένια» όχι με δοχεία, αλλά με σωλήνες «ρύακος δίκην».   

Στους αιώνες που πέρασαν από την ίδρυσή του στέγασε πλήθος μοναχών αλλά πολλές φορές τις τοπικές επαναστάσεις και τα κινήματα όπως των ετών 1848, 1854, 1867, οπότε και υπέστη σημαντικές καταστροφές κατά τις συγκρούσεις με τους Τούρκους. Το 1881, όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλία είχε 7 μοναχούς αλλά και πολλές καταστροφές. Στα επόμενα χρόνια εγκαταλείφθηκε και το 1907 συγχωνεύεται με τη μονή Πέτρας. Επανιδρύεται το 1926 από τον μακαριστό μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη με αδελφότητα τριών μοναχών και το 1931 μαζί με τη μονή Πέτρας υπάγονται στην Ιερά Μονή Κορώνης ως μετόχια. Από το 1930 έως το 1947 ηγούμενος της μονής διετέλεσε ο Ιερομόναχος Αβράμιος (Ρούσκας) που εκτελέστηκε και βρήκε μαρτυρικό θάνατο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου.  

Το 1974 με αρχιτεκτονική μελέτη του αρχιτέκτονα Ευαγγελου Χαιδά από τη Ρεντίνα άρχισαν οι πετυχημένες εργασίες αναστήλωσης των κελιών, του εξωνάρθηκα, ο καλλωπισμός του περιβόλου και ο καθαρισμός του εξωτερικού χώρου. Μαζί με την ανακεράμωση ξεκίνησε μια νέα εποχή για το ιστορικό μοναστήρι. Όλες οι εργασίες έγιναν με δωρεές των προσκυνητών κυρίως όμως με πρωτοβουλία των συλλόγων της Ρεντίνας. Αργότερα, τη δεκαετία του 1980 ήρθε η 7η Ε.Β.Α Λάρισας η οποία συντήρησε και καθάρισε τις τοιχογραφίες. Από το 2000 λειτουργεί ως γυναικεία Μονή, της οποίας η αδελφότητα συνεχίζει τη μοναστική παράδοση μεριμνώντας για τη εξυπηρέτηση των προσκυνητών και τη συντήρηση των κτισμάτων.  

  • Το κτηριακό συγκρότημα 

Από τα λίγα κτηριακά συγκροτήματα μονών που διασώζει το μεγαλύτερο μέρος της αρχικής αρχιτεκτονικής μορφής της. Αυτή ήταν τετράπλευρη φρουριακού χαρακτήρα με αντίστοιχες πτέρυγες «υπέρ των πεντήκοντα κελιών» γύρω από το καθολικό. Σήμερα σώζονται η ανατολική και η δυτική σε ένα τμήμα της τριώροφη ενώ όλες διαθέτουν ξύλινα μπαλκόνια – διαδρόμους.  

Ο ναός είναι αθωνίτικου τύπου κατάγραφος με τοιχογραφίες που έγιναν με δαπάνη της οικογένειας Στραβοένογλου. Πρόκειται για την ίδια αρχοντική οικογένεια ευεργετών της εποχής η οποία ανακαίνισε τη μονή και βοήθησε πολλαπλώς και οικονομικά τον τόπο τους. Πλούσιοι έμποροι με οικονομικές δραστηριότητες σε βαλκανικές χώρες μέλη της οποίας είναι οι αδελφοί Φράγκος και Μόσχος οι οποίοι φέρονται ως κτήτορες αρκετών πέτρινων γεφυριών, λιθόστρωτων δρόμων, την εκκλησία των Ταξιαρχών, των λουτρών Σμοκόβου ενώ εικονίζονται ως κτήτορες της ιστόρησης του 1662. Αυτή η διακόσμηση του καθολικού έγινε από μια μεγάλη καλλιτεχνική προσωπικότητα αυτής της εποχής στη Θεσσαλία, το ζωγράφο Ιωάννη που ήταν από τους σπουδαιότερους συνεχιστές της μακεδονικής σχολής, σύμφωνα με τον Πάνο Βασιλείου.  

Ο ίδιος εργάστηκε σε σημαντικά μοναστήρια της Μαγνησίας. Είχε το προτέρημα να συνδυάζει τις κατακτήσεις μεγάλων τοιχογράφων του 16ου αι. όπως ο Φράγγος Κατελάνος, με τα νέα θέματα των κρητικών εικόνων της εποχής. Το τέμπλο επίσης με πολύ ωραίο διάκοσμο με ρίζες κυρίως στην βυζαντινή παράδοση και επιδράσεις από τη δυτική τέχνη, με ποικιλία χρωμάτων σε ένα ισορροπημένο διακοσμητικό αποτέλεσμα.  

Βόρεια και νότια του νάρθηκα βρίσκονται προσαρτημένα τα δύο ξυλόστεγα παρεκκλήσια του καθολικού. Το βόρειο τιμάται στη μνήμη των Αγίων Πέτρου, Παύλου και Νικολάου και είναι κατάγραφο εσωτερικά όσο και στο πάνω μέρος της εισόδου, όπου η νεκρική σκηνή με τον Αββά Σισώη να θρηνεί τα εγκόσμια. Μια σκηνή που συνηγορεί στο νεκρικό χαρακτήρα του παρεκκλησιού πόσο μάλλον που αυτό βρίσκεται πάνω από το υπόγειο οστεοφυλάκιο του καθολικού. Στο νότιο και παλιότερο τιμάται η μνήμη του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου ενώ όλα τα αρχικά επιχρίσματα έχουν πέσει. Δεν υπάρχουν επιγραφές σε κανένα.  Ένα τρίτο, ‘’κρυφό’’ παρεκκλήσι του Τιμίου Σταυρού βρίσκεται δίπλα στο ηγουμενείο στον τρίτο όροφο της δυτικής πτέρυγας των κελιών «με ωραίον χρυσοποίκιλτον τέμπλον» και θολωτή κρύπτη για τα κειμήλια ή σύμφωνα με την παράδοση ‘’κρυφό σχολείο’’.  

  • Ιερά κειμήλια 

Ένα χρόνο πριν την μελέτη και την αναστήλωση της μονής κλάπηκαν 14 εικόνες και δύο λειψανοθήκες, όλα μεγάλης αξίας. Στην ιερά μονή σήμερα βρίσκεται αποθησαυρισμένο τμήμα της κάρας του Αγίου Ιερομάρτυρος Βασιλείου πρεσβυτέρου της εκκλησίας της Άγκυρας, του οποίου η μνήμη τιμάται στις 22 Μαρτίου και είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους κατοίκους των γύρω χωριών. Ο άγιος έζησε τον 4ο αιώνα και μαρτύρησε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 362 μ. Χ. από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Η λειψανοθήκη  φέρει την χρονολογία 1780 και είναι άγνωστο το πώς κατέληξε στην μονή.  

Ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Λουκάς Δεπουντής αναφέρει έναν τόμο «δεμένο καλά με δέρμα και σανίδες» που περιείχε δύο μηνιαία Ιουλίου – Αυγούστου με χαλκογραφία στην προμετωπίδα έκδοσης Σπινέλου Ανδρέα το 1548. Επίσης, ο αείμνηστος καθηγητής Αν. Ορλάνδος αναφέρει ένα παλιότερο του Οκτωβρίου έκδοσης 1512, ενώ ο αείμνηστος Σαμαρόπουλος συγγραφέας του «Οδηγού Καρδίτσης» γράφει για αυτοκρατορικά χρυσόβουλα που σήμερα αγνοούνται. Επίσης ερμάριο και τρία προσκυνητάρια με ένθετη διακόσμηση από μάργαρο.  

Αξιότιμα και ενδιαφέροντα για μελέτη κειμήλια φυλάσσονται στο εκκλησιαστικό μουσείο βυζαντινής και μεταβυζαντινής τέχνης της Ρεντίνας. Στεγάζεται στον Ι. Ν. Αγίου Γεωργίου όμως γίνεται μελέτη για τη μεταφορά του σε χώρο της εκκλησίας κοντά στον Άγιο Νικόλαο.  Εκεί θα εκτεθούν σε προθήκες όλα τα κειμήλια των εκκλησιών της κωμόπολης: χρυσό Άγιο Ποτήριο, βημόθυρα, δωδεκάορτα, άμφια, θυμιατά, καντήλες, δεκάδες βιβλία από τον 15ο αιώνα και περίπου 400 εικόνες. Ανάμεσά τους η πολύ σημαντική της Παναγίας του 1579, έργο του φημισμένου ζωγράφου Δροσινού από το Φανάρι. 

  • Η Θέση της μονής  

Η ιερά μονή βρίσκεται στα 770 μ. υψ. σε θέση με πανοραμική θέα ενώ ταυτόχρονα περιτριγυρίζεται από πλούσια βλάστηση. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει κάποια από τα ωραιότερα δάση στα νοτιοανατολικά Άγραφα με έλατα, βελανιδιές, οξιές και θαυμάσιους βιότοπους με σπάνια χλωρίδα και πανίδα. Πρόσφατα μάλιστα που ολοκληρώθηκε το φράγμα του Σμοκόβου δημιουργήθηκε κοντά της μια πανέμορφη λίμνη ιδανικός τόπος για δραστηριότητες ή περιπάτους. Το ήπιο κλίμα της προκαλεί για πεζοπορία ενώ στη κοντινή αρχοντική Ρεντίνα θα βρείτε υποδομή για διαμονή αλλά και τους αξιόλογους ναούς της Κοιμήσεως με σπουδαίο τέμπλο του 17ου αιώνα, τον Άγιο Γεώργιο με πλούσια αφιερώματα του προεστού της Ρεντίνας Δημήτριου Τσολάκογλου και εκπληκτικό ξύλινο ταβάνι, τον Άγιο Νικόλαο στην πρώτη πλατανοσκέπαστη πλατεία. Επίσης το διάσημο στο χώρο του νομού Καρδίτσας μουσείο Εθνικής Αντίστασης που στεγάζεται στο επιβλητικό Σχολείο του 1912, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού.  

  • Πρόσβαση  

Αρκετοί δρόμοι οδηγούν στη Ρεντίνα. Οι δύο προσφιλείς είναι ασφαλτοστρωμένοι και διασχίζουν πανέμορφα τοπία, όπως όλα τα Αγραφιώτικα. Πριν το Καρπενήσι στον οικισμό Άγιος Γεώργιος ξεκινά η πρώτη διαδρομή ανεβαίνει Φουρνά και λίγο πριν το χωριό φεύγει δεξιά για Ρεντίνα (+/- 37 χλμ. + 6 για τη μονή). Η δεύτερη ξεκινά από Καρδίτσα, Λουτρά Σμοκόβου, Λουτροπηγή (Σμόκοβο), Ρεντίνα (+/- 54 χλμ. + 6 για τη μονή).  

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Στις μέρες μας, μετά από μακρά περίοδο ερήμωσης, φιλοξενεί γυναικεία αδελφότητα με πέντε μοναχές. Ηγουμένη η γερόντισσα Φιλοθέη. Πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου της Παναγίας και στις 22 Μαρτίου του Αγίου Βασιλείου. Επισκέψιμη καθημερινά από Δευτέρα έως Κυριακή 08:00 – 17:00 το χειμώνα και 19:00 το καλοκαίρι. Τηλ: 2443071206 fax: 2443071370. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΛΕΚΗΤΗΣ  

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Μάρτιος 2009 

  • Ιστορία – Ίδρυση 

Παρόμοιο δέος με τα Μετέωρα στην Καλαμπάκα και τη Σιμωνόπετρα στο Άγιο Όρος πλημμυρίζει τον προσκυνητή, όταν έρθει η ώρα το βλέμμα του να αντικρίσει το περίφημο ιερό προσκύνημα. Έπειτα από αυτό το συναίσθημα έρχεται ο βαθύς σεβασμός για τους πιστούς προπάτορες που η πίστη τους οδήγησε σε αυτό το απύθμενο θαρρείς γκρεμό, για να ιδρύσουν το λατρευτικό της χριστιανοσύνης οίκο. Η ονομασία της προέρχεται από το γεγονός ότι οι ιδρυτές της πελέκησαν στα αλήθεια με πείσμα τον βράχο «με ξύλινα εργαλεία κατ’ εντολή της Παναγίας», για να οικοδομήσουν το θαυμαστό μοναστήρι στα 1344 μ. υψ., ίσως, το ψηλότερο στα Θεσσαλικά Άγραφα. Στη λάξευση αυτού του βράχου οφείλει το όνομα που της έδωσε ο λαός, «Παναγία Πελεκητή».  

Η μονή ιδρύθηκε το 16ο αιώνα και είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Συνδέθηκε στενά με τον ηγούμενο και θεωρούμενο κτήτορά της οσιομάρτυρα Δαμιανό το Νέο εκ Ρίχοβου ή Ρέχοβο, (σημερινά Αργιάχοβα συνοικισμός της Παλιοκατούνας) ο οποίος ασκήτευε σε κοίλωμα βράχου και ο οποίος μαρτύρησε στη Λάρισα το 1568. Λόγω της μεγάλης σπουδαιότητάς της αναγνωρίστηκε ως σταυροπηγιακή, υπαγόταν δηλαδή απευθείας στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με σιγίλιο του 1606 από τον πατριάρχη Ραφαήλ του Β’.   

Με τα προνόμια τα οποία παραχωρήθηκαν αύξησε την περιουσία της και τους οικονομικούς της πόρους. Αυτά προέρχονταν κυρίως από την ανεπτυγμένη κτηνοτροφία. Σε στενή συνεργασία με την αναπτυγμένη τότε Καρίτσα, έδινε δουλειά στους κατοίκους της, στα χωράφια και στα ζώα του. Διέθετε πλούσια και σπουδαία βιβλιοθήκη μοναδική πηγή γνώσης που δεν έμεινε ανεκμετάλλευτη αφού οι μοναχοί φρόντιζαν για τη διάσωση και εκμάθηση των ελληνικών γραμμάτων. Είναι δε βέβαιο από πληροφορίες και επιστολές ότι οι φωτισμένοι διδάσκαλοι του Γένους Ευγένιος Γιαννούλης και ο μαθητής του εξ ίσου επιφανής, Αναστάσιος Γόρδιος, είχαν άμεση σχέση και ενδιαφέρον για την πορεία του σχολείου που λειτουργούσε στην Πελεκητή. Άλλωστε ο θάνατος και των δύο, η οδύνη που προκάλεσε στους μοναχούς της Πελεκητής, καταγράφονται σε ενθύμηση στο εξωτερικό τμήμα του νότιου τοίχου του καθολικού της Αναλήψεως.  

Σε όλη την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης αποτελούσε κρησφύγετο αρματολών και κλεφτών, όπως άλλωστε όλες οι μονές της περιοχής. Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1821 στα Άγραφα πραγματοποιήθηκαν απηνείς διωγμοί ενώ ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν. Είναι αλήθεια ότι τα τρία σώματα στρατού του Σκόδρα που ‘’χτένισαν’’ τα ανυπεράσπιστα εκείνη τη στιγμή Άγραφα, προξένησαν τεράστιες υλικές καταστροφές που όμοιές τους ουδέποτε είχαν γνωρίσει στην ιστορία τους οι κάτοικοί τους.  Τρείς τέτοιες ενθυμήσεις μοναχών μαρτυρούνται σε εκκλησιαστικά βιβλία (μηνιαία και οκτώηχο) της μονής για την καταστροφή της Καρίτσας, το 1823, από τον περιβόητο Μουσταή πασά της Σκόδρας (Μαχμούτ ή Μουσταφά κατ’ άλλους).  

Το 1830 χαράχτηκαν τα νέα σύνορα της Ελλάδας. Τότε η συνοριακή γραμμή περνούσε από το καριτσιώτικο ρέμα αφήνοντας τα γειτονικά χωριά, τη μονή, μαζί με τα Θεσσαλικά Άγραφα στην Τουρκία. Οι κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν μετακινώντας τους πασσάλους της οριοθέτησης για να είναι ενταγμένοι στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ήταν η μοναδική περίπτωση εξαίρεσης στο ΒΔ. 19/12/1833 το οποίο όριζε ότι όσα μοναστήρια έχουν λιγότερους από 6 μοναχούς πρέπει να διαλυθούν και η περιουσία τους να διατεθεί υπέρ των εκκλησιών και σχολείων.  

Τότε 412 από τα 545 μοναστήρια διαλύθηκαν, εκτός της Πελεκητής που είχε την ιδιαιτερότητα να βρίσκεται πάνω στη γραμμή των συνόρων. Στην ιστορία της καταγράφηκε ο σημαντικός της ρόλος στις επαναστάσεις των ετών 1854, 1866, και του 1878, που μετά από τρία χρόνια καταλήγει στην απελευθέρωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους.Σήμερα υπάρχουν ακόμα μικρές πολεμίστρες και κρυφές πόρτες που χρησίμευαν στην άμυνα ή τη διαφυγή των αγωνιστών σε περιπτώσεις επιδρομών για τη σύλληψή τους. Με το Β.Δ. 21/3/1939 (ΦΕΚ 123/Α/29-3-39) έχει κηρυχτεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο.  

  •   Η λαϊκή παράδοση της εύρεσης της ιεράς εικόνας 

Εδώ που είναι το μοναστήρι φαινόταν κάποτε μια αμυδρή φλόγα. Ένας βοσκός πρόσεχε το φώς αρκετές μέρες πριν αποφασίσει να πλησιάσει. Όμως τα βράχια ήταν απότομα και κοφτερά, δεν μπόρεσε να προσεγγίσει, παρά μέρες αργότερα όταν με αξίνες οι συγχωριανοί του έσκαψαν, έσπασαν τα βράχια και έφτασαν στο σημείο. Εκεί, αντίκρισαν μια κανδήλα αναμμένη να φωτίζει την εικόνα της Παναγίας. Την πήραν και τη μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού. Την άλλη μέρα η εικόνα βρέθηκε στο ίδιο μέρος που ήταν πριν. Λένε, πως το ίδιο βράδυ ονειρεύτηκε ο παπάς την Παναγία που του είπε πως θέλει να χτιστεί εκεί η εκκλησία και εκείνη θα βοηθήσει για να πελεκηθεί ο βράχος. Πράγματι έτσι έγινε και ο βράχος κοβόταν «όπως το σαπούνι».  

  • Το κτηριακό συγκρότημα  

Χτισμένη σαν απόρθητο φρούριο με μικρά παράθυρα και πολεμίστρες εντυπωσιάζει ακόμα περισσότερο τον επισκέπτη καθώς αυτός βαδίζει στην πλακοστρωμένη στοά, ουσιαστικά μέσα στον σπηλαιώδη βράχο ο οποίος αγκαλιάζει στενά το μοναστήρι. Αυτός είναι που πελεκήθηκε και έδεσε αρμονικά με τις καλοδουλεμένες πέτρες των μαστόρων. Το συγκρότημα περιλαμβάνει δύο ναούς. 

Της Ανάληψης του Σωτήρα ο πρώτος και παλιότερος είναι μονόχωρος καμαροσκέπαστος, με υπερυψωμένο το κεντρικό τμήμα της καμάρας, τυπολογικά μοναδικός. Ο μακαριστός μητροπολίτης Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης μας παραδίδει την πληροφορία ότι σε επίσκεψή του είδε πάνω από την είσοδό του τη χρονολογία 1529. Παρότι η επιγραφή δεν υπάρχει, η μαρτυρία του θεωρείται αξιόπιστη από τους ειδικούς. Από υπάρχουσα επιγραφή μαθαίνουμε ότι ιστορήθηκε Έν έτει αχνδ’ (=1654) με συμμετοχή των αγιογράφων Ιωάννη, Νικόλαο ιερέα και Ιάκωβο ιερομόναχο. Τη δαπάνη κατέβαλε ο άρχοντας Μάνος, γιός του Δημητρίου Μορφέση. Ο ναός είναι κατάγραφος με καλής τέχνης τοιχογραφίες εκτός από το κάτω τμήμα των τοίχων. Στον ναό της Ανάληψης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας της Πελεκητής, της Παναγίας των Αγράφων. 

Ο δεύτερος ναός, της Παναγίας Φανερωμένης, είναι μονόχωρος μονόκλιτου αθωνίτικου τύπου και οι τοιχογραφίες έγιναν Έν έτει αχξζ’; (=1667/6) με συμμετοχή δύο ζωγράφων, Ιάκωβο τον ιερομόναχο και το γιό του Δημήτριο με δαπάνη ευσεβών χριστιανών. Και τους δύο τους έχτισε ο Παχώμιος λίγα χρόνια νωρίτερα από τις ημερομηνίες της ιστόρησης. Συμπτωματική ή όχι είναι χαρακτηριστική η συνύπαρξη στην ίδια μονή δύο ναών μονόχωρων στην προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα εγκάρσιο κλίτος. Θα ‘λεγε κανείς πως μια κάποια τάξη συγκέντρωσης του χώρου, τουλάχιστον εσωτερικά, ξεκινά με τον πρώτο και ολοκληρώνεται με τον δεύτερο. Και οι δύο είναι μικροί σε σχέση με τα συνηθισμένα αλλά κατάγραφοι και κατανυκτικοί. Διαθέτουν έναν μεταβατικό τύπο τέμπλων συνδυάζοντας απλοϊκά στοιχεία αλλά και έντονα ανάγλυφα με πλούσια γλυπτή διακόσμηση. Είναι θαυμάσια χρυσωμένα και αποτελούν, ωραία δείγματα εκκλησιαστικής ξυλογλυπτικής πιθανά των αρχών του 17ου αιώνα με εικόνες της ίδιας εποχής, 

Η μονή Πελεκητής είναι στο σύνολό της ένα πολύπλοκο συγκρότημα με κελιά, διαδρόμους, κρύπτες και ‘’μυστικές’’ πόρτες διαφυγής χτισμένο σε επάλληλα επίπεδα λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους. Στο χώρο του ισογείου στην είσοδο του ναού της Φανερωμένης βρίσκεται το αρχονταρίκι για την υποδοχή των προσκυνητών ενώ δίπλα του, από μια χαμηλή ξύλινη πόρτα επικοινωνεί με την πίσω αυλή, στα ριζά θεόρατων γκρίζων βράχων. Επίσης στο -ισόγειο, μια ξύλινη σκάλα οδηγεί στους δύο επάνω ορόφους, όπου υπάρχουν δωμάτια φιλοξενίας επισκεπτών, μικρά κελιά κάτω από τις κλίσεις της στέγης καθώς και η μεγάλη τράπεζα των μοναχών. Από εκεί, βγαίνει επάνω από την μονή όπου τα πέτρινα καθιστικά για ανάπαυση κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων και των πελώριων βράχων. Από αυτό το ψηλό σημείο η θέα προς τις δεκάδες ελατοσκέπαστες κορφές είναι εκπληκτική.  

Στο δεύτερο επίπεδο υπάρχει το παλιό Ηγουμενείο και διάφορα παλιά χρηστικά αντικείμενα, αποστακτήρας τσίπουρου, ένα παλιό βαρέλι, ξύλινες κασέλες κ.ά. Έξω από το διάδρομο υπάρχει μυστική καταπακτή που κάποτε χρησίμευε σαν κρυφή έξοδος από τη μονή που βγάζει σε απόκρημνο και αθέατο σημείο του δάσους για τη διάσωση των αγωνιστών που κατέφευγαν εδώ. Στον ίδιο χώρο υπάρχει μικρός φούρνος και ερμάρια ενώ στην άκρη μια στενή πέτρινη σκάλα οδηγεί σε χώρους απομόνωσης και περισυλλογής καθώς και στο μοναχικό κελί που λειτουργούσε ‘’κρυφό σχολείο’’. Ακόμα πιο κάτω σε ένα τρίτο επίπεδο υπάρχουν και άλλο χώροι αποθηκευτικοί, κελιά, εσοχές και κρύπτες καθώς και μελισσομάντρι, μια εσωτερική κυψέλη μελισσών χτισμένη στον τοίχο της μονής.  

Ολόκληρο το συγκρότημα, οι εξωτερικοί και εσωτερικοί χώροι, η λιθοδομή και η παραμικρή λεπτομέρεια αναστηλώθηκαν και ανακαινίστηκαν επί σειρά ετών με την φροντίδα των επιτρόπων της και την επίβλεψη της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Για τις εργασίες αυτές έλαβε το βραβείο της Ευρωπαϊκής ένωσης NOSTRA.   

  • Ιερά κειμήλια 

Παρά τις κλοπές που έγιναν σε καιρούς εγκατάλειψης η μονή συνεχίζει να αποτελεί αληθινό μουσείο θρησκευτικής κληρονομιάς. Δεν είναι μόνο τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, οι τοιχογραφίες και οι εικόνες. Υπάρχουν σπουδαία ιερά ευαγγέλια, πλούτος σπάνιων βιβλίων και χειρογράφων, Άγιο Ποτήριο, η λειψανοθήκη του Αγίου Χαραλάμπους, μοναδικά ιερά σκεύη και αντικείμενα. Ξεχωρίζει η παλιά εικόνα της Παναγίας Πελεκητής (1654), η μεταλλική σφραγίδα της Μονής (1682), πολύτιμες εικόνες μεταξύ των οποίων δύο του Χριστούστο τέμπλο της Φανερωμένης (1626) η πρώτη και στο τέμπλο της Αναλήψεως (1651) η δεύτερη, ένα τυπικό (εκκλησιαστικό βιβλίο) του 1577, και δύο αχρονολόγητοι σταυροί (ξυλόγλυπτος και μεταλλικός).  

  • Η Θέση της μονής  

Το τοπίο συναρπάζει συνδυάζοντας την αλπική όψη των βουνών με τα έλατα και την λίμνη Ν. Πλαστήρα. Η μονή Πελεκητής βρίσκεται στην δυτική πλευρά της σημερινής Λίμνης Νικολάου Πλαστήρα. Το μεγαλόπρεπο συγκρότημα δεσπόζει του οικισμού της Καρίτσας, από τα πιο παλιά χωριά και ιστορικά της Νεβρόπολης μαζί με το Νεοχώρι και την Κερασιά. Σκαρφαλωμένο σε απρόσιτη θέση προβάλει ανάμεσα στους δυσπρόσιτους θεόρατους βράχους. Σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι, σε δύσβατη τοποθεσία ακόμα μεγαλύτερου υψομέτρου, υπάρχει το ασκηταριό του Αγ. Δαμιανού. Δεν είναι άλλο από μια μικρή σπηλιά που ασκήτεψε επί 15 χρόνια ολοκληρώνοντας το χτίσιμο της μονής. Εκεί εικονίζεται σε δύο τοιχογραφίες με την ένδειξη «ο κτήτωρ της Μονής ταύτης».   

  • Πρόσβαση  

Εύκολη πρόσβαση από τον δυτικό δρόμο όπου το κέντρο των δραστηριοτήτων της λίμνης Ν. Πλαστήρα. Κοντά στο Νεοχώρι  και τον Μπελοκομίτη. Ένα χλμ. μετά τον τελευταίο υπάρχει δεξιά δστ. προς Καρίτσα – μονή Πελεκητής (7,0 χλμ.). Πρόσβαση και από τον ανατολικό δρόμο της Λίμνης από Λαμπερό και Καστανιά. Μετά την Καστανιά είναι το φράγμα της Λίμνης (9,0 χλμ.). Από το φράγμα ο Μπελοκομίτης είναι 7,0 χλμ. και άλλα τόσα το προαύλιο της Μονής.   

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Ανδρώα μονή χωρίς αδελφότητα. Ηγούμενος ο αρχιμανδρίτης Αχίλλειος. Εορτάζει δύο φορές το χρόνο, στις 15 Αυγούστου της Παναγίας και στις 8 Σεπτεμβρίου το Γενέσιο της Θεοτόκου. Επισκέψιμη καθημερινά εκτός Δευτέρας και Πέμπτης 10:30 – 16:00 και το καλοκαίρι 10:30 – 18:00. Τηλ: 2441094747, fax: 2441027354, 6973699500. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994. 

 ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ 

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Φεβρουάριος 2009

  • Ιστορία - Ίδρυση  

Η μονή Πέτρας υπήρξε το σημαντικότερο μοναστήρι της περιοχής το οποίο χάριν του μεγέθους, της πλούσιας διακόσμησης και του κύρους των ιδρυτών του, άσκησε καθοριστική επίδραση στον ευρύτερο χώρο των Αγράφων έως και τον επόμενο της ιδρύσεώς του αιώνα. Χτίστηκε την ίδια εποχή με την Ι. Μ. Κορώνας (16ο αι.) και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η ονομασία της προέρχεται από έναν μεγάλο, εκτεταμένο και πλατύ βράχο = Πέτρα στη βάση του οποίου υπάρχει μεγάλη σπηλιά. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση και την χρονολογία 1595 που βρέθηκε στην οροφή της, ασκήτεψαν οι πρώτοι ευσεβείς ερημίτες. Εικάζεται, ότι οι ίδιοι χτίζουν τη μονή αναχωρώντας από τη σπηλιά για να διαμείνουν πλέον στα κελιά της.  

Στην αρχιτεκτονική και ιστορική μελέτη του μνημείου ο αείμνηστος καθηγητής και ακαδημαϊκός Παύλος Μ. Μυλωνάς δέχεται σαν πιθανή χρονολογία κτίσεως του αρχικού κτηρίου «..τα μέσα του 16ου αιώνα..».Μαρτυρία επίσης για την ύπαρξη της μονής είναι η επιγραφή της ιστόρησης (τοιχογράφησης) του καθολικού το έτος ΖΡΛΓ’ (=1625), κατά συνέπεια το μνημείο είναι προγενέστερο.  Η άποψη αυτή του Π. Μυλωνά επαληθεύτηκε αργότερα με την δημοσίευση (1993) αποτυπώματος παλαιάς σφραγίδας της Μονής Πέτρας με χρονολογία 1593 / 94 από τον αείμνηστο καθηγητή Δημήτριο Ζ. Σοφιανό. Σήμερα η μονή μπορεί να θεωρηθεί πως έχει ως παλιότερο χρονικό σημείο το έτος 1557 που αναγράφεται σε παλιό κώδικά της (Κωδ. 44 της συλλογής Κολυβά) και αναφέρεται στο θάνατο του μαστρογ η, ενός σημαντικού προσώπου του τεχνικού προσωπικού ανέγερσης του ναού, πιθανά του πρωτομάστορα. Αυτή η ένδειξη μας οδηγεί στο συλλογισμό ότι η ανέγερση είχε αρχίσει νωρίτερα. Στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει η απεικόνιση του κτήτορα που προσφέρει τον ναό στην Παναγία. Ο δωρητής σύμφωνα με την παράδοση ήταν ο Παναγιώτης Κουσκουλάς πλούσιος προεστός της περιοχής.  

Η ιδρυτική διάταξη της μονής δεν διασώθηκε. Η επίσημη έναρξη της λειτουργίας της είναι πιθανότατα το έτος 1593 που λόγω της σφραγίδας ταυτίζεται με την αποπεράτωση. Αναφέρεται ότι μετά το τέλος των εργασιών η εικόνα μεταφέρθηκε με πομπή και με παρουσία ιερέων και πολλών κατοίκων από όλα τα γειτονικά χωριά. Στους αιώνες που πέρασαν είχε σημαντική πνευματική δράση ενώ στα τέλη 16ου αρχές 17ου αι. ο μοναχός Αβακούμ παρέδιδε μαθήματα, εν είδη σχολείου, στους νέους Αγραφιώτες. Απόκτησε μεγάλη κτηματική περιουσία στη γύρω περιοχή (Λαμπερό – Καταφύγι) αλλά και μακρύτερα, στη Σέκλιζα (σήμερα Καλλίθηρο), τους Σοφάδες, το Παζαράκι (σήμερα Αγ. Βησσαρίων Καρδίτσας). Οι προφορικές παραδόσεις κάνουν λόγο ακόμα και για εκτάσεις γης στις ελληνικές παροικίες της Ρουμανίας.  Στα μέσα της δεύτερης περιοδείας (1763 – 1773) του, ο Εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός επισκέφθηκε την Μονή και θαύμασε τη μεγαλοπρέπειά της και τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Στα χρόνια της επανάστασης υπήρξε προπύργιο του ελληνισμού, φιλοξένησε και είχε επικοινωνία με πολλούς αγωνιστές (Καραϊσκάκη – Θεόδωρο Ζιάκα) ενώ στο επαναστατικό κίνημα του Ηπειροθεσσαλικού αγώνα (1866 – 69) η συμμετοχή της είναι άγνωστη.  

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα η μονή Ρεντίνας συγχωνεύεται με την μονή Πέτρας (1907) και το 1909 και οι δύο υπάγονται στη μονή Κορώνας. Λίγα χρόνια αργότερα φαίνεται εγκαταλειμμένη, «Δίωρον της Μονής Κορώνης εις δασώδη τόπον υπάρχει η Ιερά Μονή Πέτρας επί χαμηλού εδάφους περιβαλλομένη υπό οροσειράς εις μνήμην της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Επί έτη η Μονή ήτο έρημος και δια διατάγματος επανιδρύσαμεν αυτήν». Όταν δημοσιεύτηκε αυτή η είδηση από τον μακαριστό Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη  ήταν το έτος 1928, άρα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 εκδόθηκε το διάταγμα και επανιδρύθηκε η μονή. Η επανίδρυση έγινε το 1925. 

Το 1967 η Ιερά Μονή Πέτρας με Β.Δ. χαρακτηρίζεται Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο πολύ αξιόλογο, εφάμιλλο των ναών των Μετεώρων, τόσο για τον αρχιτεκτονικό του τύπο και την περίοδο στην οποία ανήκε όσο και για την αρχιτεκτονική του κομψότητα. Ένας επί πλέον λόγος που το κατατάσσει στα σημαντικά και διατηρητέα μνημεία είναι ότι υπάρχει ακόμα η πλήρης τοιχογράφηση του, τα τέμπλα του, τα προσκυνητάρια, στασίδια, αγία τράπεζα, έστω και διαφορετικών περιόδων.  

Το 1981 εκοιμήθη ο τελευταίος μοναχός της μονής Λεόντιος, που από το 1946 διακονούσε στη μονή, βρίσκοντας τραγικό θάνατο από πυρκαγιά που ξέσπασε μέσα στο κελί του. Από το 1996 έως το 2000 το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Καταφυγίου, με βάση τεχνικές εκθέσεις, σχέδια και εγκρίσεις του ΥΠΠΟ και της 7ης Ε.Β.Α. Λάρισας υπό τη διεύθυνση του κ. Λάζαρου Δεριζιώτη, εκτέλεσε και αποπεράτωσε τα έργα στερέωσης του καθολικού. Η ανασύστασή της έγινε με κάθε επισημότητα τον Οκτώβριο του 2004.  

  • Η λαϊκή παράδοση της εύρεσης της ιεράς εικόνας 

Λέγεται, ότι μέσα στην παρθένα βλάστηση της περιοχής οι κάτοικοι έβλεπαν ένα φώς. Το πρωί όμως δεν φαινόταν τίποτα παρά τις προσπάθειες για την εύρεση της πηγής του φωτός. Με τα ελάχιστα μέσα που είχαν σκόπευσαν το βράδυ με ένα ραβδί το σημείο από όπου προερχόταν το φωτεινό σημάδι. Το πρωί, οδηγήθηκαν στο κοίλωμα του βράχου, στην σπηλιά που άλλοτε διαβιούσαν οι πρώτοι ασκητές, όπου αντίκρισαν της εικόνα της Παναγίας. Κατά την παράδοση, όχι ιδιαίτερα ζωηρή σήμερα, ήταν έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.  Με αφορμή την εύρεση της εικόνας στο ασκηταριό εξηγείται το χτίσιμο της μονής σε αυτή τη θέση. 

  • Το κτηριακό συγκρότημα 

Από τα παλιά κτήρια της μονής δεν διασώζεται τίποτα εκτός από το καθολικό και λίγα ερειπωμένα κελλιά. Το καθολικό ανήκει στον λεγόμενο τετρακιόνιο αθωνίτικο τύπο μετά χορών και νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Πάνω από τον νάρθηκα υπάρχει δεύτερος όροφος που σύμφωνα με γραπτές και προφορικές παραδόσεις ήταν η βιβλιοθήκη.  Λίγο αργότερα νότια του νάρθηκα χτίστηκε με την ίδια επιμέλεια στην τοιχοποιία το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα με αγία τράπεζα που αποτελείται από μαρμάρινο βάθρο υστερορωμαϊκών χρόνων, καλυμμένο με οκταγωνική σκαλιστή πλάκα, επίσης μαρμάρινη.  

Γνωρίζουμε ότι παλιότερα υπήρχε κλειστός περίβολος με δύο ανοίγματα – εισόδους που το καθιστούσε απόρθητο σε ανεπιθύμητους εισβολείς, ενώ τα περιμετρικά κελιά με τις υπόγειες αποθήκες στις τέσσερις πλευρές έδιναν οχυρωματική μορφή στο συγκρότημα. Για τον αριθμό τους η παράδοση διασώζει τον αριθμό 365, όσες και οι μέρες του χρόνου, ενώ ο Σαμαρόπουλος μας δίνει την πληροφορία για 120. Σύμφωνα με νεώτερους υπολογισμούς αυτός ο αριθμός δεν απέχει από την αλήθεια. Το 1968 όμως, μετά από μια ατυχή πρωτοβουλία με μπουλντόζα κατέρρευσαν στο μεγαλύτερο μέρος τους. Η παρουσία τους σήμερα θα ήταν πράγματι σημαντική. Στην ανατολική πλευρά υπάρχουν σήμερα κάποια ελάχιστα απομεινάρια τους.  

Άλλα κτήρια και δευτερεύουσες βοηθητικές κατασκευές όπως στάβλοι, εστία, μαγκιπειό, τραπεζαρία, κωδωνοστάσιο, και πύργος συμπληρωματικός της οχύρωσης, αναφέρονται, αλλά δεν σώζεται τίποτα εκτός το πηγάδι σε κεντρικό σημείο εντός του περιβόλου. Υπήρχε και δεύτερο εκτός, στον χώρο της μεγάλης λάκας που από χρόνια έχει μπαζωθεί. Πιο κάτω από το πηγάδι υπάρχει ένα χαμηλό χτιστό βάθρο με ένα μαρμάρινο κομμάτι κρήνης με δυσανάγνωστη επιγραφή. Η σπάνια παράστασή του, ο Σταυρός, στην οροφή ενός τζαμιού, συμβολίζει τη νίκη του χριστιανισμού επί του Μωαμεθανισμού.  

  • Τα ιερά κειμήλια 

Με την είσοδό στο νάρθηκα όσο και στον κυρίως ναό, το φως, η ευρύτητα των χώρων, η πλούσια διακόσμηση και η τέλεια αποκατάσταση - καθαρισμός των τοιχογραφιών υποβάλουν. Στον κυρίως ναό το πρώτο που ελκύει το βλέμμα του επισκέπτη, είναι το καρυδένιο τέμπλο. Πράγματι αξιοθαύμαστο, ιδιαίτερα επιβλητικό και μεγαλόπρεπο καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού με το ύψος του να φτάνει σχεδόν στην οροφή. Χρονικά είναι σύγχρονο του καθολικού αφού μια εικόνα του, από τις συνολικά 48, φέρει την ημερομηνία (1608). Ζωγράφος των εικόνων του είναι ο Λάμπος ο πρώτος γνωστός που εργάστηκε στο ναό και ένας από τους αξιολογότερους της εποχής, που εργάστηκε σε μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία των Αγράφων.  

Στο καθαυτό τέμπλο οι εργασίες καθαρισμού αποκάλυψαν όλες τις λεπτομέρειες του φυτικού διακόσμου και το αληθινό έργο του καλλιτέχνη ξυλογλύπτη. Η ποικιλία των χρωματικών συνδυασμών, κόκκινου γαλάζιου και χρυσού στόχευε και πέτυχε ένα ισορροπημένο διακοσμητικό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει για το αντίστοιχο στο παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ένας μονόχωρος θολωτός ναός χτισμένος, σύμφωνα με επιγραφή, το 1672. Φιλοτεχνήθηκε την ίδια χρονολογία από τον τεχνίτη Ιωάννη όπως μαρτυρεί η επιγραφή θυρόφυλλου. Πιθανώς ο τεχνίτης του Τέμπλου ο «τλήμων Ιωάννης» να είναι ο ίδιος ο ζωγράφος Ιωάννης που αναφέρεται σε επόμενη επιγραφή (1672; 1673;) στο υπέρθυρο.  

Άλλα κειμήλια είναι η Αγία Τράπεζα του καθολικού και του παρεκκλησιού, τα τέσσερα καρυδένια – επιχρυσωμένα προσκυνητάρια, δύο ξυλόγλυπτα αναλόγια εκ των οποίων το ένα εξαιρετικής τέχνης με ωραία γεωμετρικά σχέδια διακοσμημένα με φίλντισι, ο ξύλινος μεγάλων διαστάσεων Χορός που κρέμεται από τον τρούλο, ο Εσταυρωμένος στο πίσω τμήμα της Αγίας Τράπεζας, οι Σφραγίδες και οι Σταυροί. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν τέσσερεις εκ των οποίων οι δύο αγνοούνται, ο ξύλινος ίσως είναι στη Μονή Κορώνας, και ο τελευταίος, ασημένιος με διαστάσεις 18Χ7 εκ. είναι ο μόνος που διασώζεται. Η μονή παλαιότερα έφερε τα σεπτά προσκυνήματα των ιερών λειψάνων του Αγίου Προκοπίου, του Οσίου Φιλοθέου και του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου. 

Στα χρόνια που μεσολάβησαν η εγκατάλειψη της μονής, οι απώλειες – κλοπές εικόνων, σκευών και κειμηλίων από αρχαιοκάπηλους, στάθηκε αφορμή τα εναπομείναντα όπως οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου, να μεταφερθούν για φύλαξη στο εκκλησιαστικό μουσείο της Ι. Μητρόπολης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων στην Καρδίτσα.

Ανάμεσά τους τμήμα της πρώτης σειράς των δεσποτικών εικόνων και τα βημόθυρα του τέμπλου τα οποία φυλάσσονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μητροπόλεως ενώ τα αναλόγια βρίσκονται στην εκκλησία της Παναγίας Καταφυγίου. Άλλα, εξίσου σπουδαία όπως η κάρα του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτη, η περίφημη μεταλλική σφραγίδα της μονής, βιβλία φυλάσσονται στην Ι. Μ. Κορώνας. Επίσης πολλά βιβλία και κώδικες, βρίσκονται στο βυζαντινό μουσείο – συλλογή Κολυβά – όπως και στην Ι. Μ. Αγίου Στεφάνου Μετεώρων.  

  • Η ζωή στο μοναστήρι 

Η διαβίωση και η διασπορά του χρόνου της συλλογικής ζωής των μοναχών αποτελεί πιθανά, δυσεπίλυτη απορία για τους κοσμικούς. Ήδη από τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους ο μοναχισμός συγκροτεί  το σημαντικότερο οργανικό στοιχείο του εκκλησιαστικού βίου που είναι αφιερωμένος στο τρίπτυχο προσευχή, εργασία και ξεκούραση. Η προσευχή διακρίνεται σε κοινή που γίνεται στο κεντρικό ναό ή στα παρεκκλήσια και προσωπική που περιορίζεται κυρίως στην επανάληψη σύντομων ευχών π.χ. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Στους μοναχούς ανατίθενται κάθε χρόνο από τον ηγούμενο, τα «διακονήματα» για την εύρρυθμη λειτουργία της μονής. Η ευθύνη δηλαδή για χίλιες δυο εργασίες λειτουργικές – διοικητικές ή υπηρεσίες προς τους προσκυνητές αλλά και καθημερινά καθήκοντα όπως το κόψιμο ξύλων, το μαγείρεμα, η περιποίηση του κήπου ή του αγρού, η συγκομιδή των καρπών (εποχικά), η καθαριότητα της μονής κ.ά.  

Ορισμένοι, εκτός από τις συλλογικές εργασίες ασχολούνται με την συντήρηση – επισκευή κτηρίων και κινητού εξοπλισμού, την αγιογραφία, τη μικροτεχνία, τη ραπτική, το εργόχειρο και άλλες χειροτεχνικές εργασίες. Στα μεγάλα μοναστήρια δεν λείπουν, ειδικά τα τελευταία χρόνια, οι υπεύθυνοι για το διαδίκτυο, και τις κάθε είδους εκδόσεις από βιβλία – οδηγούς – φυλλάδια, έως cd  με εκκλησιαστικούς ύμνους και ιερές ακολουθίες. Μετά από αυτά, η ξεκούραση έρχεται σύμφωνα με το πρόγραμμα. 

  • Η Θέση της μονής

Είκοσι χιλιόμετρα νότια της Καρδίτσας βρίσκεται το Δ.Δ. Καταφυγίου του δήμου Ιτάμου Νομού Καρδίτσας. Μικρό, σχεδόν έρημο είναι χτισμένο στα 650 μ. υψ. στους πρόποδες του ορεινού όγκου των Αγράφων. Σήμερα δεν προσελκύει επισκέπτες παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια πανέμορφη περιοχή και η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Σύμφωνα με στοιχεία μαρτυρείται ότι τον 10ο και 11ο αιώνα το Καταφύγι ήταν σημαντικότατος οικισμός της περιοχής. Τέσσερα χλμ. έξω από το χωριό στη διαδρομή προς Λαμπερό λίμνης Ν. Πλαστήρα πάνω σε ένα κατάφυτο πλάτωμα σε ύψος 600μ. βρίσκεται η Ι. Μονή Πέτρας.  

  • Πρόσβαση  

Από ασφαλτόδρομο που ξεκινά από το Καταφύγι. Πολύ όμορφη διαδρομή, διασχίζει κατάφυτο περιβάλλον και φτάνει στη μονή μετά από 4 χλμ. Άλλη επιλογή είναι από λίμνη Ν. Πλαστήρα όπου ο οικισμός του Αγίου Αθανασίου (600 μ. από τη δστ. προς Λαμπερό). Ασφαλτοστρωμένη διαδρομή κατηφορική θα σας φέρει στην μονή σε 4,3 χλμ. 

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Ανδρώα μονή με εγκατεστημένη αδελφότητα 25 μοναχών (οι 5 δόκιμοι) που προέρχονται από διάφορες χώρες με παρακαταθήκη να αναστήσουν το μοναστήρι στην παλιά του δόξα και μεγαλοπρέπεια. Ηγούμενος ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος.  Εορτάζει τρείς φορές το χρόνο, στις 15 Αυγούστου, στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος 6 Αυγούστου και της Ζωοδόχου Πηγής. Η μονή είναι επισκέψιμη και ανοιχτή καθημερινά, όλες τις ώρες από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου. Τηλ: 6978118604, fax: 2441080716 πατήρ Ειρηναίος www.monipetras.org e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

 ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΔΡΑΚΟΤΡΥΠΑΣ 

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Μάρτιος 2009 

  • Ιστορία – Ίδρυση 

Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας αναπτύχθηκαν πλήθος μοναστηριών στα ορεινά συγκροτήματα Αργιθέας και  Αγράφων που είχαν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Θεσσαλίας. Ένα από αυτά, η μονή Αγίας Τριάδας, βρίσκεται χτισμένη στις πλαγιές του Τύμπανου σε ψηλό σημείο (721μ. υψ.) του Δ. Διαμερίσματος της ιστορικής Δρακότρυπας (Σκλάταινα).  

Η μαρτυρία του σιγιλίου της δεύτερης πατριαρχίας του Πατριάρχη Παΐσιου του Β’  δίνει ασφαλή στοιχεία για την ανέγερση. Μάλιστα αναφέρει ότι στην ίδια θέση «ευρίσκετο εν πτωχόν μοναστηράκι», το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα. Αυτό, από τον χρόνο και την εγκατάλειψη κείτονταν σε ερείπια. Το ίδιο πατριαρχικό σιγίλιο αναφέρει ότι: «οι χριστιανοί του ειρημένου χωριού …(..) λαβόντες άδεια παρά των κρατούντων ανήγειραν και ωκοδόμησαν αυτό εκ θεμελίων ιδίοις εξόδοις και δαπανήμασιν…». Αμέσως μετά την ανέγερση του καθολικού, ζήτησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να κατάταξη τη μονή στο καθεστώς των σταυροπηγίων, πράγμα το οποίο έγινε το 1743. Επομένως η χρονολογία κατασκευής του ναού πρέπει να έγινε το 1742 ή λίγο νωρίτερα. 

Την ίδια εποχή, επανδρώθηκε με τρείς μοναχούς για τους οποίους υπάρχουν φειδωλές πληροφορίες για το έργο τους εκτός από την επιστολή  προς τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως το 1797, όπου ζητούν προστασία στη διαμάχη τους με τους ντόπιους και τις οικονομικές αυθαιρεσίες Τούρκων σπαχήδων. Για την κατοπινή ιστορία του δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία αλλά πρέπει να έπαιξε σημαντικό πολιτιστικό ρόλο αφού είχε μεγάλη βιβλιοθήκη σε ειδικό δωμάτιο της βόρειας πτέρυγας από την οποία δεν σώθηκαν παρά ελάχιστα βιβλία. Την επισκέφθηκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός αλλά και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ο οποίος είναι πιθανόν να χρησιμοποίησε κατά την επανάσταση το μοναστήρι για να αναπαυθεί και να αναλάβει από την φυματίωση που τον βασάνιζε.  

Βέβαιο είναι ότι ακολούθησε την ιστορική διαδρομή της κοινωνικά ανεπτυγμένης Δρακότρυπας οι κάτοικοι της οποίας ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι αλλά και πετυχημένοι έμποροι που διαχειρίζονταν εκτός τα παράγωγα της κτηνοτροφίας και όπλα. Είναι γνωστό ότι κατά τη περίοδο της τουρκοκρατίας λειτουργούσαν εδώ εργαστήρια κατασκευής σπαθιών, όπλων και πιστολιών για το εμπόριο. Αυτό ασκήθηκε από τους ντόπιους στις γειτονικές περιοχές αναπτύσσοντας οικονομικά  τον τόπο τόσο ώστε να μπορούν να αναλάβουν όχι μόνο το χτίσιμο της μονής ή την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου (1741) αλλά και πολλών κοινωφελών οικοδομημάτων όπως είναι οι νερόμυλοι στο ποτάμι.  

  • Το κτηριακό συγκρότημα  

Από το άλλοτε μεγάλο συγκρότημα σώζεται μόνο το καθολικό ενώ τα τελευταία χρόνια με τη συνδρομή των κατοίκων ανεγέρθη ένα μεγάλο κτήριο που περιλαμβάνει τα απαραίτητα για την λειτουργία της μονής (αρχονταρίκι, ηγουμενείο και τα κελιά).  Ο ναός ανήκει στον λεγόμενο τετρακιόνιο αθωνίτικο τύπο μετά χορών και νάρθηκα στη δυτική πλευρά, όμοιο, με τα καλύτερα καθολικά του Αγίου Όρους από όπου άλλωστε έλκει την καταγωγή του. 

Γύρω από το καθολικό υπάρχουν τοίχοι αντιστήριξης  χτισμένοι από τους κατοίκους του χωριού με τα υλικά και στη θέση περίπου που βρίσκονταν τα κελιά του μοναστηριού τα οποία κατεδαφίστηκαν το 1967 – 70. Οι πτέρυγες των κελιών σχημάτιζαν κλειστό ορθογώνιο και εκτός τη νότια ήταν διώροφες. Οι εξωτερικοί τοίχοι τους ήταν από λιθοδομή με ξυλοδεσιές ενώ οι διαχωριστικοί τοίχοι ήταν από τσατμά. Κοντά στο διαβατικό υπήρχε κρήνη, κοντά στη σημερινή, στη βόρεια πτέρυγα υπήρχε δωμάτιο – βιβλιοθήκη ενώ στη νοτιοανατολική γωνιά υπήρχε παρεκκλήσι του Αγίου Προκοπίου. Σύμφωνα με τη διαδεδομένη στο χωριό παράδοση εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα ο μετέπειτα Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, ο οποίος καταγόταν από τη Δρακότρυπα (Σκλάταινα) και υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα του μοναχισμού του 16ου αι. Στα Μετέωρα ασπάστηκε το μοναχικό σχήμα ενώ αργότερα έγινε ηγούμενος της Μ. Φιλοθέου Αγίου Όρους και ιδρυτής δύο μονών, την ομώνυμη στον Όλυμπο και τη Μονή Σουρβιάς στο Πήλιο. 

Παλιότερα υπήρχαν δύο είσοδοι στο ναό και οι δύο από το νάρθηκα. Η δευτερεύουσα στο νότιο τοίχο χτίστηκε και πλέον ο προσκυνητής εισέρχεται από την κύρια της δυτικής πλευράς. Το εσωτερικό του ναού είναι φωτεινό, πολύ επιβλητικό με αποδοτική προσπάθεια των κατασκευαστών να δημιουργηθεί πολυτελής εμφάνιση. Συνηγορούν σε αυτό το τέμπλο, οι τέσσερις χτιστοί κίονες, εξωτερικά σοβατισμένοι με φρέσκο σε απομίμηση μάρμαρου και γύψινα κιονόκρανα με φυτικό διάκοσμο, τα έπιπλα και τα σκεύη, οι καντήλες, οι γύψινοι φεγγίτες με τα χρωματιστά τζάμια και ο αληθινός θησαυρός της ζωγραφικής που καταλαμβάνει όλη τη διαθέσιμη επιφάνεια ακόμη και τους ξύλινους ελκυστήρες. Όλα αυτά ολοκληρώνουν την εντύπωση αυτής της πολυτέλειας που θα ήταν εντονότερη στα χρόνια της ακμής του μοναστηριού. 

Το μεγάλο μνημείο ζωγραφίστηκε σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την κύρια είσοδο του ναού στα 1758 από τον σημαντικότερο λαϊκό ζωγράφο της Θεσσαλίας την εποχή αυτή, τον Θεόδωρο, ιερέα από την Αγιά. Πρόκειται για εκτεταμένες συνθέσεις συχνά πολυπρόσωπες, με λαϊκό ύφος και αρκετό ενδιαφέρον. Εκείνη την εποχή είχε αρκετά μεγάλη αδελφότητα και ο ηγούμενος της ο Ιωσήφ, μαζί με τον μοναχό Διονύσιο ανέλαβαν το κόστος της ανακαίνισης και της ιστόρησης. Μια δεύτερη ενδιαφέρουσα επιγραφή, αριστερά της πρώτης, αναφέρει έναν αφορισμό για όποιον μοναχό παραβιάσει τους κανόνες της μοναστικής κοινωνίας. 

Εξίσου εντυπωσιακό είναι και το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο με χρονολογία ΑΨΜΔ (=1744) πάνω από την ωραία πύλη το οποίο φτάνει τα τέσσερα μέτρα σε ύψος ενώ αγγίζει σχεδόν τα έξι με την επίστεψη του σταυρού και των λυπηρών. Διαθέτει ποικίλο, πλούσιο ανάγλυφο διάκοσμο με τα προεξέχοντα στοιχεία χρυσά σε φόντο γαλάζιο και κόκκινο, καρπός πολλών παραγόντων, με ρίζες κυρίως στην βυζαντινή παράδοση αλλά και με επιδράσεις από τη δυτική τέχνη εδώ εκφράζονται από τα ημικυκλικά στοιχεία, σαν αχιβάδες, που βρίσκονται πάνω από το δωδεκάορτο. Στις δύο επάνω σειρές διατηρούνται οι πολύ ενδιαφέρουσες αρχικές εικόνες ενώ οι δεσποτικές έχουν αντικατασταθεί με μεταγενέστερες και βρίσκονται στην εκκλησία του χωριού.  

  • Ιερά κειμήλια 

Σχεδόν σε όλα μοναστήρια τα οποία σε δύσκολους καιρούς συγχωνεύτηκαν ή έγιναν στόχος αρχαιοκάπηλων  παρατηρείται το γεγονός ορισμένα κειμήλια να λείπουν, να έχουν εξαφανιστεί ή να βρίσκονται σε άλλους πιο ασφαλείς χώρους (βιβλιοθήκες, μονές, εκκλησίες της ενορίας, μουσεία) συχνά, χωρίς να το γνωρίζουν οι αδελφότητες οι οποίες εν τω μεταξύ αφοσιώθηκαν και λειτουργούν τις μονές. Μια τέτοια περίπτωση είναι η μονή Αγία Τριάδος Δρακότρυπας. Από αυτά που υπάρχουν ακόμα σε χρήση είναι τα στασίδια στους χορούς, η πολυθρόνα σε τύπο ανάκλιντρου στο ιερό, δύο (από τα τέσσερα) αναλόγια με ξυλενθετική διακόσμηση από μάργαρο το ένα τετράγωνης διατομής και το άλλο εξάγωνης με υπογραφή «δια χειρός Ρίζου Ιερέως ΑΨΝΕ» (=1755). Επίσης δύο προσκυνητάρια εκ των οποίων το ένα με ένθετη διακόσμηση από μάργαρο και ένας ωραίος ξυλόγλυπτος δεσποτικός θρόνος. Πολύτιμες είναι όλες οι εικόνες του τέμπλου μαζί με τις δεσποτικές, οι οποίες έως πρόσφατα φυλάσσονταν στον ενοριακό ναό του Αγίου Δημητρίου όπως και το ευαγγέλιο έκδοσης Ενετίας του 1686.  

Επίσης η εικόνα της Αγίας Τριάδος, με επιγραφή που αναφέρεται στην ανέγερση του καθολικού και σήμερα φυλάσσεται στο εκκλησιαστικό μουσείο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων στην Καρδίτσα. Ένα Άγιο Ποτήριο με επιγραφή της μονής το οποίο βρίσκεται στη Κρηνίτσα Τρικάλων, βιβλίο (Τριώδιο) του 1722 από τη μονή Αγίου Προκοπίου, βιβλίο (ακολουθία του Αγίου Σεραφείμ του εν Φαναρίω) του 1790 τυπωμένη στη Βενετία με δαπάνη του προεστού «Δημητρίου Τζιολάκογλου του εκ Ρενδίνης των Αγράφων», βιβλίο (παρακλητική) του 1885 με επιμέλεια Ανδρέου Ιδρωμένου ιερέως και πιθανώς άλλα τα οποία σήμερα αγνοούνται. 

  • Η Θέση της μονής  

Βρίσκεται σε μια πανέμορφη υδροχαρή περιοχή που περιβάλλεται από βουνά με πλούσια υγιή δάση ελάτης χωρίς να λείπουν συστάδες από πεύκα καστανιές πλατάνια. Δεν είναι τυχαίο ότι λειτουργούν εδώ παιδικές κατασκηνώσεις. Η περιήγηση στην ευρύτερη περιοχή με θέα των κορφών του Τύμπανου και της Καραβούλας είναι εφικτή από καλούς δασικούς δρόμους. Το μεγαλύτερο τμήμα των δασών της Δρακότρυπας είναι ανεκμετάλλευτο χωρίς ανθρώπινη δραστηριότητα και αυτός είναι ο λόγος που έχουν βρει καταφύγιο πολλά είδη πανίδας, αγριογούρουνα, ζαρκάδια, αλεπούδες. Έχουν καταγραφεί διελεύσεις προς Αργιθέα - Άγραφα λύκων και αρκούδων ενώ τα γεράκια και οι αετοί είναι συνηθισμένο φαινόμενο στον ουρανό της.   

  • Πρόσβαση  

Πολύ όμορφη διαδρομή 11,00 χλμ. που ξεκινά από το Μουζάκι. Από την ενδιαφέρουσα κωμόπολη βγείτε στον δρόμο προς την ορεινή Αργιθέα. Η Δρακότρυπα είναι από τα πρώτα, πολύ όμορφα χωριά, που συναντάτε πάνω στο δρόμο. Εντός του οικισμού υπάρχουν κατευθυντήριες πινακίδες οι οποίες σας οδηγούν 2 χλμ. ψηλότερα όπου το μοναστήρι. Όσον αφορά το χωριό διαθέτει ένα ολόδροσο ποτάμι στο οποίο παλιότερα λειτουργούσαν νερόμυλοι, σήμερα αξιοπρόσεκτα μνημεία. Αξίζει με το παραπάνω η πεζοπορική διαδρομή που ξεκινά από χαμηλά και ανεβαίνει προς τις πηγές. Επίσης λειτουργεί όλο το χρόνο η δεύτερη σημαντικότερη Λαογραφική Συλλογή του δήμου Μουζακίου με σπάνια εκθέματα του 18ου – 19ου αι. 

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Πολλά χρόνια ήταν έρημη αλλά εδώ και πέντε χρόνια φιλοξενεί γυναικεία αδελφότητα με δύο μοναχές. Ηγουμένη η γερόντισσα Ευφημία. Πανηγυρίζει του Αγίου Πνεύματος γιορτή κινητή αλλά πάντα καλοκαιρινή. Τ.Θ. 35, τ.κ. 43060 Δρακότρυπα Μουζακίου. Επισκέψιμη καθημερινά από Δευτέρα έως Κυριακή 08:30 – 13:00 & 15:00 – 18:00 το καλοκαίρι και 08:30 – 13:00 & 16:00 – 19:30. Τηλ: 2445061502. 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο.  

Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση. 

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος. Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

 ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΟΡΩΝΑΣ  

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Μάρτιος 2009 

  • Ιστορία – Ίδρυση 

Αναμφισβήτητο στολίδι της λίμνης Ν. Πλαστήρα και όλης της περιοχής, είναι το φρουριακό συγκρότημα της μονής Κορώνας, αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου. Για αιώνες στέκει σαν περιτειχισμένο κάστρο στο λόφο, εποπτεύοντας το θεσσαλικό κάμπο και τη διάβαση προς Άγραφα. Υπήρξε η μεγαλύτερη της περιοχής και η μόνη που συνεχίζει χωρίς διακοπή τη λειτουργία της, διατηρώντας ακέραιο τον ναό του 16ου αιώνα μαζί με τις τοιχογραφίες του. Πιο παλιά ονομαζόταν «Ιερά Μονή της Κρυεράς Πηγής» ενώ από το 1718 εμφανίζεται η σημερινή, «Μονή της Κορώνας». Κατά τον μακαριστό μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη ονομάστηκε έτσι λόγω της θέσης της, «σαν στέμμα – κορώνα στεφανώνει τον την οροσειρά των Αγράφων και το θεσσαλικό κάμπο», ενώ ο αείμνηστος καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος αναφέρει την παράδοση σχετικά με το πτηνό Κορώνη (κουρούνα) που αφθονεί στην περιοχή.  

Παραδόσεις, σιγίλια και ειδήσεις κάνουν λόγο για ίδρυση το 1123 με κτήτορα τον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό τον Β’ και για σφραγίδα με χρονολογία 1128 που όμως πολλοί μελετητές δεν την αναφέρουν, αν και δημοσιευμένη. Η πρώτη μονή σύμφωνα με την παράδοση, γραπτές μαρτυρίες δεν υπάρχουν, χτίστηκε πάνω στα ερείπια αρχαίου ιερού της Αρτέμιδας. Ο σημερινός ναός χρονολογείται στα μέσα του 16ου αιώνα, εποχή της επανίδρυσής της, ενώ τα κελιά τής πολυφωτογραφημένης νότιας πλευράς που βλέπουν προς το γκρεμό και το κωδωνοστάσιο, ξαναχτίστηκαν τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα από Ηπειρώτες μαστόρους, πιθανά και Πυρσογιαννίτες. Η αγιογράφηση του κυρίως ναού ολοκληρώθηκε σύμφωνα με επικού ύφους επιγραφή το 1587 και είναι το πρωιμότερο τοιχογραφημένο σύνολο των Αγράφων. Δωρητής ήταν ο Ανδρέας Μπούνος της ομώνυμης οικογένειας από τα Μεγάλα Βραγγιανά, άρχοντας της περιοχής που εικονίζεται στο δυτικό τοίχο καθώς προσφέρει ομοίωμα του καθολικού, με το παρεκκλήσι, στην Παναγία.  

Στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας ήταν σταυροπηγιακή, υπάγονταν δηλαδή κατευθείαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης και όχι στην τοπική Αρχιεπισκοπή Φαναρίου και Νεοχωρίου. Σειρά επικυρωμένων σιγιλίων τα οποία ξεκινούν από το 1623 έως το 1790 ανανέωναν τα προνόμια της μονής και την καθιστούσαν  «εξ αρχής και εις τον άπαντα χρόνον» πατριαρχική, σταυροπηγιακή, και να παραμένει ασύδοτη (=αφορολόγητη), ελεύθερη, αυτεξούσια, αδέσποτη, αδούλωτη, ακαταπάτητη, ανενόχλητη και ακαταζήτητη από κάθε πρόσωπο, λαϊκό ή κληρικό, ιερέα και αρχιερέα. Κανείς δεν μπορεί να επεμβαίνει στις υποθέσεις της, ούτε και ο τοπικός αρχιερέας. Στις τελετές θα μνημονεύεται από τους μοναχούς μόνο το όνομα του εκάστοτε πατριάρχη, δεν θα πληρώνεται εισφορά σε κανέναν, θα εκλέγεται ηγούμενος της αρεσκείας των μοναχών, ενώ σε περίπτωση χειροτονίας μπορούν να καλούν όποιον αρχιερέα θέλουν.  

Η σπουδαιότητα στο σιγίλιο του 1790, εκτός ότι ανανεώνει και επικυρώνει την ισχύ των προνομίων, θεσπίζει για πρώτη φορά και μάλιστα με εξαιρετική αυστηρότητα «επι ποινή αργίας και άλυτου αφορισμού» την απαγόρευση εισόδου των γυναικών στη μονή. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται απαγορεύουν «την είσοδον των γυναικών ως εναντίαν τοις τον μονήρη βίον προελομένοις και πρόξενον πολλών ατοπημάτων, και δεινών».  

Αυτά τα προνόμια, η εργατικότητα των μοναχών και η πίστη στην αποστολή τους, βοήθησαν ώστε να αποκτήσει μεγάλη ακίνητη περιουσία, γεωργικές εκτάσεις και χωράφια στον κάμπο, κτήρια στις Θεσσαλικές πόλεις και πολλά μετόχια, ορισμένα εκτός Ελλάδας, μέχρι και 90 αγροτεμάχια με ελιές στην Άμφισσα. Διατηρούσε πολλά κοπάδια αιγοπροβάτων και ανάλογα μεταφορικά μέσα (μουλάρια και άλογα). Αυτή η δύναμη φάνηκε πολλαπλώς χρήσιμη σε όλα τα επαναστατικά κινήματα που ακολούθησαν την Ελληνική Επανάσταση του 1821 μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881. Η ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος την βρίσκει αποδυναμωμένη σε μοναχούς, κατεστραμμένη κτηριακά και οικονομικά. 

Οι εθνικοί αγώνες στα νεώτερα χρόνια έβαλαν τη σφραγίδα τους. Στην περίοδο της γερμανοιταλικής κατοχής γίνεται εδώ το 1ο πανθεσσαλικό συνέδριο Εθνικής Αντίστασης ενώ την ίδια εποχή βρίσκεται στο επίκεντρο μαχών μεταξύ αντιστασιακών ομάδων και κατακτητών. Αυτά τα γεγονότα είχαν σαν αποτέλεσμα να δεχθεί σφοδρή επίθεση από τους Γερμανούς την παραμονή της εορτής του  Αγίου Σεραφείμ, 3 Δεκεμβρίου 1943, να λεηλατηθεί, να πυρποληθεί το καθολικό και να καταστραφεί μεγάλο τμήμα των κελιών. Στα χρόνια μας έγινε καθαρισμός και συντήρηση των τοιχογραφιών ενώ η ΔΕΗ ανέλαβε και έχτισε πάλι τη βόρεια πτέρυγα των κατεστραμμένων κελιών.  

Χορεία σημαντικών προσώπων ιερωμένων και αγωνιστών  ξεπήδησαν από την αδελφότητα όπως ο ηγούμενος της μονής (1917 – 1922) τέως Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1941 – 1946) και αντιβασιλιάς, Δαμασκηνός Παπανδρέου. Επίσης μοναχός της ήταν ο φλογερός Μητροπολίτης Άρτας, Ιωαννίνων και τέως Αρχιεπίσκοπος  Αθηνών και πάσης Ελλάδος (1974 – 1998) Σεραφείμ Τίκας, ο Φαναριώτης τέως Μητροπολίτης Σταγών Σεραφείμ Στεφάνου και άλλα σημαίνοντα πρόσωπα της εκκλησίας της Ελλάδος. Το 1967 με βασιλικό διάταγμα, η μονή χαρακτηρίζεται Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο. Σήμερα διατηρεί έξι μετόχια: μονή Αγίας Τριάδας Μορφοβουνίου, μονή Πέτρας Καταφυγίου, μονή Αγίου Παντελεήμονος Πεζούλας, μονή Αγίου Δημητρίου Μεσενικόλα, ναός Αγίου Τρύφωνος Μοσχάτου, Ναός Αγίου Ιερομάρτυρος Σεραφείμ Καρδίτσας ο οποίος χτίστηκε για να φυλαχθούν τα κειμήλια της μονής.  

  • Το κτηριακό συγκρότημα  

Σημαντικό παρεκκλήσι πολύ κοντά στον δυτικό περίβολο της μονής είναι της «Ευρέσεως» ή Παναγίας των Αγγέλων». Χτίστηκε το 1967 στη θέση όπου βρέθηκε η εικόνα της Θεοτόκου από βοσκούς της περιοχής. Τα τελευταία χρόνια πολλές εργασίες έχουν γίνει στους εξωτερικούς όσο και στους εσωτερικούς χώρους του συγκροτήματος. Έτσι έγινε καθαρισμός του περιβάλλοντος χώρου τόσο στην μονή όσο και στο κοιμητηριακό μονόκλιτο παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδας (1846) που βρίσκεται σε λοφίσκο ψηλότερα. Βορειοανατολικά της, χτίστηκε το μονόκλιτο παρεκκλήσι του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ (1992) με κελί που χρησιμοποιείται από τους μοναχούς για περισυλλογή, νηστεία και άσκηση. Ο άλλοτε αυλόγυρος διαπλατύνθηκε σε ρόλο παρκινγκ για τα αυτοκίνητα και τα πούλμαν προς διευκόλυνση των προσκυνητών ενώ προστέθηκε μια δεύτερη είσοδος λίγο πριν την κεντρική του κωδωνοστασίου. Μέσα στον περίβολο ανασκάφτηκε όλο το παλιό πλακόστρωτο για να γίνουν αποστραγγιστικά έργα και στρώθηκε νέο.  

Το κωδωνοστάσιο – είσοδος με το ρολόι στο ψηλότερο σημείο του σύμφωνα με επιγραφή στο υπέρθυρο χτίστηκε το 1922. Στις μέρες μας επισκευάστηκε και έγινε καθαρισμός του με εργασίες που κράτησαν αρκετά χρόνια και ολοκληρώθηκαν το 2008. Από εδώ περνά ο επισκέπτης αντικρίζοντας στο κέντρο του περίκλειστου χώρου τον επιβλητικό ναό στον κλασικό τύπο του αγιορείτικου ή αθωνίτικου με τρούλο. Ονομάζεται έτσι γιατί απαντάται κατεξοχήν στο Άγιο Όρος, η δε απαρχή του τοποθετείται στον 10ο ή 11ο αι. Από εκεί διαδόθηκε αργότερα στη Σερβία, Ρουμανία και τον Ελλαδικό χώρο, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία τα Άγραφα και τη Μακεδονία.  

Ο ναός εσωτερικά κοσμείται με λαμπρές τοιχογραφίες κρητικής σχολής, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο Άγιο Όρος και τα Μετέωρα. Δημιουργός τους ο μοναχός Δανιήλ το 1587. Περιέχουν πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα με τη διάταξη να παρουσιάζει στενή σχέση με το έργο του Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφου Τζιόρτζη ή Ζώρζη (1560) στη μονή Δουσίκου στον σημερινό Δήμο Πύλης Τρικάλων. Το ξυλόγλυπτο επιχρυσωμένο τέμπλο είναι έργο μαστόρων από τα Γιάννενα με πλούσιο φυτικό και ζωικό γλυπτό και παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη. Η άριστη τέχνη του σε συνδυασμό με το ύψος του που φτάνει σχεδόν μέχρι την οροφή του ναού υποβάλει τον προσκυνητή. Αριστερά της εισόδου βρίσκεται προσαρτημένο στο καθολικό η προσθήκη του μονόχωρου παρεκκλησιού αφιερωμένου στην μνήμη του Τιμίου Προδρόμου. Επιγραφή πληροφορεί πως «Νέος κτήτωρ εκ χωρίου βραγιανών Αποστολάκης: Έτει από Χριστού αψλθ» (=1739). Εννοεί ασφαλώς την ιστόρηση. 

Βόρεια, νότια και δυτικά περιστοιχίζεται από δύο σειρές διώροφων κελιών με ξύλινους εξώστες και τους βοηθητικούς χώρους ενώ ανατολικά εντυπωσιάζει η παλιά ψηλή λιθοδομή του τείχους. Η αμυντική υποδομή ήταν απαραίτητη για την προστασία της μονής από επιδρομείς που επιβουλεύονταν τους θησαυρούς των κειμηλίων ή ακόμη τα τρόφιμά της. Ταυτόχρονα σε άλλο επίπεδο, πέραν του χτιστού, ο οχυρωματικός περίβολος βοηθά τον μοναχό που έχει αποκοπεί από τον κόσμο, μια και εισάγει σαφή διάκριση μεταξύ μονής και φυσικού χώρου.  

  • Ο Άγιος Σεραφείμ 

Η ιστορία της μονής Κορώνας φωτίζεται από λαμπρούς ιεράρχες που με το ηθικό τους ανάστημα, το κύρος και την τόλμη τους εξύψωσαν τη μονή βοηθώντας τον σημαντικό ποιμαντικό και εθνικό της ρόλο ειδικά στη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Στα μέσα του 16ου αι. έρχεται να μονάσει ο Σεραφείμ από την Πεζούλα Καρδίτσας μετέπειτα αρχιεπίσκοπος και μετά το θάνατό του Άγιος. Η αγάπη για τον πλησίον, η ανησυχία για την υπόδουλη πατρίδα σε συνδυασμό με την υπακοή και την ευσέβεια τον οδηγούν γρήγορα στα ύπατα αξιώματα εκλέγοντάς τον ηγούμενό της.  

Μετά το θάνατο του επισκόπου Καπούας και Φαναρίου Λαυρεντίου εκλέγεται στη θέση του, ενώ αργότερα ανυψώνεται σε αρχιεπίσκοπο Φαναρίου και Νεοχωρίου. Η δράση του στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η καλλιέργεια της πίστης στην ελευθερία και το Χριστό είναι τέτοια που προκαλεί την οργή των Τούρκων. Η αίγλη όμως της μονής δεν τους αφήνει να αντιδράσουν. Η πρώιμη επανάσταση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλόσοφου (1600) τον βρίσκει να στρατεύει κατά των Τούρκων πολλούς Αγραφιώτες – Θεσσαλούς και Ευρυτάνες που τον εμπιστευόντουσαν σαν δικό τους ιεράρχη. Αυτό στάθηκε καταλύτης στις σχέσεις του με τους Τούρκους τους επόμενους μήνες, όταν η επανάσταση δεν τελεσφόρησε.  

Για τη δράση του κατηγορήθηκε και θανατώθηκε τον Δεκέμβριο του 1601 στην έδρα της επισκοπής του, στο Φανάρι της Καρδίτσας. Η είδηση του μαρτυρικού τέλους του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ έπεσε σαν κεραυνός στο χώρο των Αγράφων. Τα αντίποινα όμως για την εξέγερση ήταν τόσο σκληρά που δεν άφησαν να εκδηλωθεί άμεσα η αγάπη του ποιμνίου του. Σύντομα αναγνωρίστηκε ως άγιος και η μορφή του συμπεριλήφθη στη ζωγραφική των ναών της περιοχής εξήντα περίπου χρόνια  μετά το μαρτύριό του. Εικονίζεται για πρώτη φορά το 1667/6 στο ναό της Παναγίας στη Μονή Πελεκητής. 

  • Ιερά κειμήλια 

Ένα από τα καλύτερα δείγματα ξυλογλυπτικής τέχνης του 18ου αιώνα είναι το χρυσοποίκιλτο τέμπλο που συνεχίζει να φέρει τις παλιές εικόνες του 16ου αιώνα. Ο κτήτορας εικονίζεται να κρατά με το αριστερό του χέρι εικόνα του Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου. Αξιόλογες είναι οι παραστάσεις των έξι τοπικών αγίων – μαρτύρων, του Σεραφείμ αρχιεπισκόπου Φαναρίου, του Αγ. Βησσαρίωνος επισκόπου Λάρισας, του Αγ. Διονυσίου «του εξ Ολύμπου» από τη Δρακότρυπα (Σκλάταινα) Καρδίτσας, του Αγίου Χαραλάμπους του Χαριτοβλήτη, του Αγ. Δαμιανού και Αγ. Μιχαήλ Αγράφων. Επίσης μεγάλο αριθμό εικόνων διαθέτει το τέμπλο του παρεκκλησιού. Ο προσεκτικός προσκυνητής θα προσέξει στο νάρθηκα μια σπανιότατη απεικόνιση της Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου η οποία δεν κάθεται σε θρόνο αλλά οκλαδόν. Επίσης δύο ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια.  

Η μονή είναι αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου. Πολύτιμο κειμήλιο μετά τις τόσες καταστροφές που υπέστη θεωρείται μια μοναδική εικόνα του 1586 με τη Σύλληψη της Αγίας Άννης, της μητέρας της Θεοτόκου. Οι εθνικές περιπέτειες των νεοτέρων χρόνων βοήθησαν να καταδειχθεί ένα θαύμα το οποίο έχει σχέση με την εικόνα της Παμμακάριστου, ένα από τα διασωθέντα κειμήλια της μονής. Κατά τη διάρκεια της λεηλασία και της φωτιάς που έβαλαν οι Γερμανοί το 1943 για να κάμψουν την αντιστασιακή δράση της παραδίδονται στις φλόγες χωρίς διάκριση από τα στασίδια και τα προσκυνητάρια έως  οι εικόνες, τα χειρόγραφα και βιβλία. Δεν έμεινε τίποτα από τα κειμήλια της μονής εκτός από την εικόνα της Παμμακαρίστου, η οποία εμπνέεται από την αντίστοιχη της Κωνσταντινούπολης. Ήταν η μόνη που διασώθηκε, σαν από θαύμα, αφού η μόνη φθορά που υπέστη αφορούσε το χρυσό υπόστρωμά της που γέμισε φουσκάλες.  

Σε αργυρές λειψανοθήκες φυλάσσονται ιερά λείψανα των Αγίων μαρτύρων Ιωάννου Προδρόμου και Βαπτιστού, Αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου, Αγίου Παντελεήμονος του ιαματικού, Αγίου ιερομάρτυρος Ελευθερίου, Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου, Αγίας Παρασκευής, Αγίου Τρύφωνος, Αγίου Χαραλάμπους κ.ά.  Από τα πολύτιμα κειμήλιά της, πολυτιμότερη, η κάρα του Αγίου Σεραφείμ που φυλάσσεται επίσης σε αργυρή λειψανοθήκη με παράσταση του μαρτυρίου του αγίου που λατρεύεται σε ολόκληρη την περιοχή αφού από παλιά θεωρείται θαυματουργός στην θεραπεία της πανώλης και κάθε λοιμικής ασθένειας. Και αυτό το κειμήλιο έχει την περιπέτειά του.  

Αυτή ξεκινά την περίοδο του 1821. Τότε καταπνίγεται η επανάσταση στην περιοχή της Νεβρόπολης και η συμφορά με τα αντίποινα των Τούρκων φτάνει στην μονή όπου καταστρέφονται όλα τα κελιά, τα βοηθητικά κτίσματα ενώ λεηλατείται και απογυμνώνεται ο ναός. Πολλά ιερά κειμήλια, εικόνες, βιβλία, το Άγιο Ποτήριο, Ξυλόγλυπτος Σταυρός του 1664, Σταυρός Αγιασμού, αλλά και η κάρα του Αγίου Σεραφείμ, πρόλαβαν και μεταφέρθηκαν από τους καλόγηρους στη Χρύσω (Χρύσου) Ευρυτανίας και σώθηκαν. Από τότε η Χρύσω θεωρείται δεύτερη πατρίδα του, τον έχει άγιο και προστάτη ενώ πολλές οικογένειες δίνουν το όνομα Σεραφείμ στα παιδιά τους. Σήμερα λίγο πριν το χωριό, στο κοίλωμα βράχου υπάρχει ο ναός του Αγίου Σεραφείμ (1994) μια δωρεά του δάσκαλου Χαράλαμπου Μπετχαβά. Με την ίδρυσή της γιορτάζεται και εδώ ο άγιος τρεις φορές το χρόνο, την πρώτη Κυριακή μετά της Παναγίας που έχει κόσμο το χωριό, στις 14 Σεπτεμβρίου (του Σταυρού) επειδή έγινε η πρώτη υπαίθρια λειτουργία από τον ηγούμενο της μονής Κορώνας Ιάκωβο το 1946 και στις 4 Δεκεμβρίου, στην ονομαστική του εορτή.  

Στο μουσείο του μοναστηριού σώζεται ένας αρκετά μεγάλος αριθμός φορητών εικόνων και αμφίων. Μεταξύ τους ξεχωρίζει μια αμφιπρόσωπη εικόνα με την «Σύναξη των Αρχαγγέλων» και το «μαρτύριο του Απόστολου Πέτρου» και τα βαρύτιμα άμφια των αρχιεπισκόπων Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού Παπανδρέου και Σεραφείμ Τίκα. Επίσης ένας αρκετά μεγάλος κατάλογος του πνευματικού πλούτου της μονής αποτελούμενο από κώδικες, χειρόγραφα (ένα τούρκικο – φιρμάνι;) και έντυπα, παλιότερο εκ των οποίων είναι ένα μηνιαίον Σεπτεμβρίου έτους 1524, εκδ. Ενετίας «Παρά Φραγκίσκω των Ιουλιανών αναλώμασι και διορθώσει κυρού Εμμανουήλ του Γλεωζωνίου». Δύο Ευαγγέλια το ένα με αργυρή επένδυση, εκδόσεως Βενετίας 1852 και δεύτερο εκδόσεως Βενετίας 1851.  

  • Η Θέση της μονής

Χτισμένη στις υπώρειες των Αγράφων σε ένα φυσικό απόκρημνο μπαλκόνι που βρίσκεται κοντά στην τοποθεσία «Τσαρδάκι» πολύ κοντά στα παράλια της λίμνης Ν. Πλαστήρα. Το καταπράσινο περιβάλλον γύρω της πραγματικά ξυπνά την επιθυμία για παραπέρα γνωριμία με τον τόπο. Απέχει 7,3 χλμ από το Μεσενικόλα και 8,5 χλμ. από την αρχαία Μητρόπολη μεγάλο θρησκευτικό κέντρο της αρχαιότητας και μια από τις τρείς πιο σημαντικές ισχυρές τειχισμένες αρχαίες πόλεις στα όρια του νομού Καρδίτσας. Πρόσφατα (1994) 1,8 χλμ. από την πόλη ανακαλύφθηκε ναός δωρικού ρυθμού προς τιμή του Απόλλωνα (6ος αι. π.Χ.).   

  • Πρόσβαση  

Εύκολα από ασφαλτόδρομο που φεύγει από Καρδίτσα περνά την τοποθεσία Χίλια Δέντρα, τη Μητρόπολη και ανηφορίζει προς το Μοσχάτο. Λίγο πριν το τελευταίο δείτε πάνω στο δρόμο το παλιό πέτρινο γεφύρι και το μονοπάτι που άλλοτε ήταν η μοναδικό οδός για το χωριό. Μετά το Μοσχάτο ο δρόμος στενεύει και σύντομα φτάνει στην δεξιά δστ. για τη μονή. Σύνολο 16 χλμ. Άλλη εκδοχή είναι από λίμνη Ν. Πλαστήρα όπου ο οικισμός του Μορφοβουνίου. Συνεχείς στροφές θα σας φέρουν στο Μεσενικόλα (αγοράστε από κάποιο μπακάλικο τοπικό φημισμένο κρασί) και σε συνολικά 11 χλμ. φτάσατε.  

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Σήμερα στην ανδρώα μονή είναι εγκατεστημένη αδελφότητα 7 μοναχών με ηγούμενο τον αρχιμανδρίτη Μεθόδιο. Όλοι φροντίζουν για τη φιλοξενία των προσκυνητών τις εργασίες αναστηλώσεων την παρασκευή μοσχοθυμιαμάτων, κεριού και την παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων. Εορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, το Γεννέσιον της Θεοτόκου και στις 4 Δεκεμβρίου τη μνήμη του Αγίου Σεραφείμ του Θαυματουργού, Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου.

Επισκέψιμη καθημερινά εκτός  Δευτέρας. Ώρες επισκέψεων Τρίτη – Πέμπτη – Σάββατο  10:00 - 14:00,  Κυριακή 07:00 – 14:00. Τηλ: 2441022250 fax: 2441022251 www.monikoronis.gr e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο.  

Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».

 

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.

ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2009

 Περί μονών, μοναχισμού, διαβίωσης και διδασκαλίας

Από τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους ο μοναχισμός ως έκφραση συλλογικής και προσωπικής πνευματικότητας αποτελεί οργανικό στοιχείο του εκκλησιαστικού βίου. Πνευματική κοιτίδα του θεωρείται η μεγάλη έρημος της Αιγύπτου. Σε αυτόν τον τόπο της απόλυτης απομόνωσης και της σκληρής άσκησης γεννήθηκαν και μορφοποιήθηκαν παράλληλα ο αναχωρητισμός και το κοινόβιο.

Κοινό γνώρισμα και των δύο, η απόλυτη προτεραιότητα στην ατομική άσκηση και την αυτόνομη πνευματικότητα. Πρόσθετο στοιχείο που εισάγει ο Μέγας Βασίλειος, η συμμετοχή των μοναχών σε διακονήματα κοινωνικής ευποιίας. Από την Αίγυπτο που ιδρύθηκαν οι πρώτες γνωστές μονές ο μοναχικός βίος επεκτάθηκε στην Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Μικρά Ασία, το Βυζάντιο, οι αυτοκράτορες του οποίου τον ενίσχυσαν και ακολούθως τον διέδωσαν στην Ελλάδα.   

Η εκκλησιαστική ιστορία των τριών πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού μέχρι την υποστήριξή του από τον Μέγα Κωνσταντίνο, πέρασε δεκάδες διωγμούς και στιγμές αβεβαιότητας. Η χριστιανική θρησκεία δοκιμάστηκε σκληρά τόσο στους αγίους τόπους της Ανατολής, όπου δίδαξαν οι περισσότεροι απόστολοι, όσο και στην Ελληνική χερσόνησο. Το αποτέλεσμα των περιορισμένων πηγών ή της έλλειψης αδιαμφισβήτητων τεκμηρίων για αρκετούς αιώνες δικαιολογεί την έλλειψη σαφούς ιστορικής διαδρομής για την σχετικά απόμερη περιοχή που παρουσιάζουμε.

Με βεβαιότητα όμως γνωρίζουμε ότι η επιρρεπής προς τα θεία ψυχή των κατοίκων της Θεσσαλίας και της Ευρυτανίας πολύ νωρίς δέχθηκε με θέρμη και αγάπη τη διδασκαλία και τη θεία αποκάλυψη. Μοναχισμός και βυζαντινά μοναστήρια εμφανίζονται εδώ τουλάχιστον το 10ο αι. με ακμή μεταξύ 12ου και 14ου αιώνα κυρίως στην Ανατολική Θεσσαλία. Κατά τη μακρά περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η οποία σε αυτά τα μέρη ξεκίνησε το 1393 – 1395, εξήντα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, παρά τα πρωτοφανή δεινά που αντιμετώπιζε ο Ελληνισμός, υπήρχαν αρκετές πνευματικές εστίες που συντηρούσαν άσβεστη την θρησκευτική συνείδηση.  Διαφύλαξαν, καλλιέργησαν, διέδωσαν και πρόσφεραν όχι μόνο πίστη προς το Θεό αλλά γράμματα και γνώσεις.  

Ο 15ος - 16ος αιώνας αν και φειδωλός σε πληροφορίες είναι πολύ σημαντικός για την περιοχή των Αγράφων. Τότε αρχίζει μια σημαντική οικονομική και πληθυσμιακή άνοδος. Υπολογίζεται ότι, μόνο τα εκατό πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τριπλασιάστηκαν οι οικισμοί στα Άγραφα επακόλουθο των ομαδικών μετακινήσεων από τα αστικά κέντρα και τις πεδινές περιοχές προς τα ορεινά και δυσπρόσιτα βουνά Θεσσαλίας, Ευρυτανίας και αλλού.  

Η σταθεροποίηση του πληθυσμού με τη σειρά της οδήγησε σε μια εντυπωσιακή σε μέγεθος και ποιότητα ναοδομική δραστηριότητα (16ος αι.). Ανεγέρσεις ναών, πολλές ανακαινίσεις παλιών καθώς και ίδρυση νέων μονών. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της σταθερότητας και της ηρεμίας που είχε επικρατήσει για αρκετό διάστημα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και όχι μόνο. Έδειχνε συγχρόνως την οικονομική δυνατότητα και κάποια ελευθερία κινήσεων οι οποίες ελευθέρωσαν το εμπόριο στην αχανή αυτοκρατορία παγιώνοντας και ενδυναμώνοντας ένα είδος αυτοδιοίκησης με παραχωρήσεις και προνόμια για τον πληθυσμό (συνθήκη Ταμασίου) σε σχέση με την οθωμανική διοίκηση.  

Η επίδραση που άσκησαν οι μονές των Μετεώρων, η επανίδρυση μεταξύ άλλων της Μονής Δουσίκου το 1530 κοντά στο ομώνυμο χωριό των Τρικάλων (Αγ. Βησσαρίων σήμερα) στην ανατολική πλευρά του Κόζιακα, από τον μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα τον Β’, μετέπειτα Άγιο, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο προτύπου για άλλες μονές που ιδρύθηκαν στην περιοχή των Αγράφων.  

Σε ένα τμήμα αυτών των Μονών – Μνημείων θα περιηγηθούμε.

Ευρυτανικά Άγραφα ή Θεσσαλικά: Η αυθαίρετη διάκριση σε ‘’Θεσσαλικά’’ και ‘’Ευρυτανικά’’ επικράτησε μετά την απελευθέρωση, όταν δημιουργήθηκαν τα σύνορα της Ελλάδος και προς προσδιορισμό του υπόδουλου από το ελεύθερο τμήμα. Τότε τα ‘’Ευρυτανικά’’ συμπεριλήφθηκαν στο ελληνικό έδαφος, ενώ τα ‘’Θεσσαλικά’’ παρέμειναν στην τότε τουρκοκρατούμενη περιοχή. Όμως, ο δήμος Αγράφων Ευρυτανίας είναι τα πραγματικά Άγραφα της Ελλάδας. Η καταχρηστική χρήση του ονόματος από την ορεινή – πεδινή Καρδίτσα για επαγγελματικούς λόγους δημιουργεί σύγχυση και παραποίηση της ιστορίας. 

Sunday the 15th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.