ΜΟΝΕΣ ΑΓΡΑΦΩΝ 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ 

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  

© Φεβρουάριος 2009

  • Ιστορία - Ίδρυση  

Η μονή Πέτρας υπήρξε το σημαντικότερο μοναστήρι της περιοχής το οποίο χάριν του μεγέθους, της πλούσιας διακόσμησης και του κύρους των ιδρυτών του, άσκησε καθοριστική επίδραση στον ευρύτερο χώρο των Αγράφων έως και τον επόμενο της ιδρύσεώς του αιώνα. Χτίστηκε την ίδια εποχή με την Ι. Μ. Κορώνας (16ο αι.) και είναι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Η ονομασία της προέρχεται από έναν μεγάλο, εκτεταμένο και πλατύ βράχο = Πέτρα στη βάση του οποίου υπάρχει μεγάλη σπηλιά. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση και την χρονολογία 1595 που βρέθηκε στην οροφή της, ασκήτεψαν οι πρώτοι ευσεβείς ερημίτες. Εικάζεται, ότι οι ίδιοι χτίζουν τη μονή αναχωρώντας από τη σπηλιά για να διαμείνουν πλέον στα κελιά της.  

Στην αρχιτεκτονική και ιστορική μελέτη του μνημείου ο αείμνηστος καθηγητής και ακαδημαϊκός Παύλος Μ. Μυλωνάς δέχεται σαν πιθανή χρονολογία κτίσεως του αρχικού κτηρίου «..τα μέσα του 16ου αιώνα..».Μαρτυρία επίσης για την ύπαρξη της μονής είναι η επιγραφή της ιστόρησης (τοιχογράφησης) του καθολικού το έτος ΖΡΛΓ’ (=1625), κατά συνέπεια το μνημείο είναι προγενέστερο.  Η άποψη αυτή του Π. Μυλωνά επαληθεύτηκε αργότερα με την δημοσίευση (1993) αποτυπώματος παλαιάς σφραγίδας της Μονής Πέτρας με χρονολογία 1593 / 94 από τον αείμνηστο καθηγητή Δημήτριο Ζ. Σοφιανό. Σήμερα η μονή μπορεί να θεωρηθεί πως έχει ως παλιότερο χρονικό σημείο το έτος 1557 που αναγράφεται σε παλιό κώδικά της (Κωδ. 44 της συλλογής Κολυβά) και αναφέρεται στο θάνατο του μαστρογ η, ενός σημαντικού προσώπου του τεχνικού προσωπικού ανέγερσης του ναού, πιθανά του πρωτομάστορα. Αυτή η ένδειξη μας οδηγεί στο συλλογισμό ότι η ανέγερση είχε αρχίσει νωρίτερα. Στον δυτικό τοίχο του κυρίως ναού υπάρχει η απεικόνιση του κτήτορα που προσφέρει τον ναό στην Παναγία. Ο δωρητής σύμφωνα με την παράδοση ήταν ο Παναγιώτης Κουσκουλάς πλούσιος προεστός της περιοχής.  

Η ιδρυτική διάταξη της μονής δεν διασώθηκε. Η επίσημη έναρξη της λειτουργίας της είναι πιθανότατα το έτος 1593 που λόγω της σφραγίδας ταυτίζεται με την αποπεράτωση. Αναφέρεται ότι μετά το τέλος των εργασιών η εικόνα μεταφέρθηκε με πομπή και με παρουσία ιερέων και πολλών κατοίκων από όλα τα γειτονικά χωριά. Στους αιώνες που πέρασαν είχε σημαντική πνευματική δράση ενώ στα τέλη 16ου αρχές 17ου αι. ο μοναχός Αβακούμ παρέδιδε μαθήματα, εν είδη σχολείου, στους νέους Αγραφιώτες. Απόκτησε μεγάλη κτηματική περιουσία στη γύρω περιοχή (Λαμπερό – Καταφύγι) αλλά και μακρύτερα, στη Σέκλιζα (σήμερα Καλλίθηρο), τους Σοφάδες, το Παζαράκι (σήμερα Αγ. Βησσαρίων Καρδίτσας). Οι προφορικές παραδόσεις κάνουν λόγο ακόμα και για εκτάσεις γης στις ελληνικές παροικίες της Ρουμανίας.  Στα μέσα της δεύτερης περιοδείας (1763 – 1773) του, ο Εθνομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός επισκέφθηκε την Μονή και θαύμασε τη μεγαλοπρέπειά της και τη μεγάλη βιβλιοθήκη. Στα χρόνια της επανάστασης υπήρξε προπύργιο του ελληνισμού, φιλοξένησε και είχε επικοινωνία με πολλούς αγωνιστές (Καραϊσκάκη – Θεόδωρο Ζιάκα) ενώ στο επαναστατικό κίνημα του Ηπειροθεσσαλικού αγώνα (1866 – 69) η συμμετοχή της είναι άγνωστη.  

Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα η μονή Ρεντίνας συγχωνεύεται με την μονή Πέτρας (1907) και το 1909 και οι δύο υπάγονται στη μονή Κορώνας. Λίγα χρόνια αργότερα φαίνεται εγκαταλειμμένη, «Δίωρον της Μονής Κορώνης εις δασώδη τόπον υπάρχει η Ιερά Μονή Πέτρας επί χαμηλού εδάφους περιβαλλομένη υπό οροσειράς εις μνήμην της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Επί έτη η Μονή ήτο έρημος και δια διατάγματος επανιδρύσαμεν αυτήν». Όταν δημοσιεύτηκε αυτή η είδηση από τον μακαριστό Μητροπολίτη Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη  ήταν το έτος 1928, άρα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 εκδόθηκε το διάταγμα και επανιδρύθηκε η μονή. Η επανίδρυση έγινε το 1925. 

Το 1967 η Ιερά Μονή Πέτρας με Β.Δ. χαρακτηρίζεται Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο πολύ αξιόλογο, εφάμιλλο των ναών των Μετεώρων, τόσο για τον αρχιτεκτονικό του τύπο και την περίοδο στην οποία ανήκε όσο και για την αρχιτεκτονική του κομψότητα. Ένας επί πλέον λόγος που το κατατάσσει στα σημαντικά και διατηρητέα μνημεία είναι ότι υπάρχει ακόμα η πλήρης τοιχογράφηση του, τα τέμπλα του, τα προσκυνητάρια, στασίδια, αγία τράπεζα, έστω και διαφορετικών περιόδων.  

Το 1981 εκοιμήθη ο τελευταίος μοναχός της μονής Λεόντιος, που από το 1946 διακονούσε στη μονή, βρίσκοντας τραγικό θάνατο από πυρκαγιά που ξέσπασε μέσα στο κελί του. Από το 1996 έως το 2000 το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Καταφυγίου, με βάση τεχνικές εκθέσεις, σχέδια και εγκρίσεις του ΥΠΠΟ και της 7ης Ε.Β.Α. Λάρισας υπό τη διεύθυνση του κ. Λάζαρου Δεριζιώτη, εκτέλεσε και αποπεράτωσε τα έργα στερέωσης του καθολικού. Η ανασύστασή της έγινε με κάθε επισημότητα τον Οκτώβριο του 2004.  

  • Η λαϊκή παράδοση της εύρεσης της ιεράς εικόνας 

Λέγεται, ότι μέσα στην παρθένα βλάστηση της περιοχής οι κάτοικοι έβλεπαν ένα φώς. Το πρωί όμως δεν φαινόταν τίποτα παρά τις προσπάθειες για την εύρεση της πηγής του φωτός. Με τα ελάχιστα μέσα που είχαν σκόπευσαν το βράδυ με ένα ραβδί το σημείο από όπου προερχόταν το φωτεινό σημάδι. Το πρωί, οδηγήθηκαν στο κοίλωμα του βράχου, στην σπηλιά που άλλοτε διαβιούσαν οι πρώτοι ασκητές, όπου αντίκρισαν της εικόνα της Παναγίας. Κατά την παράδοση, όχι ιδιαίτερα ζωηρή σήμερα, ήταν έργο του Ευαγγελιστή Λουκά.  Με αφορμή την εύρεση της εικόνας στο ασκηταριό εξηγείται το χτίσιμο της μονής σε αυτή τη θέση. 

  • Το κτηριακό συγκρότημα 

Από τα παλιά κτήρια της μονής δεν διασώζεται τίποτα εκτός από το καθολικό και λίγα ερειπωμένα κελλιά. Το καθολικό ανήκει στον λεγόμενο τετρακιόνιο αθωνίτικο τύπο μετά χορών και νάρθηκα στη δυτική πλευρά. Πάνω από τον νάρθηκα υπάρχει δεύτερος όροφος που σύμφωνα με γραπτές και προφορικές παραδόσεις ήταν η βιβλιοθήκη.  Λίγο αργότερα νότια του νάρθηκα χτίστηκε με την ίδια επιμέλεια στην τοιχοποιία το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα με αγία τράπεζα που αποτελείται από μαρμάρινο βάθρο υστερορωμαϊκών χρόνων, καλυμμένο με οκταγωνική σκαλιστή πλάκα, επίσης μαρμάρινη.  

Γνωρίζουμε ότι παλιότερα υπήρχε κλειστός περίβολος με δύο ανοίγματα – εισόδους που το καθιστούσε απόρθητο σε ανεπιθύμητους εισβολείς, ενώ τα περιμετρικά κελιά με τις υπόγειες αποθήκες στις τέσσερις πλευρές έδιναν οχυρωματική μορφή στο συγκρότημα. Για τον αριθμό τους η παράδοση διασώζει τον αριθμό 365, όσες και οι μέρες του χρόνου, ενώ ο Σαμαρόπουλος μας δίνει την πληροφορία για 120. Σύμφωνα με νεώτερους υπολογισμούς αυτός ο αριθμός δεν απέχει από την αλήθεια. Το 1968 όμως, μετά από μια ατυχή πρωτοβουλία με μπουλντόζα κατέρρευσαν στο μεγαλύτερο μέρος τους. Η παρουσία τους σήμερα θα ήταν πράγματι σημαντική. Στην ανατολική πλευρά υπάρχουν σήμερα κάποια ελάχιστα απομεινάρια τους.  

Άλλα κτήρια και δευτερεύουσες βοηθητικές κατασκευές όπως στάβλοι, εστία, μαγκιπειό, τραπεζαρία, κωδωνοστάσιο, και πύργος συμπληρωματικός της οχύρωσης, αναφέρονται, αλλά δεν σώζεται τίποτα εκτός το πηγάδι σε κεντρικό σημείο εντός του περιβόλου. Υπήρχε και δεύτερο εκτός, στον χώρο της μεγάλης λάκας που από χρόνια έχει μπαζωθεί. Πιο κάτω από το πηγάδι υπάρχει ένα χαμηλό χτιστό βάθρο με ένα μαρμάρινο κομμάτι κρήνης με δυσανάγνωστη επιγραφή. Η σπάνια παράστασή του, ο Σταυρός, στην οροφή ενός τζαμιού, συμβολίζει τη νίκη του χριστιανισμού επί του Μωαμεθανισμού.  

  • Τα ιερά κειμήλια 

Με την είσοδό στο νάρθηκα όσο και στον κυρίως ναό, το φως, η ευρύτητα των χώρων, η πλούσια διακόσμηση και η τέλεια αποκατάσταση - καθαρισμός των τοιχογραφιών υποβάλουν. Στον κυρίως ναό το πρώτο που ελκύει το βλέμμα του επισκέπτη, είναι το καρυδένιο τέμπλο. Πράγματι αξιοθαύμαστο, ιδιαίτερα επιβλητικό και μεγαλόπρεπο καταλαμβάνει όλο το πλάτος του ναού με το ύψος του να φτάνει σχεδόν στην οροφή. Χρονικά είναι σύγχρονο του καθολικού αφού μια εικόνα του, από τις συνολικά 48, φέρει την ημερομηνία (1608). Ζωγράφος των εικόνων του είναι ο Λάμπος ο πρώτος γνωστός που εργάστηκε στο ναό και ένας από τους αξιολογότερους της εποχής, που εργάστηκε σε μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία των Αγράφων.  

Στο καθαυτό τέμπλο οι εργασίες καθαρισμού αποκάλυψαν όλες τις λεπτομέρειες του φυτικού διακόσμου και το αληθινό έργο του καλλιτέχνη ξυλογλύπτη. Η ποικιλία των χρωματικών συνδυασμών, κόκκινου γαλάζιου και χρυσού στόχευε και πέτυχε ένα ισορροπημένο διακοσμητικό αποτέλεσμα. Το ίδιο ισχύει για το αντίστοιχο στο παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ένας μονόχωρος θολωτός ναός χτισμένος, σύμφωνα με επιγραφή, το 1672. Φιλοτεχνήθηκε την ίδια χρονολογία από τον τεχνίτη Ιωάννη όπως μαρτυρεί η επιγραφή θυρόφυλλου. Πιθανώς ο τεχνίτης του Τέμπλου ο «τλήμων Ιωάννης» να είναι ο ίδιος ο ζωγράφος Ιωάννης που αναφέρεται σε επόμενη επιγραφή (1672; 1673;) στο υπέρθυρο.  

Άλλα κειμήλια είναι η Αγία Τράπεζα του καθολικού και του παρεκκλησιού, τα τέσσερα καρυδένια – επιχρυσωμένα προσκυνητάρια, δύο ξυλόγλυπτα αναλόγια εκ των οποίων το ένα εξαιρετικής τέχνης με ωραία γεωμετρικά σχέδια διακοσμημένα με φίλντισι, ο ξύλινος μεγάλων διαστάσεων Χορός που κρέμεται από τον τρούλο, ο Εσταυρωμένος στο πίσω τμήμα της Αγίας Τράπεζας, οι Σφραγίδες και οι Σταυροί. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν τέσσερεις εκ των οποίων οι δύο αγνοούνται, ο ξύλινος ίσως είναι στη Μονή Κορώνας, και ο τελευταίος, ασημένιος με διαστάσεις 18Χ7 εκ. είναι ο μόνος που διασώζεται. Η μονή παλαιότερα έφερε τα σεπτά προσκυνήματα των ιερών λειψάνων του Αγίου Προκοπίου, του Οσίου Φιλοθέου και του Αγίου Ιακώβου του Πέρσου. 

Στα χρόνια που μεσολάβησαν η εγκατάλειψη της μονής, οι απώλειες – κλοπές εικόνων, σκευών και κειμηλίων από αρχαιοκάπηλους, στάθηκε αφορμή τα εναπομείναντα όπως οι δεσποτικές εικόνες του τέμπλου, να μεταφερθούν για φύλαξη στο εκκλησιαστικό μουσείο της Ι. Μητρόπολης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων στην Καρδίτσα.

Ανάμεσά τους τμήμα της πρώτης σειράς των δεσποτικών εικόνων και τα βημόθυρα του τέμπλου τα οποία φυλάσσονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο της Μητροπόλεως ενώ τα αναλόγια βρίσκονται στην εκκλησία της Παναγίας Καταφυγίου. Άλλα, εξίσου σπουδαία όπως η κάρα του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτη, η περίφημη μεταλλική σφραγίδα της μονής, βιβλία φυλάσσονται στην Ι. Μ. Κορώνας. Επίσης πολλά βιβλία και κώδικες, βρίσκονται στο βυζαντινό μουσείο – συλλογή Κολυβά – όπως και στην Ι. Μ. Αγίου Στεφάνου Μετεώρων.  

  • Η ζωή στο μοναστήρι 

Η διαβίωση και η διασπορά του χρόνου της συλλογικής ζωής των μοναχών αποτελεί πιθανά, δυσεπίλυτη απορία για τους κοσμικούς. Ήδη από τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους ο μοναχισμός συγκροτεί  το σημαντικότερο οργανικό στοιχείο του εκκλησιαστικού βίου που είναι αφιερωμένος στο τρίπτυχο προσευχή, εργασία και ξεκούραση. Η προσευχή διακρίνεται σε κοινή που γίνεται στο κεντρικό ναό ή στα παρεκκλήσια και προσωπική που περιορίζεται κυρίως στην επανάληψη σύντομων ευχών π.χ. «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Στους μοναχούς ανατίθενται κάθε χρόνο από τον ηγούμενο, τα «διακονήματα» για την εύρρυθμη λειτουργία της μονής. Η ευθύνη δηλαδή για χίλιες δυο εργασίες λειτουργικές – διοικητικές ή υπηρεσίες προς τους προσκυνητές αλλά και καθημερινά καθήκοντα όπως το κόψιμο ξύλων, το μαγείρεμα, η περιποίηση του κήπου ή του αγρού, η συγκομιδή των καρπών (εποχικά), η καθαριότητα της μονής κ.ά.  

Ορισμένοι, εκτός από τις συλλογικές εργασίες ασχολούνται με την συντήρηση – επισκευή κτηρίων και κινητού εξοπλισμού, την αγιογραφία, τη μικροτεχνία, τη ραπτική, το εργόχειρο και άλλες χειροτεχνικές εργασίες. Στα μεγάλα μοναστήρια δεν λείπουν, ειδικά τα τελευταία χρόνια, οι υπεύθυνοι για το διαδίκτυο, και τις κάθε είδους εκδόσεις από βιβλία – οδηγούς – φυλλάδια, έως cd  με εκκλησιαστικούς ύμνους και ιερές ακολουθίες. Μετά από αυτά, η ξεκούραση έρχεται σύμφωνα με το πρόγραμμα. 

  • Η Θέση της μονής

Είκοσι χιλιόμετρα νότια της Καρδίτσας βρίσκεται το Δ.Δ. Καταφυγίου του δήμου Ιτάμου Νομού Καρδίτσας. Μικρό, σχεδόν έρημο είναι χτισμένο στα 650 μ. υψ. στους πρόποδες του ορεινού όγκου των Αγράφων. Σήμερα δεν προσελκύει επισκέπτες παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια πανέμορφη περιοχή και η ιστορία του χάνεται στα βάθη των αιώνων. Σύμφωνα με στοιχεία μαρτυρείται ότι τον 10ο και 11ο αιώνα το Καταφύγι ήταν σημαντικότατος οικισμός της περιοχής. Τέσσερα χλμ. έξω από το χωριό στη διαδρομή προς Λαμπερό λίμνης Ν. Πλαστήρα πάνω σε ένα κατάφυτο πλάτωμα σε ύψος 600μ. βρίσκεται η Ι. Μονή Πέτρας.  

  • Πρόσβαση  

Από ασφαλτόδρομο που ξεκινά από το Καταφύγι. Πολύ όμορφη διαδρομή, διασχίζει κατάφυτο περιβάλλον και φτάνει στη μονή μετά από 4 χλμ. Άλλη επιλογή είναι από λίμνη Ν. Πλαστήρα όπου ο οικισμός του Αγίου Αθανασίου (600 μ. από τη δστ. προς Λαμπερό). Ασφαλτοστρωμένη διαδρομή κατηφορική θα σας φέρει στην μονή σε 4,3 χλμ. 

  • Πληροφορίες για τους προσκυνητές 

Ανδρώα μονή με εγκατεστημένη αδελφότητα 25 μοναχών (οι 5 δόκιμοι) που προέρχονται από διάφορες χώρες με παρακαταθήκη να αναστήσουν το μοναστήρι στην παλιά του δόξα και μεγαλοπρέπεια. Ηγούμενος ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος.  Εορτάζει τρείς φορές το χρόνο, στις 15 Αυγούστου, στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος 6 Αυγούστου και της Ζωοδόχου Πηγής. Η μονή είναι επισκέψιμη και ανοιχτή καθημερινά, όλες τις ώρες από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου. Τηλ: 6978118604, fax: 2441080716 πατήρ Ειρηναίος www.monipetras.org e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι στις πιο όμορφες τοποθεσίες είτε αυτές είναι στο Αιγαίο, είτε στην ηπειρωτική χώρα υπάρχουν χριστιανικές αδελφότητες στεγασμένες σε κοινόβια μνήμης και αγάπης. Στα μοναστήρια.

Σήμερα, προσκυνητές και μοναχοί θαυμάζουν τα επιβλητικά οικοδομήματα διαβαίνοντας τους κατανυκτικούς χώρους. Εντυπωσιάζονται από τις τοιχογραφίες, τα πανέμορφα ξυλόγλυπτα τέμπλα τις λαμπρές φορητές εικόνες και τα σπάνια κειμήλια. Όλα αυτά σε χώρους καθαγιασμένους από θείες λειτουργίες αιώνων, ποτισμένων από άρωμα λιβανιού, λατρείας και προσευχής εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, εξαγνισμένων με λάδι, αγιασμό και μύρο. Το περιβάλλον τους, μια ατμόσφαιρα πλημυρισμένη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια, όσα χρόνια και αν πέρασαν από την ίδρυσή τους συνεχίζει να σκορπίζει μηνύματα πίστης, χριστιανικής αγάπης, ελπίδας και υπομονής (Απ. Παύλου Α’ Κορ. 13, 1 – 11) σε μια εξωκόσμια γαλήνια έκσταση.  

«Κατά τη διαμονή μου σ’ ένα μοναστήρι, συνήθιζα να πηγαίνω και να κάθουμαι στο μικρό ναό του κοιμητηρίου, μέσα στους μπαχτσέδες. Από τη μικρή πόρτα του περιβόλου, απ’ όπου βγάνουν ραμμένους στο ράσο τους μοναχούς για να τους θάψουν, είδα κάποτε να ‘ρχεται ένας μισότυφλος ηλικιωμένος καλόγερος.

Προχώρησε ίσαμε την άκρη του κήπου όπου ήταν μια τριανταφυλλιά ξηρή σχεδόν, δίχως άνθη. Φτάνοντας εκεί άφηκε ανάμεσα στ’ άνανθα κλαδιά και φύλλα ένα άνθος που κράταγε και είπε: «πάρε να ‘χεις και συ, να μη σε καταφρονέσουν».  

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Προσεγγίσεις στο Άγιον Όρος, 1952.

 

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

  • Βελανιδιώτης Ιεζεκιήλ (Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων), «Αι Μοναί της Πίνδου», Θεολογία τ.6 (1928) 133 – 144, Θεολογία τ.7 (1929) 24 – 48.
  • Βογιατζής Σωτήρης, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Βλάχος Ν. Τιμολέων, Τα μοναστήρια του Νομού Καρδίτσας, Ι. Μ. Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων, Θεσσαλονίκη 2007
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Ο τοιχογραφικός διάκοσμος του καθολικού της Ιεράς Μονής Κορώνας»,  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 47 – 57.
  • Δεριζιώτης Λεωνίδας, «Παράθεση στοιχείων της τοπικής ιστοριογραφίας των Αγράφων», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου «Η Αργιθέα στην τουρκοκρατία ως τον 19ο αιώνα», Λεοντίτο (2007) 39 – 44.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Η Μονή Αγίας Τριάδος Δρακότρυπας (Σκλάταινας)» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982) 139 – 150.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Ναοί με σταυρεπίστεγη ή παραπλήσια κάλυψη στα Θεσσαλικά Άγραφα» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 5, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1998) 93 – 108.
  • Καρατζόγλου Α. Γιάννης, «Παρεκκλήσια προσαρτημένα στα καθολικά των Θεσσαλικών Αγράφων» Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 6, Ε.Μ.Π. Αθήνα (2002) 67 – 82.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, Το χρονικό της Ιεράς Μονής Πέτρας  Καταφυγίου, Καρδίτσα 2001.
  • Κλήμος Αθ. Γιώργος, «Οι κτήτορες της Μονής Πέτρας – Καταφυγίου»  Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 101 – 118.
  • Κουρκουτίδου Νικολαΐδου Ευτυχία, ΑΔ 22 Χρονικά Β2 (1967) 313 – 315 & Α.Δ. 23 Χρονικά Β2 (1968) 271 – 272.
  • Μαντζανά Κρυσταλία, «Μεταβυζαντινά τέμπλα της περιοχής των Αγράφων», Καρδιτσιώτικα Χρονικά 3 Καρδίτσα (1997) 87 – 92.
  • Μυλωνάς Μ. Παύλος, «Η Μονή Πέτρας στην Νότια Πίνδο», Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση 2, Ε.Μ.Π. Αθήνα (1982)121 – 137.
  • Νημάς Α. Θεόδωρος, Η εκπαίδευση στη δυτική Θεσσαλία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, Διδ. διατριβή, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995.  
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Μοναστηριακή Αρχιτεκτονική, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 64, 2Αθήνα 1999.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, Η εν Ελλάδι Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική επί Τουρκοκρατίας, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 200, Αθήνα 2000.
  • Ορλάνδος Κ. Αναστάσιος, «Σταχυολογήματα εκ μονών της Πίνδου», Α.Β.Μ.Ε. 5 (1939 – 40) 167 – 197.
  • Παΐσης Κώστας, Το μοναστήρι της «Παναγίας της Πελεκητής» στην Καρύτσα Δολόπων, Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Καρύτσας, Αθήνα 1988
  • Παΐσης Κώστας, «Η Μονή της Παναγίας Πελεκητής στην Καρύτσα της Καρδίτσας και η σχέση της με τους δασκάλους του Γένους Ευγένιο Γιαννούλη και Αναστάσιο Γόρδιο», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.49 Λάρισα (2006) 181 – 192.
  • Πεντζίκης Νικ. Γαβριήλ, Άγιον Όρος, τ. Α’, Explorer, Αθήνα 2003.
  • Σαμαρόπουλος Γ. Απόστολος, Οδηγός του Νομού Καρδίτσης, Καρδίτσα 11901, Περιφερειακές εκδόσεις Ελλα  Λάρισα 21992.
  • Σδρόλια Σταυρούλα, «Η Ζωγραφική της Μονής Πέτρας» Πρακτικά συνεδρίου τα 400 χρόνια (1593 – 1993) της Μονής Πέτρας (επιμ. Θωμά Ε. Ζαρκαδά) Καταφύγιο Καρδίτσας 1994.
Sunday the 19th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.