ΔΗΜΟΣ ΑΓΡΑΦΩΝ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Σεπτέμβριος 2008

Ανακαλύψεις

Η σπηλιά του Κατσαντώνη

Το πρώτο που θα σας πουν στο Μοναστηράκι είναι για την φημισμένη «Σπηλιά του Κατσαντώνη»,  (για Πρόσβαση Βλ. ενότητα Off Road), το δεύτερο γνωστό ορμητήριο – κρυψώνα, που έμελε να είναι η τελευταία. Η αρχική «Σπηλιά», βάση των εξορμήσεων και ταυτόχρονα καταφύγιο όταν τον κυνηγούσαν ήταν στους Μελισσουργούς Άρτας ΒΔ της θέσης Ντόβρου στη χαράδρα «Μπούφου». Στο Μοναστηράκι όμως κατέφυγε άρρωστος και ανήμπορος από ευλογιά, ο ‘’αετός των Αγράφων’’, για να μην τον βρουν οι διώκτες του.

Ανήμπορος πια, αυτός που τραγουδήθηκε δοξάστηκε και αποθεώθηκε όσο κανένας άλλος. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα: «Ο Κατζαντώνης, και ο Λεπενιώτης αδελφός του κατετρόμαξαν τα εκλεκτότερα στρατεύματα, και τους ανδρειοτέρους αρχηγούς του Αλή Πασά, ώστε αν δεν συνελάμβανε δια προδοσίας τον πρώτον ασθενή όντα, και δεν εδολοφόνει τον δεύτερον, δυσκόλως ήθελε τους καταβάλει δια των όπλων» (Χ. Περραιβός, Ιστορία σ.24).

Τελικά, βαριά άρρωστος, χωρίς να μπορεί να μετακινηθεί, ο αγωνιστής – πολέμαρχος, (τιμητικός τίτλος που εδόθη από τον Καποδίστρια και τον Βαρνακιώτη) συνελήφθη μαζί με τον αδελφό του Γιώργο Χασιώτη, από το πολυπληθέστερο απόσπασμα του Άγου Μουχουρντάρη. Η μάχη κράτησε επτά ώρες και σε αυτή χάθηκαν και οι πέντε σύντροφοι του αγωνιστή. Και οι δύο μεταφέρθηκαν στα Γιάννινα όπου μαρτυρικά θανατώθηκαν το 1807 ή το 1808.

Εκδοχές για το πώς έφτασαν στη σπηλιά οι διώκτες του Κατσαντώνη. 
Η πρώτη αναφέρει την παρακολούθηση; του μοναχού που του πήγαινε συχνά - πυκνά φαγητό.
Η δεύτερη μνημονεύει ότι το απόσπασμα του Μουχουρντάρη μπήκε στο σπίτι του Γιάννη Γκούρλια για πλιάτσικο, και πήγε να πάρει και ένα μεγάλο καρπούζι, που ήταν για τον ‘’καπετάνιο’’. Ο μικρός γιος του Γκούρλια φώναξε ‘’μην το πειράζετε…. είναι για τον καπετάνιο’’. Αυτό ήταν. Οι Τούρκοι το ανέφεραν στον Μουχουρντάρη και αυτός βασανίζοντας και απειλώντας την οικογένεια, απέσπασε την τοποθεσία του κρησφύγετου.

Ο Πλάτανος – σπίτι

Πιθανόν η μοναδική περίπτωση στα Άγραφα. Τόσο σε μέγεθος όσο και σε χωρητικότητα αφού φιλοξένησε αρκετούς ανθρώπους για καιρό.  Τόσο μεγάλος ήταν και τώρα ακόμα μεγαλύτερος. Ο δρόμος που οδηγεί στο τεράστιο πλατάνι βρίσκεται στα πρώτα 1200 μέτρα, αριστερά σας, καθώς ανηφορίζετε για το Τρίδεντρο. Είναι ένας κακοτράχαλος κατηφορικός και στενός χωματόδρομος που σταματά δίπλα στον νεόχτιστο ναό της Αγίας Παρασκευής, σε θέση παλιότερης που γκρεμίστηκε. Στο λιβαδάκι εμπρός σας, επιβάλλει την παρουσία του ο τεράστιος πλάτανος – ‘’σπίτι’’ ένα πανέμορφο, μνημείο της φύσης που, φαντάζει απίστευτο, μετά τους σεισμούς του 1966 έμεναν τρεις οικογένειες!

Βέβαια οι κάτοικοί του! είχαν την πρόνοια και κατασκεύασαν γύρω – γύρω στέγαστρο για να προφυλάσσονται από το χιόνι και τη βροχή. Τα δύο μεγάλα ανοίγματα στην βάση του υπερμεγέθους δέντρου τα χρησιμοποιούσαν για πόρτες, ενώ ψηλότερα έφτιαξαν και δύο παράθυρα. Το καταπράσινο, λουλουδιασμένο λιβάδι είναι σκέτη πρόκληση για σκηνές, ενώ ο χώρος μέσα στον πλάτανο εμπνέει και περιμένει όσους δεν θέλουν να ‘’στήσουν’’. Στην άκρη της έκτασης υπάρχει βρύση με τρεχούμενο δροσερό νερό, τι άλλο να αναζητήσει ο επισκέπτης εκτός από χρόνο να χαρεί έστω μια διανυκτέρευση. Ίσως έπρεπε να κηρυχτεί μνημείο της φύσης.

Η ‘’Ιατρική Σχολή’’ στο Τρίδεντρο

Σύμφωνα με την παράδοση, στο Τρίδεντρο λειτούργησε ‘’Ιατρική Σχολή’’ που ‘’είχε ιδρύσει’’ ο Νικόλαος Βελισδονίτης. Από την άκρη της πλατείας ξεκινά το παλιό στενό μονοπάτι, κατά τόπους πέτρινο, κατεβαίνει στην καρδιά του χωριού, εκεί που πράγματι υπάρχει ένα παλιό, θεόρατο, ολοπέτρινο κτίσμα.  Είναι πνιγμένο στην αδιάσπαστη και πληθωρική βλάστηση, ενώ ο τεράστιος κισσός κόβει άμεσα κάθε προσπάθεια για συλλογή πληροφοριών, ακόμα και φωτογράφησης του κτηρίου, εκτός του ύψους του τοίχου (1,80) και της χαμηλής εισόδου που είναι φραγμένη από πέτρες και χόρτα.

Η στέγη έχει πέσει, παρασύροντας τμήματα τοιχοποιίας από το πραγματικά μεγάλο οικοδόμημα, που, λόγω μεγέθους και μόνο, υποθέτει κανείς ότι μπορεί να υπήρξε Σχολή. Μακάρι να αποδειχθεί όμως, θα είναι μια αξιομνημόνευτη παρουσία, ένα ακόμα σπουδαίο μνημείο που θα προστεθεί στον Αγραφιώτικο πολιτισμό. Προς το παρόν, όσο έντονα και να διατηρείται, ακόμα και στις μέρες μας, ο θρύλος της Σχολής, χωρίς έρευνες από ειδικούς που θα προσδιορίσουν και θα αποφανθούν τα του κτηρίου, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε για τη χρήση του χώρου. Πόσο μάλλον όταν οι σχετικές παραδόσεις δεν τεκμηριώνονται από τις ιστορικές πηγές ή τη βιβλιογραφία, η οποία δεν διασώζει κανένα όνομα δασκάλου, μαθητού ή κάποια απόδειξη καταβολής μισθού ή διδάκτρων.

Τα Καμάρια

Ο ψηλότερος συνοικισμός των Αγράφων χτισμένος στα 1470 – 1500 μ. υψ. Καλοκαιρινός δροσερός προορισμός για τους επισκέπτες, κυρίως για τις σπάνιες πεζοπορικές ή 4Χ4 διαδρομές που καταλήγουν στον ποταμό Μέγδοβα τη Νεράιδα ή τη Μαυρομάτα (βλ. ενότητα Off Road).

Λίγο μετά τη δστ. που οδηγεί στα Καμάρια, σας υποδέχεται το μικρό, καταπράσινο απ’ το παχύ χορτάρι οροπέδιο, σε θέση που δεσπόζει η εκκλησία της Παναγίας Προυσιώτισσας (1934) που τη γιορτάζουν στις 23 Αυγούστου. Ανεβείτε στο βράχο που βρίσκεται το χαμηλό πετρόχτιστο καμπαναριό και θα αντικρίσετε όλη τη μεγαλειώδη θέα από τις απότομες πλαγιές των κορφών Πουλί (1847 μ. υψ.) και Παπαδημήτρη (1931 μ. υψ.) σε πρώτο πλάνο, ως κάτω, βαθύτερα στο στενό φαράγγι που καταλήγει με δασική οδό στον ποταμό Μέγδοβα, περνάει απέναντι (αποκλειστικά το κατακαλόκαιρο και με παρέα), καταλήγοντας αριστερά στη Νεράιδα Καρδίτσας ή δεξιά στη Μαυρομάτα Ευρυτανίας. Γύρω απ’ την εκκλησία είναι ωραίος χώρος για σκηνές όμως, σκεφθείτε το διπλά αν φυσάει. Ο αέρας στα 1500 μ. υψ. σηκώνει τα πάντα, δείτε μέσα στην Παναγία πως έχουνε σφραγίσει τις πόρτες για να καταλάβετε.

Τα Καμάρια εμφανίζονται ξαφνικά χτισμένα στα 1470 μ. υψ. ανάμεσα στις πλαγιές της Μορφοράχης (1783 μ. υψ.), Πουλί και Σβόνι (2040 μ. υψ. Σβων των ντόπιων). Ο οικισμός ζωντανεύει το καλοκαίρι από τα λίγα κοπάδια και τους 60 περίπου κατοίκους – παραθεριστές που επισκευάζουν ή οικοδομούν τα σπίτια τους τα περισσότερα εκ των οποίων, είναι καινούργια. Το χειμώνα παραμένει ακατοίκητος λόγω των καιρικών συνθηκών. Τα πάντα, όλο το χωριό είναι σκεπασμένο, θαμμένο κυριολεκτικά από το χιόνι.  Καφενεδάκι δεν υπάρχει όμως όπου να βρεθείτε η παροιμιώδης αγραφιώτικη φιλοξενία θα ξεσηκώσει τους ντόπιους που λιάζονται στις ολόδροσες αυλές τους. Αμέσως θα σας καλέσουν για καφεδάκι ή ανάλογα την ώρα για τσιπουράκι με μεζέ.

Δεν θα δείτε, δεν υπάρχουν όπως πριν τον πόλεμο οι χαρακτηριστικές σκηνές με τα κοπάδια των χιλιάδων προβάτων ή γιδιών που κάποτε ήταν γεμάτη η περιοχή. Η κτηνοτροφία έχει συρρικνωθεί και μόνο δύο – τρία άτομα έχουν απομείνει στο χωριό που κρατούν την παράδοση. Η πρόσβαση στα Καμάρια γίνεται από Άγραφα ή τα Πετράλωνα (Σάικα).

Τσελιγκάτα: Η ακμάζουσα κάποτε κτηνοτροφία με τα δεκάδες τσελιγκάτα των Τσιγαριδαίων, Πλαταίων, Καραϊσκαίων, Πατσαουραίων, Μιχαλοπουλαίων, Μαλαμούληδων, Ακριβάκηδων, Μποταίων, Αλεξαίων, Καλογεραίων, Μαργωναίων Σαλαγιανναίων κ.ά, στους πλούσιους βοσκοτόπους των Αγράφων, συντέλεσαν στην ανάπτυξη συναφών επαγγελμάτων και προσοδοφόρων εμπορικών συναλλαγών που έφερναν σημαντικά οικονομικά οφέλη στην περιοχή. Οι δυσκολίες του ορεινού χώρου είναι χαραγμένες στη μνήμη των γερόντων που θυμούνται ότι τα κοπάδια έκαναν μέρες έως ότου περάσουν όλα, προς τους βοσκότοπους στα Καμάρια, τα Άγραφα, τη Νιάλα, του Τροβάτου, των Βραγγιανών. Στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα εξάγονται από την περιοχή 40.000 γιδοπρόβατα, 2000 βοοειδή, 200.000 οκάδες μαλλιά, δεκάδες χιλιάδες οκάδες βούτυρο, τυριά, παράγωγα μελισσοκομίας (2000 οκάδες κερί), αμπελουργίας (15.000 φορτώματα κρασί – 100 οκάδων το καθένα) και κτηνοτροφίας, μάλλινα υφάσματα, υφαντά κ.ά. που μεταφέρονται από αγωγιάτες (κυρατζήδες) στις αγορές των Τρικάλων, της Θεσσαλονίκης μέχρι την Κωνσταντινούπολη και μακρύτερα, στις αγορές του εξωτερικού.

Στα λημέρια του Κατσαντώνη (Προσηλιάκου και Φιδόσκαλα)

Αν θέλετε να δείτε την ανυπέρβλητα μοναδική θέα, που φτάνει μέχρι τον ιστορικό Μάραθο, το Μυρισιώτικο ποτάμι ενώ δεξιότερα βλέπετε τον απότομο φιδωτό δρόμο που σκαρφαλώνει πεισματικά στη ράχη του «Κουκοτού», και ταυτόχρονα να βαδίσετε στον τόπο που έδρασε, περπάτησε, πολέμησε, ο Κατσαντώνης, αυτή η διαδρομή είναι η ιδανικότερη και πιο ξεκούραστη. Σε άλλη περίπτωση πρέπει να οδηγήσετε από τα Άγραφα και μέσω Λίπας – Γαβρολισιάδας να βρεθείτε στον συνοικισμό της Μίκρας πεζοπορώντας μετά στο ανηφορικό, απότομο μονοπάτι προς το διάσελο του Λάπατου.

Ξεκινώντας από το τρίστρατο της Μορφοράχης, περνάτε την Κοκκαλίνα (1738 μ. υψ.) αντικρίζοντας την ανατολική πλευρά των βουνών και τις τεράστιες δασικές εκτάσεις ανάμεσα απ’ τις κορφές Κόψη (1939 μ υψ.) και Παπαδημήτρη (1930 μ. υψ.) με τους θαυμάσιους δασικούς. Αρκετές οι στροφές, το τοπίο με ανυπέρβλητη αγριάδα και ο δρόμος, που περνά κάτω από την κορφή Φιδόσκαλα (1705 μ. υψ.), όπου εικονοστάσι (6,5 χλμ. από το τρίστρατο) ενθουσιάζουν. Από εδώ, ξεκινά βατό μονοπάτι, μέχρι κάποιο σημείο και με όχημα, που οδηγεί προς την κορφή Προσηλιάκου ή Προσηλιακό (1862 μ. υψ.).

Σε αυτές τις πλαγιές είχε τα λημέρια του ο  αετός των Αγράφων Κατσαντώνης. Ένας από τους αγαπημένους ήρωες του ζωγράφου Θεόφιλου που ζωγράφισε αρκετές πτυχές της ζωής και των αγώνων του θρυλικού ήρωα. Από αυτή την κορφή φαίνονται τα πραγματικά δυσπρόσιτα Άγραφα και η ιστορική Φιδόσκαλα, ένα από τα αρχαιότερα μονοπάτια των Αγράφων, που ελίσσεται μέχρι το διάσελο του Λάπατου (ή στου Βελή τη Ράχη) στην ομώνυμη βρύση, σημείο που ο Κατσαντώνης έδωσε ακόμη μια νικητήρια, αλλά και από τις τελευταίες, μάχες στην προεπαναστατική Ευρυτανία, σκοτώνοντας τον Βελή Γκέκα που η παράδοση τον θέλει θαμμένο στη γειτονική Χρύσω.

Sunday the 19th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.