Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα τόμος Θ’ καλοκαίρι 2007

Ενδεικτική βιβλιογραφία εργασιών τόμου Θ’ 2007

Περισσότερες πληροφορίες για την ΑΜΜΟΥΛΙΑΝΗ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Ιωάννη Κ. Βασδραβέλλη, Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνας 1796 – 1832, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, δεύτερη έκδοση 1950.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Η ψαρική στο Μαρμαρά Αυτοέκδοση Θεσσαλονίκη 1984.
  • Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354 – 1833, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Οι Μαρμαρινοί, οι δομές μιας νησιώτικης κοινωνίας θαλασσινών, Αυτοέκδοση χ.χ. [Αθήνα 1990].
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Ο Νέος Μαρμαράς, από την Προποντίδα στα νερά του Αιγαίου, τα πρώτα δύσκολα χρόνια, Αυτοέκδοση Αθήνα 1991.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Ο ναυτικός βίος και η ξενιτιά στο Μαρμαρά, Αυτοέκδοση Αθήνα 1993.
  • Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995.
  • Κωνσταντίνος Ι. Χατζηιωάννου, Η Ιστορία της Αμμουλιανής, έκδοση: Πολιτιστικός Σύλλογος Αμμουλιανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997.
  • Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Όρμος Αποθηκών Τήνου 2004.
  • Συλλογικό, Ταξιδιωτικός Οδηγός Αθωνική Χερσόνησος, έκδοση Δήμος Σταγείρων – Ακάνθου 2006. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ακύλα Μηλλά, «Προποντίδα, Μια θάλασσα της Ρωμιοσύνης», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Ιουλίου 1994) επιμέλεια: Βησσαρίων Σταύρακας. 
  • Θεόφιλος Δ. Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή, «Αμμουλιανή», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.22 Ιούλιος – Αύγουστος 2001.
  • Θεόφιλος Δ. Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξιδεύοντας της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001.
  • Λιάνα Τσώνου – Γιώργος Κωνσταντινίδης, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.227) της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Αυγούστου 2004.
  • Συλλογικό, «10 Προορισμοί που δεν κατέστρεψε ο τουρισμός», περιοδικό ΟΙΚΟ τ.34 Ιούλιος 2005.
  • Νατάσα Σινιώρη – Κανάρης Τσιγκάνος, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό «Κ» (τ.173), 24 Σεπτεμβρίου 2007 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, (Έτος 88ο, φύλλο 26.389).

Περισσότερες πληροφορίες για τα ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ και την ΚΕΡΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Eλευθέριου Γ. Σκιαδά, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδας 1833 – 1912, Αθήνα 1994.
  • Πέγκυ Σωτηρακοπούλου, Ο «Θησαυρός της Κέρου» έκδοση: Ίδρυμα Ν.Π. Γουλανδρή – Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης / TheJ. PaulGettyMuseumL.A. / CycladicArtFoundationN.Y., Αθήνα 2005.
  • Όλγα Φιλανιώτου, «Μικρές Κυκλάδες - Κουφονήσια», στο: Ανδρ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αρχαιολογία. Νησιά του Αιγαίου, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 2005.
  • Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν., «Πλοηγός», Νοτιοανατολικές Ακτές, έκδοση Υδρογραφική υπηρεσία του Π.Ν., τ. Β’, Αθήνα 2004.
  • Ευστάθιος Ελευθερίου, Κέρος: Ένα χαμένο ιερό νησί της Αρχαιότητας, αυτοέκδοση Αθήνα 1996.
  • Φωτεινή Ζαφειροπούλου: Αρχαιολογικό Δελτίο (ΑΔ), 22 (1967): Χρονικά 466, 467, ΑΔ 25 (1970) 428 – 430, ΑΔ. 26 (1971): Β2 Χρονικά 467, 478, 479, ΑΑΑ (Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών) ΙΙΙ (1970): 48 – 51, ΑΑΑ IV (1971): 214, 215.
  • Φωτεινή Ζαφειροπούλου, «Κεραμεική», στο Λίλα Μαραγκού (επιμ.), Κυκλαδικός Πολιτισμός – Η Νάξος στην 3η π. Χ. Χιλιετία. έκδοση: ίδρυμα Νικολάου Π. Γουλανδρή – Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 1990.
  • Μάριου Βερέτα, Μέγα Ονομαστικόν ή τα ονόματα των Ελλήνων [λεξικό], αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, αυτοέκδοση, Όρμος Αποθηκών Τήνου 2004.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Γιώργος Παπαδόπουλος, «Μικρές Ανατολικές Κυκλάδες», περιοδικό Ταξιδεύω τ.7 Ιούνιος 1991.
  • Συλλογικό, «Κουφονήσι», Περιοδικό Σειρήνες των Κυκλάδων, τ.3 Ιούνιος 1997.
  • Γιώργος Σταματόπουλος – Χριστίνα Κατσάρα, «Κουφονήσια», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ‘’Γεωτρόπιο’’, (τ.92), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2002).
  • Άννα Στεργίου – Αλέξης Σοφιανόπουλος, «Στις αγκαλιές του Αρχιπελάγους», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.176), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 23 Αυγούστου 2003).
  • Ορέστης Καρλής, «Κουφονήσια», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.278), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 23 Αυγούστου 2003).
  • Βάλια Δημητρακοπούλου – Δημήτρης Μιχαλάκης, «Ο παράδεισος αντέχει ακόμα», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό «Κ» (τ.163), Κυριακή 16 Ιουλίου 2006 της Εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, (Έτος 87ον, φ. 26.330).
  • Αντώνης Ιορδάνογλου – Les Meyers, Μικρές Κυκλάδες με ιστιοπλοϊκό, περιοδικό Passport τ.13 Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2006. 

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Ηλίας Προβόπουλος, «Νυχτερινή μαγεία απέναντι στην Κέρο», στην εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Τρίτη 22 Αυγούστου 1995.
  • Ηλίας Προβόπουλος, «τ’ αερικό της Κέρου», στην εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 18 Αυγούστου (1997) 44 – 45.
  • Γιώργος Λιάλιος, «Βουλιάζουν» από τουρίστες, στην Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Σάββατο 4 Ιουνίου 2005 (Έτος 87ον, φ. 25.996) 6.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΑΜΟΡΓΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • L. Marangou, C. Renfrew, Chr. Doumas, G. Gavalas, Markiani on Amorgos, Annual of the British School at Athens, 2006.
  • Λίλα Ι. Μαραγκού, Αμοργός I – Η Μινώα, η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 228, Αθήνα 2002.
  • Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • Μύρταλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, «Η βυζαντινή τέχνη στο Αιγαίο», στο συλλογικό έργο: Το Αιγαίο – Επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1995.
  • Λουδοβίκος Ρος, Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα (μτφ. Α. Σπηλιάδη – προλ – επιμ. Τ. Βουρνά) εκδόσεις Τολίδη Αθήνα 1975.
  • Τ ζ έ η μ ς  Μ π ε ν τ, Η Αμοργός το 1885 από το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους νησιώτες», μτφ. Νίκος Νικητίδης, έκδοση της εφημερίδας Αμοργού: Το κάστρο της Αμοργού, Αμοργός 2005.
  • Λίλα Ι. Μαραγκού, Μονή Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, έκδοση: Ιερά Μονή Χοζοβιώτισσας, Αθήνα 1991.
  • Τάσος Αναστασίου – Ηλίας Νόκας, Οδοιπορικό στην Αμοργό + χάρτες με μονοπάτια σε κλίμακα 1:10.000, Πολιτιστική Εταιρία Αρχιπέλαγος, Κυκλάδες 2005. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων νήσων. Αμοργός» Δ’ έκδοση στο περ. Αμοργιανά, έτος πρώτο, τ. 1, έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα 1995.
  • Συλλογικό, «Αμοργός», Περιοδικό Σειρήνες των Κυκλάδων, τ.7 Νοέμβριος 1997.
  • Λίνα Γιάνναρου, «Αμοργός – το απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια – Τουρισμός της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 25 Αυγούστου 2002).
  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη, «Αμοργός – στο απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια – Τουρισμός της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Αυγούστου 2003).
  • Συλλογικό, «Αμοργός, Το απέραντο γαλάζιο» εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακής 29 Μαΐου 2005, (έτος 86ο, φύλλο 25.911), ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, επιμέλεια: Ελευθερία Τράϊου.
  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη – Κλαίρη Μουσταφέλου, «Αμοργός – απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 12 Ιουνίου 2005).
  • Ηλίας Προβόπουλος, «Αμοργός στην Ομίχλη», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.311), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 1 Απριλίου 2006).
  • Ηλίας Προβόπουλος, «Στο άβατο της Αμοργού», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.333), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2006).
  • Άθως Δημουλάς – Παύλος Φυσάκης, «Αμοργός», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ’’Κ’’ (τ.183), της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2006).

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Χαρά Κιοσέ, «Η Μινώα που δεν ήταν Μινωική», εφημερίδα Αθηνών Το Βήμα, ένθετο Νέες εποχές, Κυριακή 31 Μαίου 1998.
  • Κατερίνα Ρωμιοπούλου, «Πανάρχαιο λιμάνι η ανεμόεσσα Αμοργός», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1999.
  • Γιώργος Κιούσης, «Από πύργος, μουσείο», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Ιουνίου 2001.
  • Χαρά Κιοσέ, «Η Αμοργός με αργό περπάτημα», εφημερίδα Αθηνών Το Βήμα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2003.
  • Ν. Κοντράρου – Ρασσιά, «Με το πάθος της Αρχαιολόγου», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2004.

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΝΙΑΛΑ – ΣΑΪΚΑ – ΚΑΜΑΡΙΑ – ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ – ΧΡΥΣΩ  - ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Στέφανου Γρανίτσα, Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, εκδόσεις Πέλλα, Αθήνα χ.χ.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, (εισ.) Μ. Γ. Μερακλή, εκδόσεις Δωδώνη Γιάννινα 1983.
  • Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • Νίτσα Κολιού, Άγνωστες πτυχές κατοχής και Αντίστασης, αυτοέκδοση Βόλος 1985.
  • Δημήτρη Σταμέλου, Κατσαντώνης – η αποθέωση της παλικαριάς, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Β’ έκδοση Αθήνα 1988.
  • Χαράλαμπος Δ. Μπετχαβάς, Η μάχη της Χρύσως, αυτοέκδοση Αθήνα 1992. 
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997. 
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων, εκδόσεις Πορεία Β’ έκδοση Αθήνα 1999.
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1939 – 1821), (προλ.) Σπύρος Ι. Ασδραχάς, εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1999.
  • Γεωργίου Χρυσικού, Το χωριό μου Μοναστηράκι των Αγράφων Ευρυτανίας, Β’ Αυτοέκδοση, Αθήνα 2000.
  • Σωτήρης Βογιατζής, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα 2000.
  • Γιώργου Μαργαρίτη, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Συλλογικό, Οικοτουριστικός Οδηγός της σειράς «Πίνδος»: Καρδίτσα, Λίμνη Πλαστήρα – Ρεντίνα, Περιφερειακές εκδόσεις «έλλα», Λάρισα 2003.
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία Αθήνα 2004.   
  • Σπυρίδων Π. Αραβαντινός, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή, εκδόσεις Δωδώνη Β’ έκδοση Αθήνα 2004.
  • Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940 – 1945, τ. 1, εκδόσεις Στοχαστής 2006.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Η. Νικολακόπουλος – Α. Ρήγος – Γ. Ψαλίδας (επιμ.), Ο εμφύλιος Πόλεμος – Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Πρακτικά του ομότιτλου συνεδρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, έκδοση Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Σταυρούλα Σδρόλια, «Εικόνα Κοιμήσεως Θεοτόκου από την Σάικα των Αγράφων» στο: ΑΔ 48 Πρακτικά Διεθνούς συνεδρίου για τη Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. 1992.
  • Σταυρούλα Σδρόλια, «Μοναστήρια του 16ου αιώνα στα Νοτιοανατολικά Άγραφα», Θεσσαλικό Ημερολόγιο εκδότης Κώστας Σπανός τ. 42 Λάρισα 2002.
  • Νικόλαος Αλεξάκης, «Ιστορική αναδρομή των Αγράφων», πρακτικά ιστορικής και αναπτυξιακής διημερίδας 25 – 26 Ιουλίου 2001 Βραγγιανά Ευρυτανίας, έκδοση Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βραγγιανιωτών ‘’Αναστάσιος Γόρδιος’’ Αθήνα 2002. 

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΕΑΕΑ Καρδίτσας «το χρονικό Νιάλας» εφημερίδα Αθηνών Ριζοσπάστης 12 Απριλίου 1997.
  • Χαράλαμπος Μπετχαβάς «Εκκλησίες και Μοναστήρια της Χρύσως» εφημερίδα Ευρυτανίας Χρυσιώτικα Νέα (έτος 3ο φύλλο 13) Β’ τρίμηνο 1998.

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (7ο και 8ο)  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1960.
  • Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1979. 
  • Δημητρίου Ν. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι, έκδοση Φιλοπροοδευτικού συλλόγου των απανταχού Επταχωριτών Θεσσαλονίκη 1979.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα 1987.
  • Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση 2000.
  • Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη 2002.
  • Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη 2003.
  • Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1951.
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ζαλίδης Χ. Γ. και Α. Λ. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης) 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) xviii + 587 σελ. Ιούνιος 1994.
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλου, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς, έκδοση δήμου Νεστορίου, Καστοριά 1998.
  • Γιάννης Κ. Παπαρίζος, Τα χωριά του Γράμμου, εκδόσεις Κώδικας Θεσσαλονίκη 1998. 
  • Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999.
  • Μιχάλης Ζ. Θεοδώρου, Φυγή και Επιστροφή, αυτοέκδοση Αθήνα 2004.
  • Αχιλλέας Ιω. Παπαϊωάννου, Ο Αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005].
  • Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα 2006.
  • Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τόμοι 5, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Αθήνα 2006. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46, 1995.
  • Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, στο: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας (επιμ.), εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων, στο: «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2005.
  • Δημήτρης Μπούσμπουρας (επιμ.), «Γράμμος», περιοδικό ‘’Μικρή Άρκτος’’, 1-16 της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος τ.24 Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2000.
  • Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1972.

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Οδοιπορικό της ‘’Κ’’ σε Γράμμο – Βίτσι του Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη «Κι όμως, οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη, «Αναξιοποίητο τουριστικά το βουνό του διχασμού», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα «Ο τουρισμός σκαρφαλώνει στο Βίτσι», Καθημερινή Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2004. 

Περισσότερες πληροφορίες για ΘΕΣΣΑΛΙΑ – ΠΥΛΗ – ΕΛΑΤΗ – ΠΕΡΤΟΥΛΙ – ΝΕΡΑΙΔΟΧΩΡΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Σωτήρης Βογιατζής, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Σωτήριος Απ. Γοργογέτας, Τα Πέτρινα γεφύρια του νομού Τρικάλων, Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αιθήκων, Τρίκαλα 2004.
  • Δήμητρα Λούκα – Αντώνης Παπαϊωάννου, Το Περτούλι, Πολιτιστικός Σύλλογος Περτουλίου, Τρίκαλα 2009.
  • Θεόδωρος Α. Νημάς, Τρίκαλα – Καλαμπάκα – Μετέωρα – Πίνδος – Χάσια, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987.
  • Σινάνης Α. Ελάτη – Περτούλι … Άγγελος Σινάνης, Ασπροπόταμος - Ελάτη – Περτούλι, αυτοέκδοση Ελάτη Τρικάλων 2000.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος, «Η Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας», Α.Β.Μ.Ε. τ.Α’ (1935) 5 – 40.
  • Αφροδίτη Α. Πασαλή, «Το καθολικό της Μονής Κλεινού Καλαμπάκας», Δελτίον Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] τ. ΚΑ’, Αθήνα (2000) 69 – 92.
  • Μίλτος Γαρίδης, «Ο μητροπολίτης Παΐσιος και η βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα ιστορικά 3, Αθήνα, Μάιος (1985) 183 – 203.
  • Καλούσιος Δ., Μονή Δούσικου Δημήτριος Γ. Καλούσιος, «Η Ιερά Μονή του Δούσικου», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.41  (2002) 305 – 376.
  • Προβατάκης Θ., Πόρτα Παναγιά Θεοχάρης Μιχ. Προβατάκης, «Η Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας», Τρικαλινά τ.1  (1981) 77 – 103.

 ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ (9716 λέξεις)

ΝΙΑΛΑ – ΣΑΪΚΑ – ΚΑΜΑΡΙΑ – ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ – ΧΡΥΣΩ – ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

(Άγραφα 6η εργασία από 6)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2007

Στα πολυθρύλητα άγνωστα Άγραφα

Εξαιρετικά δυνατή διαδρομή, κυριολεκτικά αγκαλιάζει ένα μεγάλο τμήμα της ραχοκοκαλιάς της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ξεκινά από τα ορεινά τμήματα βόρεια του νομού Ευρυτανίας, κατηφορίζει για λίγο στο όριο με το νοτιοδυτικό τμήμα του νομού Καρδίτσας σκαρφαλώνοντας ξανά, με πείσμα, στις κακοτράχαλες πλαγιές των Αγράφων. Εκεί θα κινηθεί η περιήγησή μας. 

Με αυτές τις σπάνιες, πραγματικά αλπικές χωμάτινες κατά το πλείστον διαδρομές, ολοκληρώνεται η παρουσίαση - γνωριμία με τα απόκρημνα βόρεια Άγραφα, ειδικότερα με τον πυρήνα του, το Δήμο Αγράφων και τους οικισμούς του. Πρόκειται για κάποιες από τις δυσκολότερες στην πρόσβαση περιοχές, με έντονες κλίσεις στενές βαθιές χαράδρες, μικρά οροπέδια που πάντοτε τις διασχίζουμε με σεβασμό.

Οι θαυμάσιες μικρές κοινότητες που θα συναντήσετε, με τους ολιγάριθμους κατοίκους στις μέρες μας, έρχονται σε ευθεία αντιδιαστολή με το παρελθόν. Μολονότι όλα τα χωριά είναι περίκλειστα από θεόρατα βουνά, είχαν αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη οικονομία, έναν αξιόλογο πολιτισμό, έχοντας ταυτόχρονα σπουδαίο ρόλο στην πανελλήνια προσπάθεια για επιβίωση του ελληνισμού σε μια εποχή που το οθωμανικό κράτος ήταν ακόμα ακμαίο και κυρίαρχο. 

Στο περασμένο αφιέρωμα, το τρίτο στη σειρά άρθρων για τα Άγραφα, προτείναμε  για την έξοδό σας από τον ορεινό χώρο (Ταξίδια, τ. Η’, Ευρυτανία 3ο, 2006, σελ 131), να ακολουθήσετε τη διαδρομή που ξεκινά από Τροβάτο περνάει την λιλιπούτεια Κουστέσα με το νερόμυλό της και μέσω Βραγγιανών, φτάνει ψηλότερα, στο διάσελο του Αι Νικόλα απ’ όπου διαλέγετε έξοδο προς Λίμνη Πλαστήρα (για Καρδίτσα ή Τρίκαλα) ή προς Νιάλα – Άγραφα. Εξυπακούεται ότι γίνεται αντίστροφα, βολεύοντας ιδιαίτερα τους επισκέπτες που ξεκινούν από τη λίμνη.

Σε κάθε περίπτωση το διάσελο του Αγίου Νικολάου είναι ιδανικός τόπος συνάντησης, εκκίνησης, με χρονικό όριο τα τέλη Μάρτη αρχές Απρίλη που λιώνουν τα χιόνια κι’ ανοίγει ο δρόμος. Αυτός, σκαρφαλώνει τη βόρεια πλευρά της «Πλάκας» περνάει ένα μαντρί συναντώντας αριστερά το αδιέξοδο με όχημα μονοπάτι, παρακλάδι του Ε – 4, (ευρωπαϊκό μονοπάτι υπερσυνοριακών διαδρομών), που χρησιμοποιούν συχνά οι πεζοπόροι(1) για να ανέβουν στην κορφή «Μπορλέρο 2017 μ. υψ.», να βγουν στον παλιό Σαρακατσάνικο οικισμός Έλατος ή να περάσουν τις περίφημες Πόρτες Αγράφων προς κορφή «Πετσαλούδα 1770 μ. υψ.» καταλήγοντας στο καταφύγιο Ελατάκος κι’ από εκεί στα Ζυγογιαννέικα. 

Με αρκετές στροφές ο δρόμος πλησιάζει το ορεινό πέρασμα του αυχένα κατηφορίζοντας προς την ξακουστή Νιάλα. Αριστερά σας είναι το περήφανο, οξυκόρυφο «Φλυτζάνι 2017 μ. υψ.» με σύντροφο χαμηλότερα τους «Πέντε Πύργους 2004 μ. υψ.» ενώ δεξιά, ο άγριος «Καταραχιάς 2003 μ. υψ.». Η διαδρομή κινείται στην ισοϋψή των 1700  - 1800 μ. σ’ ένα σχεδόν ξερό, γεμάτο πέτρα τοπίο στολισμένο από δεκάδες πολύχρωμα αγριολούλουδα που ξεφυτρώνουν εδώ κι’ εκεί. Σε οποιοδήποτε σημείο απ’ την άνοιξη και μετά, σταματήσετε κι’ ανεβείτε με τα πόδια στα καταπράσινα λοφάκια δεξιά του δρόμου θα αντικρίσετε το υπερθέαμα των αγραφιώτικων βουνών σε μια θάλασσα κορφών, ενώ χαμηλότερα φαίνονται οι χωματόδρομοι που ενώνουν τους μικροοικισμούς με τα μεγαλύτερα χωριά. Με εξαίρεση το δρόμο με τα πρανή που κινήστε, όλη η χαράδρα αριστερά σας είναι καταπράσινη από τις συστάδες ελάτης ένα θέαμα πραγματικά αξέχαστο.  

Σύντομα θα φτάσετε στο μνημείο της Νιάλας. Η λιτότητα του κρύβει μια πραγματική, συγκλονιστική ιστορία, απ’ αυτές που μόνο άνθρωποι σε πολεμικές συνθήκες μπορούν να γράψουν. Πάνω στο πέτρινο χτιστό τοιχίο υπάρχουν δυο μαρμάρινες σκαλιστές πλάκες εκ’ των οποίων η μία, έχει σκαλισμένο ένα συγκινητικό ποίημα ενώ η άλλη αναφέρει το γεγονός συνοπτικά: «Στη θέση αυτή έπεσαν χτυπημένοι από φοβερή χιονοθύελλα αντάρτες του Δ.Σ.Ε. στρατιώτες του Κυβερνητικού στρατού και άμαχοι πολίτες στις 12/4/1947». Όμως η ιστορία δεν είναι τόσο απλή, όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Μολονότι είναι η πιο γνωστή από τις τραγωδίες, όσους απ’ τους ντόπιους ρωτήσετε περιέργως, θα σας τη διηγηθούν λειψή. Συνήθως σταματούν την αφήγηση, στην ανθρώπινη, πιθανά τυποποιημένη αθώα άποψη, ότι: «μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού και φαντάροι του Κυβερνητικού κοιμήθηκαν μαζί και πολλοί πέθαναν», ενώ κάποιοι, πιθανά θα προσθέσουν: «για να επιβιώσουν από τη χιονοθύελλα». Η αλήθεια, ως συνήθως, είναι πιο σκληρή. 

Σε όλο του το παρελθόν ο δύσβατος χώρος των Αγράφων αποτέλεσε εστία απελευθερωτικών αγώνων, κρησφύγετο σε όλες τις δοκιμασίες των ανθρώπων που είτε από ανάγκη είτε από ανελέητους διωγμούς κατέφευγαν στην ασφάλεια που πρόσφεραν οι οικισμοί, τα ονομαστά βουνά με τ’ ατέλειωτα πυκνά συνεχόμενα δάση και τις φυσικά οχυρές θέσεις τους. Πέρασαν εξήντα δύο χρόνια από την άνοιξη του 1945. Τότε, αμέσως μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, αντίθετα απ’ ότι πίστευε και ήθελε ο ελληνικός λαός όλων των παρατάξεων, αντί να δοθεί όλο το βάρος για να συμμαζευτεί η δύσμοιρη, ερειπωμένη απ’ τον πόλεμο πατρίδα, ήρθαν οι μαζικές διώξεις, οι φυλακίσεις, η εξορία, οι εκτελέσεις αντιφρονούντων. Η τρομοκρατία των συμμοριών εξαπλώθηκε ταχύτατα στις πόλεις και τα χωριά(2) της υπαίθρου αναγκάζοντας πολλούς αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ζητώντας καταφύγιο στα βουνά των Αγράφων, της δυτικής Θεσσαλίας, ολόκληρης της Πίνδου γενικότερα ξαναβγαίνοντας στο κλαρί δοκιμάζοντας σκληρά την νίκη(3) τους κατά των Γερμανών. 

Η πλευρά του κυβερνητικού στρατού ετοίμασε προσεκτικά τις εκκαθάριση των Αγράφων με την επιχείρηση «Αετός»(4) (5 Απριλίου – 6 Μαΐου 1947), με στόχο τη συντριβή των μικρών ομάδων μαχητών, καθώς και των οργανωμένων ταγμάτων που δρούσαν στην περιοχή. Η πίεση της σαφώς υπεράριθμης δύναμης των μονάδων του Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού δημιούργησε έναν σχεδόν ασφυκτικό κλοιό στην περιοχή των Αγράφων. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες βρέθηκε το τάγμα Σοφιανού το οποίο αναγκάστηκε να αποτραβηχτεί στα Πετρίλια αρχικά, στα Βραγγιανά αργότερα, ακολουθούμενο από δεκάδες αμάχους καταδιωκόμενους πολίτες μεταξύ αυτών μια ομάδα πολιτικών στελεχών της Καρδίτσας. Πλησιάζοντας ο στρατός τα Βραγγιανά και προκειμένου να μην εγκλωβιστούν οι μαχητές πήραν την απόφαση να ξεφύγουν του θανάσιμου εναγκαλισμού απ’ την αφιλόξενη διάβαση της Νιάλας.

Ήταν η μόνη εκδοχή για να φτάσουν με ασφάλεια στη Σάικα ή το Καροπλέσι απ’ όπου θα έμπαιναν στη περιοχή του Γενικού αρχηγείου, του αρχηγείου Θεσσαλίας του Δ.Σ.Ε. Το εγχείρημα έγινε αψηφώντας το καιρό με τη φάλαγγα να ξεκινά Μεγάλη Παρασκευή 11 Απριλίου 1947 εν μέσω σφοδρής καταιγίδας. Δύο λόχοι μαχητών πήγαιναν μπροστά ενώ ένας ήταν οπισθοφυλακή. Ανάμεσά τους είχαν τους άμαχους, ένοπλους και άοπλους πολίτες. Μετά από αφάνταστη ταλαιπωρία το βράδυ της 12ης Απριλίου βρέθηκαν στη Νιάλα μέσα σε άγρια χιονοθύελλα. «Κατά τον χρόνον αυτόν 300 περίπου επέτυχον να διαφύγουν δια των αφρούρητων διαβάσεων»(5), την ίδια στιγμή, που έγινε το μοιραίο λάθος που έμελλε να σημαδέψει το όλο εγχείρημα. Μια ομάδα πολιτών με τον τρίτο λόχο οπισθοφυλακής των μαχητών του Δ.Σ.Ε. πήραν λάθος μονοπάτι, χάθηκαν. Άξαφνα, χωρίς να το περιμένουν, βρέθηκαν εμπρός από τον καταυλισμό του στρατού όπου πολλοί μπήκαν στις σκηνές για να μην ξεπαγιάσουν. Έκπληκτοι οι φαντάροι τους έβλεπαν αλλά το ανυπόφορο κρύο απέτρεψε άμεσες εξελίξεις.  

Ξημερώνοντας 13 Απριλίου ο στρατός συνέλαβε όλους όσους βρήκε στον καταυλισμό ή στον ευρύτερο χώρο, άλλοι, όπως ένα τμήμα του τρίτου λόχου, πρόλαβαν κι’ έφυγαν. Ήταν τέτοιας έντασης η κακοκαιρία και το κρύο εκείνων των ημερών(6) τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που ξεκίνησαν απ’ τα Βραγγιανά για να βρεθούν στη Νιάλα που:…«..τις επόμενες μέρες ο στρατός ανακάλυπτε ομάδες παγωμένων ατόμων κατά μήκος των μονοπατιών ή σε πρόχειρους κρυψώνες»(7). Όσοι συνελήφθησαν, μεταξύ τους η δασκάλα Ευαγγελία Κουσιάντζα από τον Παλαμά Καρδίτσας μέλος της επιτροπής πόλης Καρδίτσας του ΚΚΕ, μεταφέρθηκαν στη Λαμία όπου πέρασαν έκτακτο στρατοδικείο(8) (3 Μαΐου 1947). Δέκα απ’ αυτούς εκτελέστηκαν(9) στις 9 Μαΐου 1947 ενώ οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά. Συνολικά τα θύματα αυτής της τραγωδίας στη Νιάλα (παγωμένοι, εκτελεσμένοι επί τόπου, καταδικασμένοι σε θάνατο, εκτελεσμένοι στη Λαμία), υπολογίζονται σε εκατόν πενήντα.   

Πιο κάτω υπάρχει ένα ακόμα, νεώτερο μνημείο για το συγκλονιστικό περιστατικό, αριστερά σας όμως, υπάρχει ο στενός όλο στροφές κατηφορικός χωματόδρομος προς τον συνοικισμό Νεράιδα (προ του 1955 Νιάλα(10) στα 1440 μ. υψ.), αυτός που αχνοφαίνεται, απ’ τον κεντρικό. Παλιότερα υπήρχαν τρεις συνοικισμοί, ο Χαλιάς (Πάνω Νιάλα)βόρεια, η Μεσαία Νιάλα ο ομώνυμος μεγαλύτερος,και η Παλιόλακκα (Κάτω Νιάλα) νότια. Φαντάζει εντελώς απίστευτο στις μέρες μας ότι αυτοί οι ανύπαρκτοι ουσιαστικά συνοικισμοί, είχαν το 1940 διακόσιους ενενήντα πέντε απογραμμένους κατοίκους(11) κι’ ένα τμήμα των άλλοτε μεγάλων τσελιγκάτων με 6 – 7 χιλιάδες πρόβατα. Στη λήξη του πολέμου τίποτα δεν θα είναι το ίδιο ενώ μέχρι σήμερα, παραμένουν ακατοίκητοι.  

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου τα περισσότερα σπίτια γκρεμίστηκαν· τη θέση των άλλοτε ανθηρών συνοικισμών έχουν πάρει τα περίφημα κονάκια που παραμένουν σκαρφαλωμένα στις ίδιες τοποθεσίεςτων πλαγιώντης Νιάλας. Είναι αυτά τα παμπάλαια πετρόχτιστα κτήρια που βλέπετε με την τσίγκινη σκεπή, τα οποία, πλέον, μόνο δύο – τρεις μήνες το καλοκαίρι φιλοξενούν τους βοσκούς με τα κοπάδια των προβάτων, γύρω στα 1100 κεφάλια συνολικά. Λίγο πριν, πάνω στη διασταύρωση (δστ. στο εξής), συναντάτε το ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία, το γιορτάζουν με πανηγύρι, στις 20 Ιουλίου.  

Το τοπίο είναι από τα πιο άγρια, αφιλόξενα που θάχετε συναντήσει, μόνο η γνωριμία με τους ανθρώπους εδώ πάνω μπορεί να το γλυκάνει. Πάντα στους επισκέπτες προσφέρουν δική τους εξαιρετική φέτα, ζυμωτό ψωμί, και πιθανά τσιπουράκι χωρίς γλυκάνισο. Κάποια σκυλιά γενικά κυκλοφορούν, ειδικά πιο ψηλά προς τον δυσπρόσιτο Χαλιά, +/- 3 χλμ. από τον Πρφ. Ηλία, όμως οι ντόπιοι βοσκοί έχουν το νου τους, πάντα. Η πορεία σας από δω μέχρι κάτω στο χωριό δεν είναι απ’ αυτές που θα λέγαμε βατή ή ήπια, ίσα - ίσα είναι σκληρή, απότομη, αρκετά κατηφορική, με στενά περάσματα, γκρεμούς ενώ τα βαθιά νεροφαγώματα δεν λείπουν. Όμως περνάει εύκολα, χαρακτηρίζοντας τον τόπο και τους γενναίους κατοίκους του, που παρά τις αντιξοότητες παραμένουν, έστω το καλοκαίρι, φύλακες της γενέτειράς τους. Τι να πουν κι’ οι κτηνοτρόφοι με τα ταλαίπωρα αγροτικά που φτάνουν αλώβητοι εδώ, χρόνια τώρα.  

Η διαδρομή  συνεχίζει με συνεχόμενα καγκέλια για +/- 10 χλμ. (από Πρφ. Ηλία), βάζοντας σας στο υγιές ελατόδασος το οποίο, προ ολίγου τ’ αντικρίζατε απροσπέλαστο από ψηλά. Όσο πλησιάζετε στα Πετράλωνα (προ του 1955 Σάικα(12) στα 730 μ. υψ.), τόσο το βουητό του Άσπρου ποταμού που κυλά στο βάθος του φαραγγιού γίνεται εντονότερο, μέχρι που ο δρόμος στενεύει υπερβολικά φτάνοντας στο σημείο που χαρακτηρίζει την είσοδο στον οικισμό. Το εικονοστάσι, ο θεόρατος κάθετος βράχος που κρέμεται θαρρείς πάνω απ’ το δρόμο και η υπέροχη θέαση των Πετραλώνων ολοκληρώνει το πρώτο τμήμα αυτής της εκπληκτικής διαδρομής.  

Το χωριό διαθέτει αρκετά παλιά σπίτια άλλα ανακαινισμένα, πολλά νεώτερα, ενώ οι ευλογημένοι θαρρείς κήποι, αυτή την εποχή (Ιούλιος) είναι κατάφορτοι με κάθε είδους λαχανικά. Το λαμπερό, ολόδροσο καλοκαίρι ανοίγουν όλοι οι δρόμοι, έρχονται τα κοπάδια με τους βοσκούς και τις οικογένειές τους, ανεβαίνουν οι παραθεριστές και υπάρχει σχετική κίνηση από τους 120 – 130 κατοίκους, αντίθετα με το χειμώνα που απομένουν τριάντα. Όπως τα περισσότερα ορεινά χωριά έτσι κι’ εδώ η πληθυσμιακή κατάρρευση συντροφιά με τη μοναξιά αποτελεί αδιάψευστο γεγονός, που δυστυχώς, λειτουργεί πανομοιότυπα σε όλη την Ελλάδα, σε αντιδιαστολή με τους οραματισμούς της Διοίκησης. Απ’ το 1966 μέχρι το 1974 στο σχολείο φοιτούσαν 14 – 16 μαθητές με δάσκαλο τον Κώστα Σπανό σημερινό διευθυντή της αξιότιμης έκδοσης «Θεσσαλικό Ημερολόγιο». Τα επόμενα χρόνια τα παιδιά ολοένα λιγόστευαν μέχρι το 1984 – ’85 που έκλεισε. Χειμώνα καλοκαίρι όμως λειτουργούν ακόμη τα τρία καφενεδάκια που σερβίρουν νοστιμότατους ντόπιους μεζέδες, ομελέτες με σπέσιαλ τσιπουράκι. Μεταξύ αυτών είναι του Δημήτρη Πανταζή που μας ξεκλείδωσε την ιστορική Ι. Μονή Σάικας ανοίγοντάς μας την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο παράθυρο στο χρόνο και τη μνήμη που εδώ διασώζει αξιόλογα στοιχεία απ’ την πολύ παλιά ιστορία του τόπου.   

Ο 16ος αιώνας είναι πολύ σημαντικός για την περιοχή των Αγράφων. Όπως είδαμε στα έως τώρα αφιερώματα έγιναν πολλές ανακαινίσεις καθώς και ιδρύσεις πολλών νέων μονών. Το φαινόμενο αυτό ήταν αποτέλεσμα της σταθερότητας και της ηρεμίας που είχε επικρατήσει για αρκετό διάστημα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Η επανίδρυση της μονής Δουσίκου(13) το 1530 κοντά στο ομώνυμο χωριό των Τρικάλων στην ανατολική πλευρά του Κόζιακα, από τον τότε μητροπολίτη Λαρίσης Βησσαρίωνα τον Β’, μετέπειτα Άγιο, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο προτύπου για την περιοχή των Αγράφων, παρά την απόσταση. Η Ι. Μονή Σάικας υπήρξε από τα τέλη του 16ου αι. εστία πνευματικής αντίστασης ενάντια στον κατακτητή, αλλά και σημαντική αγροτική μονάδα που διέφευγε της φορολογίας του οθωμανικού κράτους.  

Ήταν αρκετά πλούσια με πολλές ιδιόκτητες εκτάσεις στα γύρω Αγραφιώτικα βουνά με βοσκότοπους που έτρεφαν 2300 γιδοπρόβατα(14). Στο πέρασμα του χρόνου υπήρξε κρησφύγετο κλεφταρματολών ενώ στην διάρκεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του 1821 ο οπλαρχηγός Κώστας Στεργιόπουλος ή Βελής(15) τη χρησιμοποίησε σαν αποθήκη πολεμοφοδίων. Αργότερα ο Αγραφιώτης δήμαρχος Αγραίων, Γεώργιος Χρηστίδης αναφέρει στο Διοικητή Ευρυτανίας, (23 Νοεμβρίου 1839), ότι είναι ανάγκη να επισκευαστεί γιατί εξυπηρετεί τους οδοιπόρους και τους κοντινούς κατοίκους και ότι τα κτήματά της πρέπει να παραχωρηθούν στους κολίγους, οι οποίοι θα αναλάβουν να το προστατέψουν από τους ληστές, ώστε να μην καταστραφεί(16). Από το συγκρότημα της μονής σώζεται το καθολικό, τρίκοχος ναός με επίπεδη οροφή και ξύλινη στέγη, αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα.  

Μέσα στην εκκλησία υπάρχει το αξιόλογο τέμπλο με θαυμάσια ζωγραφιστή διακόσμηση, που κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις επιγραφές το 1605 – 1607 επί ηγουμένου Συμεών, οι περίφημες εικόνες της Αγίας Τριάδας (1598), και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου με αφιέρωση(17): Δέησις του Δούλου του θεού Γεώργι του αγγελάκη 1638. Επίσης εδώ φυλάσσεται η κάρα του Αγίου Στυλιανού του Παφλαγόνος, την οποία έφερε το 1818 ο ιερομόναχος Γρηγόριος(18). Οι τοιχογραφίες έγιναν το 1641 με δαπάνες «του τιμιωτάτου Άρχοντος κυρ Δημητρίου»,Αμπατζή, από το Καροπλέσι, και ζωγράφους τους δύο Ιωάννηδες, τον Ιωάννη τον Ευτελή και τον «έτερο Ιωάννη», που δημιούργησαν ένα σημαντικό καλλιτεχνικό εργαστήρι(19) που κυριάρχησε στην τέχνη των Αγράφων την περίοδο 1641 – 1673, εποχή που η εκκλησιαστική ζωγραφική ακμάζει. Όπως και σε άλλα μνημεία των αγραφιώτικων βουνών, έτσι κι’ εδώ η υγρασία είχε καταλυτικό ρόλο στη φθορά τους και μεγάλο τμήμα τους είναι κατεστραμμένο. Ευτυχώς όμως, στις μέρες μας εγκρίθηκε η μελέτη που συντάχθηκε από τον Δήμο Αγράφων. Αν και δεν καλύπτει όλο το φάσμα εκείνων που πρέπει να γίνουν είναι ικανοποιητική γιατί ολοκληρώθηκαν οι στερεωτικές εργασίες κι’ επισκευάστηκε η σκεπή ώστε να σταματήσει η φθορά απ’ τα νερά της βροχής.  

Το χωριό χτισμένο καταμεσής του αξιόλογου καταπράσινου ελατόδασους περιτριγυρίζεται απ’ αυτό δίνοντας εξαιρετικές ευκαιρίες για πεζοπορία στα σκιερά μονοπάτια, στην άκρη του μάλιστα, στο ποτάμι, υπάρχουν τα ερείπια του παλιού νερόμυλου. Ευκαιρία είναι να βρεθείτε εδώ μετά το Πάσχα που συνήθως πέφτει η γιορτή της Αγίας Τριάδος. Τότε γιορτάζουν το μοναστήρι με μεγάλο πανηγύρι που προσελκύει εκατοντάδες προσκυνητές κι’ από τα γύρω χωριά. Παλιότερα λειτουργούσαν λίγα ενοικιαζόμενα όμως δεν υπήρχε ανάλογο ενδιαφέρον από ταξιδιώτες παρά το δασικό, πολιτιστικό πλούτο της περιοχής.  

Σήμερα, εκτός από το χλοερό πλάτωμα του μοναστηριού, ότι πρέπει για σκηνές, δεν υπάρχει σε λειτουργία κάποιο κατάλυμα. Όμως +/- 6 χλμ., πολύ κοντά στο γειτονικό Ανθηρό του Δήμου Ιτάμου Καρδίτσαςλειτουργεί το περίφημο Δασικό χωριό «Δρυάδες» που σε μια έκταση 25 στρ. περιλαμβάνει αίθουσα εστιατορίου και 20 ξύλινα σπιτάκια με ονόματα από μούσες και νύμφες. Η διαδρομή είναι πανεύκολη, φέρνοντάς σας ψηλότερα, δίνοντας τη δυνατότητα να θαυμάσετε τα Πετράλωνα που τ’ αντικρίζετε σαν κουκίδα ανάμεσα στο πληθωρικό δάσος. Στην έξοδο του χωριού θα συναντήσετε τον Άσπρο ποταμό που τρέχει να ενωθεί με το ρέμα Κόπανου για να σμίξουν, στο ύψος της Αγία Αγάθης. Λίγο πριν πέσουν στον Μέγδοβα ή Ταυρωπό (αρχ. Καμπύλος) προλαβαίνουν να κινήσουν τρεις μεγάλες φτερωτές σε αντίστοιχους νερόμυλους του συνοικισμού. Ο ένας ακόμα λειτουργεί αλέθοντας καλαμπόκι ή στάρι απ’ τα γειτονικά χωριά και τα Πετράλωνα.  

Υπάρχουν πινακίδες «προς Μαντάνια» και ταβέρνα που λειτουργεί ο μυλωνάς. Τα άφθονα νερά ενωμένα πλέον με τον μεγαλύτερο Μέγδοβα, που μόλις έχει λευτερωθεί απ’ τα δεσμά του φράγματος, διαρρέουν σχεδόν όλη την Ευρυτανία χωρίζοντας τα κεντρικά απ’ τα ανατολικά Άγραφα ενισχύοντας το υδάτινο δυναμικό στον ταμιευτήρα της τεχνητής λίμνης Κρεμαστών, νυν Παύλου Μπακογιάννη. Ο δρόμος από το Καροπλέσι, οδηγεί μέσω Νεράιδας Δήμου Ιτάμου, στο βορειοανατολικό άκρο του νομού, στο Δήμο Φουρνά, ενώ μέσω Σαραντάπορου ή Μολόχας μπαίνει στο νομό Καρδίτσας καταλήγοντας στην ομώνυμη πόλη, ή από την κεντρική δστ. της Ραχούλας στη Καστανιά της Λίμνης Πλαστήρα (βλ. Ταξίδια, τ. Β’, Ανατολικά Άγραφα, 2000, σελ 50 – 60). 

Η συνέχεια της διαδρομής ξεκινά δίπλα από τη μονή Σάικας, (υπάρχει πινακίδα) φέρνοντάς σας να οδηγείτε διαγώνια στις πλαγιές της Σβόνης (2040 μ. υψ.) ενώ απέναντι θα βλέπετε καμαρωτή την κορφή Πουλί (1846 μ. υψ). Αυτός είναι ο κεντρικός και πιο σύντομος δρόμος που συνδέει σταθερά, όλο το χρόνο, τα Πετράλωνα με τ’ Άγραφα, το νομό Καρδίτσας με της Ευρυτανίας, εκ’ των πραγμάτων λοιπόν είναι καλύτερος χωρίς να λείπουν οι πέτρες και τα νεροφαγώματα, δημιουργία των άγριων καιρικών συνθηκών. Σε +/- 12 χλμ. φτάνετε στη δστ. προς Καμάρια (υπάρχει πινακίδα). Στην επόμενη στροφή αντικρίζετε το μικρό καταπράσινο απ’ το παχύ χορτάρι οροπέδιο, λίγο πριν το χωριό, σε θέση που δεσπόζει η εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία Προυσιώτισσα· τη γιορτάζουν στις 23 Αυγούστου.  

Ανεβείτε στο βράχο που βρίσκεται το χαμηλό πετρόχτιστο καμπαναριό απ’ όπου θ’ αντικρίσετε όλη τη μεγαλειώδη θέα από τις νότιες πλαγιές των κορφών Πουλί και Παπαδημήτρη (1930 μ. υψ.) σε πρώτο πλάνο, ως κάτω βαθύτερα στο στενό φαράγγι που καταλήγει με δασική οδό στον ποταμό Μέγδοβα, περνάει απέναντι (αποκλειστικά το κατακαλόκαιρο και με παρέα), καταλήγοντας αριστερά στη Νεράιδα Καρδίτσας ή δεξιά στη Μαυρομάτα Ευρυτανίας. Γύρω απ’ την εκκλησία είναι ωραίος χώρος για σκηνές όμως σκεφθείτε το διπλά αν φυσάει. Ο αέρας στα 1500 μ. υψ. σηκώνει τα πάντα, δείτε μέσα στην Παναγία πως έχουνε σφραγίσει τις πόρτες για να καταλάβετε. Τα Καμάρια εμφανίζονται ξαφνικά χτισμένα στα 1470 μ. υψ. ανάμεσα στις πλαγιές της Μορφοράχης (1782 μ. υψ.), Πουλί και Σβόνη.  

Το χειμώνα δεν μένει κανείς εδώ, το καλοκαίρι όμως ανεβαίνουν οι περίπου 60 κάτοικοι, ξεκινώντας έναν οργασμό εργασιών φτιάχνοντας ή επισκευάζοντας τα σπίτια τους τα περισσότερα εκ’ των οποίων είναι καινούργια. Καφενεδάκι δεν υπάρχει όμως όπου να βρεθείτε η παροιμιώδης αγραφιώτικη φιλοξενία θα ξεσηκώσει τους ντόπιους που λιάζονται στις ολόδροσες αυλές τους. Αμέσως θα σας καλέσουν για καφεδάκι ή ανάλογα την ώρα για τσιπουράκι με μεζέ. Όλη η περιοχή, όλο το κατηφορικό φαράγγι είναι εξαιρετικό για διάσχιση, σε μια κλειστή, μεγάλου μήκους διαδρομή που θα μείνει χαραγμένη για χρόνια στη μνήμη σας. Κακοτράχαλη βέβαια αλλά μοναδική. Δύο εκδοχές υπάρχουν εδώ, θα μπείτε για να γνωρίσετε το εξαιρετικό δάσος και σύντομα θα επιστρέψετε ή θα ολοκληρώσετε τη διαδρομή μέχρι κάτω στο ποτάμι.  

Και οι δύο σας θέλουν ετοιμοπόλεμους να κατηφορίζετε απ’ το χωριό προς το καταπράσινο δάσος απ’ το στενό χωματόδρομο. Περίπου στα 6,5 χλμ. υπάρχει η κεντρική δστ. που δεξιά πάει προς «Μπέσια» καταλήγοντας ψηλότερα σε αδιέξοδο, στο «Παλιομάντρι». Τα καλοκαίρια κυκλοφορούν εδώ αρκετοί δασεργάτες, θα δείτε τις καλύβες τους στην «Τσουγκάνα» κι’ αλλού, ντυμένες με κορμούς ή πλαστικό, θα ακούσετε τα αλυσοπρίονα ή τα τσεκούρια να κόβουν. Είναι μια επίπονη κουραστική διαδικασία σ’ ένα επικίνδυνα κατηφορικό μέρος. Το κόψιμο των δέντρων γίνεται αφού έχουν σημανθεί για την καταλληλότητα τους από το δασαρχείο, μια εργασία που προηγείται του ‘’τραβήγματος’’ των γυμνών πλέον κορμών. Αυτή γίνεται με μεγάλα χοντρά συρματόσχοινα, που πολλές φορές φτάνουν τα εκατό μέτρα κι’ ακόμα περισσότερες κόβονται από την πίεση που τους ασκείται. Τα Unimog αναλαμβάνουν τη δουλειά, βγάζουν τους κορμούς στο δρόμο κι’ έρχεται ο γερανός που με ιδιαίτερη τέχνη τους φορτώνει ισομερώς στα φορτηγά.  

Ένα μεγάλο τμήμα των τεράστιων πλούσιων δασών από τα Πετράλωνα τα Καμάρια και τη Μαυρομάτα μέχρι ανατολικότερα στα διοικητικά όρια του νομού Καρδίτσας, ξυλεύονται συστηματικά αποφέροντας έσοδα (λόγω χαμηλής φορολογίας) σε όσους κατοίκους απόμειναν. Από παλιά ο δασικός πλούτος της Ευρυτανίας όπως και η ακμάζουσα κάποτε κτηνοτροφία με τα δεκάδες τσελιγκάτα συντέλεσαν στην ανάπτυξη συναφών επαγγελμάτων και προσοδοφόρων εμπορικών συναλλαγών που απόφεραν σημαντικά οικονομικά οφέλη στην περιοχή. Στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα εξάγονται(20) από την περιοχή 40.000 γιδοπρόβατα, 2000 βοοειδή, 200.000 οκάδες μαλλιά, δεκάδες χιλιάδες οκάδες βούτυρο, τυριά, παράγωγα μελισσοκομίας (2000 οκάδες κερί), αμπελουργίας (15.000 φορτώματα κρασί – 100 οκάδων το καθένα) και κτηνοτροφίας, μάλλινα υφάσματα, υφαντά κ.ά. που μεταφέρονται από αγωγιάτες (κυρατζήδες) στις αγορές των Τρικάλων, της Θεσσαλονίκης μέχρι την Κωνσταντινούπολη και μακρύτερα, στις αγορές του εξωτερικού.  

Πιο κάτω απ’ τη «Τσουγκάνα» υπάρχει ερειπωμένο παλιό πέτρινο γεφύρι σχεδόν εξαφανισμένο μέσα στην πλούσια βλάστηση που ποιος ξέρει σε τι οικισμούς έφτανε, κάποτε που υπήρχε ζωή ακόμα και σ’ αυτά τα απροσπέλαστα μέρη. Μικρό δείγμα της εδώ κάτω, θα δείτε όταν από τη δστ. που προσπεράσετε μπείτε στον κεντρικό δασικό δρόμο που σε +/- 13 χλμ. βγάζει κάτω, στον Μέγδοβα. Μόλις περάσετε το ρέμα του «Καρούλα» ο δρόμος στενεύει αρκετά. Εκεί αριστερά σας, θα δείτε το μεγάλο καταρράκτη ίσα με 70 μέτρα ύψος ενώ στη συνέχεια θα περάσετε το «Πλατανόρεμα» κι’ από μια μικρή παράκαμψη θα βρεθείτε απ’ τη ρεματιά, ψηλότερα, στον οικισμό Προσήλιο με την εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Ο χάρτης δεν απεικονίζει δρόμο εδώ, δικαιολογημένα όμως, αφού η διάνοιξη έγινε πρόσφατα. 

Έχετε περάσει ήδη στη διοικητική περιφέρεια της κοντινής Νεράιδας Καρδίτσας. Η συνέχεια είναι ευκολότερη, ο κατηφορικός δρόμος κατευθύνεται στο Παλιοχώρι με χαρακτηριστικό ένα μοναδικό πετρόχτιστο σπίτι, αφήνει πίσω δεξιά αδιέξοδο μονοπάτι, περνά την θέση «Βοσκές», «Σκάλα» καταλήγοντας στο εικονοστάσι, τη στάνη και το ιχθυοτροφείο του πλούσιου σε νερά Μέγδοβα. Το πέρασμα απ’ το ποτάμι δε διαθέτει «Ιρλανδική Διάβαση» (πέτρινο καλτερίμι ή συνηθέστερα τσιμεντόστρωση), δεν έχει κανενός είδους διαμόρφωση και η παρέα, εκτός από ωραίες φωτογραφίες, θα βρει κι’ άλλα χρήσιμα πράγματα να κάνει. Περνώντας, θα δείτε το δεύτερο εικονοστάσι και τη δστ. που αριστερά (δεξιά είναι αδιέξοδο χώρια που ξαναπερνά το ποτάμι), με συνεχή καγκέλια σκαρφαλώνει την απότομη πλαγιά της Μάρτσας (1687 μ. υψ.) φτάνοντας στον ‘’κεντρικό’’. Αριστερά σε 4 χλμ. μπαίνετε στη Νεράιδα, όπου καφενεία, ενώ δεξιά σε 17 χλμ. βγαίνετε στη Μαυρομάτα μέσω «Ράχης Κατσαντώνη», μια διαδρομή με συνεχείς ολοένα πιο ανηφορικές κι’ απότομες θεόκλειστες στροφές, όλο γλιστερή κροκάλα πολύ καλή για αθλητική προπόνηση σούπερ ειδικής (πάνω από 3 χλμ.). 

Προτιμήστε αυτή τη πορεία αν δεν έχετε χρόνο και ο προορισμός σας είναι μέσω Νεράιδας κάπου προς τη λίμνη Πλαστήρα ή το Καρπενήσι μέσω Βράχας (χώμα) ή Φουρνά (άσφαλτος). Αν έχετε χρόνο, αυτή που ξεκινά από Καμάρια προς Μαυρομάτα είναι πιο προσιτή, ειδικά αν έχετε δεύτερο άτομο και είστε φορτωμένοι για κατασκήνωση. Δυόμισι χλμ. απ’ τα Καμάρια είναι ο αυχένας της Μορφοράχης (1782 μ. υψ.) και το τρίστρατο, που ευθεία οδηγεί από φαρδύ δρόμο στα Άγραφα, δεξιά ανεβαίνει στη Νιάλα στο μνημείο του εμφυλίου, ενώ αριστερά με μια μεγαλειώδη διαδρομή οδηγεί στη Μαυρομάτα. Το μεγαλύτερο μέρος της κινείται στην ισοϋψή των 1700 μέτρων, απ’ τις ψηλότερες χαράξεις στη Χώρα με εκπληκτική θέα στις κοντινές, χιονοσκεπείς το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, κορφές των Αγράφων. Πολλές απ’ αυτές είναι βατές, μπορείτε εύκολα να τις ανέβετε απ’ τα σπανά κάνοντας θαυμάσια παιχνίδια. Περνώντας την Κοκκαλίνα (1737 μ. υψ.) αντικρίζετε την ανατολική πλευρά των βουνών και τις τεράστιες δασικές εκτάσεις ανάμεσα απ’ τις κορφές Κόψη (1939 μ υψ.) εμπρός σας νότια, και Παπαδημήτρη (1930 μ. υψ.) βόρεια με τους θαυμάσιους δασικούς που περιγράψαμε πιο πάνω. Αρκετές οι στροφές, το τοπίο με ανυπέρβλητη αγριάδα κι’ ο δρόμος που οδηγεί κάτω από την κορφή Φιδόσκαλα (1705 μ. υψ.) όπου εικονοστάσι (6,5 χλμ. από το τρίστρατο) ενθουσιάζουν. Απ’ εδώ ξεκινά βατό μονοπάτι, μέχρι κάποιο σημείο πάει όχημα, που οδηγεί στην κορφή Προσηλιάκου (1861 μ. υψ.).  

Να κάνετε αυτόν τον περίπατο και να βγείτε εύκολα μέχρι πάνω στα σπανά. Απ’ αυτή την κορφή φαίνονται τα πραγματικά δυσπρόσιτα Άγραφα, οι τόποι των ανυπότακτων κλεφταρματολών ο χώρος που έδρασε ο αετός των Αγράφων, ένας από τους αγαπημένους ήρωες του ζωγράφου Θεόφιλου(21), ο θρυλικός Κατσαντώνης. Έχουμε αναφερθεί(22) κι’ άλλες φορές τόσο στη γενέτειρά του όσο και στις συνθήκες που επικρατούσαν τότε στα ελεύθερα βουνά της προεπαναστατικής Ευρυτανίας με την αδιάλειπτη ένοπλη(23) παράδοση των κατοίκων της. Όμως τώρα η διαδρομή σας φέρνει πάνω ακριβώς απ’ την ιστορική Φιδόσκαλα, ένα από τα αρχαιότερα μονοπάτια των Αγράφων, που ελίσσεται μέχρι το διάσελο του Λάπατου, σημείο που ο Κατσαντώνης έδωσε ακόμη μια νικητήρια, αλλά κι’ απο τις τελευταίες μάχες του.  

Η δράση του είχε απλωθεί πέρα απ’ τα Άγραφα, στην Αιτωλία την Ακαρνανία μέχρι την Ήπειρο και τη Λευκάδα αποδεκατίζοντας τα εχθρικά στρατεύματα σε ηρωικές μάχες, επισκιάζοντας γρήγορα την αίγλη, και την ιστορική παρουσία των Μπουκουβαλαίων, αυτής της πολύκλαδης οικογένειας του αρματολικιού(24) των Αγράφων του σημαντικότερου της κεντρικής Ελλάδας. Εμπρός σ’ αυτή την κατάσταση που απειλεί ευθέως να πάρει τη μορφή μακροχρόνιου επαναστατικού κινήματος τίθενται σε εφαρμογή τα σχέδια της Πύλης για την επιβολή της τάξης και την εξουδετέρωση του φλογερού κλεφταρματολού. Η ευθύνη των εκκαθαρίσεων ανατίθεται στον Αλή πασά των Ιωαννίνων που στέλνει τον καλύτερο και τολμηρότερο δερβεναγά(25) του στ’ Άγραφα, το Μουσταφά Βελή Γκέκα.  

Φτάνοντας το πολυάριθμο ασκέρι στα τραχαλοτόπια στα ριζά του Προσηλιάκου στο διάσελο του Λάπατου (Λάπατα βρύση), βάδισε πάνω στη Φιδόσκαλα, σημείο που είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν. Τοπικός αγραφιώτικος θρύλος(26) λέει ότι το σημάδι της επίθεσης ήταν ένα κλαρί από έλατο που μόλις το πατούσε ο Βελή Γκέκας θα άρχιζε η μάχη. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατσαντώνης σκοτώνει(27) τον τρομερό απεσταλμένο του Αλή πασά κι’ η μάχη έληξε σύντομα καταγράφοντας στην ιστορία ακόμα μια νίκη για τον χιλιοτραγουδισμένο αετό των Αγράφων. Ίσα που πρόλαβε τ’ ασκέρι του Βελή να πάρει το πτώμα του, που η φήμη το θέλει θαμμένο στη γειτονική Χρύσω. Από τότε, η τοπική παράδοση ονόμασε το σημείο της μάχης, «στου Βελή τη Ράχη», έτσι το λέν’ οι ντόπιοι ακόμα, ενώ, το τραγούδι ‘’του Κατσαντώνη’’ έφτασε, τραγουδήθηκε κι’ αγαπήθηκε στις εσχατιές της κατεχόμενης Χώρας μέχρι και στα χωριά του Γράμμου(28), που τόσο είχαν βασανιστεί από τις πράξεις του Βελή.  

Αν θέλετε να δείτε την ανυπέρβλητα μοναδική θέα, που φτάνει μέχρι τον ιστορικό Μάραθο, το Μυρισιώτικο ποτάμι ενώ δεξιότερα βλέπετε τον απότομο φιδωτό δρόμο που σκαρφαλώνει πεισματικά στη ράχη του «Κουκοτού», και ταυτόχρονα να βαδίσετε στον τόπο που έδρασε, περπάτησε, πολέμησε, σκοτώνοντας τον Βελή Γκέκα ο Κατσαντώνης, αυτό είναι το ιδανικότερο, πιο ξεκούραστο στην προσέγγιση σημείο. Από εδώ, εύκολα κατηφορίζετε απ’ την ομαλή κορφή Προσηλιάκο προς τη βρύση Λάπατο στο ομώνυμο διάσελο, «στου Βελή τη Ράχη». Σε άλλη περίπτωση πρέπει να οδηγήσετε απ’ το χωριό Άγραφα και μέσω Λίπας – Γαβρολισιάδας να βρεθείτε στον συνοικισμό της Μίκρας ανεβαίνοντας το ανηφορικό, απότομο μονοπάτι προς το διάσελο.  

Η συνέχεια της ‘’κεντρικής’’ οδού θα σας φέρει να περνάτε κάτω απ’ την απότομη κορφή Καυκί (1725 μ. υψ), στο απροσμέτρητο χάος του γκρεμού δίπλα στο εικονοστάσι. Από αυτό το σημείο αγναντεύετε απέναντί σας την Κόψη (1939 μ. υψ.) ενώ πίσω σας βλέπετε όλη τη διαδρομή που κάνατε μέχρι εδώ, ένα πραγματικά αξέχαστο θέαμα. Κατηφορίζοντας πλέον θα βγείτε στο τρίστρατο «Γερούκος», όπου εικονοστάσι και δεξιά δστ. που μέσω μιας δυσπρόσιτης πολύ απότομης όλο γκρεμούς πορεία, σας οδηγεί στη Γάβρινα. Ευθεία, κάτω απ’ την κορυφή Σπανή (1547 μ. υψ.), ξεκινούν τα πυκνά δάση της Μαυρομάτας.  

Σύντομα (+/- 8,5 χλμ.) θα βγείτε στην κεντρική δστ. που κατηφορίζει αριστερά, ενώνοντας το δρόμο που έρχεται από Νεράιδα Καρδίτσας μέσω της ανηφορικής «ράχης Κατσαντώνη» ενώ δεξιά, σε 1,5 χλμ. μπαίνει στη Μαυρομάτα (προ του 1928 Έλσιανη και Έλσανη(29) στα 870 μ. υψ.) το τελευταίο Δημ. διαμέρισμα στο βορειοανατολικό άκρο του Δήμου Βίνιανης. Όμορφο χωριό χτισμένο στην ανατολική πλαγιά της Κόψης, ανάμεσα σε σημαντική, στρατηγικής σημασίας φυσική διάβαση αρχαίου δρόμου. Αυτός, ερχόταν από τη Δυτική Θεσσαλία και διαμέσου Κύφου και Μαυρομάτας κατέληγε στη Βίνιανη. Στην πορεία του, στη δυτική όχθη του ποταμού Καμπύλου (Μέγδοβα) συναντούσε άλλον που συνέχιζε προς Αιτωλία – Ακαρνανία καταλήγοντας από Ράχες Τυμφρηστού στην Υπάτη(30). Στο κατάφυτο περιβάλλον του οικισμού υπάρχουν πολλές τοποθεσίες για βόλτες ή σύντομες πεζοπορίες με πρώτη αυτή που οδηγεί στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου Πρόδρομου που από παλιά τη γιόρταζαν με μεγάλο πανηγύρι κάθε 29 Αυγούστου, του Αι Γιάννη του Σταφυλά. Ο κόσμος στις μέρες μας έχει λιγοστέψει (128 απογραφέντες κάτοικοι + 3 στις Λογγιές το 2001), το πανηγύρι όμως συνεχίζει να γίνεται με μεγάλη συμμετοχή. Επίσης βατό μονοπάτι – δρόμος οδηγεί στο θαυμάσιο υδάτινο βασίλειο του Μέγδοβα, στις όχθες του οποίου υπάρχουν λίγα σπιτάκια του άλλοτε πολυάνθρωπου συνοικισμού Λογγιές. Σήμερα κατοικείται μόνο το καλοκαίρι από την οικογένεια Σαξώνη Κων/νου.  

Σ’ αυτές τις παραποτάμιες εκτάσεις, στην πλαγιά που κατεβαίνετε για να πάτε εκεί και η τοποθεσία Δέση, (πριν το χωριό όπως έρχεστε από Νεράιδα), ήταν παλιότερα οι καλλιεργούμενες του χωριού. Στάρια, καλαμπόκια που τ’ άλεθαν στον νερόμυλο, μαζί με την ανεπτυγμένη κτηνοτροφία εξασφάλιζαν τα απαραίτητα προς το ζην στους βαρείς, πολύμηνους χιονισμένους χειμώνες. Ο νερόμυλος δεν υπάρχει πια, η πλαγιά κάποια λίγα χωραφάκια διασώζει ακόμη, μόνο η παραδοσιακή κτηνοτροφία ασκείται με αξιώσεις. Στην πλατεία του χωριού είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου,μια παλιά εκκλησία που ασφαλώς προϋπήρχε του 1858 αφού σε Μηνιαίο αυτού του έτους, υπάρχει αφιέρωση(31) τριών αδελφών και της συζύγου του ενός, που δίνουν το χωράφι τους. Μόλις εικοσιέξι χρόνια είχαν περάσει από τότε που η Ευρυτανία ενώθηκε στην ελεύθερη ελληνική επικράτεια. Μια εποχή, που λόγω της μεγάλης ευλάβειας στα θεία υπήρχε παντού η συνήθεια να τάζουν οι άνθρωποι περιουσιακά τους στοιχεία. Αυτό γινόταν, συνεχίζει να γίνεται, ώστε να μνημονεύονται οι δωρητές στη θεία λειτουργία ή κάποια στιγμή, να ζητήσουν τη βοήθεια του Αγίου – ας, σε κάποια μεγάλη τους ανάγκη. 

Δίπλα από το ναό είναι το κλασικό καφενεδάκι του Λάμπρου Καυκιά που εξυπηρετεί τους δεκαοχτώ χειμωνιάτες κατοίκους, προετοιμάζει τα καλοκαιρινά γλέντια, εξυπηρετώντας όταν τύχει τους περαστικούς ταξιδιώτες. Προτείνεται η στάση για ανασύνταξη της παρέας ή για να δοκιμάσετε σίγουρα τα πιο γευστικά ντόπια ψητά της ώρας, ποιοτικές σαλάτες απ’ τους κήπους του χωριού και τα σαββατοκύριακα σούβλες. Ο Λάμπρος ήταν πολλά χρόνια γραμματέας της κοινότητας, γνωρίζει κάθε πέτρα του τόπου συμβουλεύοντας αναλόγως δίνοντας κρίσιμα στοιχεία για την πορεία σας ή τις κακοτοπιές που ενδέχεται να συναντήσετε το χρόνο που ταξιδεύετε. Από εδώ ξεκινά ασφάλτινο οδικό δίκτυο που μέσω Δάφνης – Παλιάς Βίνιανης οδηγεί στη κεντρική δστ. προς  Καρπενήσι μέσω Νέας Βίνιανης, ή Κερασοχώρι – Κρέντη – Άγραφα που ήδη παρουσιάσαμε (βλ. Ταξίδια, τ. ΣΤ’, Ευρυτανία 1ο, 2004, σ. 106 – 122), ολοκληρώνοντας έναν τεράστιο κύκλο στα Αγραφιώτικα Βουνά. Από το Κερασοχώρι μπορείτε εύκολα να συνεχίσετε μέσω Δυτικής Φραγκίστας – Λίμνης Κρεμαστών προς Αγρίνιο – Αθήνα αλλά και προς τα Δυτικά ή παραλίμνια Νότια Άγραφα(32). 

Υπάρχει όμως μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα χωμάτινη παράκαμψη που οδηγεί σε κάποια αθέατα θαρρείς, ειδυλλιακά χωριά με εκπληκτικά τοπία, φαράγγια, ποτάμια με μικρούς καταρράκτες, πέτρινα γεφύρια και μια μεγάλη έκπληξη κρυμμένη στα πυκνά δάση της περιοχής.  

Από την Δάφνη (προ του 1951 Κουφάλα, Κερέσοβα, Μπέζα, Καλύβια(33) στα 600 μ. υψ.), θα περάσετε οπωσδήποτε. Είναι μεγάλο χωριό, με 260 κατοίκους, πάνω σε κεντρικό οδικό κόμβο που οδηγεί προς όλες τις κατευθύνσεις. Μια παράκαμψη στην είσοδό του, όπως έρχεστε από Μαυρομάτα, κατευθύνεται στην Ι. Μ. Σωτήρος. Από το άλλοτε μεγάλο μοναστηριακό συγκρότημα σώζεται το καθολικό αφιερωμένο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρα. Η μονή φαίνεται να υπήρχε νωρίτερα από το 1785, αφού σε εικόνα του ναού, αφιέρωμα Γεωρ(γίου) Θεοδωρόπουλου, είναι γραμμένη αυτή η χρονολογία. Στο τέμπλο υπάρχει επιγραφή με τη χρονολογία κατασκευής του: «Τη 16 Σεπτεμβρίου 1850» με  χορηγό τον Νικόλαο Δροσίνη(34). Από τον κλάδο αυτής της αγραφιώτικης οικογένειας προέρχονται οι απόγονοι του ποιητή Γεωργίου Δροσίνη (1859 – 1951), που εγκαταστάθηκαν στο Μεσολόγγι και την Αθήνα. Μετά τη μονή, ο δρόμος περνά τη γέφυρα της Παπαδιάς και μέσω Παυλόπουλου - Στενώματος καταλήγει στο Καρπενήσι (+/- 36 χλμ.).  

Επί του κεντρικού οδικού δικτύου μόλις 1,5 χλμ. από τη Δάφνη φεύγει αριστερά χωματόδρομος που κάνει μια μεγάλη (5,7 χλμ. χωρίς δστ.) παράκαμψη, καταλήγοντας ξανά στο κεντρικό προς Παλιά Βίνιανη. Αυτή η θαυμάσια παραποτάμια διαδρομή οδηγεί σε μια πανέμορφη τοποθεσία στο μέσον της οποίας (3,1 χλμ. από δστ. – 4,6 χλμ σύνολο από Δάφνη), υπάρχουν τα υπολείμματα ενός μεγάλου πρώην τρίτοξου πέτρινου παραδοσιακού γεφυριού που αποτελούσε τμήμα του παμπάλαιου μουλαρόδρομου, που ένωνε τα χωριά. Της Νεράτας το γιοφύρι, γεφύρωνε το ζωογόνο ρέμα του Γαβρενίτη που πηγάζει ψηλά στο Λάπατο του Προσηλιάκου και το Καυκί, δύο σημαντικές κορφές που έγινε λόγος πιο πάνω. 

Όταν φωτογραφήθηκε πρώτη φορά (1999) είχε σχεδόν παραχωθεί, από τις τεράστιες ποσότητες φερτών υλών, φαινόντουσαν τα δύο τόξα. Απ’ ό,τι λένε οι ντόπιοι στο τρίτο τόξο υπήρχε ανακουφιστικό άνοιγμα. Αργότερα δεν διαπιστώθηκε κάποια αλλαγή όσον αφορά την ανάδειξή του ενώ σήμερα στέκει ξεχασμένο, έξω από τα ενδιαφέροντα της Διοίκησης. Πιθανά διανύονται οι τελευταίες χρονιές που μπορείτε να το δείτε πριν θαφτεί από τις κροκάλες και την αδιαφορία. Ο δρόμος συνεχίζει, περνά το εκκλησάκι του Αι Γιάννη Κοτίνισας βγαίνοντας πάλι στον κεντρικό, όπου δεξιά σε 3,6 χλμ. συναντάτε αριστερά σας τη δστ. για Χρύσω (υπάρχει πινακίδα). Αν δεν μπείτε στο χωματόδρομο για το γεφύρι η δστ. προς Χρύσω είναι 7,7 χλμ. από Δάφνη, δεξιά. 

Σε κάθε περίπτωση αυτή είναι η περίφημη παράκαμψη που οδηγεί μέσω Χρύσως στον ξεχασμένο Αι Δημήτρη και στην μεγάλη έκπληξη που αναφέραμε πριν. Το κοντινό Κερασοχώρι (Κεράσοβο), έδρα του Δήμου Βίνιανης, φαίνεται να υπάρχει από τους βυζαντινούς χρόνους· θεωρείται από τις παλιότερες κοινότητες της Ευρυτανίας, ενώ στη διάρκεια της τουρκοκρατίας υπήρξε έδρα καζά. Χτισμένο σε θέση υποχρεωτικής διάβασης, επάνω στο δρόμο που ένωνε τους καζάδες Αγράφων και Καρπενησίου αποτελούσε εμπορικό κόμβο με πολλούς επαγγελματίες να εμπορεύονται και να πλουτίζουν. Όλες οι μικρότερες κοινότητες που βρίσκονται στην ευρύτερη περιφέρειά του έπαιρναν ζωή απ’ αυτό, συμπαρασύρονται από την ανάπτυξη ακμάζοντας οικονομικά και δημογραφικά, μεταξύ αυτών κι’ η Χρύσω με ιστορία που χάνεται επίσης στα χρόνια του βυζαντίου. Ήταν μια μεγάλη κοινότητα που γεωγραφικά ξεκινούσε από τον Μέγδοβα κι’ έφτανε στον Αγραφιώτη. Η Δάφνη (αποσπάστηκε το 1916) και ο Άγιος Δημήτριος (αποσπάστηκε το 1949) αποτελούσαν συνοικισμούς της. Ήταν τόσο ξακουστή, που λέγεται ό,τι μεταφέρθηκε εδώ η βιβλιοθήκη της σχολής Βραγγιανών, που αργότερα καταστράφηκε(35) 

Οδεύοντας προς το χωριό, στα πρώτα 3 χλμ. υπάρχει χωματόδρομος που εύκολα, μέσα απ’ το δάσος, σας φέρνει στο Κερασοχώρι. Η διαδρομή μας όμως συνεχίζει ευθεία, εισχωρώντας βαθύτερα στο υπέροχο τοπίο της περιοχής διασχίζοντας φαράγγι με πυκνό δάσος, μέχρι να καλύψετε τα περίπου οκτώ χλμ. φτάνοντας στην είσοδο του Δημ. διαμερίσματος, σ’ μια ανοιχτή έκταση, όπου δεξιά μέσα σ’ ένα πλατανοσκέπαστο χαμηλότερο σημείο βρίσκεται το πρώτο από τα δύο μονότοξα πέτρινα γεφύρια της Χρύσως. Δίπλα του, υπάρχει παλιά πετρόχτιστη κρήνη με ολόδροσο νερό και πλάτωμα ιδανικό για σκηνές.  

Αριστερά, σκαρφαλωμένο στον βράχο κερδίζει αμέσως τη ματιά σας μια καινούργια εκκλησία, χτισμένη το 1994 με χορηγία του δάσκαλου Χαράλαμπου Μπετχαβά. Είναι αφιερωμένη στον Άγιο Σεραφείμ, πολιούχου Καρδίτσας με το προσωνύμιο Κορώνης μια που ο άγιος διετέλεσε ηγούμενος της μονής Κορώνης (μέσα 16ου αι.) ενώ αργότερα ανυψώθηκε σε αρχιεπίσκοπο Φαναρίου – Νεοχωρίου (1592). Θεωρήθηκε, και πράγματι βοήθησε την πρώιμη επανάσταση του Διονυσίου Φιλόσοφου στην Ήπειρο, (Οκτ. – Νοε. 1600) στρατεύοντας στην εξέγερση πολλούς Αγραφιώτες – Ευρυτάνες που τον εμπιστευόντουσαν σαν δικό τους ιεράρχη, λογικό αφού καταγόταν από την Πεζούλα στους πρόποδες των Βορειοανατολικών Αγράφων. Για τη δράση του θανατώθηκε στην έδρα της επισκοπής του, το Φανάρι (Δεκ. 1601). Με την ίδρυση της εκκλησίας στην Χρύσω, εορτάζεται και εδώ με δοξολογία τρεις φορές το χρόνο(36)Το μονοπάτι συνεχίζει απ’ το πέτρινο γεφύρι περνάει απέναντι προς το Παλιοχώρι που οδηγεί μονοπάτι. Υπάρχει και δρόμος λίγο πριν την εκκλησία που σας οδηγεί στον συνοικισμό. Λίγο πριν διασταυρώνεται με το ρέμα του Γαυρενίτη κατηφορίζοντας προς το δεύτερο πέτρινο γεφύρι.  

Η παρακείμενη Χρύσω (προ του 1940 Χρύσου(37) στα 720 μ. υψ.) χτισμένη σε προνομιακή τοποθεσία με πληθωρική παρουσία του υδάτινου στοιχείου, ήταν από τις τρεις πολυπληθείς(38) κοινότητες που λειτούργησαν στον δήμο Αγραίων το μακρινό 1836. Οι άλλες δύο ήταν του Κεράσοβου (Κερασοχώρι) και της Έλσανης (Μαυρομάτα). Πραγματικά, αντιπροσωπεύει άξια το κατάφυτο από έλατα αγραφιώτικο τοπίο χαρακτηριστικό γνώρισμα της πάμπλουτης ευρυτανικής φύσης. Στα πυκνά δάση περιφερειακά του χωριού εντυπωσιάζει η ποικιλία της χλωρίδας, και πανίδας με τους ντόπιους να μαζεύουν κάθε χρόνο αρκετά αρωματικά φυτά, τσάι βουνίσιο, ευωδιαστή ρίγανη, γλυκόπιοτο τίλιο κ.ά, ενώ η ιδιομορφία σε συνδυασμό με την ποικιλία του εδάφους και το άφθονο νερό γίνεται πόλος έλξης για δεκάδες ζώα, λαγούς, ζαρκάδια, πέρδικες, φασιανούς. Άμεσες εικόνες για τα ποικίλα ζώα και πτηνά δίνει ο Στέφανος Γρανίτσας στο έργο(39) του, περιγράφοντας την ευρυτανική πανίδα όχι μόνο σαν ζωντανό στοιχείο αλλά και σαν ευρύτερο τμήμα ενός παραδοσιακού πολιτιστικού περιβάλλοντος. 

Το χωριό φημίζεται για τις περίφημες δέκα εκκλησίες (είχε 12), τα τρία μοναστήρια (κατεστραμμένα σήμερα), και το σχολείο του δωρεά του Συγγρού το1900, δείγμα του αλλοτινού πλούτου. Αρχαιότερη όλων φαίνεται να είναι η βασιλική των Ταξιαρχών, που σύμφωνα με την παράδοση εδώ μόνασε η Χρύσω, μια καλόγρια απ’ την οποία πήρε το όνομά του το χωριό, του Αγίου Δημητρίου (1591) και της Αγίας Παρασκευής (1612), μίας(40) από τις τρεις, που έκαψαν οι Ιταλοί, (6 Δεκεμβρίου 1942) κατά τη διάρκεια εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που έγιναν μετά την ανατίναξη της γέφυρας Γοργοπόταμου. Σ’ αυτές τις επιχειρήσεις κατά των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης δόθηκαν δύο μάχες στη Χρύσω, στις οποίες συνελήφθησαν και αργότερα εκτελέστηκαν επτά· υπάρχει μνημείο στη θέση Νημάτια που το θυμίζει στους νεώτερους(41) 

Τα μνημεία του χωριού, όπως και πολλών άλλων στα Άγραφα έχουν καταγραφεί το 1928 από τον καθηγητή Ορλάνδο. Η κεντρική, εκεί που εκκλησιάζονται οι 146 καλοκαιρινοί κάτοικοι κι’ οι ακόμα λιγότεροι χειμωνιάτες, είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου με επιγραφή 1732 στο ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο της που ασφαλώς αναφέρεται στη χρονολογία κατασκευής του. Εντυπωσιάζουν επίσης, οι πετρόχτιστες οξυκόρυφες επτά κρήνες της. Τέλη 19ου αρχές του 20ου αι. πολλοί κάτοικοι πήγαιναν για δουλειά στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας πίσω αξιόλογα κέρδη χτίζοντας νέες κατοικίες, αυξάνοντας το κύρος του χωριού και το εμπόριο. Μέχρι το 1910 – 1920 δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει κάποιο μέλος της στο εξωτερικό. Όλα αυτά κράτησαν μέχρι το 1940 που κηρύχθηκε ο πόλεμος.

Σύμφωνα με την παράδοση, ζωντανή ακόμα, και τις γραπτές μαρτυρίες, απ’ εδώ ξεκίνησε(42) ο Βελή Γκέκας για τη μάχη με τον Κατσαντώνη στο Λάπατο κι’ εδώ τον έφεραν οι Αρβανίτες σκοτωμένο για να τον θάψουν, φτιάχνοντάς του και μνημείο. Για την ύπαρξη του τάφου στη θέση «Τουρκόμνημα», υπάρχει σχετική τοπική προφορική βεβαίωση χωρίς αυτή να πιστοποιείται με χειροπιαστές αποδείξεις(43). Από τη Χρύσω ξεκινά βατή διαδρομή, περνάει το ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου καταλήγοντας σε 7 χλμ. στον παμπάλαιο δρόμο που ενώνει το Κερασοχώρι με Μάραθο – Άγραφα μέσω Κλοπουκίτσας και Σέλου (βλ. περιγραφή στα: Ταξίδια, τ. Ζ’, Ευρυτανία 2ο, 2005, σ. 78). 

Μόλις 4 χλμ. απέχειο ξεχασμένος Αγ. Δημήτριος σε 630 μ. υψ., ένας μικρός οικισμός με διάσπαρτες ιδιοκτησίες, κάθε μια με όμορφους λαχανόκηπους κι’ οικόσιτα ζώα σ’ ένα ολάνθιστο περιβάλλον στην αγκαλιά σπανιότατου, περίκλειστου απ’ τα βουνά τοπίου. Η θέση του υπήρξε κατάλληλο καταφύγιο στα χρόνια του εμφυλίου και ταλαιπωρήθηκε αρκετά, φτάνοντας στην εγκατάλειψή του απ’ τους κατοίκους (1947 – 1950), όμως την αμέσως επόμενη δεκαετία (1950 – 1960) επέστρεψαν οι περισσότεροι με το σχολείο να κρατάει τα σκήπτρα στην περιοχή με 80 μαθητές. Αργότερα, όπως στα περισσότερα  χωριά των Αγράφων, ο πληθυσμός λιγόστεψε, τα τρία - τέσσερα παιδιά το 1999 πήγαιναν σχολείο στη Χρύσω που είχε άλλα πέντε - έξι ενώ σήμερα δεν υπάρχει κανένα. 

Το καφενεδάκι του φιλόξενου Γιώργου Χειλά είναι πάντα ανοιχτό εξυπηρετώντας τους 35 κατοίκους του χειμώνα (86 στην απογραφή του 2001) και τους επισκέπτες για ξεκούραση ή φαγητό. Στο χωριό υπάρχει η ομώνυμη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου (1842) ενώ στην ευρύτερη περιφέρειά του φωλιάζουν οι συνοικισμοί Μακρινιάγκο και Γάβρινα(44). Μέσω ενός χωματόδρομου που ταλαιπωρείται απ’ τις συχνές κατολισθήσεις ανεβαίνει τις ράχες της «Σπανής», βρίσκοντας διέξοδο μέσω του τρίστρατου «Γερούκος», συνδέοντας τα χωριά με τ’ Άγραφα, τα Καμάρια ή τη Μαυρομάτα. Αυτή η υπέροχη κυκλική διαδρομή που ξεκινά από το τρίστρατο κατεβαίνει στη Μαυρομάτα και μέσω Δάφνης φτάνει στο Αγ. Δημήτριο, τη Γάβρινα, καταλήγοντας πάλι στον «Γερούκο», είναι 48 αξέχαστα χλμ.  

Μεγάλη έκπληξη δοκιμάσαμε όταν ένας ντόπιος μας είπε για μια διαδρομή που μέσα απ’ το πυκνό δάσος βγάζει στον Μάραθο και κατ’ επέκταση στα Άγραφα. Την χρησιμοποιούσαν τακτικά οι παλιότεροι μέχρι που ερήμωσαν τα χωριά ενώ είναι βέβαιο ότι κανείς επισκέπτης δεν τη γνωρίζει. Περιέργως, δεν εμφανίζεται σε κανένα χάρτη, ενώ αργότερα, όταν την καταγράψαμε (βλ. Road Book στο τέλος) και ρωτούσαμε τους ντόπιους, όλοι την αγνοούσαν. Δύσπιστοι στην αρχή, μολονότι μας είπαν ότι έχει να καθαριστεί πολλά χρόνια ξεκινήσαμε τριακόσια μέτρα πριν το χωριό, ανακαλύπτοντας στην πορεία ότι πρόκειται για μια μοναδική, χωμάτινη και κοπιώδης άγρια διαδρομή. Διεισδύει μέσα στο πυκνό δάσος πατώντας τα ψηλά αγριόχορτα τις τσουκνίδες και τ’ αγκάθια, περνά σύρριζα, από την κορυφή ‘’Ουρανός’’ (1619 μ υψ.), καταλήγοντας ή Κλοπουκίτσα – Κερασοχώρι (αριστερά) ή  στο Μάραθο (δεξιά) σε +/- 17 χλμ. συντομεύοντας πάρα πολύ την άφιξη στα Άγραφα απ’ την πλευρά της Παραμερίτας. Στις μέρες μας έγινε καθαρισμός του δρόμου διευκολύνοντας περισσότερο την πρόσβαση σ’ αυτήν, όμως, μην πάτε μόνοι.  

Αισθανθήκαμε ικανοποιημένοι απ’ την αποκάλυψη γιατί αφ’ ενός εκπληρώνουμε μια παλιά υπόσχεσή για σπάνιες αναλυτικές περιηγήσεις, αφ’ ετέρου επιβεβαιώνουμε αυτό που πολλές φορές γράφουμε: «Μη διστάσετε να ξεφύγετε σε μια απ’ τις πολλές διακλαδώσεις που συναντάτε συνεχώς στα βουνά· ακολουθώντας άλλο δρόμο, απ’ αυτόν που η πορεία ή το όποιο πρόγραμμα καθορίζει είναι πιθανό να βρεθείτε σε εντελώς άγνωστα τοπία της ελληνικής υπαίθρου». Άλλωστε, αυτή μας η περιέργεια στάθηκε καθοριστική στον εντοπισμό αυτής της παντελώς άγνωστης διαδρομής, αυτού του απροσπέλαστου απ’ αλλού δρόμου, προσθέτοντας άλλη μια εξαίρετη διαδρομή στα πολυθρύλητα Άγραφα, έναν τόπο που έχει να δώσει πολλά στους περιηγητές.  

Με αυτό το έκτο αφιέρωμα ολοκληρώνεται η αναλυτική περιγραφή όλων των Δημοτικών διαμερισμάτων, των μικρότερων συνοικισμών, των θρησκευτικών και άλλων μνημείων, κυρίως, των περιηγητικών διαδρομών του Δήμου Αγράφων, και τμήματος του Δήμου Βίνιανης. 

Ευχαριστώ εγκάρδια όσους με συνόδευσαν αυτά τα τέσσερα χρόνια σ’ αυτές τις αναζητήσεις, όπως και όλους όσους βοήθησαν να πραγματοποιηθεί αυτό με εγκυρότητα, ιδιαίτερα τις αρχαιολόγους της 7ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σταυρούλα Σδρόλια και Ελένη Τσιμπίδα που διευκόλυναν την βιβλιογραφική έρευνα, τον πανταχού παρόντα Λάμπρο Γατή, πρόεδρο του συλλόγου Αγραφιωτών, τον εκλεκτό φίλο Νικόλαο Αλεξάκη εκπαιδευτικό, και τον μονίμως διαμένοντα στην περιοχή, Τάκη Κίτσιο που είχε πάντοτε απαντήσεις και λύσεις, στα οδικά και άλλα προβλήματα που προέκυπταν τις πιο παράξενες ώρες.  

RoadBook

Αγ. Δημήτριος – Μάραθος  

Μηδενίστε 300 μ. πριν τον Άγιο Δημήτριο όπως έρχεστε από Χρύσω. 

00,00 - 7,1 χλμ. δστ. δεξιά χώρος φόρτωσης ξύλων σε 200 μ. και τέλος δρόμου, αριστερά Μάραθος, 

8,4 χλμ. εκκλησάκι, 

12,7 χλμ. δστ. δεξιά Μάραθος, αριστερά Κλοπουκίτσα - Κερασοχώρι,  

13,4 χλμ. δστ. δεξιά Μάραθος, αριστερά Βαρβαριάδα (υπάρχει πινακίδα 12 χλμ.),  

13,8 χλμ. δστ. ευθεία Μάραθος, αριστερά ξωκλήσι Πρφ. Ηλία & Άγραφα,   

16,6 χλμ. δστ. ευθεία Μάραθος, αριστερά Νεκροταφείο & Εκκλησία, 

16,7 χλμ. δστ. δεξιά χώρος φόρτωσης Ξύλων, αριστερά Μάραθος, 

17,3 χλμ. Μάραθος (είσοδος χωριού, όχι πλατεία). 

Μάραθος - Άγραφα  

00,00 - 1,65 χλμ. συνοικισμός Πλάτανοι και δστ. δεξιά Στάνη σε 650 μ. αριστερά σπίτια συνοικισμού Πλάτανοι & συνέχεια για Άγραφα. Ακόμα δεν φαίνεται πουθενά ‘’δρόμος’’, 

00,00  - 700 μ. δστ. δεξιά Άγραφα, αριστερά συνοικισμός Πλάτανοι,  

7,2 χλμ. Αυχένας, 

12,1 χλμ. Παραμερίτα & ποτίστρα, 

16,6 χλμ. δστ. δεξιά, περνάει το ποτάμι πάει σε στάνη, και συνοικισμό Μιάλα Αγράφων, αριστερά Άγραφα, 

17,2 χλμ. δστ. δεξιά Άγραφα, αριστερά Αγραφιώτης και κεντρικός δρόμος προς Κρέντη (αριστερά) ή Επινιανά – Τρίδεντρο (δεξιά), 

18,0 χλμ. Άγραφα (είσοδος χωριού, όχι πλατεία). 

Σημειώσεις:  

(1) Αναλυτική περιγραφή της διαδρομής «Άγραφα – Πόρτες – Μπορλέρο – Μούχα» δείτε στο: Τάκη Ντάσιου, περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.1 (1998) 34 – 37. Υπάρχει δυνατότητα διανυκτέρευσης ιδιωτών, συλλόγων (μοτό) στο καταφύγιο Ελατάκος, βλ. στο τέλος πληροφορίες – διαμονή – καταφύγια. 

 (2) Λη Σαράφη, «Η «Λευκή τρομοκρατία» μοχλός σύνθλιψης του αντιστασιακού φρονήματος», στο Η. Νικολακόπουλος – Α. Ρήγος – Γ. Ψαλίδας (επιμ.), Ο εμφύλιος Πόλεμος – Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Πρακτικά του ομότιτλου συνεδρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, έκδοση Θεμέλιο Αθήνα (2002) 169 με ονομαστική αναφορά των κυριότερων συμμοριών στα Τρίκαλα. Επίσης: Νίτσα Κολιού, Άγνωστες πτυχές κατοχής και Αντίστασης, αυτοέκδοση Βόλος (1985)888 με αναφορές για τους αρχηγούς συμμοριών Θεσσαλίας – Φθιώτιδας.  

(3) Όπως είναι γνωστό και ιστορικά τεκμηριωμένο η ελληνική Εθνική Αντίσταση υπήρξε νικηφόρα προκαλώντας μεγάλες απώλειες στη ναζιστική Γερμανία και τους συμμάχους της βοηθώντας τη Χώρα να απαλλαγεί νωρίτερα από την κατοχή. Άλλες αιτίες και αφορμές οδήγησαν στον δραματικό ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο που αποτελεί διαφορετικό κεφάλαιο στην ιστορία μας και δεν πρέπει να συγχέεται. Επίσης, μην ξεχνάμε ότι: «Για την κρατική εξουσία οι λαοί πρέπει να υπακούουν, να υποτάσσονται, να μην αντιστέκονται». Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940 – 1945, τ. 1, εκδόσεις Στοχαστής (2006) 38 σημ 18. 

 (4) [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1980) 72 – 94 με αναλυτική παρουσίαση των δυνάμεων που διέθεσε ο Ε.Σ. Πρβ. Γιώργου Μαργαρίτη, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, τ.1ος εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα (2002) 279 – 295 με παρουσίαση και των δυνάμεων του Δ.Σ.Ε. 280 – 281 σημ. 10. 

(5) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. 91. 

(6) Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ορατότητα και το τι γινόταν από τις χιονοθύελλες εκεί πάνω αποτελεί το γεγονός ότι οι οπλίτες του κυβερνητικού στρατού εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Ακόμα και ο υποδιοικητής του 617 τάγματος ΠΖ ταγματάρχης Αλευράς Δημήτριος, που προσπάθησε να φτάσει στο ύψωμα Καυκιά για να τους συγκρατήσει, δεν πρόλαβε, γιατί λόγω έλλειψης ορατότητας «ενέπεσεν εις ενέδραν και εφονεύθει, βληθείς εξ’ αποστάσεως δύο μέτρων», ΓΕΣ/ ΔΙΣ ο.π. 92.  

(7) Μαργαρίτη ο.π. 285 με βιβλιογραφία.   

(8) Τα στρατοδικεία της εποχής «δεν δίκαζαν παραβάτες. Σκοπός τους ήταν η ηθική και σωματική εξόντωση πολιτικών αντιπάλων. Στην ουσία επρόκειτο για δίκες ιδεών, όπου η άρνηση αποκήρυξής τους, αποτελούσε δύσκολα ανατρέψιμο τεκμήριο ενοχής των κατηγορουμένων». Βασιλική Λάζου, «Καταδικασμένοι σε θάνατο από το έκτακτο στρατοδικείο Λαμίας 1946 - 1950», ο.π. Πρακτικά συνεδρίου (2002) 249 σημ. 11.  

(9) Άξιο μνείας είναι ότι, στην περίπτωση της δασκάλας Ευαγγελίας Κουσιάντζα (η πρώτη γυναίκα που εκτελέστηκε στη Λαμία) και στις εκτελέσεις που έγιναν στις 13 Αυγούστου 1947, οι στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού αρνήθηκαν να πυροβολήσουν εναντίον των καταδικασμένων. Οι εκτελέσεις έγιναν από άνδρες των ΜΑΥ (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Λάζου ο.π. 250. Για την τραγωδία, τις μαρτυρίες και τις εκτελέσεις Πρβ. «χρονικό Νιάλας» της Νομαρχιακής Επιτροπής ΠΕΑΕΑ Καρδίτσας, στην εφημερίδα Αθηνών Ριζοσπάστης 12 Απριλίου (1997) 8. Για μαρτυρία επίσης βλ. Μαργαρίτη ο.π. 286.  

(10) Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 3ος, εκδόσεις Τεγόπουλου - Μανιατέα Αθήνα (1997) 63, των ιδίων: Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τ. 4ος, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.777) Παρασκευή 2 Ιουνίου (2006) 65.  

(11) Σταματελάτου ο.π. (1997) 63 και (2006) 65. Ο τοπικός πληθυσμός στα Πετράλωνα κρατά σε χρήση τις ονομασίες «στη Νιάλα», «στις Νιάλες» ειδικά όμως το «στη Μεσαία Νιάλα» από το γεγονός ότι και σήμερα η Νιάλα είναι ανάμεσα από τα κονάκια πλέον Παλιόλακκα (νότια) και Χαλιάς (βόρεια). 

(12) Σταματελάτου ο.π. τ. 3ος (1997) 169 και τ. 4ος (2006) 157. 

(13) Σωτήρης Βογιατζής, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 23 κ.ε. επίσης: Σταυρούλα Σδρόλια, «Μοναστήρια του 16ου αιώνα στα Νοτιοανατολικά Άγραφα» στο: Θεσσαλικό Ημερολόγιο εκδότης Κώστας Σπανός τ. 42 Λάρισα (2002) 81. 

(14) Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1939 – 1821), (προλ.) Σπύρος Ι. Ασδραχάς, εκδόσεις Πορεία, Αθήνα (1999) 404. Πολλές πληροφορίες για το εμπόριο τη μεταποίηση και την οργάνωση των καραβανιών βλ. στο ίδιο 42 κ.ε. με βιβλιογραφία. Επίσης Γεωργίου Χρυσικού, Το χωριό μου Μοναστηράκι των Αγράφων Ευρυτανίας, Β’ Αυτοέκδοση, Αθήνα (2000) 64. 

(15) Είναι ο ίδιος που ύψωσε στο Κεράσοβο το λάβαρο της επανάστασης του 1821, γράφοντας και τη σχετική προκήρυξη προς τους κατοίκους της Ευρυτανίας. Γκιόλιας ο.π. 96 και Άγγελος Σινάνης, Ταξίδια «Ευρυτανία 1ο: Κερασοχώρι, Κρέντης, Μοναστηράκι» Αθήνα (2004) 111 σημ. 4. 

(16) (Γ.Α.Κ. φακ.124) στο: Νικόλαος Αλεξάκης, «Ιστορική αναδρομή των Αγράφων», πρακτικά ιστορικής και αναπτυξιακής διημερίδας 25 – 26 Ιουλίου 2001 Βραγγιανά Ευρυτανίας, έκδοση Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βραγγιανιωτών ‘’Αναστάσιος Γόρδιος’’, Αθήνα (2002) 79.  

 (17) Σταυρούλα Σδρόλια, «Εικόνα Κοιμήσεως Θεοτόκου από την Σάικα των Αγράφων» στο: ΑΔ 48 Πρακτικά Διεθνούς συνεδρίου για τη Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. (1992) 499. 

(18) Συλλογικό, Οικοτουριστικός Οδηγός της σειράς «Πίνδος»: Καρδίτσα, Λίμνη Πλαστήρα – Ρεντίνα, Περιφερειακές εκδόσεις «έλλα», Λάρισα (2003) 193. 

(19) Σδρόλια ο.π. (2002) 91. Ζωγράφισαν επίσης τα μοναστήρια Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνας, Γενεσίου της Θεοτόκου Κατουσίου στο Ανθηρό Αργιθέας Καρδίτσας, Γενεθλίου της Θεοτόκου Βλασίου στις εξοχές του ομώνυμου χωριού, στη μονή Γενεσίου Θεοτόκου Δροσάτου δίπλα από το Βλάσι, στο παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα Πέτρας Καταφυγίου Καρδίτσας κοντά στη λίμνη Πλαστήρα, και στην Κοίμηση της Θεοτόκου Τροβάτου Αγράφων Ευρυτανίας ενώ με επιφυλάξεις, αφού πλέον δεν υπάρχουν οι ναοί, του αποδίδονται άλλοι δύο, συνολικά εννέα. Σδρόλια ο. π. (1992) 503, βλ. επίσης: Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα (1984) 149. 

(20) Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία Αθήνα (2004) 329, μια εξαιρετική μελέτη της οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας των Ελλήνων κτηνοτρόφων. Του ιδίου ο.π. (1999) 43. 

(21) Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1868; - 1870; / 1934) είχε αγαπημένο θέμα την ηρωική κλεφτουριά, το αρματολίκι και την ελληνική λεβεντιά. Χαρακτηριστικές δημιουργίες του είναι: «ο Ήρωας Κατσαντώνης», «ο Θάνατος του Κατσαντώνη», ο «βίος του Κατσαντώνη και το μαρτύριό του», «ο Κατσαντώνης στο ρέμα των 5 Πηγαδιών» (περ. 1930), «ο Κατσαντώνης στα Τζουμέρκα» (περ. 1910).  

(22) Άγγελος Σινάνης, Ταξίδια τ.Ζ’ (2005) 74 – 76 βλ. επίσης σημ. 6, 7 (σ. 79), του ιδίου Ταξίδια τ.ΣΤ’ (2004) 118, 121.  

(23) Γκιόλια ο.π. (1999) 207 – 256, στο 6ο κεφάλαιο: «Η κοινωνία των όπλων και οι θεσμοί της», δίνονται πολλές πληροφορίες για τα αρματολίκια των Αγράφων – Καρπενησίου, με σημειώσεις και βιβλιογραφία.  

(24) Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ρήγας Βελεστινλής στον Θούριό του (1797) αναφέρεται ιδιαιτέρως στων «Αγράφων τα ξεφτέρια» και στον Πατριωτικό Ύμνο του μνημονεύει ονομαστικά τους σημαντικότερους κλεφταρματολούς της περιοχής (Μπουκουβαλαίους, Σταθά κ. ά.). Βασίλης Σφυρόερας, «εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larouse Britanica», τ. 1, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα (2006) 692.  

(25) Σπυρίδων Π. Αραβαντινός, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή, τ.1 εκδόσεις Δωδώνη Β’ έκδοση Αθήνα (2004) 178. 

(26) Δεύτερος θρύλος θέλει το μονοπάτι σημαδεμένο με αλεύρι. Είδε όμως τ’ αλεύρι στο δρόμο που σχημάτιζε μικρή ‘’ουρά’’ και λέει: το χαζό το Κατσαντώνη νάναι τρύπιο το τσουβάλι. Είχε όμως σκοπό αυτό….που να φανταστεί ο Βεληγκέκας τι σκοπό είχε· [Ο Κατσαντώνης είπε στα παλικάρια του] Εκεί που θα τελειώσει τ’ αλεύρι εκεί θα στήσουμε καρτέρι…ήθελε να πιαστούν στα χέρια, όχι να τον σκοτώσει με όπλο]. Αφήγηση ντόπιου Αγραφιώτη στην εκπομπή: Οδοιπορικό στην Πίνδο 14/4/07 (10:30) Παραγωγή ΕΡΤ3, έρευνα – σενάριο σκηνοθεσία: Άρης Καραϊσκάκης, σπικάζ Χρήστος Ατζημάκης. 

(27) Δημήτρη Σταμέλου, Κατσαντώνης – η αποθέωση της παλικαριάς, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Β’ έκδοση Αθήνα (1988) 114, 118 με βιβλιογραφία (258 – 260), Αραβαντινός ο.π. 178, Γκιόλιας ο.π. (1999) 242 με βιβλιογραφία. 

(28) Ο Μιχάλης Αλ. Ράπτης δημοσιεύει τη μαρτυρία του Μπάρμπα Νούρτση Χρήστου, (Μονόπυλο 1873 – Νίκος Μπελογιάννης – Ουγγαρία 1966) και το τραγούδι ‘’του Κατσαντώνη’’, όπως και το λόγο που ήταν τόσο αγαπητό στους Γραμμοχωρίτες. Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα (1997) 245 – 255.   

(29) Σε διαδοχικές επισκέψεις οι ντόπιοι, αλλά και φίλοι Αγραφιώτες με καταγωγή απ’ τη Μαυρομάτα την αναφέρουν Έλσιανη. Το ίδιο καταγράφει ο Σταματελάτος ο.π. τ. 3ος (2006) 161. Σε παλιά έγραφα όμως γράφεται Έλσανη. Βλ. Ελευθέριου Γ. Σκιαδά, Ιστορικόν Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος 1833 – 1912, (προλ.) Ν. Καραπιδάκης – Α. Μακρυδημήτρης Αθήνα (1994) 212. Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, (εισ.) Μ. Γ. Μερακλή, εκδόσεις Δωδώνη Γιάννινα (1983) 450.  

(30) Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων, εκδόσεις Πορεία Β’ έκδοση Αθήνα (1999) 135 – 136. 

(31) «Την 29 Αυγούστου 1858, ημέρα Παρασκευή οι υποφαινόμενοι κάτοικοι του ιδίου χωριού Έλσανη του Δήμου Αγραίων, αφιερώνομεν τον αγρόν μας εις θέσιν Μακρή στενά εις τα Καλιτρούμια (σ.σ. πιθανή παραφθορά του Καλντερίμια) μπρός εις την αγίαν εκκλησία μας Κοίμησιν της Θεοτόκου δια να είναι κτήμα αυτής», ακολουθούν οι υπογραφές των μαρτύρων και των αφιερωτών αδελφών Κούβελου.  Λουκόπουλος ο.π. 450. 

(32)Διαδρομές που θα παρουσιαστούν σε επόμενους τόμους. 

(33) Κουφάλα την καταγράφει ο Σταματελάτος ο.π. τ. 2ος (2006) 9, και ο Σκιαδάς ο.π. 212, ενώ ο Γκιόλας ο.π. Ιστορία Ευρυτανίας (1999) 400, καταγράφει και τις τέσσερις. Για την σημερινή Δάφνη αναφέρει ότι: «Η κοινότητα και η μονή επονομάστηκαν Κουφάλα από την εικόνα της «μεταμορφώσεως του Σωτήρος», που μια ασέληνη νύχτα του 18ου αιώνα εφώτιζε τάχα την κουφάλα ενός αιωνόβιου πλάτανου». Ένα χιουμοριστικό λογοπαίγνιο που έκαναν παλιά και που έχει να κάνει με τον συνδυασμό παλιών και νέων ονομασιών μου μετέφερε ο πρόεδρος του συλλόγου Αγραφιωτών κ. Λάμπρος Γατής στις 3/4/07. Όλα τα λεωφορεία είχαν παλιότερα τυπωμένο το δρομολόγιο που έκαναν στην μεγάλη φωτιζόμενη προμετωπίδα τους. Αυτό που ξεκίναγε απ’ το Καρπενήσι για να εξυπηρετήσει τα χωριά έγραφε «Δάφνη – Μαυρομάτα – Νεράιδα – Παπαδιά». Αφού η Δάφνη παλιά λεγόταν Κουφάλα προέκυπτε το εξής λογοπαίγνιο: Κουφάλα Μαυρομάτα, Νεράιδα Παπαδιά.  

(34) Γκιόλιας ο.π. Ιστορία Ευρυτανίας (1999) 400. 

(35) Χαράλαμπος Δ. Μπετχαβάς, Η μάχη της Χρύσως, αυτοέκδοση Αθήνα (1992) 12. 

(36) Την πρώτη Κυριακή μετά της Παναγίας που έχει κόσμο το χωριό, στις 14 Σεπτεμβρίου (του Σταυρού) και στις 4 Δεκεμβρίου στην ονομαστική εορτή (του Αγίου Σεραφείμ).  

(37) Σκιαδάς ο.π. 212. 

(38) 400 κατοίκους αναφέρει ο Γκιόλιας ο.π. Ιστορία Ευρυτανίας (1999) 97, και 429 ο Σκιαδάς ο.π. 212, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ ακόμα μεγαλύτερο πληθυσμό έχει πριν τον πόλεμο του 1940 που απογράφονται 487 κάτοικοι, Σταματελάτος ο.π. τ. 5ος (2006) 183.  

(39) Στέφανου Γρανίτσα, Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, εκδόσεις Πέλλα, Αθήνα χ.χ. ατυχώς η ανατύπωση που κυκλοφορεί δεν περιλαμβάνει τον πρόλογο του Ζαχαρία Παπαντωνίου που υπήρχε στην πρώτη έκδοση του 1921. 

(40) Η τοπική παράδοση θέλει να την έχτισε ο Μανώλης, ο οποίος κατασκεύασε το φημισμένο ομώνυμο πέτρινο γεφύρι κάτω, στον Αγραφιώτη. Χαράλαμπος Μπετχαβάς «Εκκλησίες και Μοναστήρια της Χρύσως» εφημερίδα Ευρυτανίας Χρυσιώτικα Νέα (έτος 3ο φύλλο 13) Β’ τρίμηνο (1998) 3. 

(41) Μπετχαβάς ο.π. 29.  

(42) Σταμέλος ο.π. 110 – 111. Χρυσικός ο.π. 206. Μπετχαβάς ο.π. 12.   

(43) Ο Σταμέλος ο.π. 115 αναφέρει: «…(..) πήραν τον πεθαμένο αρχηγό τους και τον έθαψαν στην άκρη του διάσελου», [στον τόπο της Μάχης] ..» επίσης ο Χρυσικός ο.π. 209 γράφει: «…(..) παραλαβόντες το άπνουν του Βελή – Γκέκα σώμα, και κηδεύσαντες αυτό εις αυτήν θέσιν ..(..) [εννοεί στον τόπο της Μάχης]..». Μόνο ο Μπετχαβάς διαφοροποιείται (ο.π. 12) γράφοντας: «…μετά το θάνατο του Βεληγκέκα, το σώμα του μεταφέρθηκε και θάφτηκε στη Χρύσω..» 

(44) Έξω από τον συνοικισμό Γάβρινα συνεχίζει μονοπάτι μέχρι πάνω στο Λάπατο του Προσηλιάκου, πιθανά το ίδιο ιστορικό μονοπάτι που πάτησε ο Μουσταφά Βελή Γκέκας όταν πήγαινε να συναντήσει τον Κατσαντώνη. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

Πρόθεμα: Πετράλωνα (Σάικα) Δήμου Αγράφων, Ανθηρό Καρδίτσας 24410, Μαυρομάτα – Χρύσω – Αγ. Δημήτριος Δήμου Βίνιανης 22370.  

ΔΙΑΜΟΝΗ: Δασικό χωριό «Δρυάδες» στο Ανθηρό του Δήμου Ιτάμου Νομού Καρδίτσας www.itamos.gr  Σε μια έκταση 25 στρ. περιλαμβάνει 20 ξύλινα σπιτάκια των δύο δωματίων με τζάκι που φιλοξενούν συνολικά 80 άτομα. Κρατήσεις 81654. Αίθουσα εστιατορίου – εκδηλώσεων: Πούλιος Αχιλλέας - Γιώργος Κουτελός 97146. Χρύσω: Καράνης Θωμάς 31184. Καταφύγια: Όλα είναι μαζεμένα πάνω από τη λίμνη Πλαστήρα. Ο ‘’Ελατάκος’’ (από Ζυγογιαννέικα +/- 3χλμ) είναι πάντα ανοιχτός, δεν χρειάζεται κλειδί, φεύγοντας όμως, κλείστε την πόρτα, και μην αφήσετε σκουπίδια. Το καινούργιο στη θέση ‘’Κούλια’’, της περιοχής ‘’Καραμανώλη’’, κοιμίζει 30 άτομα, και διαθέτει νερό, ξυλόσομπες κ.λ.π. Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας, Διαχειριστής κ. Βασίλης Τασιόπουλος 6932744194. Τηλέφωνο Καταφυγίου (απαντούν μόνο τα Σαββατοκύριακα) 2441094434. Στη διάθεσή σας 200 μ. πιο κάτω είναι το καταφύγιο του Ο.Χ.Ο. Καρδίτσας. Πληροφορίες στα ίδια τηλέφωνα. Ε.Ο.Σ. Καρπενησίου 23051. 

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην αυλή της μονής Σάικας, στην Παναγία Προυσιώτισσα λίγο πριν τα Καμάρια, στο δάσος της Μαυρομάτας, σε πλάτωμα πριν το χωριό, επίσης στο δάσος, 300 μ. πριν τον Άγιο Δημήτριο πίσω από το υπερυψωμένο εικονοστάσι. Προσοχή, φεύγοντας μην αφήσετε σκουπίδια.  

ΦΑΓΗΤΟ: Πετράλωνα: Παναγιώτης Φωλιάς 94115, 6974080947, Δημήτρης Πανταζής 94154,  Θωμάς Αβράμπος 94135. Μαυρομάτα: Λάμπρος Καυκιάς 96097, Χρύσω: Θωμάς Καράνης 31184, Γιώργος Μαρούλης ψησταριά ‘’ο Έλατος’’ 31761, Άγιος Δημήτριος: Γιώργος Χειλάς 31777.  

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Αγράφων 93276, 93333, Δήμος Βίνιανης 31888, Αστυνομία Άγραφων 93234, Κερασοχωρίου 31216, Α’ Βοήθειες Άγραφα 93233, Δάφνη 31352, Κερασοχώρι 31219.  

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.evrytan.gr  www.oreivatein.com  www.pezoporia.gr  Ο Πρόεδρος του συλλόγου Αγραφιωτών κ. Λάμπρος Γατής είναι στη διάθεσή σας για πληροφορίες 93240, 6977695120. Σύλλογος Αγραφιωτών Ευρυτανίας ‘’τ’ Άγραφα’’, Τζώρτζ 24 Πλ. Κάνιγγος 2102913566. Βουλκανιζατέρ - συνεργεία: Moto Japan Κουτούμπας Γιάννης, Αγίου Νικολάου 40, Καρπενήσι 80480, 6974603378 καλύπτει όλη τη περιοχή Ευρυτανίας, μεταφέροντας με φορτηγάκι τη μοτοσυκλέτα σας, στο συνεργείο του. Επίσης ο Κώστας Στασινός πρατήριο ΕΚΟ, Δυτική Φραγκίστα 95316, και ο Θεοφάνης Γκιόλας, ΕΚΟ & Βουλκανιζατέρ, Γρανίτσα 61284.  

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Κρέντης ΕΚΟ,  Γρανίτσα ΕΚΟ, Δ. Φραγκίστα ΕΚΟ, Μουζάκι πολλές εταιρείες. 

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική ακρίβεια απο την ΑΝΑΒΑΣΗ στους πλαστικοποιημένους χάρτες, «Άγραφα», με όλη την περιοχή που περιγράφουμε. Στην ίδια σειρά «Βόρεια Άγραφα – Λίμνη Πλαστήρα». Και οι δύο είναι σε κλίμακα 1:50.000, περιλαμβάνοντας όλα τα στοιχεία που χρειάζονται. Άλλη επιλογή η «Ευρυτανία», η μόνη χαρτογραφική εργασία που παρουσιάζει το νομό Ευρυτανίας με κλίμακα 1:100.000, πάλι από την «Ανάβαση». Στοά Αρσακείου 6 Α’, τ.κ. 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152. 

ΒΙΒΛΙΑ: Μάρκου Α. Γκιόλια, τα τρία βιβλία του: Ιστορία της Ευρυτανίας στους νεώτερους χρόνους (1393 – 1821) (προλ.) Σπύρος Ι. Ασδραχάς (1999), Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων (1999), και το Παραδοσιακό δίκαιο και οικονομία του Τσελιγκάτου (2004) αποτελούν βαρύτιμα ιστορικά ερευνητικά έργα τοπικής, και όχι μόνο, ιστορίας. Στέκονται πολύτιμοι σύντροφοι αποτελώντας ταυτόχρονα έναυσμα για γνωριμία με τον τόπο. Θα τα βρείτε στις εκδόσεις Πορεία, Ζαλόγγου 1 Αθήνα, 2103831622. Περιοδικά: Περιγραφή της διαδρομής «Άγραφα – Πόρτες – Μπορλέρο – Μούχα» δείτε στο: Τάκη Ντάσιου, περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.1 (1998) 34 – 37, στέλνεται αντικαταβολή όπως και τα παλιότερα τεύχη 2106142740. 

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Σ.ΜΟ.Κ. Σύλλογος Μοτοσυκλετιστών Καρδίτσας Δημ. Τερτίπη 22, Καρδίτσα, 2441027515, 21090, www.karditsa-net.gr/smok.htm Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων, Τηλ - Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ – ΝΙΑΛΑ – ΣΑΪΚΑ – ΚΑΜΑΡΙΑ – ΜΑΥΡΟΜΑΤΑ – ΧΡΥΣΩ  - ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες 

  • Στέφανου Γρανίτσα, Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, εκδόσεις Πέλλα, Αθήνα χ.χ.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά της Ρούμελης, (εισ.) Μ. Γ. Μερακλή, εκδόσεις Δωδώνη Γιάννινα 1983.
  • Φοίβος Ι. Πιομπίνος, Έλληνες Αγιογράφοι μέχρι το 1821, έκδοση Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα 1984.
  • Νίτσα Κολιού, Άγνωστες πτυχές κατοχής και Αντίστασης, αυτοέκδοση Βόλος 1985.
  • Δημήτρη Σταμέλου, Κατσαντώνης – η αποθέωση της παλικαριάς, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Β’ έκδοση Αθήνα 1988.
  • Χαράλαμπος Δ. Μπετχαβάς, Η μάχη της Χρύσως, αυτοέκδοση Αθήνα 1992. 
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997. 
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία των Αρχαίων Ευρυτάνων, εκδόσεις Πορεία Β’ έκδοση Αθήνα 1999.
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Ιστορία της Ευρυτανίας στους Νεότερους Χρόνους (1939 – 1821), (προλ.) Σπύρος Ι. Ασδραχάς, εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1999.
  • Γεωργίου Χρυσικού, Το χωριό μου Μοναστηράκι των Αγράφων Ευρυτανίας, Β’ Αυτοέκδοση, Αθήνα 2000.
  • Σωτήρης Βογιατζής, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα 2000.
  • Γιώργου Μαργαρίτη, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Συλλογικό, Οικοτουριστικός Οδηγός της σειράς «Πίνδος»: Καρδίτσα, Λίμνη Πλαστήρα – Ρεντίνα, Περιφερειακές εκδόσεις «έλλα», Λάρισα 2003.
  • Μάρκου Α. Γκιόλια, Παραδοσιακό Δίκαιο και Οικονομία του Τσελιγκάτου, εκδόσεις Πορεία Αθήνα 2004.   
  • Σπυρίδων Π. Αραβαντινός, Ιστορία Αλή Πασά του Τεπελενλή, εκδόσεις Δωδώνη Β’ έκδοση Αθήνα 2004.
  • Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940 – 1945, τ. 1, εκδόσεις Στοχαστής 2006. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών  

  • Η. Νικολακόπουλος – Α. Ρήγος – Γ. Ψαλίδας (επιμ.), Ο εμφύλιος Πόλεμος – Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Πρακτικά του ομότιτλου συνεδρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, έκδοση Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Σταυρούλα Σδρόλια, «Εικόνα Κοιμήσεως Θεοτόκου από την Σάικα των Αγράφων» στο: ΑΔ 48 Πρακτικά Διεθνούς συνεδρίου για τη Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, εκδόσεις Τ.Α.Π.Α. 1992.
  • Σταυρούλα Σδρόλια, «Μοναστήρια του 16ου αιώνα στα Νοτιοανατολικά Άγραφα», Θεσσαλικό Ημερολόγιο εκδότης Κώστας Σπανός τ. 42 Λάρισα 2002. 
  • Νικόλαος Αλεξάκης, «Ιστορική αναδρομή των Αγράφων», πρακτικά ιστορικής και αναπτυξιακής διημερίδας 25 – 26 Ιουλίου 2001 Βραγγιανά Ευρυτανίας, έκδοση Εκπολιτιστικού Συλλόγου Βραγγιανιωτών ‘’Αναστάσιος Γόρδιος’’ Αθήνα 2002. 

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες 

  • Νομαρχιακή Επιτροπή ΠΕΑΕΑ Καρδίτσας «το χρονικό Νιάλας» εφημερίδα Αθηνών Ριζοσπάστης 12 Απριλίου 1997.
  • Χαράλαμπος Μπετχαβάς «Εκκλησίες και Μοναστήρια της Χρύσως» εφημερίδα Ευρυτανίας Χρυσιώτικα Νέα (έτος 3ο φύλλο 13) Β’ τρίμηνο 1998.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ (4228 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΑΜΜΟΥΛΙΑΝΗ

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2007

Με θέα το Άγιον Όρος

Η Χαλκιδική δίκαια θεωρείται από τις πιο όμορφες περιοχές της Ελλάδας. Το μοναδικό της ανάγλυφο συνδυάζει με γοητευτικό τρόπο το βουνό και τη θάλασσα, με το ορεινό τμήμα του νομού να καταλήγει στις τρεις διάσημες, σχεδόν παράλληλες μεταξύ τους, χερσονήσους. Την Κασσάνδρα δυτικά, τη Σιθωνία στο μέσον και του Αγίου Όρους ανατολικά. Έτσι σχηματίζονται τέσσερις πανέμορφοι κόλποι, συνολικά 558, 31 χλμ. ακτογραμμής(1) με θαυμάσιους κολπίσκους και ζηλευτές παραλίες προσελκύοντας εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο.

Η Αμμουλιανή ή Αμολιανή(2), (Αιμιλιανή(3) και Μολιανή ή Τρυγόνα(4) ή Μουλάρα(5), βρίσκεται πολύ κοντά στις ηπειρωτικές ακτές του κόλπου του Αγίου Όρους (Σιγγιτικού), και δεν ανήκει σε κάποιο πέλαγος όπως η πλειονότητα των νησιών μας. Εντάσσεται στην ίδια κατηγορία με την Ελαφονήσο, τη Θάσο, το Παλιό Τρίκερι, τα νησάκια της ευρύτερης περιοχής του Μεσολογγίου κ.α(6). Αν και είναι το μεγαλύτερο νησί της Χαλκιδικής κι’ από παλιά γνωστός τόπος παραθερισμού για τους Θεσσαλονικείς, γενικά για τους βορειοελλαδίτες, παραμένει σχεδόν άγνωστη για τους υπολοίπους εκδρομείς οι οποίοι συνωστίζονται στο Νότο, ίσως λόγω απόστασης.

Έχοντας ακούσει τόσα καλά λόγια για τις μαγευτικές, πεντακάθαρες παραλίες της, και το πανέμορφο πολύνησο που την περιτριγυρίζει, περιμένουμε το ferry boat στην Τρυπητή, ένα μικρό λιμανάκι, στην ευρύτερη περιφέρειά του οποίου υπήρχε κατά την αρχαιότητα ο οικισμός Σάνη. Απέχει μόλις οκτώ χλμ. από την Ουρανούπολη, το κατώφλι του Αγίου Όρους. Η πρόσβαση μέχρι εδώ γίνεται εύκολα από τη Θεσσαλονίκη με πολλές επιλογές διαδρομών. Δύο από τις πιο όμορφες, σε άμεση επαφή με τον ανεξερεύνητο Χολομώντα (1165 μ. υψ.) είναι μέσω Πολυγύρου – Βράσταμα – Γομάτι – Ιερισσός και η δεύτερη από την Αρναία προς Στάγειρα – Στρατώνι – Ιερισσός. 

Ακριβώς στην Τρυπητή και μέχρι τα Νέα Ρόδα (Ακρωτ. «Αρνάκι»), όλοι οι χάρτες αναφέρουν την «Διώρυγα του Ξέρξη»(7) μάλιστα κάποιοι την απεικονίζουν κιόλας. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει, δεν πρόκειται δηλαδή να δείτε διώρυγα ή κάτι παρόμοιο. Στα 2.500 χρόνια που μεσολάβησαν, οι ιστορικοί έχουν εκφράσει αμφιβολίες αν η περίφημη Διώρυγα είχε κατασκευαστεί πράγματι από την μια ακτή στην άλλη, ενώ άλλοι αμφισβήτησαν την ύπαρξή της. Όμως, πριν από 6 χρόνια επιστήμονες από τη Βρετανία και την Ελλάδα(8) εντόπισαν πειστικά στοιχεία που αποδεικνύουν την κατασκευή της, επιβεβαιώνοντας τις περιγραφές του αρχαίου ιστορικού Ηρόδοτου. Το φιλόδοξο έργο ήταν αποτέλεσμα μιας εντυπωσιακής στρατιωτικής, στρατηγικής Διοίκησης, εργατικού δυναμικού και μηχανικής.

Η κατάδυση στην ιστορία διακόπτεται από το μακρύ και μπάσο σφύριγμα της «Θεοσκέπαστης», σημάδι της αναχώρησης. Συνεπής στον απόπλου της από την Τρυπητή φεύγει γεμάτη κόσμο, μοτοσυκλέτες και αυτοκίνητα. Από μακριά φαίνονται οι μικρές νησίδες, τα «Δρένια», του περιτριγυρίζουν την Αμμουλιανή σαν φύλακες που ημερεύουν τα κύματα πριν αυτά φτάσουν στις παραλίες της. Οι χαμηλοί λόφοι γίνονται ψηλότεροι όσο πλησιάζουμε ενώ ξεχωρίζουν οι εκτάσεις με τα λιόδεντρα που καλύπτουν ένα μεγάλο τμήμα της. Σε λίγα λεπτά το καραβάκι έχει καλύψει τα 2 ν.μ. καταπλέοντας στο λιμάνι της. Εκείνη την ώρα είναι γεμάτο από μικρά πλεούμενα αλλά και μεγαλύτερα αλιευτικά και τουριστικά σκάφη. 

Η έκπληξη είναι μεγάλη για τον επισκέπτη ο οποίος έρχεται πρώτη φορά, μια που τα πολυώροφα κτήρια, αν μη τι άλλο, δε θυμίζουν νησιωτικό χώρο. Νησί με έντονη αλιευτική δραστηριότητα, μπορούμε να πούμε ότι δεν στηρίζεται αποκλειστικά από τον τουρισμό, χωρίς όμως να αμφισβητείται ο ρόλος του σαν μοχλού ανάπτυξης, μάλιστα, με αξιόλογο αντίκτυπο στην τοπική οικονομία. Η τουριστική περίοδος είναι ακόμα μακριά και είναι θετικό ότι η προβλήτα απέχει πολύ απ’ το χαρακτηριστεί πολύβουη και θορυβώδης όπως οι περισσότεροι θυμάστε στα Κυκλαδονήσια. Οι επιβάτες του πλοίου κυριολεκτικά ‘’εξαφανίζονται’’ στα μικρά στενά δρομάκια του οικισμού, το ίδιο και οι εποχούμενοι αυτοκινητιστές.

Η πρώτη επαφή ξενίζει, τα ξενοδοχεία τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, οι ταβέρνες και τα πολλά καταστήματα καταλαμβάνουν όλο το οπτικό πεδίο του επισκέπτη, όμως αυτά αλλάζουν αν πεζοπορήσετε στα ενδότερα. Ο αμφιθεατρικά χτισμένος οικισμός απλώνεται σε όλο τον λόφο και παρά την τρομερή ανάπτυξη που παρουσιάζει, έχουν διατηρηθεί κάποιες γωνιές αναλλοίωτες. Μικρότερα σπίτια, αυλές με πολύχρωμα λουλούδια, κήποι με λαχανικά και πολλές μπουκαμβίλιες που συναγωνίζονται στο ύψος παρουσιάζονται άξαφνα για να θυμίζουν τα περασμένα χρόνια, τη φτώχεια, την αδάμαστη εργατικότητα συνάμα με την νοικοκυροσύνη. Με τον τρόπο του, το κάθε τι, προσπαθεί να μην σβήσει από τη μνήμη πως εποικίστηκε το νησί και πως άρχισε η πορεία για ένα καλύτερο αύριο. 

Όταν τελείωσαν οι Βαλκανικοί και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, μπήκε σε εφαρμογή το σχέδιο της Κοινωνίας των Εθνών «Περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών» με ειδική σύμβαση (30 Ιανουαρίου 1923) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που περιλαμβάνεται  στους όρους (άρθρο 142) της Συνθήκης της Λωζάνης (24 Ιουλίου 1923) η οποία σφραγίζει τη μικρασιατική καταστροφή(9). Αν και θεωρήθηκε εθελούσια μετοικεσία, ήταν η μεγαλύτερη, χωρίς προηγούμενο, μετακίνηση πληθυσμών στη μεταναστευτική ιστορία. π.χ. Η Θεσσαλονίκη τεσσερισήμισι μήνες μετά το ολοκαύτωμα της Σμύρνης διπλασίασε σχεδόν τον πληθυσμό της. Σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα καταφθάνουν από τα νησιά της Θάλασσας του Μαρμαρά, (Προποντίδα) πρόσφυγες από τα νησιά Αλώνη (ή Αυλωνία και Πασσαλιμάνι), Κούταλη, και  Προκόννησο (Μαρμαράς). Η επιθυμία όλων είναι να εγκατασταθούν σε μέρος που να θυμίζει το χωριό τους. Φυσικό ήταν να στραφούν προς τη θάλασσα. 

Μια ομάδα 70 – 80 οικογενειών από το Πασσαλιμάνι, (χωριό της Νήσου Αλώνης), με αρχηγό τον Φώτιο Ανδρεάδη, πρόεδρο και δάσκαλο επιχειρεί να εγκατασταθεί στη Ν.Α Χαλκιδική, στο χώρο που παλιά είχε ανοιχτή η διώρυγα του Ξέρξη (σημερινά Νέα Ρόδα, παλιά Πρόβλακας(10) – προ του αύλακος, και Διώρυγα του Ξέρξη(11)). Εκεί υπήρχαν, εκτός από τους Ροδιάτες πρόσφυγες, και κάποιοι τουρκόφωνοι Έλληνες. Οι προστριβές δεν άργησαν να έρθουν κι’ έτσι οι Πασσαλιμανιώτες έφυγαν για το Προσφόρι (σημερινή Ουρανούπολη) όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες από τα Πριγκιπόνησα, με παράδοση στην ύφανση χαλιών. Στιγμή δεν έφευγε από το μυαλό τους αυτό που είχαν μάθει καλά τόσα χρόνια στο νησί τους. Την αλιεία(12) και τη θάλασσα, μ’ αυτά μεγάλωσαν, πρόκοψαν και μεγάλωσαν τις οικογένειές τους. Η προσδοκία για την δημιουργία του δικού τους χωριού όσο πέρναγε ο καιρός τόσο μεγάλωνε. 

Έναυσμα για την εγκατάσταση στην Αμμουλιανή αποτέλεσε ο αγροτικός νόμος της κυβέρνησης Βενιζέλου (14/2/1923) ο οποίος παραχωρούσε τμήμα της κτηματικής περιουσίας των μοναστηριών για να εγκατασταθούν πρόσφυγες(13). Η ευκαιρία ήταν μοναδική, η απαλλοτρίωση της Αμμουλιανής φάνταζε θείο δώρο και ο πρόεδρος Ανδρεάδης δεν την άφησε να χαθεί. Επικοινώνησε με συγγενείς του Γαλλιμήτες· ο κύριος πυρήνας τους ζούσε στην Ελευσίνα, και τους κάλεσε να δουν το νησί. Άλλωστε κι’ αυτοί, ήρθαν πρόσφυγες από το γειτονικό της Αλώνης νησί του Μαρμαρά (Προκόννησος), είχαν αρκετούς συγγενείς ανάμεσα στους Πασσαλιμανιώτες, κυρίως όμως είχαν την ίδια αγάπη για την αλιεία και τη θάλασσα. 

Βαθιά χαραγμένη στην μνήμη τους παρέμενε το πάστωμα των ψαριών, το εμπόριο με περιοχές γειτονικές της Κωνσταντινούπολης, συνήθειες και εργασίες που αποτελούσαν τον κύριο μέρος των οικογενειακών ασχολιών με μεγάλο οικονομικό όφελος. Η επιτροπή έφτασε στο Προσφόρι ή Πύργο (σημερινή Ουρανούπολη), και όλοι μαζί πέρασαν, είδαν και εγκρίναν ότι το νησί ήταν κατάλληλο. Επέστρεψαν στην Ελευσίνα και ανακοίνωσαν τα επιχειρήματά τους για τον εποικισμό της νήσου. Οι περισσότερες οικογένειες (περίπου 100) αποφάσισαν να πάνε στην Αμμουλιανή, άλλες (περίπου 50), θα πήγαιναν στην Ερέτρια(14). Έτσι, από την άνοιξη έως τον Σεπτέμβριο του 1925 κατέφθαναν κύματα Γαλλιμητών συμπληρώνοντας τον εποικισμό της νήσου που άρχισε από τους Πασσαλιμανιώτες στα τέλη του 1924. Μέχρι τότε, έμεναν δύο – τρεις καλόγεροι της Μονής Βατοπαιδίου και δεκαπέντε – είκοσι εποχιακοί εργάτες απ’ την Ιερισσό με κύρια ασχολία τα κτήματα, τις ελιές και τα βοσκοτόπια αφού η νήσος αποτελούσε έως τότε μετόχι της.

Γρίφο αποτελεί η πρότερη κατοίκηση αν και ίχνη εγκατάστασης από την Κλασική Περίοδο (479 - 323 π.Χ.), βρέθηκαν στο νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού, στις Αλυκές, ενώ υπολείμματα αρχαίων κτηρίων και πέτρινα αρχιτεκτονικά μέλη υπήρχαν διάσπαρτα στη περιοχή του καινούργιου λιμανιού(15). Τη βυζαντινή εποχή αποτελούσε μετόχι (περιουσιακό στοιχείο) της Ι. Μ. Βατοπαιδίου και τη περίοδο της αποτυχημένης επανάστασης που ξέσπασε στη Χαλκιδική στις 17 Μαΐου του 1821 γνωρίζουμε ότι για πρώτη φορά (Ιούνιος – Ιούλιος 1821), παραβιάζεται το άβατο του Αγίου Όρους από επαναστάτες και γυναικόπαιδα οι οποίοι καταφεύγουν στις μονές για να σωθούν(16). Μέχρι το Δεκέμβριο του ίδιου έτους η Σιθωνία, το Άγιο Όρος και η Θάσος έχουν υποταχθεί. Αυτή την εποχή φαίνεται η Αμμουλιανή σαν καταφύγιο επαναστατών και πειρατών(17).

Το 1913 αναφέρεται ρητώς στα κατοικούμενα Μετόχια των Μονών του Αγίου Όρους χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς ο αριθμός των κατοίκων της(18). Καθώς όμως αποτελούσε τμήμα της κτηματικής περιουσίας της οι μοναχοί καλλιέργησαν τον τόπο, μάζευαν τις ελιές κι’ έβγαζαν λάδι για τις ανάγκες της μονής, έχτισαν το ναό, τα πρώτα σπίτια – αποθήκες, αυτά που ακόμα και σήμερα οι ντόπιοι τα ονομάζουν «καλογερικά». Μετά τον εποικισμό και την απογραφή της 15ης και 16ης Μαίου 1928 είχε 513 κατοίκους(19). Στο νησί σήμερα κατοικούν 547 κατ. και σημαντικό τμήμα της αύξησης του πληθυσμού που συντελέστηκε την τελευταία δεκαετία οφείλεται στους απογραφέντες στις εκεί παραθεριστικές κατοικίες.

Απολαμβάνοντας την βόλτα, στο λιμάνι θα δείτε ένα από τα παλιά κτήρια του νησιού, τον παλιό αρσανά,ένα αγιορείτικο διώροφο κτήριο του 1860, μέσα στο οποίο οι μοναχοί προστάτευαν τις βάρκες τους το χειμώνα. Ανακαινίστηκε και λειτουργεί σαν καφετέρια. Ψηλότερα στον λόφο είναι η ομώνυμη της εκκλησίας πλατεία του χωριού όπου υπάρχουν ακόμη δύο απ’ τα παλιότερα κτήρια της νήσου· μαζί με την εκκλησία του  Αγ. Νικολάου, απαρτίζουν ένα όμορφο αρχιτεκτονικό σύνολο. Πρόκειται για την διώροφη  λιθόχτιστη κατοικία των μοναχών που σύμφωνα με την λιθανάγλυφη επιγραφή χτίστηκε το 1907. Μετά τον εποικισμό διαμορφώθηκε σε σχολείο και γραφείο για τους δασκάλους. Στο ισόγειο υπήρχε το μαγειρείο και η τραπεζαρία για τους εκατό μαθητές. Λειτούργησε μέχρι το 1966 που έγινε το καινούργιο ενώ στις μέρες μας στεγάζει τον πολιτιστικό και τον αλιευτικό σύλλογο του νησιού. 

Το απέναντι λιθόχτιστο κτήριο του 1896(20) χρησίμευε στην αποθήκευση σιτηρών ενώ τη περίοδο του πολέμου γινόντουσαν οι συναντήσεις των αντιστασιακών ομάδων του νησιού. Στο πέρασμα του χρόνου άλλαξε πολλές χρήσεις, λειτούργησε σαν λέσχη, στέγασε θεατρικές – κινηματογραφικές παραστάσεις ενώ σήμερα παραμένει άδειο, ανεκμετάλλευτο. Αξιόλογο μνημείο με ιστορικό ενδιαφέρον είναι η θαυμάσια εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1865) χτισμένη, όπως και τα υπόλοιπα κτήρια από τους μοναχούς της Ι. Μ. Βατοπαιδίου. Σύμφωνα με την παράδοση ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Μόδεστο, όμως κάποιος ναυτικός ο οποίος σώθηκε πήρε την απόφαση, και με τους μοναχούς που υπήρχαν στο νησί μεγάλωσαν τον ναό σε ύψος αποδίδοντάς πλέον τον πάνω όροφο στον Άγιο Νικόλαο, ενώ κάτω ήταν αποθήκη. Έτσι διώροφο, με εξωτερική σκάλα τον αντίκρισαν οι πρόσφυγες το 1924. Αργότερα έγιναν προσθήκες ενώ στον περίβολο χτίστηκε το 1995 με χορηγία του Παντελή Παπαδόπουλου το μεγάλο τετράπλευρο κωδωνοστάσιο. Τελευταίες επεμβάσεις ήταν η κάλυψη των παράθυρων του υπερώου με εικόνες και η τοποθέτηση στεγάστρων στις εισόδους. Το εσωτερικό του ναού είναι λιτό, με ξύλινο απλό τέμπλο. Αυτό Αμέσως κερδίζουν τη ματιά του επισκέπτη οι φορητές εικόνες στους τοίχους. Αυτές προέρχονται από τη γενέτειρα πολλών κατοίκων Γαλλίμη, τέτοιου μεγέθους που δεν θα έχετε ξαναδεί.  

Γνωρίζοντας παραπέρα το νησί οδηγήστε στον μοναδικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με νοτιοδυτική κατεύθυνση προς τις ξακουστές Αλυκές,μια μεγάλη ολόλευκη κι’ αμμουδερή παραλία με καλή οργάνωση για τους επισκέπτες. Λίγο πριν, εμφανίζεται μπροστά σας μια μικρή ακύμαντη λιμνούλα που λάμπει στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Από αυτήν την αλυκή έλκει την ονομασία της η περιοχή και από αυτή τη λίμνη παλιότερα εξασφάλιζαν το αλάτι της χρονιάς οι Αμμουλιανίτες. Το καλοκαίρι, μεγάλο τμήμα της εξατμίζεται, φανερώνοντας ένα στενό δρόμο ο οποίος προσπερνά τις περιφράξεις, ανεβαίνει ψηλότερα στον λόφο, εξασφαλίζοντας καλύτερη θέα στην λιμνούλα και στην παραλία. 

Στον ευρύτερο χώρο των Αλυκών είναι το κάμπινγκ, με ταβέρνα, ενώ στην θαυμάσια παραλία υπάρχει δυνατότητα να νοικιάσετε βαρκάκια (δεν χρειάζεται δίπλωμα), ποδήλατα θαλάσσης, κανό ή σέρφ, υπάρχει και καντίνα. Ο δρόμος συνεχίζει χωμάτινος πλέον οδηγώντας σας από το εκκλησάκι στην απόμερη παραλία Καλοπήγαδο. Πολύ ωραία τοποθεσία με γαλαζοπράσινα νερά που προδιαθέτουν για ατέλειωτες ώρες χαλάρωσης. Στην επιστροφή, ακολουθήστε το δρόμο από Καλοπήγαδο προς οικισμό, όχι προς Αλυκές, και στα 150 μ. από τον οικισμό να πάτε αριστερά για τις μοναχικές παραλίες Καραγάτσια και Φάκα όπου το κολύμπι γίνεται πραγματική απόλαυση.

Δεύτερη πολύ όμορφη διαδρομή που οδηγεί στην υπέροχη, καταπράσινη δυτική άκρη της Αμμουλιανής ξεκινά μέσα από τον οικισμό. Σε 2,5 χλμ. θα βρείτε δστ. που δεξιά σε 500 μ. οδηγεί στην περιοχή της Φάκας, μια από τις γραφικότερες του νησιού. Απέναντί σας, πρώτο πλάνο, τα δύο Ξηροποταμινά νησάκια το Ρέμα και το ΡυάκιΗ ολόδροση θαλάσσια διαδρομή που δεν χάνει ευκαιρία να την απολαύσει κανένας επισκέπτης, όσες φορές και νάρθει στο νησί, είναι από το υπήνεμο λιμάνι προς τα Δρένια (Γαιδουρονήσια των ντόπιων). Πρόκειται για οκτώ μικρά ακατοίκητα νησάκια (τα δύο ανώνυμα), με αμμουδερές παραλίες που αποτελούν τη συνέχεια του χερσαίου τμήματος της Αμμουλιανής, γειτονικά της Ουρανούπολης. Μαζί με τα δύο Ξηροποταμινά αποτελούν ένα εκπληκτικό σύνολο δέκα νησιών, από τα 446 του νομού Χαλκιδικής(21) πραγματικά ησυχαστήρια. 

Πρώτο βλέπετε την Φύτη ή «Διαπόρτι» και αμέσως μετά το μεγαλύτερο του συμπλέγματος, η Άρτεμις, που σήμερα το ονομάζουν «της Ελιάς» αφού είναι γεμάτο από το ευλογημένο δέντρο. Εμπρός της τα δύο μικρά νησάκια είναι το Παλαμάρι και η νησίδα της Νύχτας ενώ ακολουθεί η Πέννα ή «Τηγάνι» ή «Σπαρμένο» γιατί παλιότερα το έσπερναν στάρι, (στις μέρες μας βόσκουν κατσίκια), και το πλησιέστερο στην Ουρανούπολη, με τον φάρο, η Φρύνη ή «Ποντικονήσι». Όσο μέγεθος ‘’λείπει’’ από την Αμμουλιανή τόσο οι μοναχικές παραλίες στο πολύνησο ενθουσιάζει και πολλές φορές ξαφνιάζει με την ομορφιά του, όπως κάνει η πιο γνωστή απ’ αυτές, στο νησί της «Ελιάς». Η πρόσβαση είναι πανεύκολη σε όλα, αρκεί να απευθυνθείτε στις λάντζες ή τα μεγαλύτερα σκάφη που κάνουν καθημερινά όλες αυτές τις διαδρομές. Διαλέξτε νησάκι ή παραλία και ο καπετάνιος θα σας εξυπηρετήσει άμεσα.

Ολοκληρώνοντας την γνωριμία, δεν μπορεί παρά να οδηγήσετε στην έξοδο του οικισμού όπου μια μεγάλη πινακίδα σας κατευθύνει (3,0 χλμ.) προς τη Μεγάλη Άμμο την τελευταία νότια παραλία. Η παραλιακή διαδρομή ακολουθεί την ακτογραμμή, κοντά σε αθέατες από τα λιόδεντρα κατοικίες. Προσπερνάτε το Γλαστρί που πλέον διαμορφώθηκε σε αλιευτικό καταφύγιο, το Λιμάνι (Τσάρκι) όπου βρίσκεται το τουριστικό συγκρότημα Αγιονήσι, όρμους με διάφανα πρασινογάλανα νερά, μέχρι που φτάνετε στον ευρύστερνο κόλπο του Άι – Γιώργη, με το ομώνυμο εκκλησάκι και λίγο πιο κάτω το παραδοσιακό ταβερνάκι του Συριανού.Το τοπίο πραγματικά μαγεύει, η γαλήνια θάλασσα και το νησάκι με την αρχαία ονομασία Μυδωνία, μπροστά απ’ την ακτή, είναι ό,τι καλύτερο για ξεκούραση και βουτιές. 

Οι όμορφες εγκαταστάσεις του Γρίπου (Νίκος και Μαλαματένια), ανάμεσα στους σχίνους και λιόδεντρα περιλαμβάνουν μπαράκι – καφετέρια, ταβέρνα, ενοικιαζόμενα σπιτάκια και άπειρη αγάπη για τα λουλούδια και τα παρτέρια του χώρου. Η παραλιακή διαδρομή συνεχίζει μέχρι τον τελευταίο σταθμό, το κάμπινγκ της Μεγάλης Άμμου μιας πανέμορφης, ήρεμης παραλίας με κρυστάλλινα νερά, μπαράκι και ταβέρνα μια ανάσα από το ανατολικό άκρο του νησιού ακριβώς απέναντι απ’ τα Δρένια. Ειδικά το σούρουπο με τις παράξενες μοβ πινελιές στον ουρανό ή νωρίς το πρωί που ανατέλλει ο ήλιος, σκορπώντας τα θερμά του χρώματα παντού, η ασύλληπτη θέα προς τα νησιά, την Ουρανούπολη και τον συμπαγή ορεινό όγκο του Άθω, πραγματικά κόβει την ανάσα.

Σήμερα η Αμμουλιανή από μικρό ψαροχώρι εξελίχθηκε σ’ ένα πανέμορφο προορισμό με θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον και υποδομές για διαμονή όπως ταιριάζει στον κάθε επισκέπτη. Οι νοστιμότατες τοπικές συνταγές, τα προσεγμένα μαγειρευτά και τα ολόφρεσκα ψαρικά κερδίζουν κατά κράτος άλλα γνωστότερα νησιά. Το προσφυγικό στοιχείο, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, παρά τα δεινά που υπέστησαν, την πίκρα του ξεριζωμού απ’ την «Ρωμιοθάλασσα» της Προποντίδας(22) και τα ιερά χώματα της Μικράς Ασίας, προσέγγισαν το νέο τόπο τους με αγάπη. Ήθελαν την πρόοδο, φιλοδοξούσαν γι’ αυτή. Με μόχθο, αξιομνημόνευτο ζήλο, φιλικότητα και φιλοξενία, που τους χαρακτηρίζουν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν θετικά την πρόκληση της τουριστικής ανάπτυξης. Πρωτοπόροι, κοσμοπολίτες και περισσότερο ανεπτυγμένοι σε πολλούς κοινωνικούς και πολιτιστικούς τομείς έδωσαν νέα πνοή στη Χώρα, ανεξάρτητα τον τόπο εγκατάστασης. 

Στις μέρες μας, αντικρίζοντας τα έργα τους, μπορούμε να τεκμηριώσουμε ότι ο σημερινός πολιτισμός της Ελλάδας επηρεάστηκε αποφασιστικά από όλους αυτούς.  

Σημειώσεις:

(1) Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού (1995) 69.

(2)Χάρτης του Αγίου Όρους στο αφιέρωμα «Άγιο Όρος – Η κιβωτός της Ορθοδοξίας»,του ένθετου περιοδικού Επτά ημέρες, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακής 5 Ιουλίου 1992) 2. Επιμέλεια αφιερώματος: Γιώτα Μυρτσιώτη.

(3) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larouse Britanica, τ. 6, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα (2006) 244.

(4) Μιχαήλ Σταματελάτος – Φωτεινή Βάμβα Σταματελάτου, Ελληνική Γεωγραφική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 1, Εκδόσεις Τεγόπουλος – Μανιατέας, Αθήνα (1997) 96, των ιδίων και της εκδοτικής Ερμής ΕΠΕ (ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα), Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τ.1, Αθήνα (2006) 98.

(5) Χάρτης του Αγίου Όρους (ανατύπωση από την εγκυκλοπαίδεια του Παύλου Δρανδάκη), στο βιβλίο του Κωνσταντίνου Ι. Χατζηιωάννου, Η Ιστορία της Αμμουλιανής, έκδοση: Πολιτιστικός Σύλλογος Αμμουλιανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (1997) 155.

(6) Γιαγκάκης ο.π. (1995) 22.

(7) Το 480 π.Χ. ο βασιλιάς της Περσίας Ξέρξης για να εκδικηθεί την ήττα των Περσών στον Μαραθώνα (490 π.Χ.) εκστρατεύει κατά της Ελλάδας. Το εμπόδιο των επικίνδυνων νερών του Άθω το ξεπέρασε διατάσσοντας την κατασκευή διώρυγας μήκους 2 χλμ., ένα από τα σημαντικότερα έργα εκείνης της εποχής. Αυτή η διώρυγα θα εξυπηρετούσε τα σχέδιά του για την εισβολή, στόχο που επί 12 χρόνια δεν είχε κατορθώσει ο στρατηγός του Μαρδόνιος, του οποίου ο στόλος καταστράφηκε στην διάρκεια καταιγίδας, την ώρα που έπλεε στην άκρη της χερσονήσου. Αυτή την καταστροφή θέλησε να αποφύγει ο Ξέρξης και γιαυτό ήθελε αυτό το φιλόδοξο έργο. Ηλεκτρονική Εγκυκλοπαίδεια Μαλλιάρης Παιδεία (βλ. λήμμα Ξέρξης). 

(8) Ρίτσαρντ Τζόουνς επικεφαλής ερευνητής στο σχέδιο και αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, Μπεν Ισερλιν, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Λις, (ξεκίνησε το σχέδιο εξερεύνησης της διώρυγας στις αρχές της δεκαετίας του ’90), Βασίλης Καραστάθης, μέλος της ομάδας που πραγματοποίησε την σεισμική έρευνα και γεωφυσικός στο Εθνικό Αστεροσκοπείο της Αθήνας, Μαρία Μπρόσιους, ερευνήτρια του Πανεπιστημίου Απόν Ταϊν του Νιούκαστλ. Περισσότερα διαβάστε στο: Yudhijit Bhattacharjee, TheNewYorkTimes «Στοιχεία για τη διώρυγα του Ξέρξη», Εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2001) στήλη Διεθνή Θέματα.

(9)Με τη διεθνή κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ανταλλαγή πληθυσμών αποτελεί πλέον παραβίαση κανόνων Διεθνούς Δικαίου και έχει τεθεί εκτός πραγματικότητας. Χρήστος Ροζάκης, (βλ. το λ. «ανταλλαγή πληθυσμών», «Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larouse Britanica», τ. 7, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα (2006) 546.

(10) Χατζηιωάννου ο.π. 154.

(11) Ι. Κ. Βασδραβέλλη, Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνας 1796 – 1832, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, δεύτερη έκδοση (1950) 83.

(12) Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Οι Μαρμαρινοί, οι δομές μιας νησιώτικης κοινωνίας θαλασσινών, Αυτοέκδοση χ.χ. [Αθήνα 1990] βλ. ειδικά το κεφάλαιο: Οι δομές της Αλιείας 33 – 46.Επίσης του ιδίου Η ψαρική στο Μαρμαρά Αυτοέκδοση Θεσσαλονίκη 1984 και Ο ναυτικός βίος και η ξενιτιά στο Μαρμαρά, Αυτοέκδοση Αθήνα 1993.

(13) Χατζηιωάννου ο.π. 154.

(14) Χατζηιωάννου ο.π. 156, 157.

(15) Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens (1999) 165.

(16)Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354 – 1833, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη (1988) 566.

(17)  Βακαλόπουλος ο.π. 575.

(18)  Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Όρμος Αποθηκών Τήνου (2004) 12.

(19) Χατζηιωάννου ο.π. 435 και Γιαγκάκης ο.π. (2005) 50.

(20)Χατζηιωάννου ο.π. 313.

(21) Γιαγκάκης ο.π. (1995) 69 με πηγή την Υδρογραφική Υπηρεσία του Π.Ν. Αυτά, όσον αφορά την Χαλκιδική. Στον νομό Αγίου Όρους υπάρχουν ακόμα 160 ενώ το μήκος της ακτογραμμής του, φτάνει τα 135,45 χλμ.

(22) Ακύλα Μηλλά, «Προποντίδα, Μια θάλασσα της Ρωμιοσύνης», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, 2-21 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Ιουλίου 1994) επιμέλεια: Βησσαρίων Σταύρακας. Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Ο Νέος Μαρμαράς, από την Προποντίδα στα νερά του Αιγαίου, τα πρώτα δύσκολα χρόνια, Αυτοέκδοση Αθήνα 1991.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Θέση: 40ο 20’, 00 βόρειο, 23ο 55’, 00 ανατολικό, Έκταση: 6,85 τ.χ., Ακτογραμμή: 21 χλμ., Υψόμετρο: +/- 100 μ. υψώματα Τρυγόνα και Κούκος. Πληθυσμός: 547 κατ. (’01), Πρωτεύουσα: Αμμουλιανή, Νομός: Χαλκιδικής, Δήμος Σταγείρων – Ακάνθου. Απόσταση από Θεσσαλονίκη 130 χλμ., απόσταση από Τρυπητή 2 ν.μ – 10’. 

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 23770, Ταχυδρομικός Κώδικας: 630 75 Ιερισσός Χαλκιδικής.

ΔΙΑΜΟΝΗ:  www.futurenet.gr/ammoyliani/rooms_gr.shtml. Περισσότερα από 10 ξενοδοχεία AMULIANI 51297, Αλκυονάρι 51057, Αρχονταρίκι 51207, Νηρηίδες 51154, Ισμήνη 51407, SanRise 51273, Θάλασσα 51344, Κασταλία 51377, Ερωτόκριτος 6974116535, Αρχοντικό 51444, Gallery 51405, Agionissi Resort www.papcorp.gr 51102,  και δεκάδες ενοικιαζόμενα δωμάτια, πανσιόν, ξενώνες και Studios. Ωραίος ο «Γρίπος» με τα ενοικιαζόμενα σπιτάκια 51049. Το Σωματείο Ενοικιαζομένων Δωματίων Αμμουλιανής θα σας διευκολύνει να βρείτε κάτι στα μέτρα σας, Τηλ – Fax: 31170, e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. και www.halkidiki.com/ammouliani/association_g.htm

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στις Αλυκές 51379 Αβδημιώτης Βασίλης, και στην Μεγάλη Άμμο, 51182 – 3 Γιουβανίκας Σταύρος.

ΦΑΓΗΤΟ: Τα φρέσκα ψάρια, πιασμένα μόλις λίγες ώρες πριν και τα μαγειρευτά με τοπικές συνταγές είναι η καλύτερη επιλογή. Φρέσκο ψάρι και μαγειρευτά «Τζανής» Τζανής Άγγελος (ο εγγονός) 51322, και ο «Γρίπος» 51049, κρεατικά στην «Κληματαριά» Κώστα Παιδάκης 51151, Ψαροταβέρνα «Γλάρος» 51179, Ταβέρνα «Βασίλης» 51340, Ταβέρνα «Σαράντης» 51114.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Σταγείρων – Ακάνθου 2377022216, Δημοτικό Διαμέρισμα Αμμουλιανής 2377051208, Fax: 2377051108, Αστυνομία: δεν έχει, Α’ Βοήθειες – Περιφερειακό Ιατρείο: 51333, και ελικοδρόμιο στο Αγιονήσι. Φαρμακείο 51400, Ενοικιάσεις – Βουλκανιζατέρ στην Αμμουλιανή: Αναστασιάδης Στέφανος 51054, 51057,  6977539067. Βουλκανιζατέρ στην Ιερισσό: Στάθης Ψυχογιός 22500. Να έχετε μαζί σας δύο Fast.

ΧΡΗΣΙΜΑ: www.ammouliani.com Οι δυσπρόσιτες παραλίες στα Δρένια αλλά και ο γύρος του νησιού είναι εύκολο να γίνουν με τον καπετάνιο Κώστα Κουτρουμπάκη 6972026570. Επίσης με τα τουριστικά σκάφη «Λαμπρινή» 6937086162, «Ιωάννα» 51025, και «Άγιος Νικόλαος» 6974023717, 54143. Τράπεζες με Α.Τ.Μ. στην Ιερισσό την Ουρανούπολη και το Στρατώνι. Επισκεφθείτε τον παραδοσιακό ξυλόφουρνο του Πολιού Ροδόλφου για σπέσιαλ τσουρέκι, κουλούρια γεμιστά, πίτες και ψωμί στα ξύλα. Επίσης τον φούρνο του Αλέξανδρου Ροδοκαλάκη. 

ΠΡΟΣΒΑΣΗ:  Η Αμμουλιανή απέχει 130 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη (640 από Αθήνα), και συνδέεται με ferry boat, κάθε 30’ από την Τρυπητή. Διάρκεια ταξιδιού 10’. Το καλοκαίρι υπάρχουν και ταχύπλοα.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Δεν έχει, όμως δεν υπάρχει πρόβλημα αφού στην Ιερισσό έχει τρία και στην Ουρανούπολη δύο.

ΧΑΡΤΕΣ: Αποκλειστικά για το νησί δεν υπάρχει. Καλύτερος όλων το φύλλο ‘’Ιερισσός’’ σε κλίμακα 1:50.000 της Γ.Υ.Σ. Ευελπίδων 4, Πεδίον Άρεως 2108206600, που όμως δεν περιλαμβάνει το Άγιο Όρος (φύλλα ‘’Καρυαί’’ και ‘’Άθως’’). Γενικά υπάρχουν πολλές εκδόσεις για την Χαλκιδική (Greco card με αδιευκρίνιστη κλίμακα – Ρέκος 1:240.000) που περιλαμβάνουν την Αμμουλιανή και τα παράλια του Αγίου όρους. Πιο καλή επιλογή φαίνεται η έκδοση της Νομαρχίας Χαλκιδικής (2371022269) με χλμ. αποστάσεις και αδιευκρίνιστη κλίμακα.

ΒΙΒΛΙΑ: Αναζητήστε στο νησί την μοναδική εργασία του Κωνσταντίνου Ι. Χατζηιωάννου, Η Ιστορία της Αμμουλιανής, έκδοση: Πολιτιστικός Σύλλογος Αμμουλιανιτών Θεσσαλονίκης 1997. Αξιόλογο αφιέρωμα έγινε από το ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Ιουλίου 1994) και το περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.22 Ιούλιος - Αύγουστος 2001. Επειδή η βιβλιογραφία για την Μικρά Ασία θεωρείται δυσεύρετη δράττομαι της ευκαιρίας να αναφέρω κάποιες πηγές. Το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (κ. Πολίτης & κα. Κοντογιάννη), έχει πολύ αξιόλογο υλικό στη βιβλιοθήκη του στην οποία υπάρχει πρόσβαση. Κυδαθηναίων 11, Πλάκα, 2103239225 3229758. Η Ένωση Σμυρναίων (κα. Σπηλιώτη), συνεχίζει να εκδίδει την εφημερίδα Μικρασιτική Ηχώ, και τους τόμους των  «Μικρασιατικών Χρονικών», όπου δημοσιεύονται αξιόλογες εργασίες. Σκουφά 71 Α και Μασσαλίας, 2103633618, Fax: 3634636. Στο Σύλλογο προς Διάδοση Ωφέλιμων Βιβλίων (κ. Κάβουρας) θα βρείτε ανατυπώσεις από τις εξαιρετικές εργασίες των: Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία Μικράς Ασίας, Αθήνα 1921 Α’ ανατύπωση Αθήνα 2000, του ιδίου, Η ελληνικότητα των Νομών Προύσσης και Σμύρνης, Αθήνα 1919 Α’ ανατύπωση Αθήνα 2006, Κωνσταντίνου Ι.  Άμαντου, Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας κατά τον Μεσαίωνα, Αθήνα 1919 Α’ ανατύπωση Αθήνα 2005, Γεωργίου Σάκκαρη,  Ιστορία των Κυδωνιών (Αϊβαλί), Αθήνα 1920 Α’ ανατύπωση Αθήνα 2005, Γεωργίου Α. Σωτηρίου, Τα Χριστιανικά μνημεία της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1920 Α’ ανατύπωση Αθήνα 2006. Εκτός αυτών που αναφέρονται υπάρχει βιβλιογραφικός οδηγός για όλες τις ανατυπώσεις. Ζητήστε τον στο: 2106462636, 6430783, Παναγή Κυριακού 24 και Κοτυαίου 2 στους Αμπελοκήπους. Επίσης λειτουργούν πολλοί σύλλογοι που κατά καιρούς παρουσιάζουν αξιόλογες εκδόσεις. Ένας από αυτούς είναι ο πολιτιστικός Σύλλογος Μικρασιατών Νέας Ιωνίας Μαγνησίας ‘’ΤΟ ΕΓΓΛΕΖΟΝΗΣΙ’’ που διαθέτει δύο βιβλία: Θεόδωρος Γεωργίου Πρώϊας, Το Αιγκλαιζονήσι των Αρχαίων Κλαζομενών, Βόλος 1999 και μια ολοκαίνουργια έκδοση της Μαρίας Σκαμάνγα – Αυγερινού, Ο Καθημερινός Βίος των Ελλήνων στο Εγγλεζονήσι της Μικράς Ασίας, Αθήνα 2006. Μπορείτε να τα παραγγείλετε αντικαταβολή στην πρόεδρο του συλλόγου κα. Ουρανία Σταματιάδου 2421067790, 2421061498.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΑΜΜΟΥΛΙΑΝΗ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Ιωάννη Κ. Βασδραβέλλη, Οι Μακεδόνες εις τους υπέρ της Ανεξαρτησίας αγώνας 1796 – 1832, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, δεύτερη έκδοση 1950.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Η ψαρική στο Μαρμαρά Αυτοέκδοση Θεσσαλονίκη 1984.
  • Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354 – 1833, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1988.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Οι Μαρμαρινοί, οι δομές μιας νησιώτικης κοινωνίας θαλασσινών, Αυτοέκδοση χ.χ. [Αθήνα 1990].
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Ο Νέος Μαρμαράς, από την Προποντίδα στα νερά του Αιγαίου, τα πρώτα δύσκολα χρόνια, Αυτοέκδοση Αθήνα 1991.
  • Αντώνη Σ. Μαρμαρινού, Ο ναυτικός βίος και η ξενιτιά στο Μαρμαρά, Αυτοέκδοση Αθήνα 1993.
  • Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Νησιολόγιο των Κατοικούμενων Ελληνικών Νησιών 1940 – 1991,  Αυτοέκδοση, Αγκίστρι του Σαρωνικού 1995.
  • Κωνσταντίνος Ι. Χατζηιωάννου, Η Ιστορία της Αμμουλιανής, έκδοση: Πολιτιστικός Σύλλογος Αμμουλιανιτών Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1997.
  • Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Πληθυσμιακές απεικονίσεις των Ελληνικών Νησιών 1896 – 1940 – 2001, Αυτοέκδοση, Όρμος Αποθηκών Τήνου 2004.
  • Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • Συλλογικό, Ταξιδιωτικός Οδηγός Αθωνική Χερσόνησος, έκδοση Δήμος Σταγείρων – Ακάνθου 2006. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Ακύλα Μηλλά, «Προποντίδα, Μια θάλασσα της Ρωμιοσύνης», ένθετο περιοδικό ‘’Επτά ημέρες’’, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Ιουλίου 1994) επιμέλεια: Βησσαρίων Σταύρακας. 
  • Θεόφιλος Δ. Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή, «Αμμουλιανή», περιοδικό Ελληνικό Πανόραμα τ.22 Ιούλιος – Αύγουστος 2001.
  • Θεόφιλος Δ. Μπασγιουράκης – Άννα Καλαϊτζή, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξιδεύοντας της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 5 Αυγούστου 2001.
  • Λιάνα Τσώνου – Γιώργος Κωνσταντινίδης, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.227) της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Αυγούστου 2004.
  • Συλλογικό, «10 Προορισμοί που δεν κατέστρεψε ο τουρισμός», περιοδικό ΟΙΚΟ τ.34 Ιούλιος 2005.
  • Νατάσα Σινιώρη – Κανάρης Τσιγκάνος, «Αμμουλιανή Χαλκιδικής», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό «Κ» (τ.173), 24 Σεπτεμβρίου 2007 της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή, (Έτος 88ο, φύλλο 26.389).

 ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ

«ΦΥΣΗ» (NATURA) 2000 (5032 λέξεις)

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2006 

Η Ελλάδα καταλαμβάνει το νότιο άκρο της Βαλκανικής και αποτελεί τμήμα της Ευρωπαϊκής ανατολικής Μεσογείου. Παρά την μικρή της έκταση (132.000 Km2), διαθέτει μεγάλη ποικιλία βιοτόπων και φυσικών τοπίων που οφείλεται στη θέση και το κλίμα της. Ο ορεινός χαρακτήρας της χώρας, το έντονο εδαφικό ανάγλυφο, οι βροχοπτώσεις, η μεγάλη ακτογραμμή, οι πολυάριθμες χερσόνησοι και τα χιλιάδες νησιά συμβάλουν και πλουτίζουν πολλούς από αυτούς. 

Η πολυκύμαντη τρισχιλιετής ιστορική παρουσία της, και ο πολιτισμός που ανέπτυξε πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες, είχε ως συνέπεια την πρώιμη αλλοίωση τμημάτων της αρχικής φυσικής βλάστησης. Οι αργές διορθωτικές επεμβάσεις της φύσης και η εξέλιξή της, δεν μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να αποκαταστήσει αυτά τα τοπία, ενώ, οι έντονες ανθρώπινες δραστηριότητες επέδρασαν, επιδρούν κι’ επηρεάζουν αυτά τα οικοσυστήματα. Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις παρά τις πιέσεις που δέχονται, διατηρούν σε μεγάλο βαθμό τη φυσικότητα τους. Καμία άλλη μεσογειακή ή ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει τόσο υψηλά αποθέματα βιοποικιλότητας η οποία μάλιστα, βρίσκεται πολύ κοντά στις φυσικές συνθήκες. Σε αυτό βοηθά και το γεγονός ότι πολλές είναι απομακρυσμένες και απομονωμένες δημιουργώντας έτσι αυτήν την πλούσια παρουσία ενδημικών και σπάνιων ειδών φυτών και ζώων που σε άλλες χώρες έχουν εξαφανιστεί προ πολλού. 

Αυτές οι περιοχές που σήμερα προστατεύονται, ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες και περιλαμβάνουν: νησιά, νησίδες και ακτές, λίμνες, λιμνοθάλασσες, αλυκές, ποταμοί και τα δέλτα τους, βουνά, δάση, κορυφές, αλπικές περιοχές αλλά και  κοιλάδες, φαράγγια, πηγές, σπήλαια κ.λπ. Αυτό το πλήθος των τόπων αποτελείται απο θαυμάσια οικοσυστήματα, όλα, με σπουδαίες φυσικές λειτουργίες που περιλαμβάνουν από τον αέρα που αναπνέουμε, μέχρι τη στήριξη της τροφικής αλυσίδας. Είναι πραγματικοί παράδεισοι τόσο για την απαραίτητη πλέον αναψυχή των περιηγούμενων όσο και τις επιστημονικές έρευνες που διεξάγονται σε αυτές. 

Το ακούμε συχνά, «η περιοχή προστατεύεται και έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura (Φύση) 2000». Δεκάδες δημοτικοί άρχοντες, σε όλη την επικράτεια, έχουν εντάξει στη διαφημιστική τους εκστρατεία και αυτό το γεγονός, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τη φύση της περιοχής τους, ελπίζοντας σε κάποια, τουριστική κυρίως, ανάπτυξη. Πολλές απο αυτές, έχουν γίνει ήδη σπουδαίοι και σημαντικοί πόλοι έλξης επισκεπτών, προσφέροντας οικονομικούς πόρους με πολλαπλά οφέλη. Παρόλα αυτά, η προστασία τους υπολείπεται(1) ενώ σε πολλές περιπτώσεις μένει στα χαρτιά, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι χώροι να ταπεινώνονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Αυτές, εκτός ό,τι στερούν οποιοδήποτε κέρδος από την εκμετάλλευση, επιφέρουν σοβαρές αλλοιώσεις στο φυσικό περιβάλλον.  

Επίσης, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι αυτοί οι χώροι χαρακτηρίζονται, επιπλέον, από εξαιρετικό πολιτιστικό πλούτο, που συνδέεται στενά με την ποικιλία της ελληνικής φύσης. Χωρίς αμφιβολία, και αυτά συντελούν με τη σειρά τους στη δημιουργία πολλών αξιόλογων τοπίων, που συνδυάζουν φυσικό κάλλος και πολιτιστική αξία. Τα ιστορικά μνημεία τόσων διαφορετικών εποχών, η παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τα ήθη, οι παραδόσεις και γενικώς όλα τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, μαζί με τα φυσικά και βιολογικά στοιχεία, συνθέτουν την έννοια του αισθητικά σημαντικού τοπίου. Δυστυχώς, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός της όποιας τουριστικής ‘’ανάπτυξης’’ όχι μόνο φέρνει αντίθετα αποτελέσματα από τις αρχικές επιδιώξεις, όχι μόνο υποτιμά αυτές τις περιοχές, αλλά κυρίως, δεν γίνεται καν μάθημα στους ιθύνοντες, (έστω εκ του αποτελέσματος) ώστε να αποφευχθούν μελλοντικές υποβαθμίσεις(2).            

Στο επίπεδο της Ε.Ε. διαπιστώθηκε ότι η γενική κατάσταση διατήρησης ενός συγκεκριμένου αριθμού οικοτόπων και ειδών, επιδεινώνεται προοδευτικά με κίνδυνο που μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες απώλειες για την τόσο σημαντική βιοποικιλότητα. Το Δίκτυο Natura 2000 αποτελεί ένα Ευρωπαϊκό Οικολογικό Δίκτυο περιοχών, οι οποίες φιλοξενούν φυσικούς τύπους οικοτόπων και οικοτόπους ειδών που είναι σημαντικοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.  

Αποτελείται από δύο κατηγορίες περιοχών: Τις «Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ)» (Special Protection Areas - SPA) για την Ορνιθοπανίδα, όπως ορίζονται στην Οδηγία 79/409/ EK , και τους «Τόπους Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ)» (Sites of Community Importance - SCI ) όπως ορίζονται στην Οδηγία 92/43/ΕΚ. Οι ΖΕΠ, μετά τον χαρακτηρισμό τους από τα Κράτη Μέλη, εντάσσονται αυτόματα στο Δίκτυο Natura 2000, και η διαχείρισή τους ακολουθεί τις διατάξεις του άρθρου 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΚ. Αντίθετα, για την ένταξη των ΤΚΣ πραγματοποιείται επιστημονική αξιολόγηση και διαπραγμάτευση μεταξύ των Κρατών Μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των κατά οικολογική ενότητα Βιογεωγραφικών Σεμιναρίων. Η οριστικοποίηση τουκαταλόγου των Τόπων Κοινοτικής Σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο βαίνει προς ολοκλήρωση όσον αφορά την Μεσογειακή ζώνη, στην οποία ανήκει εξ ολοκλήρου η Ελλάδα.  

Μετά την οριστικοποίηση του καταλόγου των ΤΚΣ, τα Κράτη Μέλη υποχρεούνται να κηρύξουν τις περιοχές αυτές ως « Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ)» (Special Areas of Conservation - SAC )» το αργότερο μέσα σε μια εξαετία. Οι δραστηριότητες στις περιοχές του Δικτύου Natura 2000 ρυθμίζονται μέχρι σήμερα από την Εθνική Νομοθεσία.

Η Οδηγία 79/409/ΕΚ εναρμονίστηκε στο ελληνικό Δίκαιο με τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις 414985/29-11-85 (ΦΕΚ 757/Β/18-12-85), 366599/16-12-96 (ΦΕΚ 1188/Β/31-12-96), 294283/23-12-97 (ΦΕΚ 68/Β/4-2-98).

Η Οδηγία 92/43/ΕΚ εναρμονίστηκε στο ελληνικό Δίκαιο με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 33318/3028/11-12-98 (ΦΕΚ 1289/Β/28-12-98). 

Info: Δίπλα από τον κωδικό της περιοχής είναι η έκταση σε ha (εκτάρια). Το κάθε εκτάριο είναι 10 στρ.
Πηγές: ΥΠΕΧΩΔΕ: http://www.minenv.gr/1/12/121/12103/g1210300.html, Ε.Μ.Π: http://www.itia.ntua.gr/filotis/

ΝΟΜΟΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ 

  1. 1.      Δέλτα Αχελώου, Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου – Αιτωλικού και εκβολές Ευήνου κωδικός (στο εξής κωδ.) GR 2310001 (ha 35588,73)
  2. 2.      Εσωτερικό αρχιπέλαγος Ιονίου (Θαλάσσια περιοχή Μεγανησίου, Καλάμου, Καστού, Αρκουδιού, Ατόκου, και Εχινάδων Νήσων), κωδ. GR 2220003
  3. 3.      Λίμνες Βουλκάρια και Σαλτινή, κωδ. GR 2310006 (ha 3236,86)
  4. 4.      Λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία, κωδ. GR 2310009 (ha 14279,80)
  5. 5.      Λίμνη Αμβρακία, κωδ. GR 2310007 (ha 2204,75)
  6. 6.      Λίμνη Οζερός, κωδ. GR 2310008 (ha 1258,49)
  7. 7.      Λιμνοθάλασσες Μεσολογγίου, κωδ. GR 2310002
  8. 8.      Όρη Ακαρνανικά, κωδ. GR 2310003 (ha 5056,00)
  9. 9.      Όρος Αράκυνθος και Στενά Κλεισούρας, κωδ. GR 2310010 (ha 13331,28)
  10. 10.   Όρος Βαράσοβα, κωδ. GR 2310005 (ha 1446,06)
  11. 11.   Όρος Παναιτωλικό, κωδ. GR 2310004 (ha 18542,03)
  12. 12.   Δέλτα Αχελώου, Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου – Αιτωλικού και εκβολές Ευήνου, Νήσοι Εχινάδες, Πεταλάς, Δυτικός Αράκυνθος και Στενά Κλεισούρας, κωδ. GR 2310015 (ha 44184,00). 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ 

  1. 13.   Ακροναυπλία και Παλαμίδι, κωδ. GR 2510003 (ha 356,30)
  2. 14.   Όρος Αραχναίο, κωδ. GR 2510001
  3. 15.   Όρος Δίδυμο, κωδ. GR 2510002
  4. 16.   Όρος Ολίγυρτος, κωδ. GR 2530004 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ 

  1. 17.   Λίμνη Τάκα, κωδ. GR 2520002 (ha 1033,15)
  2. 18.   Μονή Έλωνας και Χαράδρα Λεωνιδίου, κωδ. GR 2520005 (ha 7000,16)
  3. 19.   Όρος Μαίναλο, κωδ. GR 2520001 (ha 22673,06)
  4. 20.   Όρος Ορίωντας, κωδ. GR 2520004
  5. 21.   Όρος Πάρνωνας και περιοχή Μαλεβής, κωδ. GR 2520006 (ha 55767,54)
  6. 22.   Λιμνοθάλασσα Μούστου GR 2520003 (ha 366,44) 

ΝΟΜΟΣ ΑΡΤΑΣ 

  1. 23.   Αμβρακικός Κόλπος, Δέλτα Λούρου και Αράχθου κωδ. GR 2110001 (ha 28780,13)
  2. 24.   Όρη Αθαμάνων (Τζουμέρκα), κωδ. GR 2110002 (ha 18695,33)
  3. 25.   Αμβρακικός κόλπος, Λιμνοθάλασσα Κατάφουρκο και Κορακονήσια, κωδ. GR 2110004 (ha 23004,00)
  4. 26.   Κοιλάδα Αχελώου, κωδ. GR 2110005 (ha 13541,00) 

ΝΟΜΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 

  1. 27.   Νήσος Αντικύθηρα, Πρασσονήσι και Λαγουβάρδο, κωδ. GR 300008 (ha 7171,12)
  2. 28.   Βραυρώνα, Παράκτια θαλάσσια Ζώνη, κωδ. GR 3000004 (ha 2669,24)
  3. 29.   Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας, κωδ. GR 3000009
  4. 30.   Νήσος Κύθηρα από Καραβά έως Μυλοπόταμο – Παλαιόπολη, Αυλαίμονας, κωδ. GR 3000007
  5. 31.   Όρος Πάρνηθα, κωδ. GR 3000001 (ha 14902,43)
  6. 32.   Σούνιο, νησίδα Πάτροκλος, κωδ. GR 3000005
  7. 33.   Εθνικό Πάρκο Σχινιά - Μαραθώνα, κωδ. GR 3000003 (ha 1296,65)
  8. 34.   Υμηττός, αισθητικό Δάσος Καισαριανής, λίμνη Βουλιαγμένης, κωδ. GR 3000006 (ha 8836,91)
  9. 35.    Ωρωπός, Εκβολές Ασωπού, κωδ. GR 3000002
  10. 36.   Νησίδες Κυθήρων: Πρασσονήσι, Δραγονέρα, Αντιδραγονέρα, κωδ. GR 3000010 (ha 989,16) 

ΝΟΜΟΣ ΑΧΑΪΑΣ 

  1. 37.   Λιμνοθάλασσα Καλογριάς, Δάσος Στροφυλιάς και Έλος Λάμιας, κωδ. GR 2320001 (ha 3522,89)
  2. 38.   Αισθητικό Δάσος Καλαβρύτων, κωδ. GR 2320004 (ha 2386,08)
  3. 39.   Αλυκή Αιγίου, κωδ. GR 2320006 (ha 32,49)
  4. 40.   Όρη Μάρπας και Κλωκός, Φαράγγι Σελινούντα, κωδ. GR 2320005 (ha 6042,57)
  5. 41.   Όρος Ερύμανθος, κωδ. GR 2320008 (ha 19332,14)
  6. 42.   Όρος Παναχαϊκό, κωδ. GR 2320007 (ha 12219,51)
  7. 43.   Όρος Χελμός και Ύδατα Στυγός, κωδ. GR 2320002 (ha 17493,00)
  8. 44.   Σπήλαιο Καστριών, κωδ. GR 2320009 (ha 308,02)
  9. 45.   Φαράγγι Βουραϊκού, κωδ. GR 2320003 (ha 2176,31) 

ΝΟΜΟΣ ΒΟΙΩΤΙΑΣ 

  1. 46.   Λίμνες Υλίκη και Παραλίμνη – Σύστημα Βοιωτικού Κηφισού, κωδ. GR 2410001 (ha 11606,50)
  2. 47.   Εθνικός Δρυμός Παρνασσού, κωδ. GR 2410002 (ha 3695,00) 

ΝΟΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ 

  1. 48.   Βασιλίτσα, κωδ. GR 1310001 (ha 8012,77)
  2. 49.   Εθνικός Δρυμός Πίνδου, κωδ. GR 1310002 (ha 3294,00)
  3. 50.   Εθνικός Δρυμός Πίνδου (Βάλια Κάλντα και ευρύτερη περιοχή), κωδ. GR 1310003 (ha 6838,25) 

ΝΟΜΟΣ ΔΡΑΜΑΣ 

  1. 51.   Δάσος Φρακτού, κωδ. GR 1140001 (ha 1085,56)
  2. 52.   Κεφαλάρι, κωδ. GR 1140005
  3. 53.   Κορυφές Όρους Φαλακρό, κωδ. GR 1140004 (ha 9845,62)
  4. 54.   Μυλοπόταμος, κωδ. GR 1140006
  5. 55.   Όρος Χαϊντού, Κούλα & Γύρω Κορυφές, κωδ. GR 1120003
  6. 56.   Παρθένο δάσος Κεντρικής Ροδόπης, κωδ. GR 1140007 (ha 569,00)
  7. 57.   Περιοχή Ελατιά, Πυραμίς, Κούτρα, κωδ. GR 1140003 (ha 7431,51)
  8. 58.   Ροδόπη (Σημύδα), κωδ. GR 1140002 (ha 6708,00) 

ΝΟΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 

  1. 59.   Νήσοι Αρκοί, Λειψοί, Αγαθονήσι και Βραχονησίδες, κωδ. GR 4210010 (ha 12407,03)
  2. 60.   Νήσος Αστυπάλαια: ανατολικό τμήμα, γύρω νησίδες και Οφιδούσα, κωδ. GR 4210009 (ha 7027,21)
  3. 61.   Βόρεια Κάρπαθος και Σαρία, κωδ. GR 4210003 (ha 11297,96)
  4. 62.   Βραχονήσια Νοτίου Αιγαίου: Βελοπούλα, Φαλκονέρα, Ανάνες, Χριστιάνα, Παχειά, Φτένο, Μακρά, Αστακονήσια, Σύρνα και Γύρω Νησιά και θαλάσσια Ζώνη, κωδ. GR 4210011 (ha 4568,46)
  5. 63.   Νήσος Κάσος και Κασονήσια, κωδ. GR 4210001 (ha 13452,39)
  6. 64.   Νήσος Καστελόριζο και νησίδες Ρω και Στρογγυλή, κωδ. GR 4210004 (ha 1769,68)
  7. 65.   Κεντρική Κάρπαθος: Καλή Λίμνη, Λαστός, Κυρά Παναγιά, κωδ. GR 4210002 (ha 9321,90)
  8. 66.   Νήσος Κως: Ακρωτήρι Λούρος, Λίμνη Ψαλίδι, όρος Δίκαιος, Αλυκή, κωδ. GR 4210008 (ha 10138,24)
  9. 67.   Νήσος Νίσυρος και Στρογγυλή, κωδ. GR 4210007 (ha 4055,74)
  10. 68.   Νήσος Ρόδος: Ακραμύτης, Αρμενιστής, Αττάβυρος, κωδ. GR 4210005 (ha 27514,59)
  11. 69.   Νήσος Ρόδος: Προφήτης Ηλίας, Επτά πηγές, Πεταλούδες, κωδ. GR 4210006 (ha 11184,40)
  12. 70.   Νησίδες Πάτμου: Πετροκάραβο, Άνυδρος, κωδ. GR 4210014 (ha 62) 
  13. 71.   Νήσος Αγαθονησίου και νησίδες: Πίττα, Κατσαγάνι, Νερονήσι, Στρογγυλή, κωδ. GR 4210015 (ha 1419,00)
  14. 72.   Νήσος Λειψοί (Δυτικό τμήμα) και Νησίδες: Φράγκος, Μακρονήσι, Πιλάφι, Κάππαρι, Καλαπόδια, Μεγάλο Ασπρονήσι, Μακρύ Ασπρονήσι, Κουλούρα, Νότια Άσπρα, Σαρακίνα, Πιάτο, Ψώμος, Σταυρί, Λίρα, Αρεθούσα, Μανώλι, κωδ. GR 4210016 (ha 876,00)
  15. 73.   Βορειοδυτικό τμήμα Αρκιών και Νησίδες: Αγρελούσα, Στρογγυλή, Σπαλάθι, Σμίνερο, Τσούκα, Τσουκάκι, Ψαθονήσι, Καλόβολος, Μακρονήσι, Αβάπτιστος, Κόμαρος, κωδ. GR 4210017 (ha 502,00)
  16. 74.   Νησίδες Λέρου: Πιγανούσα, Μεγάλο Γλαρονήσι, Μικρό Γλαρονήσι, Λερικό, κωδ. GR 4210018 (ha 62,00) 
  17. 75.   Νησίδες Καλύμνου: Επάνω, Νερά, Σαρί, Τέλενδος, κωδ. GR 4210019 (ha 528,00)
  18. 76.   Νήσοι Κίναρος και Λέβιθα, Νησίδες Λιάδι, Πλάκα, Γλάρος, Μαύρα, κωδ. GR 4210020 (ha 1457,00)
  19. 77.   Ανατολικό τμήμα Αστυπάλαιας και νησίδες Κούνουποι, Φτενό, Χονδρόπουλο, Κουτσομήτης, Μόνη, Αγία Κυριακή, Τηγάνι, Χονδρή, Λιγνό, Φωκιονήσια, Κατσαγράλι, Ποντικούσσα, Οφιδούσσα, Κτένια, κωδ. GR 4210021 (ha 1459,00)
  20. 78.   Νήσος Σύρνα και Νησίδες Μεγάλος Αδελφός, Μικρός Αδελφός, Κατσικάς, Μεσονήσι, Πλακίδα, Στεφανία, Ναυάγιο, κωδ. GR 4210022 (ha 944,00)
  21. 79.   Νησίδες Καρπάθιου πελάγους: Μεγάλο Σοφράνο, Σοχάς, Μικρό Σοφράνο, Αυγό, Διβούνια, Χαμηλή, Αστακιδονήσια, κωδ. GR 4210023 (ha 356,00)
  22. 80.   Νήσος Τήλος και Νησίδες: Αντίτηλος, Πελεκούσα, Γαϊδουρονήσι, Γιακουμί, Άγιος Ανδρέας, Πρασούδα, Νησί, κωδ. GR 4210024 (ha 6838,00)
  23. 81.   Αματολικό τμήμα Νήσου Σύμης και Νησίδες Κούλουνδρος, Σεσκλί, Τρουμπέτο, Μαρμαράς, Καραβαλονήσι, Μεγαλονήσι, Γιαλεσίνο, Οξεία, Χονδρός, Πλατύ, Νίμος, κωδ. GR 4210025 (ha 2213,00)
  24. 82.   Νήσος Χάλκη και Νησίδες: Κολοφώνα, Πάνω Πρασούδα, Τραγούσα, Στρογγυλή, Άγιος Θεόδωρος, Μαελονήσι, Αλιμιά, Κρεβάτι, Νησάκι, κωδ. GR 4210026 (ha 3623,00)
  25. 83.   Κώς: Λίμνη Ψαλίδι - Αλυκή, κωδ. GR 4210027 (ha 435,00)
  26. 84.   Νήσος Κάσος και συμπλέγματα Κασονησιών , κωδ. GR 4210028 (ha 5979,00) 

ΝΟΜΟΣ ΕΒΡΟΥ 

  1. 85.   Παραποτάμιο δάσος βόρείου Έβρου και Άρδα, κωδ. GR 1110009 (ha 25758,00)
  2. 86.   Δέλτα Έβρου και Δυτικός Βραχίονας, κωδ. GR 1110007 (ha 9857,60)
  3. 87.   Βουνά Έβρου, κωδ. GR 1110005 (ha 42372,50)
  4. 88.   Δάσος Δαδιάς, Σουφλί, κωδ. GR 1110002 (ha 41017,00)
  5. 89.   Δέλτα Έβρου, κωδ. GR 1110006 (ha 13120,00)
  6. 90.   Τρεις Βρύσες, κωδ. GR 1110003 (ha 9912,62)
  7. 91.   Νότιο δασικό σύμπλεγμα Έβρου, GR 1110009 (ha 29275,00)
  8. 92.   Όρος Φεγγάρι Σαμοθράκης, κωδ. GR 1110004 (ha 9603,07) 

ΝΟΜΟΣ ΕΥΒΟΙΑΣ 

  1. 93.   Τελέθριο, Λιχάδα, Γιάλτρα, κωδ. GR 2420005
  2. 94.   Όρος Δίρφυς, δάσος Στενής, Δελφοί, κωδ. GR 2420002 (ha 1297,73)
  3. 95.   Μεγάλο και Μικρό Λιβάρι, Δέλτα Ξηριά, Υδροχαρές δάσος Αγ. Νικολάου, κωδ. GR 2420004 (ha 480,86)
  4. 96.   Όρος Κανδήλι, Κοιλάδα Προκοπίου, Δέλτα Κηρέα,  κωδ. GR 2420003
  5. 97.    Όρος Όχη, κάμπος Καρύστου, Ποτάμι, Ακρωτήριο Καφηρεύς, κωδ. GR 2420001 (ha 15948,13)
  6. 98.   Νήσος Σκύρος: όρος Κοχυλάς, κωδ. GR 2420006 (ha 4096,86)
  7. 99.   Λίμνη Δύστος, κωδ. GR 2420008 (ha 2636,00)
    100. Νησίδες Σκύρου, κωδ. GR 2420009 (ha 466,00)
    101. Μεγάλο και Μικρό Λιβάρι, Δέλτα Ξηριά, κωδ. GR 2420007 (ha 1017,00) 

ΝΟΜΟΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ 

102. Όρος Τυμφρηστός (Βελούχι), κωδ. GR 2430001 (ha 3407,87) 

ΝΟΜΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ 

103. Κόλπος Λαγανά Ζακύνθου και Νησίδες Μαραθονήσι και Πελούζο, κωδ. GR 2210002 (ha 6957,70)

104. Νήσοι Στροφάδες, κωδ. GR 2210003 (ha 525,43)

105. Παράκτια Ζώνη Βορειοδυτικής Ζακύνθου, κωδ. GR 2210001 (ha 21419,22)

106. Νησίδες Σταμφάνι και Αρπύια (Στροφάδες), κωδ. GR 2210004 (ha 138,00) 

ΝΟΜΟΣ ΗΛΕΙΑΣ 

107. Εκβολές (Δέλτα) Αλφειού, κωδ. GR 2330001

108. Εκβολές (Δέλτα) Πηνειού, κωδ. GR 2330003 (ha 945,70)

109. Θαλάσσια περιοχή Κόλπου Κυπαρισσίας, κωδ. GR 2330008

110. Θίνες και παραλιακό Δάσος Ζαχάρως, Λίμνη Καϊάφα, κωδ. GR 2330005 (ha 3274,32)

111. Λιμνοθάλασσα Κοτύχι, κωδ. GR 233006 (ha 1647,02)

112. Ολυμπία, κωδ. GR 2330004 (ha 314,83)

113. Οροπέδιο Φολόης, κωδ. GR 2330002 (ha 9741,95)

114. Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη από Καλογριά έως Κυλλήνη, κωδ. GR 2330007 (ha 13259,45) 

ΝΟΜΟΣ ΗΜΑΘΙΑΣ 

115. Όρος Βέρμιο, κωδ. GR 1210001 (ha 25555,13)

116. Στενά Αλιάκμονα, κωδ. GR 1210002 (ha 3623,73) 

ΝΟΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 

117. Φαράγγι Αλμυρού και Υγρότοπος, κωδ. GR 4310001

118. Όρη Αστερούσια (Κοφινάς), κωδ. GR 4310005 (ha 16174,27)

119. Γιούχτας, Φαράγγι Αγίας Ειρήνης, κωδ. GR 4310002

120. Όρος Δίκτη: Ομαλός Βιάννου (Σύμη – Ομαλός),  κωδ. GR 4310006 (ha 3939,70)

121. Δυτικά Αστερούσια (από Αγιοφάραγγο ως Κόκκινο Πύργο), κωδ. GR 4310004 (ha 2922,24)

122. Νήσος Δια, κωδ. GR 4310003 (ha 1337,16)

123. Δυτικά Αστερούσια, κωδ. GR 4310007 (ha 3403,00)

124. Ανατολικά Αστερούσια, κωδ. GR 4310008 (ha 25074,00)

125. Κρουσώνας – Βρωμόνερο Ίδης, κωδ. GR 4310009 (ha 7876,00)

126. Όρος Γιούχτας, κωδ. GR 4310010 (ha 420,00)

127. Κορυφή Κούπα, κωδ. GR 4310011 (ha 1992,00)

128. Εκβολή Γεροποτάμου Μεσσαράς, κωδ. GR 4310012 (ha 687,00) 

ΝΟΜΟΣ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ 

129. Εκβολές (Δέλτα) Καλαμά, κωδ. GR 2120001 (ha 8531,68)

130. Έλος Καλοδίκι, κωδ. GR 2120002 (ha 786,78)

131. Λίμνη Λιμνοπούλα Παραμυθιάς, κωδ. GR 2120003 (ha 579,50)

132. Στενά Καλαμά, κωδ. GR 2120004 (ha 1820,30)

133. Υγρότοπος Καλαμά και νήσος Πρασούδι, GR 2120005 (ha 8614,00)

134. Έλη Καλοδίκι, Μαργαρίτι, Καρτέρι και Λίμνη Προντάνη, κωδ. GR 2120006 (ha 1806,00)

135. Στενά Παρακάλαμου, κωδ. GR 2120007 (ha 3483,00)

136. Όρη Παραμυθιάς, Στενά Καλαμά και Στενά Αχέροντα, κωδ. GR 2120008 (ha 11692,00)

137. Όρη Τσαμαντά, Φιλιατών, Φαρμακοβούνι, Μεγάλη Ράχη, κωδ. GR 2120009 (ha 19906,00) 

ΝΟΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 

138. Αγία Τριάδα, κωδ. GR 1220008

139. Δέλτα Αξιού, Εκβολές Λουδία, Δέλτα Αλιάκμονα, ευρύτερη περιοχή - Αξιούπολη κωδ. GR 1220002 (ha 33676,35)

140. Λίμνες Βόλβη και Λαγκαδά, κωδ. GR 1220001 (ha 26947,81)

141. Λιμνοθάλασσα Αγγελοχωρίου, κωδ. GR 1220005 (ha 377,20)

142. Λιμνοθάλασσα Επανωμής, κωδ. GR 1220004(ha 690,00)

143. Ποταμός Αξιός, κωδ. GR 1220007

144. Πρώην Λίμνη Λάντζα, κωδ. GR 1220006

145. Στενά Ρεντίνας – ευρύτερη περιοχή, κωδ. GR 1220003 (ha 2905,16)  

ΝΟΜΟΣ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

146. Εθνικός Δρυμός Βίκου – Αώου (Χαράδρα Αώου και Βόρειες κορυφές Τύμφης), κωδ. GR 2130001 (ha 12794,25)

147. Κεντρικό τμήμα Ζαγορίου, κωδ. GR 2130004 (ha 33114,95)

148. Κορυφές Όρους Σμόλικα, κωδ. GR 2130002 (ha 19975,72)

149. Λίμνη Ιωαννίνων, κωδ. GR 2130005 (ha 2690,13)

150. Όρος Λάκμος (Περιστέρι), κωδ. GR 2130007 (ha 20123,52)

151. Όρος Μιτσικέλι, κωδ. GR 2130008 (ha 8435,99)

152. Περιοχή Μετσόβου (Ανήλιο – Κατάρα), κωδ. GR 2130006 (ha 7328,82)

153. Όρος Δούσκο, Ωραιόκαστρο, Λίμνη Δελβινακίου, Δάσος Μερόπης και Κοιλάδα Γόρμου, κωδ. GR 2130010 (ha 17383,00)

154. Όρος Τύμφη (Γκαμήλα), GR 2130009 (ha 27416,00) 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΒΑΛΑΣ 

155. Ακρωτήριο Πρίνου – Πάχη, κωδ. GR 1150006

156. Βουνά Λημνιά, κωδ. GR 1150004

157. Δέλτα Νέστου και νήσος Θασοπούλα, κωδ. GR 1150001 (ha 14606,00)

158. Δέλτα Νέστου, Λιμνοθάλασσες Κεραμωτής, ευρύτερη περιοχή και παράκτια ζώνη, κωδ. GR 1150010 (ha 22484,63)

159. Κόλπος Παλαιού – Όρμος Ελευθερών, κωδ. GR 1150009 (ha 1178,55)

160. Κορυφές όρους Παγγαίο, κωδ. GR 1150005 (ha 10345,00)

161. Νήσος Θάσος: Λιμενάρια, Ακρωτήριο Κεφάλας, κωδ. GR 1150007

162. Λιμνοθάλασσες Κεραμωτής, κωδ. GR 1150002

163. Νήσος Θάσος: Όρμος Ποταμιάς και ακρωτήριο Πύργος έως Γραμβούσσα, κωδ. GR 1150008 (ha 344,98)

164. Νήσος Θάσος: Όρος Υψάριο Θάσου κωδ. GR 1150003 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 

165. Άγραφα, κωδ. GR 1410002 (ha 9753,02)

166. Περιοχή Λίμνης Ταυρωπού, κωδ. GR 1410001 (ha 2982,05) 

ΝΟΜΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ 

167. Κορυφές όρους Γράμμος, κωδ. GR 1320002 (ha 34469, 96)

168. Λίμνη Καστοριάς, κωδ. GR 1320001 (ha 4732,50) 

ΝΟΜΟΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ 

169. Αλυκή Λευκίμης (Κέρκυρα), κωδ. GR 2230003

170. Λιμνοθάλασσα Αντινιότι (Κέρκυρα), κωδ. GR 2230001 (ha 189,69)

171. Λιμνοθάλασσα Κορισσίων (Κέρκυρα), κωδ. GR 2230002 (ha 2357,03)

172. Νήσοι Παξοί και Αντίπαξοι, κωδ. GR 2230004 (ha 5649,66)

173. Παράκτια ζώνη από Κανόνι έως Μεσόγγι (Κέρκυρα), κωδ. GR 2230005 (ha 884,14)

174. Παράκτια ζώνη από Παλιοκαστρίτσα έως Γλυφάδα (Κέρκυρα), κωδ. GR 2230006 

ΝΟΜΟΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ 

175. Εθνικός Δρυμός Αίνου, κωδ. GR 2220002 (ha 2779,43)

176. Καλόν όρος Κεφαλονιάς, κωδ. GR 2220001 (ha 2566,19)

177. Παράκτια θαλάσσια ζώνη από Αργοστόλι έως Βλαχάτα (Κεφαλονιά) και όρμο Μουντά, κωδ. GR 2220004 (ha 3763,52) 

ΝΟΜΟΣ ΚΙΛΚΙΣ 

178. Λίμνη Πικρολίμνη, κωδ. GR 1230001 (ha 1089,35)

179. Υδροχαρές Δάσος Μουριών, κωδ. GR 1230002 (ha 775,01)

180. Λίμνη Δοϊράνη, κωδ. GR 1230003 (ha 2146,00)

181. Λίμνη Πικρολίμνη, κωδ. GR 1230003 (ha 2043,00) 

ΝΟΜΟΣ ΚΟΖΑΝΗΣ 

182. Αρκευθοί Κοζάνης – Πτολεμαίδας, κωδ. GR 1330003

183. Κορυφές Όρους Σινιάτσικο, κωδ. GR 1330002

184. Όρος Βούρινος (Μεσιανό Νερό), κωδ. GR 1330001 (ha 764,05)

185. Όρος Πόρτα, κωδ. GR 1330004 

ΝΟΜΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ 

186. Ακροκόρινθος, κωδ. GR 2530003 (ha 589,78)

187. Κορυφές Όρους Κυλλήνη (Ζήρεια) και Χαράδρα Φλαμπουρίτσα, κωδ. GR 2530001 (ha 23423,92)

188. Λίμνη Στυμφαλία, κωδ. GR 2530002 (ha 1308,91)

189. Όρη Γεράνια, κωδ. GR 2530005 (ha 6836,54)

190. Όρος Ολίγυρτος, κωδ. GR 2530004 (ha 8630,70) 

ΝΟΜΟΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ 

191. Αλυκή Νάξου, κωδ. GR 4220015

192. Ανατολική Κέα, κωδ. GR 4220011 (ha 7194,03)

193. Ανάφη: Χερσόνησος Κάλαμος – Ρούκουνας, κωδ. GR 4220002 (ha 1143,05)

194. Άνδρος: Όρμος Βιτάλι και Κεντρικός Ορεινός όγκος,   κωδ. GR 4220001 (ha 7288,50)

195. Βόρεια Αμοργός και Κίναρος, Λεβίθα, Μαύρα, κωδ. GR 4220012 (ha 6068,62)

196. Βορειοδυτική Κύθνος: Όρος Αθέρας και ακρωτήριο Κέφαλος, 4220010 (ha 2855,19)

197. Δυτική Μήλος, κωδ. GR 4220005 (ha 5328,25)

198. Κεντρική και Νότια Νάξος: Ζεύς και Βίγλα έως Μαυροβούνι, Όρμοι Καράδες - Μουτσούνα κωδ. GR 4220014 (ha 8668,41)

199. Μικρές Κυκλάδες: από Κέρο μέχρι Ηρακλειά, Σχινούσα, Κουφονήσια, Κέρος, Αντικέρι, και Θαλάσσια Ζώνη, κωδ. GR 4220013 (ha 12595,25)

200. Νήσοι Δεσποτικό και Στρογγυλό, κωδ. GR 4220017 (ha 1858,35)

201. Νήσος Αντίμηλος, κωδ. GR 4220007 (ha 1260,76)

202. Νήσος Πάρος: Πεταλούδες, κωδ. GR 4220016 (ha 97,69)

203. Νήσος Πολύαιγος, κωδ. GR 4220006 (ha 13855,78)

204. Νότια Σέριφος, κωδ. GR 4220009 (ha 4530,83)

205. Σαντορίνη: Νέα και Παλιά Καμένη, Προφήτης Ηλίας, κωδ. GR 4220003 (ha 1230,13)

206. Σίφνος: Προφήτης Ηλίας μέχρι Δυτικές Ακτές, κωδ. GR 4220008 (ha 2067,35)

207. Σύρος: Όρος Σύριγγας ως Παραλία, κωδ. GR 4220018 (ha 783,03)

208. Τήνος: Μυρσίνη, Ακρωτήριο Λιβάδα, κωδ. GR 4220019 (ha 2004,72)

209. Φολέγανδρος ανατολική μέχρι δυτική Σίκινο, κωδ. GR 4220004 (ha 7011,26)

210. Νήσος Μήλος: Προφήτης Ηλίας – Ευρύτερη περιοχή, κωδ. GR 4220020 (ha 5271,30)

211. Νήσος Ηρακλειά, Μακάρες, Μικρός και Μεγάλος Αβελάς, Βενέτικο Ηρακλειάς, κωδ. GR 4220021 (ha 1983,00)

212. Νήσοι Χριστιάνα, κωδ. GR 4220022 (ha 146,00)

213. Νησίδες Ανάφης: Φτένα, Παχιά, Μακρά, κωδ. GR 4220023 (ha 209,00)

214. Νήσος Αμοργός (Βορειοανατολικό τμήμα) και Νησίδες: Ψαλίδα, Γραμβούσα, Νικουριά, Μικρό και Μεγάλο Βιόκαστρο, Κραμβονήσι, Πεταλίδι, κωδ. GR 4220024 (ha 3038,00)

215. Νησίδες Πάρου και Νότια Αντίπαρος, κωδ. GR 4220025 (ha 2414,00)

216. Νάξος Όρη Αναθεματήστρα, Κόρωνος, Μαυροβούνι, Ζεύς, Βιγλατούρι, κωδ. GR 4220026 (ha 11938,00)

217. Νησίδες Μυκόνου (Ρήνεια, Χταπόδια, Τραγονήσι), κωδ. GR 4220027 (ha 1598,00) 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ 

218. Εκβολές Ευρώτα, κωδ. GR 2540003 (ha 5445,61)

219. Λαγκάδα Τρύπης, κωδ. GR 2540005 (ha 1588,49)

220. Νότια Μάνη, όρος Σαγγιάς και Ακρωτήριο Ταίναρο, κωδ. GR 2540004

221. Όρη Γιδοβούνι, Χιονοβούνι, Γαιδουροβούνι, Κορακιά, Καλογεροβούνι, Κουλοχέρα, και Περιοχή Μονεμβασιάς, κωδ. GR 2540001 (ha 28821,73)

222. Περιοχή Νεάπολης Βοιών και Νήσος Ελαφόνησος, κωδ. GR 2540002 (ha 5492,66)

223. Υγρότοποι εκβολών Ευρώτα, κωδ. GR 2540006 (ha 2260,00)

224. Όρη Ανατολικής Λακωνίας, κωδ. GR 2540007 (ha 37537,00) 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΡΙΣΗΣ 

225. Αισθητικό Δάσος Όσσας, κωδ. GR 1420003 (ha 19521,12)

226. Όρος Όσσα, κωδ. GR 1420007 (ha 24064,00)

227. Αισθητικό Δάσος Κοιλάδας Τεμπών, κωδ. GR 1420005 (ha 1335,91)

228. Δέλτα Πηνειού, Τέμπη, κωδ. GR 1420002

229. Κάρλα, Μαυροβούνι, Κεφαλόβρυσο Βελεστίνου, Νεοχώρι, κωδ. GR 1420004 (ha 43435,50)

230. Κάτω Όλυμπος, Καλλιπεύκη, κωδ. GR 1420001 (ha 12437,76)

231. Κάτω Όλυμπος, Όρος Ροδαμάνι – Κοιλάδα Ροδιάς, κωδ. GR 1420008 (ha 24572,00)

232. Όρος Μαυροβούνι κωδ. GR 1420006 (ha 36454,00)

233. Στενά Καλαμακίου και Όρη Ζάρκου κωδ. GR 1420009 (ha 4168,00)

234. Στενά Καλαμακίου κωδ. GR 1420010 (ha 478,19) 

ΝΟΜΟΣ ΛΑΣΙΘΙΟΥ 

235. Αισθητικό δάσος Βάϊ, κωδ. GR 4320009, (ha 3746,00)

236. Βορειοανατολικό Άκρο Κρήτης: Διονυσάδες, Ελάσα και χερσόνησος Σιέρο (Ακρα Μαυροβούνι, Βάϊ, Άκρα Πλάκα), κωδ. GR 4320006 (ha 13066,57)

237. Δίκτη, Οροπέδιο Λασιθίου, Καθαρό, Σελένα, Κρασί Σελάκανο, κωδ. GR 4320002 (ha 34007,17)

238. Μιλάτος, μέχρι ακρωτήριο Αγίου Ιωάννη, κωδ. GR 4320001

239. Μονή Καψά (Φαράγγι Καψά και γύρω περιοχή), κωδ. GR 4320004 (ha 986,23)

240. Νήσος Κουφονήσι και παράκτια ζώνη, κωδ. GR 4320008 (ha 804,68)

241. Νήσος Χρυσή, κωδ. GR 4320003 (ha 630,65)

242. Νοτιανατολικό Άκρο Κρήτης και Νησίδες Καβαλλοί,  κωδ. GR 4320007

243. Όρος Θρύπτης και γύρω περιοχή, κωδ. GR 4320005 (ha 8587,66)

244. Νησίδες Καβαλλοί, κωδ. GR 4320015 (ha 4,63)

245.  Όρη Ζάκρου, κωδ. GR 4320016 (ha 3883,00) 

ΝΟΜΟΣ ΛΕΣΒΟΥ 

246. Άγιος Ευστράτιος, κωδ. GR 4110002 (ha 6283,75)

247. Λέσβος: Δυτική Χερσόνησος, Απολιθωμένο Δάσος,  κωδ. GR 4110003 (ha 20974,07)

248. Λέσβος: Κόλπος Γέρας, Έλος Ντίπι, και Όρος Όλυμπος, κωδ. GR 4110005 (ha 11200,11)

249. Λέσβος: Κόλπος Καλλονής και χερσαία παράκτια ζώνη, κωδ. GR 4110004 (ha 18297,82)

250. Λήμνος: Χορταρολίμνη, Λίμνη Αλυκή, κωδ. GR 4110001 (ha 18231,66)

251. Υγρότοποι – Χορταρολίμνη και Αλυκή Λήμνου, κωδ. GR 4110006 (ha 1302,00)

252. Παράκτιοι Υγρότοποι Κόλπου Καλλονής, κωδ. GR 4110007 (ha 6461,00)

253. Νησίδες και Βραχονησίδες Λήμνου: Νήσος Σεργκίτσι  και Νησίδες Διαβάτες, Κομπιό, Καστριά, Τηγάνι, Καρβαλάς, Πρασονήσι, κωδ. GR 4110008 (ha 125,00)

254. Νησίδες Λέσβου (Σύμπλεγμα Τομαρονησιών, Κίδωνας, κωδ. GR 4110009 (ha 103,00) 

ΝΟΜΟΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ 

255. Περιοχή Χορτατών (Λευκάδα), κωδ. GR 2240002 (ha 1255,60)

256.  Λιμνοθάλασσες Στενών Λευκάδας (Παλιώνης – Αβλιμών) και Αλυκές Λευκάδας, κωδ. GR 2240001 (ha 2142,22) 

ΝΟΜΟΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ 

257. Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου Βορείων Σποράδων, Ανατολική Σκόπελος, κωδ. GR 1430004 (ha 249145,62)

258. Έλος Σούρπης, Κουρί Αλμυρού, κωδ. GR 1430002 (ha 100,23)

259. Όρος Πήλιο, κωδ. GR 1430001 (ha 31112,17)

260. Σκιάθος: Κουκουναριές, κωδ. GR 1430003 (ha 89,60)

261. Νησιά Κυρά Παναγιά, Πιπέρι, Ψαθούρα και γύρω Νησίδες, Αγ. Γεώργιος, Νήσοι Αδελφοί, Λεχούσα, Γαϊδουρονήσια, κωδ. GR 1430005 (ha 12965,00) 

ΝΟΜΟΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ 

262. Θαλάσσια περιοχή Στενού Μεθώνης, κωδ. GR 2550007 (ha 983,00)

263. Θίνες Κυπαρισσίας, κωδ. GR 2550005 (ha 1345,86)

264. Λιμνοθάλασσα Πύλου (Διβάρι) και Νήσος Σφακτηρία, Άγ. Δημήτριος, κωδ. GR 2550004 (ha 3548,06)

265. Νήσοι Σαπιέντζα και Σχίζα, Ακρωτήριο Ακρίτας, κωδ. GR 2550003 (ha 11406,23)

266. Όρος Ταΰγετος, κωδ. GR 2550006 (ha 533,67,48)

267. Πηγές και εκβολές Πάμισου, κωδ. GR 2550002

268. Φαράγγι και Εκβολές Νέδωνα, κωδ. GR 2550001 (ha 1241,84)

269. Λιμνοθάλασσα Γιάλοβας & Νήσος Σφακτηρία, κωδ. GR 2550008 (ha 998,00)

270.  Όρος Ταΰγετος – Λαγκάδα Τρύπης, κωδ. GR 2550009 (ha 48783,00) 

ΝΟΜΟΣ ΞΑΝΘΗΣ 

271. Αισθητικό δάσος Νέστου, κωδ. GR 1120004 (ha 2335,87)

272. Λίμνες και Λιμνοθάλασσες της Θράκης, κωδ. GR 1130009

273. Λίμνη Βιστωνίδα και Λιμνοθάλασσα Πόρτο Λάγος,  κωδ. GR 1120001

274. Λιμνοθάλασσες Λάφρη και Λαφρούδα, κωδ. GR 1120002 

ΝΟΜΟΣ ΠΕΛΛΑΣ 

275. Κορυφές Όρους Βόρας, κωδ. GR 1240001 (ha 40328,29)

276. Λίμνη και Φράγμα Άγρα, κωδ. GR 1240004 (ha 1386,00)

277. Όρος Τζένα, κωδ. GR 1240002 (ha 12580,50)

278. Όρος Πάικο, κωδ. GR 1240003 (ha 35265,76)

279. Στενά Αψάλου – Μογλενίτσας, κωδ. GR 1240005 (ha 6110,00) 

ΝΟΜΟΣ ΠΙΕΡΙΑΣ 

280. Αλυκή Κίτρους – ευρύτερη περιοχή, κωδ. GR 125004 (ha 1440,56)

281. Εθνικός Δρυμός Ολύμπου, κωδ. GR 1250005

282. Όρος Όλυμπος, κωδ. GR 1250001 (ha 19139,59)

283. Όρος Τίταρος, κωδ. GR 1250003 (ha 5325,05)

284. Πιέρια Όρη, κωδ. GR 1250002 (ha 16640,29) 

ΝΟΜΟΣ ΠΡΕΒΕΖΗΣ 

285. Εκβολές Αχέροντα και Στενά Αχέροντα, κωδ. GR 2140001 (ha 4630,16)

286. Όρη Ζαλόγγου, κωδ. GR 2140002

287. Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη από Πάργα έως Ακρωτήριο Άγιος Θωμάς (Πρέβεζα), κωδ. GR 2140003 (ha 1525,88)  

ΝΟΜΟΣ ΡΕΘΥΜΝΟΥ 

288. Κουρταλιώτικο Φαράγγι, Μονή Πρέβελη και Ευρύτερη περιοχή, κωδ. GR 4330003 (ha 3642,09)

289. Όρος Κέδρος, κωδ. GR 4330002 , κωδ. GR 4320005 (ha 4700,24)

290. Πέτρες Φαράγγι και Πέτρες έως παραλία Ζουρίδα, κωδ. GR 4330001

291. Πρασιανό φαράγγι, Πατσός, Σφακορυακό ρέμα, Παραλία Ρεθύμνου και εκβολή Γεροποτάμου, Ακρωτήριο Λιανός Κάβος – Περιβόλια, κωδ. GR 4330004 (ha 13121,48)

292. Όρος Ίδη, κωδ. GR 4330005 (ha 39913,08) 

ΝΟΜΟΣ ΡΟΔΟΠΗΣ 

293. Ποταμός Κομψάτος, κωδ. GR 1130007 (ha 423,65)

294. Ποταμός Φιλιούρης, κωδ. GR 1130006 (ha 2058,44)

295. Λίμνη Μητρικού, κωδ. GR 1130001

296. Λίμνες και λιμνοθάλασσες της Θράκης – ευρύτερη περιοχή και παράκτια ζώνη, κωδ. GR 1130009 (ha 29455,98)

297. Λίμνες Βιστωνίδα, Ισμαρίδα, Λιμνοθάλασσες Πόρτο Λάγος, Αλυκή, Πτελέα, Ξηρολίμνη, Καρατζά, κωδ. GR 11300010 (ha 18221,00)

298. Μαρώνεια, Σπήλαιο, κωδ. GR 1130008

299. Κοιλάδα Φιλιούρη, κωδ. GR 11300011 (ha 37502,00)

300. Κοιλάδα Κομψάτου, κωδ. GR 11300012 (ha 16582,00) 

ΝΟΜΟΣ ΣΑΜΟΥ 

301. Ικαρία – Φούρνοι και παράκτια ζώνη, κωδ. GR 4120004 (ha 12908,99)

302. Σάμος: Παραλία Αλυκή, κωδ. GR 4120001 (ha 301,34)

303. Σάμος: Όρος Άμπελος (Καρβούνης), κωδ. GR 4120002 (ha 4850,14)

304. Σάμος: Όρος Κερκετεύς, Μικρό και Μεγάλο Σεϊτάνι, Δάσος Καστανιάς και Λέκκας, κωδ. GR 4120003 (ha 6679,84)

305. Ικαρία – Νοτιοδυτικό τμήμα, κωδ. GR 4120005 (ha 7405,00)

306. Νήσος Φούρνοι και Νησίδες Θύμαινα, Αλατσονήσι, Θυμαινάκι, Στρογγυλό, Πλάκα, Μακρονήσι, Μικρός και Μεγάλος Ανθρωποφάγος, Άγιος Μηνάς, κωδ. GR 4120006 (ha 4587,00)

307. Σάμος: Αλυκή Ψιλής Άμμου, κωδ. GR 4120007 (ha 44,00) 

ΝΟΜΟΣ ΣΕΡΡΩΝ 

308. Άγιος Ιωάννης, επταμύλοι, κωδ. GR 1260003 (ha 2146,00)

309. Εκβολές ποταμού Στρυμώνα, κωδ. GR 1260002 (ha 327,29)

310. Κορυφές Όρους Μενοίκιο, Όρος Κούσκουρας, Ύψωμα, κωδ. GR 1260004 (ha 23288,69)

311. Κορυφές Όρους Όρβηλος, κωδ. GR 1260005 (ha 4914,83)

312. Λίμνη Κερκίνη, Κρούσια, Κορυφές Όρους Μπέλες,  κωδ. GR 1260001 (ha 78315,82)

313. Όρη Βροντούς – Λαϊλιάς, κωδ. GR 1260007 (ha 6799,47)

314. Όρος Κερδύλλια, κωδ. GR 1260006

315. Τεχνητή Λίμνη Κερκίνης, όρος Κρούσια, κωδ. GR 1260008 (ha 27712,00)

316. Κοιλάδα Τιμίου Προδρόμου – Μενοίκιον, κωδ. GR 1260009 (ha 26512,00)

317. Όρος Μπέλλες, κωδ. GR 1260010 (ha 25264,00) 

ΝΟΜΟΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ 

318. Αντιχάσια Όρη, Μετέωρα, κωδ. GR 1440003 (ha 60625,03)

319. Ασπροπόταμος, κωδ. GR 1440001 (ha 20094,10)

320. Κερκέτιο Όρος (Κόζιακας), κωδ. GR 1440002 (ha 50431,17)

321. Ποταμός Πηνειός, Αντιχάσια Όρη, κωδ. GR 1440005 (ha 55220,00)

322. Κορυφές Όρους Κόζιακα, GR 1440006 (ha 19720,00) 

ΝΟΜΟΣ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ 

323. Εθνικός Δρυμός Οίτης, κωδ. GR 2440004 (ha 7151,16)

324. Κοιλάδα και Εκβολές Σπερχειού, Μαλιακός Κόλπος,  κωδ. GR 2440002 (ha 47547,07)

325. Υγρότοπος εκβολών (δέλτα) Σπερχειού, κωδ. GR 2440005 (ha 3966,00)

326. Υγρότοπος και Νησιά του Κόλπου Αταλάντης, κωδ. GR 2440001

327. Φαράγγι Γοργοποτάμου, κωδ. GR 2440003 (ha 523,02)

328. Όρος Καλλίδρομο, GR 2440006 (ha 6684,83) 

ΝΟΜΟΣ ΦΛΩΡΙΝΑΣ 

329. Εθνικός Δρυμός Πρεσπών, κωδ. GR 1340001 (ha 26621,72)

330. Λίμνες Βεγορίτιδα – Πετρών, κωδ. GR 1340004 (ha 12569,02)

331. Λίμνη Πετρών, κωδ. GR 1340007 (ha 6699,00)

332. Λίμνες Χειμαδίτιδα, Ζάζαρη, κωδ. GR 1340005 (ha 4064,39)

333. Λίμνη Μικρή Πρέσπα, κωδ. GR 1340002

334. Όρη Βαρνούντα, κωδ. GR 1340003 (ha 6071,16)

335. Όρος Βέρνον, Κορυφή Βίτσι, κωδ. GR 1340006 (ha 8202,13) 

ΝΟΜΟΣ ΦΩΚΙΔΑΣ 

336. Όρη Βαρδούσια, κωδ. GR 2450001 (ha 19373,53)

337. Όρος Γκιώνα, κωδ. GR 2450002 (ha 21879,82)

338. Παραλιακή Ζώνη από Ναύπακτο έως Ιτέα, κωδ. GR 2450004 (ha 10827,34)

339. Ποταμός Μόρνος και Τεχνητή Λίμνη Μόρνου, κωδ. GR 2450003 (ha 466,00)

340. Κορυφές όρους Γκιώνα, Χαράδρα Ρέκα, Λαζόρεμα και Βαθιά Λάκκα, GR 2450007 (ha 10547,00) 

ΝΟΜΟΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ 

341. Ακρωτήρια Ελιά και Κάστρο, εκβολή Ραγουλά, κωδ. GR 1270007 (ha 536,37)

342. Ακρωτήριο Πύργος, Όρμος Κύψας, κωδ. GR 1270010 (ha 1176,87)

343.  Άφυτος, κωδ. GR 1270011

344. Λιμνοθάλασσα Αγίου Μάμμα, κωδ. GR 1270004 (ha 633,15)

345. Όρμος Τορώνης, κωδ. GR 1270006

346. Όρος Ίταμος, Σιθωνία, κωδ. GR 1270002 (ha 18142,62)

347. Όρος Στρατόνικο, Κορυφή Σκαμνί, κωδ. GR 1270005 (ha 7927,99)

348. Όρος Χολομώντας, κωδ. GR 1270001 (ha 15543,63)

349. Παλιούρι – Ακρωτήρι, κωδ. GR 1270008 (ha 287,21)

350. Πλατανίτσι, Συκιά: Ακρωτήρια Ρήγας και Άδολο, κωδ. GR 1270009 (ha 994,58)

351. Ταξιάρχης – Πολύγυρος GR 1270012 (ha 21248,00)

352. Υγρότοποι Νέας Φώκαιας GR 1270013 (ha 440,00)

353. Χερσόνησος Άθω, κωδ. GR 1270003 (ha 23279,39) 

ΝΟΜΟΣ ΧΑΝΙΩΝ 

354. Ασφέντου – Καλλικράτης, κωδ. GR 4340012 (ha 14022,51)

355. Βόρειο Ακρωτήριο: Αγία Τριάς, Μονή Τσαγγαρόλων, Γκουβερνέτου, Καθολικό, κωδ. GR 4340009

356. Δράπανο (Βορειοανατολικές Ακτές), παραλία Γεωργιούπολης, Λίμνη Κουρνά, κωδ. GR 4340010 (ha 4430,51

357. Εθνικός Δρυμός Σαμαριάς, κωδ. GR 4340014 (ha 13949,00)

358. Έλος, Τοπόλια, Σάσαλος, Άγιος Δίκαιος, κωδ. GR 4340004 (ha 7351,92)

359. Ήμερη και Άγρια Γραμβούσα, Τηγάνι και Φλάσαρνα, Ποντικονήσι, κωδ. GR 4340001 (ha 5781,30)

360. Λευκά Όρη, κωδ. GR 4340008 (ha 53363,68)

361. Λίμνη Αγιάς, Πλατανιάς, Ρέμα και Εκβολή Κερίτη, Κοιλάδα Φάσας, 4340006 (ha 1211,58)

362. Νήσος Ελαφόνησος, απέναντι παραλία (από Χρυσοσκαλίτισσα μέχρι ακρωτήριο Κριός, κωδ. GR 4340002 (ha 271,79)

363. Νοτιοδυτική Γαύδος και Γαυδοπούλα, κωδ. GR 4340023 (ha 1564,00)

364. Νήσοι Γαύδος και Γαυδοπούλα, κωδ. GR 4340013 κωδ. GR 4340013 (ha 6290,59)

365. Όρμος Σούγιας, Βάρδια, Φαράγγι Λισσού μέχρι Άνυδρους, κωδ. GR 4340005 (ha 3039,84)

366. Φαράγγι Θερισσού, κωδ. GR 4340007 (ha 497,73)

367. Φρέ, Τζιτζιφιές, Νίπος, κωδ. GR 4340011 (ha 1217,60)

368. Χερσόνησος Ροδοπού, Παραλία Μάλεμε, κωδ. GR 4340003 (ha 8753,27)  

ΝΟΜΟΣ ΧΙΟΥ 

369. Βόρεια Χίος, Νήσοι Οινούσες και παράκτια ζώνη κωδ. GR 4130001 (ha 34409,95)

370. Νησιά Αντιψαρά και Νησίδες Ματρογιώργο, Πρασονήσι, Κατωνήσι, Μεσιακό, Κουτσουλιά, κωδ. GR 4130002 (ha 455,00)

Μια άλλη Ελλάδα, ανεξερεύνητη, γεμάτη χρώματα και μοναδική φυσική ομορφιά, αποκαλύπτεται στη θέα και μόνο αυτών των περιοχών. Είναι βέβαιο ότι κάποιες από αυτές ήδη, τις έχετε επισκεφθεί. Όλοι αυτοί οι θαυμάσιοι τόποι έχουν αναπτύξει μοναδικούς μικρόκοσμους και είχαν πρωτεύοντα ρόλο στη ζωή του ανθρώπου από τα πανάρχαια χρόνια επηρεάζοντας τόσο την εξέλιξη όσο και τις δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν γύρω απ’ αυτές. 

Δεν είναι τυχαίο ότι στα λιμναία οικοσυστήματα αναπτύχθηκε πολιτισμός από την προϊστορική εποχή, ούτε σύμπτωση που πολλά από τα νησιά μας, με τους λιγοστούς κατοίκους σήμερα, κάποτε είχαν πολύ μεγαλύτερους, ακμαίους, και παραγωγικούς πληθυσμούς. 

Ο πολύπλευρος ρόλος αυτών των περιοχών είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί ευρύτερα και να προστατευτεί περισσότερο, έτσι ώστε, να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τις σημαντικές ανάγκες υπαίθριας αναψυχής και τις αξίες όχι μόνο της εποχής μας και των ανθρώπων της αλλά και αυτών που θα έρθουν.

Σημειώσεις:

(1) Λούλη Σταυρογιάννη (επιμ.), «Ούτε στα χαρτιά προστατευόμενες περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Αυγή, Κυριακής 29 Ιανουαρίου 2006, (έτος 54ο φύλλο 9.538) σ. 42. Γιολάντα Ζιάκα, «Πόση ανάπτυξη μπορούν ακόμη να αντέξουν τα νησιά μας;», μηνιαίο περιοδικό δαίμων της οικολογίας τ.59 Απρίλιος (2006) 10 – 11, με βιβλιογραφία. Ένθετο στην εφημερίδα Αθηνών Αυγή, (έτος 54ο φύλλο 9.595) Κυριακής 2 Απριλίου 2006. Γιώργου Λάλιου, «Απροστάτευτες οι προστατευόμενες περιοχές», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (έτος 88ο φύλλο 26.571) Κυριακής 6 Μαίου (2007) 8.

(2) Για το νέο ειδικό χωροταξικό σχέδιο για τον τουρισμό που αφορά μέχρι και ακατοίκητα νησιά δείτε: Γιώργου Λάλιου, «Τουριστικές μονάδες και σε νησιά ακατοίκητα», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (έτος 88ο φύλλο 26.568) Πέμπτη 3 Μαίου (2007) 1, 4. Γιώργου Λάλιου, «Χωροταξικός Οδηγός για την τουριστική ανάπτυξη», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (στο ένθετο Οικονομική Καθημερινή) (έτος 88ο φύλλο 26.571) Κυριακής 6 Μαίου (2007) 4.

  ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (9361 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΝΕΣΤΟΡΙΟ – ΝΕΑ ΚΟΤΥΛΗ – ΠΑΛΙΑ ΚΟΤΥΛΗ – ΚΥΨΕΛΗ

(Γράμμος 8η εργασία από 8)  

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος – Μάιος 2007

Η Ιστορική μνήμη στο Γράμμο

Στην απόμερη άκρη της Δυτικής Μακεδονίας, πάνω στην νοτιοανατολική πύλη για τον δασύφυτο ορεινό όγκο του Γράμμου, φωλιάζει το ονομαστό Νεστόριο. Πρόκειται για μια ζηλευτή κωμόπολη με απαράγραπτη ιστορική δράση που αγκαλιάζεται απ’ το περιλάλητο βουνό προσδίδοντάς της απερίγραπτη χάρη. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που σήμερα αποτελεί τον σημαντικότερο πληθυσμιακά οικισμό της περιοχής. 

Άπειρες οι επιλογές των περιηγητών, στον μεγαλύτερο σε έκταση Δήμο του νομού Καστοριάς, ειδικά για όσους δελεάζονται από δασικές διαδρομές στα βουνά, τα δάση ή τα ποτάμια, που σ’ αυτό το μεγαλειώδες ορεινό τμήμα καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του. Όσοι δε πρωτοαντικρίσουν αυτό το περιβάλλον, υποβάλλονται με τη γραφικότητα και το ιδιαίτερο κάλος του.

Βρίσκεται κοντά στην πόλη της Καστοριάς, (24 χλμ.) ευτυχισμένο που δεν γνώρισε σε μεγάλη έκταση τη φυγή των κατοίκων του. Δεν γνωρίζουμε πως θα ήταν αυτός ο ευαίσθητος ακριτικός τομέας αν είχε εγκαταλειφθεί το περίλαμπρο Νεστόριο, όπως έγινε με άλλους οικισμούς. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι αδιαμφισβήτητα η καρδιά των περιφερειακών Δημ. διαμερισμάτων συνεχίζει να χτυπά χάρη στην παρουσία του, και τα σχεδόν χίλια άτομα πληθυσμό(1). Πρόσθετη θετική εξέλιξη συνιστά το ξεκίνημα της λειτουργίας του Ι.Ε.Κ. Ορεινού και Εναλλακτικού Τουρισμού που βέβαιο είναι ότι θα ενισχύσει το ανθρώπινο δυναμικό της περιοχής. 

Ο σχηματισμός του πολυάνθρωπου χωριού το τελευταίο τέταρτο του 18ου αι., προήλθε από τη συνένωση αγροικιών που υπήρχαν στην περιοχή πιθανά, μετά τις καταστροφές της Μοσχόπολης και του Λινοτοπίου. Έτσι εδραιώθηκε σχετική ασφάλεια ενώ όλοι μαζί αντιμετώπιζαν καλύτερα τις ληστρικές επιθέσεις – επιδρομές, τουρκαλβανών. Ιστορικά γεγονότα τόσα και τέτοιας εμβέλειας συνέβησαν εδώ, που η Διοίκηση αναγνώρισε(2) τιμητικά την κοινότητα Νεστορίου (πριν το 1928 Νεστράμι στα 950 μ. υψ.), σε δήμο, για λόγους «ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας». Σήμερα είναι έδρα του ομώνυμου δήμου που περιλαμβάνει τα χωριά Κρανοχώρι, Στενά, Αγία Άννα, Πεύκος, Παλιά και Νέα Κοτύλη, Κυψέλη, Άνω και Κάτω Πτελέα και αυτά που ήδη γνωρίσαμε σε περασμένο αφιέρωμα (Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 198 – 226), Λιβαδοτόπι, Γιαννοχώρι, Μονόπυλο, Τρίλοφο. Υπάρχει από πολλές πλευρές εύκολη πρόσβαση, οι ωραιότερες όμως, είναι απ’ το γειτονικό Χιονάτο (βλ. Γράμμος 7ο στον ίδιο τόμο), Στενά, ή από Νέα Κοτύλη. 

Σε κάθε περίπτωση σας υποδέχονται οι πυκνόφυτοι λόφοι που το περιτριγυρίζουν, με χαρακτηριστικότερο αυτόν του Κάστρου, (Καϊλάς(3)) μια φυσική ακρόπολη σε ύψος 1017 μέτρων με πανοραμική θέα, το πρώτο αξιοθέατο που αντικρίζει ο επισκέπτης. Επάνω της υπάρχει μικρό οροπέδιο 20 στρ. με το ξωκλήσι της Αγίας Τριάδος που το γιορτάζουν με πανηγύρι κάθε Αγίου Πνεύματος. Η απαράμιλλη θέα του χωριού και της περιφέρειάς του, ενθουσιάζει όλους όσους ανεβαίνουν εδώ. Από την κορυφή του, εκεί που βρίσκεται το εκκλησάκι, φαίνεται κατάντικρυ ολόκληρη η Πάνω συνοικία του, η πλατεία με την εκκλησία των Ταξιαρχών που ξεχωρίζει ανάμεσα στις άλλες απ’ το πελώριο κωδωνοστάσιο. Με μικρής διάρκειας εύκολη πεζοπορία θα γνωρίσετε τον οικισμό, που αποτελείται από δύο μεγάλες συνοικίες, το Πάνω και το Κάτω Νεστόριο που λόγω της οικοδόμησης έχουν σχεδόν ενωθεί. 

Το Κάτω, δίπλα σχεδόν από την κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα, είναι το παλιότερο τμήμα του, υφίσταται πριν το 1923, και παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον για την τυπική ηπειρώτικη αρχιτεκτονική του δείγμα της οποίας είναι οι παλιές καλοδιατηρημένες πέτρινες κατοικίες ή καταστήματα. Όλα είναι με κεραμοσκεπή, ενώ λίγα διατηρούν ακόμα τη στέγη καλυμμένη με σχιστόπλακα, όπως ήταν παλιότερα. Αξιόλογο μνημείο της συνοικίας αποτελεί η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (1816), μια μεγάλη τρίκλιτη βασιλική μ’ ένα πανέμορφο, επιβλητικό πενταγωνικό τετραώροφο κωδωνοστάσιο ύψους 15 μέτρων, πιθανά, μεταγενέστερης κατασκευής από την εκκλησία.

Στην Πάνω συνοικία είναι η κεντρική πλατεία Χαράλαμπου Παλιομπέη (1896 – 1979) ένας από τους πολλούς Νεστορίτες ευεργέτες, ξενιτεμένους στην Αμερική των αρχών του 20 αιώνα που με τις δωρεές του πρόσφερε(4) πολλά στον τόπο του. Η πλατεία περισφίγγεται από απλά σπίτια, καταστήματα, καφενεία και τον επιβλητικό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών (1858), που φυλάσσει κάποιες από τις παλιότερες εικόνες εκ των οποίων ξεχωρίζει «Η Κυρία των Αγγέλων» (1780), με αφιέρωση που αναφέρει ό,τι είναι δωρεά της οικογένειας Παπαδημητρίου από το Λινοτόπι. Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο του, σύμφωνα με τοπική παράδοση, χρειάστηκε είκοσι χρόνια για την κατασκευή του. Αναζητήστε την επίτροπο κ. Αγγελική Βάρνη σε περίπτωση που είναι κλειστός· είναι βέβαιο ότι θα σας εξυπηρετήσει ανοίγοντας την εκκλησία.   

Η αντίσταση των Ελλήνων στη διάρκεια του μακρού Μακεδονικού Αγώνα και του εμφυλίου επηρέασαν τη ζωή σημαδεύοντας οδυνηρά την προσωπική, ατομική και συλλογική μνήμη στο αξιομνημόνευτο για τους μεγάλους αγώνες του, Νεστόριο. Εδώ αποσύρθηκε το καλοκαίρι του 1906 βρίσκοντας ασφαλές καταφύγιο, ο υπολοχαγός του Πυροβολικού Τσόντος Γεώργιος (Βάρδας) όταν πολυάριθμες τουρκικές δυνάμεις είχαν κατακλύσει τη περιοχή Κορεστίων για εκκαθαρίσεις αναζητώντας τμήματα Ελληνικών σωμάτων(5). Εκείνη την εποχή η στάση του ηρωικού μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη είχε εμψυχώσει τους κατοίκους που παρέμεναν πιστοί στο πατριαρχείο. Με την πάροδο του χρόνου αναθάρρησαν από τις πολεμικές επιτυχίες, σταθεροποιήθηκε το Ελληνορθόδοξο κόμμα, ενώ πλήθος κατοίκων με Ελληνικό φρόνημα ασχέτως του γλωσσικού ιδιώματος(6), άρχισαν να οργανώνονται υπό τις οδηγίες του. Τότε συγκροτήθηκε η πρώτη Ελληνική οργάνωση και σχηματίσθηκαν στα χωριά οι πρώτοι δυναμικοί πυρήνες αντίστασης που αποτελούντο από επιτροπές προκρίτων.

Στο Νεστόριο (Νεστράμι), υπεύθυνος πρόκριτος με ηρωική στάση κατά των βουλγάρων ήταν ο πρόεδρός του, Μακεδονομάχος Μάρκος Παπατέρπος(7), μέλος της γνωστής οικογενείας στην οποία αργότερα προστέθηκε ο αείμνηστος εγγονός του, συνταγματάρχης Αλέξανδρος Παπατέρπος (1917 – 1979). Απόφοιτος της σχολής Ευελπίδων (1937), διακρίθηκε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940 – ’41, ενώ αργότερα αγωνίστηκε κατά του ΙΔΕΑ και το 1961 αποκάλυψε το περιβόητο σχέδιο ‘’Περικλής’’ της βίας και νοθείας(8). Οι τετρακόσιοι σταυροί στο στρατιωτικό κοιμητήριο με τους πεσόντες στρατιώτες και αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού που έπεσαν κατά τη διάρκεια του αδελφοκτόνου εμφυλίου, το μνημείο της Εθνικής Αντίστασης στη θέση «Κουρίκα», το Ηρώο των Μακεδονομάχων, το Μνημείο των πεσόντων εκπαιδευτικών, συνοψίζουν με δραματικό, αναμφισβήτητο τρόπο την αρετή και την τόλμη που επέδειξαν οι Νεστορίτες καθ’ όλη τη διάρκεια των πανεθνικών αγώνων.

Μια επίσκεψη στο μουσείο – χώρο φύλαξης των ευρημάτων του δήμου που στεγάζεται στο Δημαρχείο και περιλαμβάνει αρχαιολογικό τμήμα με εκθέματα από τον 2ο π.Χ. – έως τον 6ο αι., και ελληνικές επιγραφές από τη γειτονική Τσούκα, θα γυρίσει πίσω τους αιώνες που πέρασαν πάνω απ’ την περιοχή ενώ ξεχωριστά, σε δύο αίθουσες του λαογραφικού τμήματος, εκτίθενται πλήθος χρηστικών αντικειμένων του 19ου αι. που αναδεικνύουν το αγροτικό παρελθόν. Το ακριτικό Νεστόριο παρά την μεγάλη ιστορία που το διακρίνει, τους ευεργέτες και τους επιστήμονες που παρατάσσει, έγινε ευρύτερα γνωστό στον εκτός του δήμου κόσμο, απ’ τις πολιτιστικές εκδηλώσεις, γνώριμες στο πανελλήνιο σαν River Party. 

Αυτές ξεκίνησαν ζωηρά το 1977 από Καστοριανές παρέες και απόδημους Νεστορίτες. Όταν οι παρέες έφυγαν για τη στρατιωτική τους θητεία ανέλαβε την εκδήλωση ο δραστήριος δήμος. Έτσι, για πρώτη φορά, γνωρίσαμε κι’ εμείς αυτόν τον ακριτικό δήμο, όταν έγινε στον ίδιο πανέμορφο χώρο, η δεύτερη πανελλήνια συγκέντρωση enduro το 1992 πράγμα που επαναλήφθηκε με τη 15η στις 2/3/4 Σεπτεμβρίου 2005. Η τοποθεσία δίπλα απ’ τον Αλιάκμονα μέσα στην πυκνή βλάστηση που κατασκηνώνουν οι επισκέπτες αποδείχθηκε η καλύτερη λύση για γνωριμία με την περιοχή. Στις μέρες μας ο θεσμός συνεχίζεται σταθερά κάθε πρώτο σαββατοκύριακο του Αυγούστου που στήνεται μια μεγάλη, τετραήμερης διάρκειας εκδήλωση που αναδεικνύει το Νεστόριο σαν πόλο έλξης επισκεπτών αναπτύσσοντας σε σταθερή βάση τον τουρισμό. Μαζί με τις εκδηλώσεις του Άρδα, στο νομό Έβρου, αποτελούν τις μεγαλύτερες κατασκηνώσεις νέων στη Χώρα μας. 

Η τουριστική υποδομή του Νεστόριου (ξενώνες, καφέ, ταβερνάκια, μπαρ, βενζινάδικο κ.ά.), το κάνει ιδανικό για πολυήμερη διαμονή και γνωριμία με τον τόπο που βρίθει μνημείων αλλά, κυρίως, διαδρομών στα όμορφα ιστορικά χωριουδάκια που το περιτριγυρίζουν. Πιο κοντινή (6 χλμ.) είναι η βόλτα στην Αγία Άννα (πριν το 1928 Ραδιγκόσδη(9) και Ραδογκόσδι(10) στα 840 μ. υψ.) ένας μικρός στην μέρες μας οικισμός με εβδομήντα κατοίκους, σ’ ένα από τα ομορφότερα τοπία της περιοχής και το παλιό φημισμένο μοναστήρι της Τσούκας (+ 1,7 χλμ) χτισμένο στη βραχώδη θέση «Όντρια». Σύμφωνα με επιγραφή(11) το μοναστήρι είναι αφιερωμένο στους Ταξιάρχες Μιχαήλ - Γαβριήλ και χτίστηκε το 1255: ΔΑΠΑΝΗ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ..(..)..ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΣ ..(..)..ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ. Τα εναπομείναντα κτήρια του συγκροτήματος είναι τρία. Αφού δρασκελίσετε την πάλαι επιβλητική είσοδο κατηφορίζετε αντικρίζοντας τον πρώτο ανώνυμο μονόχωρο ναΐσκο, με τρούλο, ένα δείγμα μεταβυζαντινής αρχιτεκτονικής που στέκει στο χείλος του γκρεμού, θαρρείς ο τελευταίος φύλακας του ιερού χώρου. Συνήθως είναι ανοιχτός, αλλά η κατάστασή του εσωτερικά εικονίζει την πλήρη εγκατάλειψη, πιθανολογείται δε, ότι ήταν η τράπεζα των μοναχών. Απ’ αυτό το σημείο φαίνεται καλά το δασύφυτο φαράγγι, ο γοητευτικός υδάτινος βραχίονας του Αλιάκμονα, τα νερά του οποίου αξιοποιούνται από τους λιγοστούς κατοίκους των Στενών και της Αγίας Άννας στις διάφορες καλλιέργειες, και ο επιβλητικός καταρράκτης, που απ’ ό,τι λένε οι ντόπιοι πολλές φορές το χειμώνα παγώνει. 

Το στενό χωμάτινο μονοπάτι φτάνει πιο κάτω, προς το ποτάμι όπου μέσα σε κατάφυτο περιβάλλον αντικρίζετε το ναό των Ταξιαρχών (1900),ο δεύτερος της μονής, επίσης χωρίς τοιχογραφίες. Διαφορετικός δρόμος οδηγεί ψηλότερα, στην κορυφή του βράχου σε ύψος 150 μέτρων απ’ τον παραπόταμο του Αλιάκμονα που βρίσκεται η βασιλική της Ζωοδόχου Πηγής. Εντός του ναού, στο ιερό, σώζονται κάποιες τοιχογραφίες ενώ η λιτή διακόσμηση με ενυπόγραφες φορητές εικόνες του αγιογράφου Πέτρου Δρανίτσαρη από το Χιλιόδεντρο Καστοριάς συμπληρώνουν τη μάλλον φτωχή εικόνα. 

Λίγο μακρύτερα απ’ το μοναστήρι (+/- 1,5 χλμ.) υπάρχουν τα λείψανα της παλιάς Τσούκας, ένα κάποτε σημαντικό κεφαλοχώρι της περιοχής, γνωστό για τις εμπορικές σχέσεις του με το Ελβασάν της Αλβανίας. Σε πολλά σημεία σώζεται το παλιό λιθόστρωτο που τις ένωνε. Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η πόλη έφτασε να έχει πληθυσμό έξι χιλιάδες άτομα(12). Σήμερα δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει το παλιό μεγαλείο, εκτός την ερειπωμένη εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου που τη γιόρταζαν 21 Νοεμβρίου με πανηγύρι. Σύμφωνα με τον Παντ. Τσαμίση στο ναό της Κοίμησης Θεοτόκου στην Αγία Άννα βρέθηκε επιτύμβια στήλη(13) ενώ σε υπέρθυρα οικιών του χωριού, επιγραφές. Δύο από αυτές φυλάσσονται στο μουσείο Νεστορίου ενώ κάποια σπαράγματα αρχαίου ελληνικού ναού υπάρχουν στο ναΐσκο του Αγίου Νικολάου. Το τοπίο στο μικρό Δημ. διαμέρισμα και την περιφέρειά του διακρίνεται από την πυκνή δασική βλάστηση, την πανδαισία χρωμάτων, ενώ η διαδρομή κατά μήκος της κοίτης του ποταμού δίπλα από το ζωογόνο υδάτινο στοιχείο είναι εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Πεύκος (πριν το 1928 Τούχουλη στα 980 μ. υψ.), ο καλύτερα διατηρημένος παραδοσιακός οικισμός της περιοχής μαζί με την Κυψέλη, με ωραίες πέτρινες οικοδομές, σκεπασμένες με σχιστόπλακα. Εκεί θα φτάσετε ακολουθώντας το δρόμο μέσα απ’ το Νεστόριο που περνά έξω από το χώρο του River Party και απομακρύνεται προς την περιοχή του Γράμμου. Στην εμφανή διασταύρωση (δστ. στο εξής) δεξιά ο χωματόδρομος (υπάρχει πινακίδα) ανεβαίνει στα Γραμμοχώρια(14) ενώ αριστερά δρασκελίζει τη σιδερένια γέφυρα Μπέλεϋ καταλήγοντας σύντομα στον Πεύκο (17 χλμ.). 

Ο ίδιος δρόμος αποτελεί τμήμα του εθνικού μονοπατιού 03 που ξεκινά από το Χιλιόδεντρο Καστοριάς και μέσω Νεστορίου φτάνει στον Πεύκο. Στην αρχική χάραξη της διαδρομής προβλεπόταν επέκταση και σήμανσή της κατά μήκος των δρόμων στη βόρεια όχθη του Αλιάκμονα ως το χωριό Γράμμος, κορφή «2521», Αετομηλίτσα, Δροσοπηγή με τελική κατάληξη τα Γιάννινα. Δυστυχώς, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη σήμανση που θα βοηθούσε ή θα προσέλκυε τους πεζοπόρους, εκτός από τα δύο μονοπάτια που ξεκινούν απ’ το χωριό (βλ. παρακ. «σήμανση μονοπατιών»). Σε μεγάλο τμήμα της κατάφυτης πορείας μέχρι το χωριό, σας συνοδεύει η ασίγαστη ροή των νερών του Αλιάκμονα που κυλούν με ανείπωτη δύναμη αντηχώντας με τη βοή τους στις πλαγιές των λόφων. Αυτή η δύναμη αποτελεί βασικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος ενώ υπήρξε καθοριστική πηγή ζωής για την οικονομία, την επαγγελματική απασχόληση και την κοινωνική ζωή των κατοίκων στα Γραμμοχώρια. 

Στις μέρες μας, το τοπίο που δημιουργεί με τους μαιάνδρους μέσα απ’ τα φυλλοβόλα δάση που διατρέχει, σχηματίζει σπουδαίας οικολογικής σημασίας παρυδάτια βλάστηση και αντίστοιχη ορνιθοπανίδα. Είναι από τους μεγαλύτερους σε μήκος ποταμούς της Ελλάδας (320 χλμ.), που πηγάζει από το Γράμμο, διασχίζει τους νομούς Καστοριάς, Κοζάνης, Γρεβενών, Ημαθίας κι’ εκβάλλει στο Θερμαϊκό κόλπο(15). Αυτό το τεράστιο φυσικό εργαστήριο, αναφέρεται για την αξία του σε διεθνείς,  ευρωπαϊκούς καταλόγους βιοτόπων – υγροτόπων, (ICBP – IWRB, CORINE Biotopes), ενώ είναι άριστο πεδίο για οικολογικές μελέτες και έρευνες. Θα έπρεπε να του έχει δοθεί μεγαλύτερη σημασία, αφού κοντά στα Δημ. διαμερίσματα που περνά, είναι  εύκολο να δημιουργηθούν χώροι αναψυχής και γιατί όχι, εκτάσεις που να μπορεί ο επισκέπτης απερίσπαστος να διασκεδάσει με ποτάμιες δραστηριότητες. 

Σύμφωνα με προφορική παράδοση(16) η κοινότητα (Τούχουλη) ιδρύθηκε γύρω στο 1800 με πρώτο οικιστή τον χτίστη Μήτς Δούκα απ’ την Πυρσόγιαννη Κόνιτσας. Εκείνη την εποχή ο Αλή Πασάς Τεπελενλής (1741 – 1822) είχε δώσει εντολή για την κατασκευή του φρουρίου – κατοικίας στο νησάκι της λίμνης των Ιωαννίνων. Κάποιοι είπαν στον Δούκα ότι μετά την αποπεράτωση ο Αλής έχει σκοπό να τους σκοτώσει για να μην αποκαλύψουν τα σχέδια ή τα μυστικά του χώρου. Έτσι ο Δούκας φυγαδεύτηκε, πέρασε απ’ την Πυρσόγιαννη, πήρε τη γυναίκα του, τα παιδιά κι’ έφυγαν. Μετά από καιρό έφτασε σ’ αυτή την τοποθεσία κοντά στο ποτάμι όπου έστησε την πρώτη καλύβα.

Παλιότερα, πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν με την μετακινούμενη κτηνοτροφία, το καλοκαίρι μετά τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, φτάνανε στα δροσερά βοσκοτόπια του Πεύκου ενώ το χειμώνα απ’ του Αγίου Δημητρίου και μετά, κατέβαιναν στα πεδινά της Καστοριάς ή στα μέρη του Βοϊδομάτη. Ακόμα περισσότεροι όμως είχαν βασική τους εργασία τη γεωργία που αν και γινόταν με πρωτόγονα μέσα, οργώνανε με βόδια, εξασφάλιζε τα προς το ζην της κάθε οικογένειας. Κοντά στο ποτάμι φύτευαν φασολιές, πατάτες, πράσα, απ’ όλα τα λαχανικά και όλη παραγωγή φυλασσόταν στα κελάρια του κάθε σπιτιού ή μαζί με τα προϊόντα της κτηνοτροφίας, γάλα – τυρί μυζήθρα (ούρδα) βούτυρο κ. ά. τα πουλούσαν στα παζάρια του Νεστόριου και της Καστοριάς(17)Τα πετρόχτιστα σπίτια είχαν μεγάλες πλακοστρωμένες αυλές με σκάλα, που κατέληγε στο πάνω πάτωμα με τον οντά και απαραίτητα το τζάκι. Η αρχιτεκτονική του χώρου ακόμα και σήμερα, αναδεικνύει κι’ άλλα προτερήματα των μαστόρων· την οργανική  και λειτουργική σύνδεση του κτηρίου με το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον, που αποτυπώνεται σε πολλούς ορεινούς οικισμούς από την αρμονία τους με αυτό, ενώ ταυτόχρονα, εξυπηρετεί διαφορετικό αισθητικό αποτέλεσμα που διακρίνεται απ’ τα δεκάδες αξιομνημόνευτα σχέδια.  

Με εβδομήντα οκτώ κατοίκους το καλοκαίρι, με επτά οικογένειες (δεκαπέντε άτομα) το χειμώνα, το παλιό ιστορικό Δημ. διαμέρισμα αναπολεί τα περασμένα προσπαθώντας συνεχώς, με το βλέμμα στραμμένο στην ανάπτυξη. Σήμερα βόσκουν στην περιοχή περίπου 1500 γιδοπρόβατα ενώ υπάρχει ακόμα η συνήθεια της κλαδονομής(18) που εδώ γίνεται από κλαδιά βελανιδιάς, και όχι δρυός όπως στο Πευκόφυτο και τη Χρυσή. Πολλοί κάτοικοι επιστρέφουν, εκτιμώντας ξανά το θαυμάσιο, πεντακάθαρο φυσικό περιβάλλον που όπως στα γειτονικά Γλυκονέρι(19) και Περιστερά(20), (υπάρχει δστ. πριν τον Πεύκο με σήμανση) αξιολογείται θετικά, έστω για καλοκαιρινή εγκατάσταση. 

Χτίζονται καινούρια σπίτια, υπάρχουν πολλοί μελισσοκόμοι που παράγουν μέλι πρώτης ποιότητας ενώ ο υλοτομικός συνεταιρισμός Πεύκου απασχολεί 10 – 15 άτομα. Πρόσφατα μάλιστα (2006), έγινε και ξενώνας που βέβαιο είναι ότι θα συμβάλει στην παραπέρα αύξηση της προσέλευσης και την άνετη διαμονή των επισκεπτών, αν και οι χώροι για σκηνές δεν λείπουν. Αξιόλογα μνημεία είναι η Αγία Παρασκευή (1913) στο κέντρο του χωριού, χτισμένη από τον Χοντρο Νάστα απ’ την Κοτύλη και τον Μήτρο (Δημήτριο) Ρίστο (Χριστόπουλο) απ’ την Αλβανική Κολώνια που έμενε στον Πεύκο. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι ένα εξαιρετικό δείγμα εργασίας Ασημοχωριτών μαστόρων κι’ έγινε με δωρεές, όπως οι εικόνες και το καμπαναριό. 

Δίπλα της βρίσκεται το παλιό διτάξιο σχολείο που προπολεμικά είχε 90 μαθητές, χτισμένο κι’ αυτό με δωρεές(21) ομογενών της Αμερικής γύρω στο 1920 με δασκάλους που πλήρωνε το χωριό, μέχρι το 1926 που έστειλε το κράτος. Έξι χλμ. απ’ τον Πεύκο μέσα στο απερίγραπτα πυκνό δάσος είναι το παλιό μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, ιδανικός χώρος για σκηνές με πηγή δροσερού νερού. «Με μεγάλη λαμπρότητα γιορταζότανε το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής την Παρασκευή του Πάσχα. Πρωί – πρωί ξεκινούσαν από το χωριό ντυμένοι με τα καλά τους τρανοί, μικροί. Το μοναστήρι είναι μια ώρα πάνω από το χωριό. Οι πιο μεγάλοι ετοιμάζανε τα μουλάρια ..(..).. κι’ ανηφορίζανε καβάλα και με περηφάνια καμαρώνανε να βλέπουν τους νεώτερους ..(..) να περνούν το μονοπάτι στα ζωνάρια σκαρφαλώνοντας σαν τα κατσίκια(22).». Στο πανηγύρι ερχόντουσαν τότε από όλα τα γύρω χωριά (Γιαννοχώρι, Σλίμνιτσα, Λιβαδοτόπι, Κοτύλη, Πευκόφυτο), και μετά τη λειτουργία, ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι με όργανα, ρακί, μεζέδες και ψητά αρνιά. Στις μέρες μας γίνεται το ίδιο την πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα από ανθρώπους που αγαπούν τον τόπο τους και επιστρέφουν σ’ αυτόν με κάθε ευκαιρία. 

Αυτές οι δύο διαδρομές είναι τόσο κοντά στο Νεστόριο που γίνονται σχεδόν ημερήσια εκδρομή δίχως δεύτερη σκέψη. Μπορούν όμως να συνδυαστούν· η πρώτη με επίσκεψη στο γειτονικό Δήμο Ακριτών, μέσω του ολιγάνθρωπου (τρεις κάτοικοι) οικισμού Στενά που επιβιώνει σιωπηλά ή ακόμα και με βόλτα στη πόλη της Καστοριάς, (Ταξίδια τ. 4ος – Καστοριά (2002) 172 – 192). Επίσης, από τον Πεύκο εύκολα κατευθύνεστε προς Αγ. Ζαχαρία, Λινοτόπι, και Γράμμο κάνοντας ένα μεγάλο κύκλο που μέσω Τρίλοφου καταλήγει πάλι στο Νεστόριο ή μέσω Λιβάδια Κοτύλης, Πευκόφυτου, Χρυσής, βγαίνει στον κεντρικό δρόμο για Μαστοροχώρια Κόνιτσας και Γιάννινα. Κατάληξη που σας εξασφαλίζουν οι άλλες δύο προτάσεις προς Νέα Κοτύλη και Κυψέλη. 

Η κεντρική οδός απ’ το Νεστόριο, περνά τη γέφυρα του Αλιάκμονα και δεξιά ανηφορίζει στο κεντρικό οδικό δίκτυο που αρχικά διασχίζει λιβάδια, εγκαταλειμμένα χωραφάκια ενώ όσο πλησιάζετε στην Κοτύλη επικρατούν μικτά δάση με δρυς, έλατα, σφενδάμια και συστάδες οξιάς. Περίπου 6 χλμ. απ’ τη γέφυρα, δασικός δεξιά σας φέρνει στα ερείπια των καλυβιών της περιοχής Λιτσιστέρι με την εκκλησία του Αγίου Νικήτα και ξαναβγαίνει στην άσφαλτο, στο ύψος του λόφου του Προφήτη Ηλία, πριν την Κοτύλη (+/- 6,5 χλμ.). Αυτή η διαδρομή παρακάμπτει αντίστοιχα ασφάλτινα χιλιόμετρα. Όλη η περιοχή είναι τμήμα Καταφύγιου Άγριας Ζωής(πρώην καταφύγιο Θηραμάτων). Γνωστότερο ως «ΚΑΖ Ποταμός Αλιάκμονας» (Νεστορίου – Καλοχωρίου – Ομορφοκκλησιάς), έκτασης 16.500 στρ., μιας περιοχής, που έχει ενταχθεί σε ειδικό καθεστώς, με στόχο την προστασία και διατήρηση σπάνιων ειδών της πανίδας (ΦΕΚ 405/Β/1981). Σ’ αυτό το κατάφυτο τοπίο είχε γίνει το 1996 η 6η πανελλήνια συγκέντρωση enduro. 

Σε δώδεκα χλμ. και υψόμετρο 1480 μ. φτάνετε στο Δημ. διαμέρισμα Νέας Κοτύλης ένας σχετικά νέος οικισμός που ιδρύθηκε το 1950 για να εγκατασταθούν οι ταλαιπωρημένοι απ’ τον εμφύλιο κάτοικοι της παλιάς ομώνυμης κοινότητας. Δίπλα από τη μεγάλη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου υπάρχει το καφενεδάκι – ψησταριά του Χρήστου και της Χρυσούλας Κωνσταντίνου για ξεκούραση ενώ πολλές φορές, οι φιλάλληλοι κάτοικοι έχουν ξεκλειδώσει το παλιό σχολείο για να φιλοξενήσουν κόσμο. Στις μέρες μας μένουν είκοσι άτομα το χειμώνα που ασχολούνται με την υλοτομία και καμία εκατοστή το καλοκαίρι (86 κατ. στην απογραφή(23) του 2001), που αδειάζουν τα μεγάλα αστικά κέντρα ενώ σύντομα θα ολοκληρωθεί και θα λειτουργήσει ολοκαίνουργιος ξενώνας. Πραγματικά όλη η καλοκαιρινή περίοδος (Μάιος – Οκτώβριος) είναι η καλύτερη για βόλτες ή πεζοπορία εδώ πάνω. Η δροσιά του δάσους κι’ οι άπειρες διαδρομές μέσα σ’ αυτό, το καθιστούν αναντικατάστατο και πάντως προτιμότερο απ’ όποια καυτή παραλία. 

Πίσω απ’ την Κοτύλη (ανατολικά), φαίνεται ο θαυμάσιος ορεινός όγκος των Οντρίων(24) ένα σπάνιο στη Χώρα, γεωλογικό φαινόμενο. Η ιδιομορφία του εδάφους κι’ οι εκατοντάδες κοιλότητες που μοιάζουν με βαθιές τρύπες ή με μεγάλα πηγάδια (ενίοτε με περισσότερο από 20 μ. βάθος), γίνονται αντικείμενο μελέτης από γεωλόγους. Πρόκειται για τη Μεγάλη (1589 μ. υψ.) και Μικρή Όντρια (1530 μ. υψ.) ένα τεράστιο κι’ επίπεδο ασβεστολιθικό οροπέδιο, με βραχώδη περίμετρο, ανεξάρτητο από τα γύρω υψώματα, πόλος έλξης ορειβατικών συλλόγων, καθώς ενδείκνυνται για αναρρίχηση ενώ το καλοκαίρι αποτελεί κατάλυμα νομάδων κτηνοτρόφων. 

Λίγο έξω απ’ το χωριό (1, 2 χλμ.) υπάρχει (αριστερά) η δστ. που οδηγεί βαθιά στα πυκνά δρυοδάση του Βόιου (1806 μ. υψ. Παλιοκριμίνι - 1805 μ. υψ. Πρφ. Ηλίας Πεντάλοφου), που αποτελεί το δυτικό όριο του νομού Κοζάνης, στα ‘’σύνορα’’ με το νομό Καστοριάς. Χαρακτηρίζεται, και είναι ανεξάρτητο βουνό σαν σφήνα ανάμεσα στο Γράμμο και το Σμόλικα. Εκεί φωλιάζουν οι μικροί οικισμοί Λάγκα (15 χλμ.), Βράχος (16 χλμ.), Ζώνη (19 χλμ.), Κρυονέρι (10 χλμ.), Γούπατα (6 χλμ.). Από αυτά, η Λάγκα και ο Βράχος (Σκούμτσικο), όπως η Κοτύλη, Κυψέλη, Χρυσή, Πευκόφυτο, Επταχώρι, Ζούζουλη είναι γνωστά σαν Κατσιαουνοχώρια και οι κάτοικοι Κατσιαούνηδες, που κατά μια ερμηνεία σημαίνει ‘’φευγάτος’’. Στην την εποχή της ακμής τους, ο ανδρικός πληθυσμός ασχολούνταν κυρίως με τη μαστορικήκαι αξιώθηκαν να γίνουν μύθος και δημοτικό τραγούδι. Έντονη είναι και η πολιτισμική τους συγγένεια με την Ήπειρο, όπως άλλωστε και η καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων. 

Δεν αργεί να φανεί η κεντρική δστ. (600 μ. από δστ. προς Λάγκα – 1,8 χλμ. από Κοτύλη) που δεξιά με χωματόδρομο οδηγεί στον εντυπωσιακό «Χάρο», (2,7 χλμ.), το παρατηρητήριο και μακρύτερα φτάνει στα λιβάδια Κοτύλης (8,7 χλμ.). Ο φαρδύς βατός δρόμος οδηγεί σύντομα στη μεγαλειώδη βραχώδη έξαρση του «Χάρου της Κοτύλης» στην τοποθεσία(25) «Σπανούρα» +/- 1600 μ. υψ. Υπάρχει μονοπάτι, ανεβαίνει και όχημα μέχρι πάνω στα διάστικτα από τον κίτρινο ανθό της πικραλίδας (ταραξάκο) σπανά, φτάνοντας με τόλμη μέχρι το ‘’φρύδι’’ του γκρεμού, όπου ο ίλιγγος στη θέα του χάους εμπρός απ’ τα πόδια σας είναι αναπόφευκτος στα άτομα που έχουν υψοφοβία. 

Στην άκρη, βρίσκεται μια απέριττη μαρμάρινη πλάκα σε πετρόχτιστη βάση, που αντίθετα απ’ τη ιστορικά φορτισμένη και πολλαπλά σημασιοδοτημένη τοποθεσία, στέκει στο πλάτωμα θυμίζοντας τη δραματική επιλογή τριών νέων επονιτών στις σκληρές μάχες που έλαβαν χώρα εδώ στη διάρκεια του εμφυλίου. Αυτή γράφει: Γράμμος – Βίτσι  / 1946 – 1949  / Τιμή και Δόξα /  Στους / Σταυραετούς / του / Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Σε αυτό τον αχανή γκρεμό έπεσαν οι ‘’τρεις του Χάρου’’: Γιάννης Δούρος, Νίκος Χατζηβασιλείου, Θάνος Δημητρίου(26) στη διάρκεια των εαρινών επιχειρήσεων του Κυβερνητικού Στρατού, την άνοιξη του 1947, για να μην πιαστούν. Ο χώρος καθηλώνει, επιβάλλεται στον περιηγητή, με την ιστορία, τη θέα του Βόιου την εύφορη κοιλάδα του Άνω Σαραντάπορου, της Παλιάς Κοτύλης (εμφανές, καθαρό μονοπάτι οδηγεί μέχρι το χωριό), και την εξαιρετικά απόκρημνη θέση του. Πραγματικά μια γωνιά που θα σας μείνει αξέχαστη. Συνεχίζοντας τη διαδρομή μέσα σε πυκνότατες μικτές συστάδες οξιάς - ελάτης και μαύρης πεύκης(27), σύντομα (5,2 χλμ.), θα φτάσετε στην δστ. (αθέατη αν έρχεστε απ’ την αντίθετη κατεύθυνση), για το περίφημο παρατηρητήριο – πυροφυλάκιο που αρκετές φορές τους καλοκαιρινούς μήνες φιλοξενεί κάποιον δασικό υπάλληλο. 

Σε 600 μ. ανηφορικού κακού δασικού δρόμου φτάνετε στην κορφή «Πύργος» (1761 μ. υψ.) αντικρίζοντας δεκάδες μεγαλοπρεπή τοπία. Η ματιά σας αμέσως θα ξεχωρίσει τον κύριο κορμό του συγκροτήματος του Γράμμου, στα δυτικά, με τις οξυκόρυφες χιονισμένες στο μεγαλύτερο τμήμα τους κορφές ενώ πιο κοντά, αριστερά σας (νότια), η θέα της επιβλητικής ενότητας των Αρένων κόβει την ανάσα. Πρόκειται για δύο ενωμένους ασβεστολιθικούς ορεινούς όγκους, την Πάνω (2196 μ. υψ.), και την Κάτω Αρένα (2085 μ. υψ.), ένα μακρύ, πέτρινο τείχος σε συνεχόμενη διάταξη που από τα νοτιοανατολικά προς τα δυτικά ενώνεται με τον κύριο όγκο του συγκροτήματος του Γράμμου(28) στην κορφή Τσούμια (2174 μ. υψ.), δίπλα από την ψηλότερη Κιάφα ή Αρίνα στα βλάχικα (2395 μ. υψ.). Από τόσο ψηλά φαίνονται σχεδόν όλες οι διάσημες κορφές μέχρι μακρύτερα, το περίγραμμα του Ολύμπου. 

Με κατεύθυνση βόρεια είναι εύκολο να συνεχίσετε στον ίδιο δρόμο που θα σας οδηγήσει στα Λιβάδια Κοτύλης (8,7 χλμ. απ’ την κεντρική δστ., 10,5 χλμ. από Νέα Κοτύλη). Μια θαυμάσια ανοιχτή έκταση στα 1452 μ. υψ. σχεδόν στο κέντρο του Γράμμου, με διάσπαρτες συστάδες ώριμων δέντρων Μαύρης Πεύκης. Στην άκρη του χώρου, στέκει ακόμα ένα ‘’ενθύμιο’’ μνήμης των γεγονότων που συνέβησαν στο πολύπαθο βουνό. Μια επιτύμβια στήλη στη μνήμη οχτώ αντρών της χωροφυλακής που εκτελέστηκαν το 1946 από τον Δημοκρατικό Στρατό. Σ’ αυτό το μέρος, έλεγαν παλιότερα να κατασκευάσουν(29) το «Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης», ένα μικρό τουριστικό χωριό με ξενώνα, αίθουσα συνεδρίων κ.ά. με στόχο την τουριστική αξιοποίηση και την εικασία(30) αποφόρτισης της πολύπαθης περιοχής από τις μνήμες του εμφυλίου. 

Παρ’ όλο που είχε την συγκατάθεση όλου του πολιτικού κόσμου έμεινε στη μέση, αφού ούτε χρήματα υπήρχαν για την ολοκλήρωση, ούτε το ανάλογο ανθρώπινο δυναμικό (αυτό που γενικά λείπει απ’ την ‘’ανάπτυξη’’) που θα ‘’δούλευε’’ την επιχείρηση. Μόνο οι εργολάβοι άδραξαν το οικονομικό μερίδιο που τους αναλογούσε φτιάχνοντας στη μέση του πουθενά τσιμεντένια κτήρια που ασχημαίνουν το ορεινό τοπίο. Στις μέρες μας, τριγύρω απ’ τις ερειπωμένες κτηριακές εγκαταστάσεις βόσκουν όπως παλιά κοπάδια προβάτων, προς δόξα της χρηματοδότησης του σχεδίου από το «Ιντερέγκ 2» και τις δημόσιες επενδύσεις συνολικού ύψους έξι δισεκατομμυρίων δρχ.(31).

Σε κάθε περίπτωση η εναλλαγή μεταξύ του ανοιχτού πεδίου, των δασικών συστάδων, και η άπλετη θέα προς τις γύρω κορφές εξασφαλίζει την ειδυλλιακή εικόνα, φτιάχνοντας τη διάθεση. Σε τέσσερα χλμ. υπάρχει η βασική δστ. με ενημερωτικές πινακίδες. Δεξιά, οδηγεί στον Πεύκο (13,2 σύνολο από λιβάδια Κοτύλης ή 9,2 χλμ. από τη βασική δστ.). Προσοχή χρειάζεται γιατί υπάρχουν κατά μήκος της διαδρομής αλλεπάλληλες δεξιές δστ. που σας βγάζουν από τον κεντρικό δρόμο. Αυτές καταλήγουν μεν στον Πεύκο αλλά η βατότητά τους είναι ανεξερεύνητη ενώ, λόγω οξιάς που κρατά υγρασία, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε όλο το μήκος παχιά λάσπη. Αριστερά, βγαίνει μέσω Μυροβλήτη (2,1 χλμ.) στο Πευκόφυτο (συνολικά 8,9 χλμ.) τη Χρυσή (11,9 χλμ.) και τη κεντρική Ε.Ο. (16,2 χλμ.) Κόνιτσας - Ιωαννίνων (δεξιά), Πεντάλοφου – Κοζάνης (αριστερά). 

Η ομορφότερη συνέχεια όμως, είναι να επιστρέψετε πάλι στον κεντρικό ασφαλτόδρομο που φεύγει προς Κυψέλη, αυτόν που παρακάμψατε για να δείτε το «Χάρο», το παρατηρητήριο και τα λιβάδια Κοτύλης. Σύντομα σας φέρνει στην δεξιά δστ. (υπάρχει σήμανση) που με χωματόδρομο οδηγεί στην ξεχασμένη Παλιά Κοτύλη (πριν το 1928 Κοτέλτσι στα 1220 μ. υψ.), μιας αυθεντικής μνημειώδους κοινότητας που πιθανολογείται σαν η παλιότερη της περιοχής. Ο χώρος εκπλήσσει αληθινά, με τα λιγοστά πετρόχτιστα σπίτια που βρίσκονται πολύ κοντά στη βάση του κολοσσιαίου βραχώδους σχηματισμού του «Χάρου» που απ’ εδώ, τον αντικρίζετε με νέα, μεγαλειώδη οπτική.

Περπατώντας θα γνωρίσετε τ’ απομεινάρια του πολύ μεγαλύτερου χωριού, που το 1928 εμφανίζεται να έχει 364 άτομα πληθυσμό(32). Αργότερα, μετά τον πόλεμο, στα τέλη Απριλίου 1947 κατά τη διάρκεια του σχεδίου επιχειρήσεων «Τέρμινους» που στόχευε στην εκκαθάριση του Γράμμου από τις μονάδες του Δ.Σ.Ε., είχε έδρα εδώ το 505 τάγμα πεζικού(33). Αυτό το γεγονός μόνο του, στάθηκε παράγοντας ιδεολογικών αντιπαραθέσεων, εξελίξεων και συνεπειών στη συνοχή της ιστορικής κοινότητας. Αυτά που διαδραματιζόντουσαν σε σταθερή βάση καθημερινά, ανάγκασαν πολλούς να την εγκαταλείψουν. Όσοι έμειναν, υπέμεναν τις αντιξοότητες μέχρι τα τέλη 1949 – 1950 οπότε μετοίκησαν οριστικά στη Νέα Κοτύλη. 

Υπάρχουν ακόμα κάποια οικοδομήματα Μακεδονικής αρχιτεκτονικής που σώζονται όρθια, αυτό που ξεχωρίζει όμως για την πολύ καλή του κατάσταση είναι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Σύμφωνα με την σκαλισμένη στο υπέρθυρο της νότιας εισόδου χτίστηκε το 1913 Μαΐου 27. Το εσωτερικό του ναού είναι στρωμένο με πέτρινες πλάκες ενώ φαίνεται ότι δεν πρόλαβε να διακοσμηθεί με τοιχογραφίες, διαθέτει όμως, ένα τέμπλο με λιγοστά ξυλόγλυπτα τμήματα και  πανέμορφους λαμπερούς μπλε σκούρους – πρασινωπούς χρωματισμούς που κερδίζει αμέσως τη ματιά σας, όπως άλλωστε κι’ ο αξιόλογος ξυλόγλυπτος άμβωνας. 

Η πεζοπορία στην ευρύτερη περιφέρεια (βλ. παρακ. «σήμανση μονοπατιών»), θα σας αποκαλύψει κάποια νεώτερα πέτρινα κτήρια – στάνες ή αποθήκες κι’ ένα πέτρινο παραδοσιακό γεφύρι σε ανθρώπινο μέγεθος, που γεφυρώνει το βαθύ ρέμα που δημιουργείται απ’ τις δύο πηγές του χωριού. Αργότερα αυτό το μικρό ρέμα θ’ αποτελέσει έναν πλούσιο παραπόταμο που στο ύψος της Χρυσής ενώνεται με το υδάτινο δυναμικό του Άνω Σαραντάπορου. Στο ευρύ προστατευμένο από χαμηλούς λοφίσκους οροπέδιο έρχονται ακόμα τρεις – τέσσερις οικογένειες, επισκευάζουν τις πρόχειρες περιφράξεις σηματοδοτώντας κάποιες παλιές ιδιοκτησίες και μικρούς κήπους, συνεχίζοντας να φυτεύουν πατάτες ή να καλλιεργούν λεπτόφλουδα φασόλια (όπως στο Νεστόριο), ντομάτες, μαρούλια και κάθε είδους λαχανικά.  

Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο, η μοναδική δστ. αριστερά (υπάρχει σήμανση) θα σας οδηγήσει μέσω μιας κατάφυτης διαδρομής οκτώ χλμ., στην Κυψέλη (πριν το 1928 Ψέλτσκο στα 1080 μ. υψ.), ίσως τον καλύτερα διατηρημένο οικισμό του δήμου Νεστορίου με 86 καλοκαιρινούς κατοίκους, 30 χειμωνιάτες. Όταν πρωτοήρθαμε εδώ (1999) δεν υπήρχε άσφαλτος και πιστέψτε το, κάναμε ¾ να φτάσουμε, τόσο κακοτράχαλος ήταν ο δρόμος. Το χωριό βρίσκεται στο βάθος μιας χαράδρας ενώ γύρω του οι κορφές σκεπάζονται με έλατα, σε μια επίδειξη δύναμης της φύσης σ’ έναν τόπο που θα λατρέψετε. Η τοπική ιστορία περιστρέφεται όπως παντού, στα γεγονότα του εμφυλίου και τα δρώμενα της εποχής που άφησε ανεξίτηλα σημάδια στις ψυχές των κατοίκων.

Όλοι οι κάτοικοί του τότε (1948), μεταφέρθηκαν στο Μανιάκι της Καστοριάς, πολλοί μένουν ακόμα εκεί, ενώ περισσότεροι ακολούθησαν το δρόμο της μετανάστευσης στην Αυστραλία, που σήμερα η δεύτερη και τρίτη γενιά τους, αποτελεί μια πολυπληθέστατη κοινότητα Κυψελιωτών. Περιδιαβαίνοντας στα δρομάκια του θα φτάσετε στο κτήριο της παλιάς κοινότητας και τον ευμεγέθη ναό της Αγίας Παρασκευής (1925). Σε όλες τις διαδρομές που θα κάνετε θα διαπιστώσετε ότι οι οικοδομές του σώζονται αλώβητες από τη δίνη του πολέμου, που εδώ πέρασε με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Παρόλα τα γεγονότα οι Γερμανοί έκαψαν μόνο ένα σπίτι, κι’ έτσι σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να αντικρίσουμε κάποιες κατασκευές ακόμα και από το πολύ μακρινό 1901, σύμφωνα με τις επιγραφές που υπάρχουν εντοιχισμένες.

Ο Νίκος Ντίνης, παλιός κοινοτάρχης(34) του χωριού (1982  – 1986) που σήμερα διατηρεί το καφενείο του χωριού, ανοιχτό χειμώνα – καλοκαίρι, μας είπε ότι αυτά τα ολοπέτρινα σπουδαία αρχοντικά, οι παλιές κατοικίες και τα απλά σπίτια: «χτίστηκαν από μαστόρους Κυψελιώτες που γνώριζαν καλά την τέχνη ενώ οι κάθε είδους ξυλουργικές εργασίες και τα κουφώματα έγιναν από τεχνίτες του Πολυκάστανου Καστοριάς». Απ’ τις πολλές ιστορίες που διηγούνται οι ντόπιοι είναι μια, που θυμούνται καλά. Έγινε το 1947 όταν καταρρίφθηκε ένα αεροπλάνο. Το πλήρωμα πρόλαβε να χρησιμοποιήσει τα αλεξίπτωτα τα οποία, φτάνοντας κάτω, μπλέξανε στα έλατα. Οι αεροπόροι σώθηκαν, αλλά έτσι όπως ήταν κρεμασμένοι στα κλαριά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο, παρά να περιμένουν να τους ελευθερώσουν. Κοντά τότε, ήταν ο κυβερνητικός στρατός αλλά κι’ ο Δ.Σ.Α., που ο καθένας ήθελε να τους πάρει. Δόθηκε φονικότατη μάχη μέχρι τελικά να επικρατήσει ο στρατός που ξεκρέμασε τους αεροπόρους. 

Μετά από εικοσιένα χρόνια (1968) η ένωση απόστρατων αξιωματικών της Αεροπορίας υιοθέτησε την Κυψέλη, βαφτίζοντας δύο παιδιά, όσοι ήταν και το πλήρωμα του αεροσκάφους. Μάλιστα, έξω από την είσοδο του καφενείου θα δείτε την εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, που μας έδωσε το έναυσμα να ρωτήσουμε. Αυτή γράφει: ΕΝΩΣΙΣ ΑΠ/ΤΩΝ ΑΞ/ΚΩΝ ΕΒΑ / ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ / ΤΗΝ 26 ΜΑΙΟΥ 1968 ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ / ΚΥΨΕΛΗ – ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ. 

Απ’ την Κυψέλη έχετε πολλές επιλογές που σε κάθε περίπτωση, ακολουθούν το μυθικό τοπίο, ανάλογα το μέσο  σας. Η πρώτη, είναι να γυρίσετε πάλι στον κεντρικό, απ’ όπου ήρθατε, επιστρέφοντας στο Νεστόριο ή με κατεύθυνση νότια (αριστερά), να πάτε στην κεντρική δστ. όπου (δεξιά), μπαίνετε στη Χρυσή συνεχίζοντας προς Πευκόφυτο – Αρένες – κεντρικό Γράμμο ή (αριστερά), να βγείτε Επταχώρι (βλ. Ταξίδια τ. 7ος – Γράμμος 4ο (2005) 104 - 116). Δεύτερη, περιπετειώδης χωμάτινη διαδρομή, ξεκινά μέσα απ’ το χωριό. Σ’ ένα χλμ. περνάει δίπλα απ’ τον Άγιο Αθανάσιο (δεξιά σας) και το μεγάλο άσπρο σταυρό, αφιέρωμα ενός κυνηγού που σώθηκε από πτώση στον παρακείμενο γκρεμό. Συνεχίζοντας τον μισοδιαλυμένο χωματόδρομο της περιοχής Τσούκα (περίπου τον Μάιο – Ιούνιο τον ανοίγουν), κάτω από την κορφή Παλιοκριμίνι (1806 μ. υψ.), σε συνολικά 3,7 χλμ. θα βρείτε διχάλα που (αριστερά), προσεγγίζει το Παλιοκρεμίνι ή Παλιοκρυμμίνι(35) (+/- 2,8 χλμ.), ένα από τα δεκάδες παμπάλαια παλιοχώρια(36) που διασώζει κάποιες θεμελιώσεις κατοικιών και τα ερείπια του Αγίου Νικολάου, ενώ δεξιά, φτάνει (2,0 χλμ. ) μέχρι τον Άγιο Μηνά. Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι για οποιοδήποτε όχημα. Οι τολμηροί πεζοπόροι, απ’ το Παλιοκρυμμίνι περνούν το ρέμα, φτάνουν στα ερείπια του Παλιομανάστηρου (Εισόδια της Θεοτόκου 1360), συνεχίζοντας το μονοπάτι (καλντερίμι κατά τόπους), προς Πετρίτσι(37) καταλήγοντας στο 116,5 χλμ. της Ε.Ο. Πεντάλοφου – Επταχωρίου. 

Η φύση συμπεριφέρεται με άφθαστο ταμπεραμέντο εδώ πάνω· κάθε εποχή προσφέρει απλόχερα τους μοναδικούς της χρωματισμούς. Απο την άνοιξη που τα πάντα αναγεννώνται, μπουμπουκιάζουν κι’ οι ευωδιές πλημμυρίζουν τα δάση, τα μπαλκόνια, τις πεζούλες των σπιτιών, το ολόδροσο καλοκαίρι με τις παχιές βοσκές, μέχρι την πανδαισία του πορτοκαλοκόκκινου φθινοπώρου, την ώρα που η φύση ετοιμάζεται να υποδεχθεί το χειμώνα, με τ’ ολόλευκο χιόνι να σκεπάζει σαν πέπλο σιωπής τις γύρω κορφές του θεόρατου Βόιου αλλά και του Γράμμου. Εποχή που αρκετοί κάτοικοι αναχωρούν, την ίδια στιγμή που τα πρώτα τζάκια, δείγμα κατοίκησης των χωριών, ανάβουν, κι’ οι παρέες στα καφενεία διηγούνται παλιές, πολλές φορές όχι ξεχασμένες ιστορίες.

Ο Γράμμος και η ευρύτερη περιοχή του, καθαγιασμένα σπαράγματα της οποίας προσπαθήσαμε να αναδείξουμε, μας κράτησε συντροφιά τέσσερα χρόνια ενώ τα ταξίδια σ’ αυτόν διήρκεσαν έξι. Η μακρόχρονη ενασχόληση, η επιτόπια έρευνα του τόπου, ολοκληρώνεται με αυτές τις δύο δημοσιεύσεις. Σκοπός της ήταν από την αρχή, να έρθουν στην επιφάνεια πρόσωπα και γεγονότα που έλαμψαν στο μακρινό παρελθόν, αλλά κι’ η πρόσβαση στις διαδρομές, τα μυστικά τους, ώστε ο φιλομαθής περιηγητής να κρατά στα χέρια του σήμερα ένα αξιόπιστο, τεκμηριωμένο βοήθημα κατά το ανθρωπίνως δυνατό. 

Αλήθεια είναι ότι απλώθηκα σε μεγάλο γεωγραφικό χώρο, ενώ οι συνθήκες του εδάφους και η απομόνωση της περιοχής δυσχέραναν την προσπάθεια, μια που ήθελα να αντιμετωπίσω το Γράμμο σαν σύνολο. Το αποτέλεσμα ήταν αρχικά να πελαγώσω ‘’ξοδεύοντας’’ πολύ χρόνο, ταυτόχρονα όμως, γνώρισα και έκανα μια λεπτομερή καταγραφή του ιστορικού περιβάλλοντος και των σωζόμενων σ’ αυτόν μνημείων. 

Ευχαριστίες οφείλω σε όλους όσους άμεσα η έμμεσα βοήθησαν είτε ήταν δίπλα μου όπως η παρέα μοτοσυκλετιστών της ΜΟ.ΛΕ. Τρικάλων, (Μιχάλης Μπισκιντζής, Σάκης Μπέτας, Σάκης Τάσιος, Σπύρος Χρονόπουλος), ο φίλος Κώστας Γεράσης στο Πευκόφυτο που με πήγε στη Μυροβλήτη, ο Χρήστος Νιτσιάκος πρόεδρος της κοινότητας Αετομηλίτσας που μου έδειξε απρόσιτους δρόμους. Επίσης ο καλός φίλος Πέτρος Μπουκουβάλας από τα Κρεστενά μαζί με τον Αργύρη Παφίλη απ’ τη Κοζάνη και την επί σειρά ετών γραμματέα του Δήμου Νεστορίου κ. Λευκή Παπατζίμου που εμπλούτισαν τη φτωχή αρχικά βιβλιογραφία. 

Αξιομνημόνευτη συμβολή στην εργασία είχαν επίσης οι λεπτομερείς αναλύσεις κι’ οι συμβουλές τεκμηρίωσης, από τον καθηγητή αρχιτεκτονικής Αργύρη Πετρονώτη που όπως του πρώην προέδρου Πυρσόγιαννης Βασίλη Παπαγεωργίου στάθηκαν πολύτιμες. Σήμερα βλέπω ότι χωρίς την αμέριστη συμπαράσταση όλων δεν θα ήταν εφικτό αυτό το αποτέλεσμα ή ακόμα και η έρευνα. 

Παρά το μέγεθος της παρουσίασης του Γράμμου σαν ενότητα, ποτέ δεν μου τέθηκε περιορισμός στο κείμενο και την τεκμηρίωση, έτσι ώστε να γίνει κάποιου είδους ομαδοποίηση ή άλλη κατάταξη του υλικού. Γιαυτό ευχαριστώ τους καλούς φίλους, εκδότες εν προκειμένω, Θανάση Χούντρα και Στέφανο Κόκκαλη. 

Καθώς η προσπάθεια αυτή έφτασε στο τέλος της, αναλογίζομαι με ικανοποίηση το μακρύ ταξίδι των τελευταίων χρόνων, τις γνωριμίες με τους ανθρώπους του τόπου με την αίσθηση της χαράς, της ανακάλυψης και της ανασύστασης της ζωής που δημιούργησαν οι πρόγονοί μας σε κρίσιμους καιρούς. Η αλήθεια είναι ό,τι χρειάζονται και άλλες ειδικότητες (εκτός του περιηγητή) για να καταγραφεί αυτός ο μοναδικός πλούτος και να αποκαλυφθεί η σημασία τόσο των γεωγραφικά απομονωμένων κοινοτήτων, όσο και του θρυλικού Γράμμου που έγραψε στην ψυχή των Ελλήνων δραματική ιστορία. 

Η έρευνα δεν σταματά, λοξοδρομεί προς τη Θεσπρωτία και τα Όρη Τσαμαντά, άγνωστα καθ’ ολοκληρία, συνεχίζοντας προς τα θαυμάσια Κορέστεια, μια αρχιτεκτονικά μοναδική στη χώρα ενότητα πλινθόκτιστων χωριών που το ευτελές υλικό οικοδόμησης είναι ευθέως αντίθετο με την ιστορία και την πολιτισμική τους αξία.

Σημειώσεις:

(1) Στην απογραφή της 15ης – 16ης Μαίου 1928 εμφανίζει 1.888 κατοίκους. Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1949) 237, ενώ προπολεμικά φτάνει τις 3.500. Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλου, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς, έκδοση δήμου Νεστορίου, Καστοριά (1998) 16.

(2) Π.Δ. 235/30 – 8 – 1994 (ΦΕΚ τ. Α’ 135 / 30 – 8 – 1994).

(3)Τσαμίσης ο.π. 154. Μια πρόταση που εν μέρει πραγματοποιήθηκε ήταν αυτή του γεωπόνου Νικόλαου Νίκλη, έναν από τους δεκάδες εισηγητές του 1ου επιστημονικού συμποσίου υπό την αιγίδα της Τοπικής αυτοδιοίκησης Νεστορίου και της υπηρεσίας Προγραμματισμού Καστοριάς που πρότεινε να γίνει στο Κάστρο χώρος αναψυχής και περιπάτου. Νικόλαος Νίκλης, «Τουριστική ανάπτυξη των χωριών του συμπλέγματος Γράμμου», ανέκδοτα πρακτικά 1ου επιστημονικού συνεδρίου: Ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής Γράμμου. Δήμος Νεστορίου 12 Αυγούστου (1988) 7η πρόταση (σελ. 4).

(4)Με προσφορές του χτίστηκαν οι εκκλησίες του Αρχάγγελου Μιχαήλ και του Αγίου Δημητρίου προστέθηκε μια πτέρυγα στο κτήριο που στεγαζόταν το γυμνάσιο, διέθεσε χρήματα για τον ηλεκτροφωτισμό κ.ά. Κωστόπουλος ο.π. 138.

(5) [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού], Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1979) 221.

(6)Ο Μακεδονικός Αγώνας διαδραματίστηκε κυρίως σε περιοχές που οι κάτοικοι μιλούσαν το γνωστό σλαβανάμικτο γλωσσικό ιδίωμα με λέξεις ελληνικές, τουρκικές, αλβανικές, σλαβικές κ.λπ.Η προπαγάνδα των Βουλγάρων χρησιμοποίησε αυτό το ιδίωμα σαν επιχείρημα για τον προσηλυτισμό στην Βουλγαρική εξαρχία και για την ίδρυση βουλγαρικών σχολείων, με δικούς τους καλοπληρωμένους δασκάλους και μαθητές.Δημητρίου Ν. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι, έκδοση Φιλοπροοδευτικού συλλόγου των απανταχού Επταχωριτών Θεσσαλονίκη (1979) 97.

(7)ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. 105 – 106, 135.

(8) Περισσότερα για τη ζωή του βλ. Κωστόπουλος ο.π. 148 – 152.

(9) Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τ. 1ος, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.774) Τρίτη 30 Μαΐου (2006) 17.

(10) Τσαμίση ο.π. 232.

(11) Τσαμίση ο.π. 121.

(12) Κωστόπουλου ο.π. 310.

(13) Τσαμίση ο.π. 120. Ο ίδιος (σελ. 237), αναφέρει ότι στην απογραφή της 15ης – 16ης Μαΐου 1928 είχε 152 κατοίκους.

(14) Επίκειται η ασφαλτόστρωση του χωματόδρομου από δστ. μέχρι τα χωριά Λιβαδοτόπι – Γιαννοχώρι – Μονόπυλο  – Τρίλοφο, που θα συμβάλει στην παραπέρα ανάπτυξη του τόπου και την ευκολότερη πρόσβαση επισκεπτών. (σ.σ. βαθύ προβληματισμό προκαλεί η ασφαλτόστρωση και κατά πόσο είναι χρήσιμη, κυρίως, λόγω της πλήρους αλλοίωσης του σπανιότατου ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και του τοπίου, που ποτέ πια σ’ αυτά τα μέρη δεν θα είναι το ίδιο.).

(15) Ζαλίδης Χ. Γ. και Α. Λ. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης) 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) xviii + 587 σελ. Ιούνιος (1994) 187.

(16) Παράδοση που παραδίδεται από γενιά σε γενιά από παππού σε εγγονό. Την αναφέρει ο Γιάννης Κ. Παπαρίζος στο βιβλίο του, Τα χωριά του Γράμμου, εκδόσεις Κώδικας Θεσσαλονίκη (1998) 13 – 14. 

(17) Παπαρίζος ο.π. 100 – 101. 

(18) Κλαδονομή είναι μια από τις αρχαιότερες μορφές δασικής εκμετάλλευσης και προσδιορίζεται από την διαδικασία κοπής κλαδιών προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως τροφή για κοπάδια αιγοπροβάτων κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τα δέντρα που κλαδονομεύονται αποκτούν χαρακτηριστική μορφή. Περισσότερα για τις έννοιες και τα ονόματα βλ. Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη (2002) 23.

(19) Γλυκονέρι: πριν το 1928 λεγόταν Δράνοβο (Τσαμίση ο.π. 235), και Ντρ(ι)άνοβο (μαρτυρία Μιχάλη Ζ. Θεοδώρου σε τηλεφωνική επικοινωνία Σάββατο 5 Μαΐου 2007 / 16:05). Είχε 130 κατοίκους το 1928 (Τσαμίση ο.π. 235) και 221 (25 σπίτια, 36 οικογένειες) το 1947 – 1948. Μιχάλης Ζ. Θεοδώρου, Φυγή και Επιστροφή, αυτοέκδοση Αθήνα (2004) 27. Σήμερα έχει δύο σπίτια, ξενώνα του συλλόγου και την ερειπωμένη εκκλησία της Αγίας Κυριακής.

(20) Περιστερά: πριν το 1928 σύμφωνα με τον Τσαμίση (ο.π. 237) λεγόταν Λιτσοτέρι και είχε 104 κατοίκους. Πιθανά είναι λάθος αυτή η καταγραφή, γιατί α) το Λιτσιστέρι είναι περιοχή πλησίον της Ν. Κοτύλης και αποτελούταν από καλύβια βοσκών και β) σύμφωνα με μαρτυρία του Γλυκονερίτη Μιχάλη Ζ. Θεοδώρου σε τηλεφωνική επικοινωνία (Σάββατο 5 Μαΐου 2007 / 16:15), λεγόταν Μπιστηριά. Σήμερα σώζεται η εκκλησία του Προφήτη Ηλία και το σχολείο. Ακατοίκητο.

(21) Παπαρίζος ο.π. 31 – 32. 

(22) Παπαρίζος ο.π. 95. 

(23) Ήδη, από το 2000, σε όλα τα χωριά είχε ξεκινήσει μια ‘’ενημέρωση’’ των κατοίκων αλλά κυρίως, των συλλόγων που εδρεύουν στην Αθήνα ώστε όλοι να παρευρίσκονται στα χωριά τους την ημέρα της απογραφής (2001). Αυτό, θα είχε σαν αποτέλεσμα να εμφανιστούν στους καταλόγους πολλοί κάτοικοι έτσι ώστε να εκταμιευτούν χρήματα για έργα από προγράμματα της Ε.Ε., με την πρόσθετη αιτιολογία: «τόσος κόσμος μένει στο χωριό». Ότι η Διοίκηση πάντοτε απουσίαζε από τις υποχρεώσεις της, ότι ποτέ δεν άκουσε το τραγικό μήνυμα που έστελναν τα εγκαταλειμμένα χωριά, δεν ‘’πονήρεψε’’ τους κατοίκους που πράγματι, πήγαν και απογράφηκαν. Επειδή όμως, έργα στην περιφέρεια δεν έγιναν, συμπεραίνουμε ότι αυτό το ‘’κόλπο’’ ήταν ένας εύσχημος τρόπος για εύσημα στην τότε Διοίκηση (πιθανόν και από την Ε.Ε.), για την ‘’πετυχημένη αποκέντρωση’’, που φυσικά, έγινε επί των ημερών της. Σήμερα πρέπει να θεωρούμε ότι η απογραφή του 2001 είναι πλασματική και οι αριθμοί των κατοίκων που εμφανίζονται ψευδείς, μην έχοντας ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα. Σε εκατοντάδες χωριά δεν μένει πια κανείς με ευθύνη όλων των διοικήσεων και του πολιτικού προσωπικού. Προς επίρρωση των παραπάνω βλ. Χριστιάνα Στύλου – Λίνα Γιάνναρου «Σβήνουν χωρίς γεννήσεις τα χωριά», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή Κυριακή 21 Απριλίου (2002) 6. Λίνα Γιάνναρου «Διακόσια χωριά με μηδέν κατοίκους - ο τόπος ζωντανεύει μόνο στα πανηγύρια», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή Σάββατο 5 Μαΐου 2007 (έτος 88ο φύλλο 26.570) 1, 4, όπου επισημαίνει η δημοσιογράφος: «Εκτιμήσεις, ωστόσο, ανεβάζουν τον αριθμό των ερημωμένων χωριών σε περίπου 4.000». Όλα αυτά χωρίς να αναφέρουμε τους ανύπαρκτους πλέον ορεινούς συνοικισμούς, που, κατά την Ε.Σ.Υ.Ε. κατοικούνται.

(24) Δημήτρης Μπούσμπουρας (επιμ.), «Γράμμος», περιοδικό ‘’Μικρή Άρκτος’’, 1-16 της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος τ.24 Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος (2000) 8. Επίσης στο: Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου ο.π. 5.   

(25) Χάρτης Γ.Υ.Σ. ‘’Γενικής Χρήσεως’’, κλίμακα 1: 50.000, φύλλο GRAMOS, 4η έκδοση Αθήνα Ιούλιος 1970, Χάρτης Macedonia, MountainsPindosNo 1/12 κλίμακα 1: 50.000, έκδοση ΕΟΤ – ΕΟΣ Αχαρνών, Αθήνα 2001. Χάρτης «Γράμμος – Σμόλικας – Βόιο – Βασιλίτσα», κλίμακα 1: 50.000, έκδοση ΑΝΑΒΑΣΗ, Αθήνα 2006.

(26) Αχιλλέας Ιω. Παπαϊωάννου, Ο Αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005] 89 – 90. 

(27) Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra): σχηματίζει εκτεταμένα δάση στην περιοχή του Γράμμου που αποτελούν οικοτόπους προτεραιότητας για την Ε.Ε. Αυτά τα δάση παρουσιάζουν υψηλή βιοποικιλότητα και διαδραματίζουν σημαντικό υδρονομικό ρόλο προστατεύοντας ταυτόχρονα το έδαφος απ’ τη διάβρωση. Μερικές από τις απειλές που αντιμετωπίζουν είναι η εντατική υλοτομία, η υπερβόσκηση και η αποψίλωσή τους. Λόγω της σπουδαιότητας των δασών και των ατόμων του είδους θα δείτε σε πολλά σημεία ενημερωτικά πάνελ της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος. Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη (2002) 23.

(28) Τα υψόμετρα που αναφέρονται στην εργασία προέρχονται από τον νέο χάρτη της Ανάβασης (βλ. παραπάνω σημ. 21). Είναι διαφορετικά από αυτά που παρουσιάζονται στον χάρτη της Γ.Υ.Σ. (εκδ.1970) που συμβουλεύτηκα στο άρθρο Γράμμος 5ο (Ταξίδια τ. 8ος (2006) 160). Αυτό, σύμφωνα με τους δημιουργούς, οφείλεται στο νέο ακριβέστερο και αδημοσίευτο τριγωνομετρικό δίκτυο της χώρας που έφτιαξε η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού.

(29) Βλ. σχετικά δημοσιεύματα εφημερίδων: Οδοιπορικό της ‘’Κ’’ σε Γράμμο – Βίτσι του Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη «Κι όμως, οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου (1999) 5 – 7. Επίσης: Σταύρου Τζίμα «Ο τουρισμός σκαρφαλώνει στο Βίτσι», Καθημερινή Κυριακή 31 Οκτωβρίου (2004) 27.

(30) Πρόσφατα στην πόλη της Καστοριάς απαγορεύτηκε! να γίνει το συνέδριο (6 – 9 Ιουλίου 2006) «Μνήμες των εμφυλίων πολέμων» στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου. Αν μη τι άλλο, αυτό δείχνει ξεκάθαρα τις απόψεις που υπάρχουν σήμερα για το θέμα, και πιθανά γιατί δεν ολοκληρώθηκε το «Πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης». Ευτυχώς την κατάσταση έσωσε ο αξιέπαινος δήμαρχος Αγίων Αναργύρων Αποστόλης Κιοσσές που χωρίς λογοκρισία! ή αποκλεισμούς εισηγητών! φιλοξένησε τις εργασίες του συνεδρίου στην Κορησσό. Βλ. σχετικά δημοσιεύματα στις εφημερίδες: Καθημερινή Σάββατο 24 Ιουνίου 2006 (έτος 87ο φύλλο 26.311) 5, Γ. ΣΤ. Ελευθεροτυπία Σάββατο 24 Ιουνίου 2006 (έτος 31ο φύλλο 9.293) 8, Σπύρου Κακουριώτη Αυγή Κυριακή 2 Ιουλίου 2006 (έτος 54ο φύλλο 9.664) 43, Ιός Press Ελευθεροτυπία Σάββατο 22 Ιουλίου 2006 (έτος 32ο φύλλο 9.317) 68.

(31) Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη, «Αναξιοποίητο τουριστικά το βουνό του διχασμού», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου (1999) 7.

(32) Τσαμίση ο.π. 235.

(33) [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1980) 113 σχεδιάγραμμα 12.

(34) Ήταν ο πρόεδρος που τον Μάιο του 1986 κατέβηκε στην Αθήνα και αιτήθηκε τον ηλεκτροφωτισμό του χωριού. Η μελέτη και η εγκατάσταση κράτησε τρία χρόνια. Τέλος του 1989 ο ηλεκτροφωτισμός ήταν γεγονός. Θυμηθείτε, ήταν η εποχή που όλες οι ‘’ομιλούσες κεφαλές’’ (κατά Κ. Καβαθά) συζητούσαν για αποκέντρωση, με τις μισές κοινότητες της Χώρας χωρίς ρεύμα.

(35) Παλιοχώρι του Επταχωρίου. Τμήμα των κατοίκων συμπτύχθηκε με άλλα παλιοχώρια στο Επταχώρι, ενώ άλλοι μετοίκισαν στο σημερινό Κρημίνι, [Δήμου Τσοτυλίου Νομού Γρεβενών]. Τσίγκαλου ο.π. 13.

(36) Από αυτά τα διάσπαρτα πολλές φορές σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, παλιοχώρια, προέκυψαν αργότερα (1700 – 1800) μεγαλύτεροι οικισμοί που υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας. Τέτοιες μετακινήσεις πληθυσμών δημιούργησαν το Επταχώρι, το Νεστόριο Καστοριάς, το Πεντάλοφο, Δάφνη, Αυγερινό Κοζάνης, τα Πετρίλια στην Ανατολική Αργιθέα, το Καλεσμένο Ευρυτανίας κ.ά. Θεόδωρου Παπαδόπουλου «Ορεινοί Οικισμοί – Μακεδονική Αρχιτεκτονική», πρακτικά Γ’ συνεδρίου Ιστορίας Λαογραφίας – Γλωσσολογίας Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής Δυτικομακεδονικού Χώρου. Θεσσαλονίκη 3 – 4 – 5 Απριλίου (1982) 212, 214. Επίσης: Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλος, Οι εκκλησίες Νεστορίου Καστοριάς, Νεστόριο (1987) 2.

(37) Παλιοχώρι του Επταχωρίου, λεγόταν και Πέτριτζκο. Τμήμα των κατοίκων συμπτύχθηκε με άλλα παλιοχώρια στο Επταχώρι, ενώ άλλοι μετοίκισαν σε χωριά της Ανασελίτσας και λοιπής Μακεδονίας. Τσίγκαλου ο.π. 23. Λέγεται, ότι αρκετοί κατέληξαν στο Νέο Πετρίτσι έδρα ομώνυμου Δήμου του Νομού Σερρών.

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Χιλιομέτρηση Κυψέλη – Νεστόριο

0,0 Κυψέλη,

8,0 χλμ. δστ. αριστερά Χρυσή – Επταχώρι δεξιά Νέα Κοτύλη. Ανεβαίνοντας συναντάμε αριστερά μας δστ για την Παλιά Κοτύλη,

13,70 χλμ. δστ. αριστερά χώμα για Παρατηρητήριο «Χάρο», Πευκόφυτο, Χρυσή και δεξιά για Νέα Κοτύλη,

14,30 χλμ. δστ. αριστερά άσφαλτος για Νέα Κοτύλη και δεξιά χώμα για Λάνκα και άλλα χωριά,

14,80 χλμ. Νέα Κοτύλη,

15,43 χλμ. Είσοδος χωριού δεξιά, ευθεία Νεστόριο,

27,83 χλμ. Γέφυρα Νεστόριου (Αλιάκμονα),

28,00 χλμ. Νεστόριο 

ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ

Χιλιομέτρηση Νεστόριο – Κυψέλη

0,0 Νεστόριο

0,170 χλμ. Γέφυρα Νεστόριου (Αλιάκμονα),

12,57 χλμ. Είσοδος Νέας Κοτύλης,

13,70 χλμ. δστ. αριστερά χωματόδρομος προς Λάνκα και άλλα χωριά,

14,30 χλμ. δστ. αριστερά Κυψέλη δεξιά προς Χάρο, Παρατηρητήριο, Λιβάδια Κοτύλης,

20,00 χλμ. δστ. αριστερά Κυψέλη δεξιά Χρυσή ή Επταχώρι,

28,00 χλμ. Κυψέλη.

ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΑΝΣΗ ΟΔΙΚΗ και ΜΟΝΟΠΑΤΙΩΝ

  • Στον Πεύκο υπάρχει σήμανση για το Μονοπάτι Β: ΠΕΥΚΟΣ – ΛΙΒΑΔΙΑ – ΠΑΛΙΑ ΚΟΤΥΛΗ, υψόμετρο 980 – 1400 – 1220, Μήκος [διαδρομής] 12.100. Επίσης για το Μονοπάτι Α: ΤΟΥΜΠΑ – ΣΓΟΥΡΟΣ, υψόμετρο 1400 – 1500, Μήκος [διαδρομής] 8.600.
  • Στην Παλιά Κοτύλη υπάρχει σήμανση για το Μονοπάτι Γ: ΠΑΛΙΑ ΚΟΤΥΛΗ – ΝΕΑ ΚΟΤΥΛΗ, υψόμετρο 1220 – 1400, Μήκος [διαδρομής] 5.490. Μονοπάτι Ν: ΠΑΛΙΑ ΚΟΤΥΛΗ – ΚΥΨΕΛΗ, υψόμετρο 1220 – 1060, Μήκος [διαδρομής] 7.790. Μονοπάτι Β: ΠΑΛΙΑ ΚΟΤΥΛΗ – ΛΙΒΑΔΙΑ – ΠΕΥΚΟΣ, υψόμετρο 1220 – 1400 – 980, Μήκος [διαδρομής] 12.100.
  • Στην έξοδο του Νεστορίου πινακίδες με χλμ. αποστάσεις προς όλες τις κατευθύνσεις.
  • Χίλια εκατό μέτρα από την έξοδο της Νέας Κοτύλης πινακίδα προς όλα τα χωριά των Οντρίων.
  • Χίλια επτακόσια μέτρα από την έξοδο της Νέας Κοτύλης πινακίδες προς Κυψέλη – Ιωάννινα και προς Πεύκο – Πευκόφυτο – Χρυσή. 

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΒΙΒΛΙΩΝ – ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΖΟΠΟΡΙΕΣ

  • Κώστα Τσίπηρα, στα Ελληνικά Βουνά, «Νέα Κοτύλη – Πύργος – Πευκόφυτο», εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη Αθήνα (1992) 62, στο ίδιο, περιγράφονται διαδρομές για τον κυρίως Γράμμο, «Λουτρά Αμάραντου – Κάμενικ» σελ 56 – 57,  «Πληκάτι – 2520 – Γράμουστα» σελ. 58 – 60, «Χρυσή – Αρένες – Λίμνες Μοτσάλια» σελ. 60 – 61.
  • Κώστα Τσίπηρα, στα Ελληνικά Βουνά, Β’ μέρος, «Γράμουστα – Σλήμιτσα [Τρίλοφο] – Αλεβίτσα – Διποταμία», εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη Αθήνα (1993) 18 – 20.
  • Μίλτος Ζέρβας – Χριστίνα Σκοπελίτη, «Βόιο, περιγραφή της διαδρομής Πεντάλοφο – Κοτύλη από το Ε6, κατάβαση από Κοτύλη – Νεστόριο από το Ε6», περιοδικό Ανεβαίνοντας τ.3 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος – Νοέμβριος (1998) 18 - 20.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670

ΔΙΑΜΟΝΗ: Νεστόριο ο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, 31223, www.vatina.gr ‘’Αναστασία’’ 31101 – 2, www.kastorianet.gr/anastasia ‘’Σείριος’’ Κίτσιος Μιλτιάδης 31650. ‘’Το σπίτι του Γάκου’’ 31401, 6972755558, www.tospititougakou.gr   Ξενώνας στον Πεύκο ‘’Τέσσερις Εποχές’’ Κίτσιος Μιλτιάδης 6973778011, 2467031426, 2467080765. Ξενώνας στην Κοτύλη: ετοιμάζεται. Τους καλοκαιρινούς μήνες κατόπιν συνεννόησης λειτουργεί  ο ξενώνας Τρίλοφου, Βασίλης Μπέλλος μέλος πολιτιστικού συλλόγου 82411, 6978641877 το ‘’Ξενοδοχείο’’ Μονόπυλου, Τούλιος Βασίλης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 71824, ο ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου Γιαννοχωρίου που λειτουργεί στα πρότυπα ορειβατικού καταφυγίου 82395, και ο κοινοτικός ξενώνας Λιβαδοτοπίου, Γιώργος Κοράνης πρόεδρος πολιτιστικού συλλόγου 82444, 6976488970.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Στον Πεύκο στο σχολείο ή στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής. Στην Νέα Κοτύλη επίσης στο σχολείο. Και στις τρεις περιπτώσεις έχει κρήνη με νερό. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Στο Νεστόριο θα βρείτε τα πάντα. Καφενείο Πεύκου  Βλαχόπουλος Γερμανός 61152, Καφενείο Κοτύλης Χρήστος και Χρυσούλα Κωνσταντίνου 86110, Καφενείο Κυψέλης Νίκος Ντίνης 86440.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092.

ΧΡΗΣΙΜΑ:  www.nestorio.gr/riverp.html www.riverparty.gr/mayor.htm Οι δικτυακοί χώροι για το περίφημο River Party. Το Νεστόριο έχει πολλούς φορείς – συλλόγους που οργανώνουν αρκετές εκδηλώσεις κάθε χρόνο. Οι πιο γνωστές είναι τα παραδοσιακά πανηγύρια του δεκαπενταύγουστου, οι εκδηλώσεις του Αγίου Πνεύματος και το «Γιόβαντεν» – τοπικό έθιμο του Αγίου Ιωάννου. Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από το Νεστόριο. Καστοριά όλες οι εταιρείες προσοχή όμως τις Κυριακές, γιατί πολλά κλείνουν.

ΒΙΒΛΙΑ: Η περιοχή του Γράμμου είναι μια ευκαιρία για να εμβαθύνουμε στο θέμα του εμφυλίου πολέμου και της μετανάστευσης δύο πληγές, που ακόμα επηρεάζουν την Ελλάδα. Δείτε παρακάτω βιβλιογραφία για τα δύο θέματα. 

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική ακρίβεια απο την ΑΝΑΒΑΣΗ στον πλαστικοποιημένο χάρτη, «Γράμμος – Σμόλικας – Βοιο - Βασιλίτσα», με όλη την περιοχή που περιγράφουμε σε κλίμακα 1:50.000. Στοά Αρσακείου 6 Α’, τ.κ. 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152. Υπάρχει επίσης ένας με διαδρομές στον Γράμμο από τον ‘’Αρκτούρο’’, σεκλίμακα με 1: 100.000. Ο Ε.Ο.Τ. κυκλοφόρησε, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι ο Νο 1 (Γράμμος) σε κλίμακα 1:50.000 που απεικονίζει τμήμα της περιοχής.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ - Fax: 2434071826.

Πληροφορίες για την βιβλιογραφία με θέμα τον Εμφύλιο πόλεμο και τη Μετανάστευση

Από το 1945 μέχρι το 1999, ένας όγκος 576 μονογραφιών έχουν δημοσιευτεί με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο έγραφε ο Μιχάλης Πιτσιλίδης (περ. Προθήκη τ.9, 2003, σ. 21), και πράγματι έτσι είναι. Αν μάλιστα προσθέσουμε και τις εκδόσεις από το 1999 έως το 2007 τότε προκύπτουν ακόμα περισσότερες συμβολές στα γεγονότα. Εδώ θα προτείνουμε όσα πονήματα συνεισφέρουν ώστε να έχετε μια σφαιρική άποψη, με την συμβολή φυσικά της Ιστορικής επιστήμης και των συνεδρίων, που τα τελευταία χρόνια αναλύουν άγνωστα περιστατικά. Οι εκδόσεις αναφέρονται χρονολογικά απο το 1990 έως το 2003.

  • Αχιλλέα Παπαϊωάννου, Γιώργης Γιαννούλης, η θρυλική μορφή του Γράμμου – το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος Αθήνα 1990.
  • Αλέξανδρος Ζαούσης, Η τραγική αναμέτρηση – Ο μύθος και η αλήθεια, εκδόσεις Ωκεανίδα τομ. Α’ Αθήνα 1992, τομ. Β’ Αθήνα 1993.
  • Συλλογικό, Ντέιβιντ Κλόουζ, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος 1943 – 1950, εκδόσεις Φιλίστωρ Αθήνα 1997.
  • Αλέκος Κουτσουκάλης, Το χρονικό μιας τραγωδίας 1945 – 1949, εκδόσεις Ιωλκός Αθήνα 1998.
  • Κωστής Παπακόγκος, Καπετάν Μάρκος – Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα 1945 – 1949, εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 1999.
  • Ηλίας Προβόπουλος – Κώστας Παπαδόπουλος, Ο Άρης κάνει πόλεμο, έκδοση κοινότητας Δομνίστας Ευρυτανίας και Μεσούντας Άρτας Αθήνα 1998.
  • Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή, Άλλος δρόμος δεν υπήρχε – Αντίσταση – Εμφύλιος – Προσφυγιά, εκδόσεις Πολύπτυχο Αθήνα 2002.  
  • Ντέιβιντ Κλόουζ, Οι ρίζες του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα, εκδόσεις Φιλίστωρ Αθήνα 2003.
  • Γιώργος Τόλης, Η Καρυδιά με τους Νουμάδες, εκδόσεις Αρμός Αθήνα 2003.
  • Παπα – Καρτέρη, Αναμνήσεις από το Βουνό - Ιούλιος 1947 – Μάης 1949, εκδόσεις ΑΣΚΙ – Βιβλιόραμα Αθήνα 2003.
  • Φίλιππος Ηλιού, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος η εμπλοκή του ΚΚΕ, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2004.
  • Γιώργος Δ. Γκαγκούλιας, Η Αθέατη πλευρά  του Εμφυλίου Πολέμου – τα τραγικά γεγονότα της 7ης Μεραρχίας του Δ.Σ.Ε., εκδόσεις Ιωλκός Αθήνα 2004.
  • Βασίλης Γκανάτσιος (Χείμαρρος), Ένας Δάσκαλος Καπετάνιος, εκδόσεις Κώδικας και Πανελλήνια Οργάνωση Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (Π.Ο.Α.Ε.Α.), Θεσσαλονίκη 2004.
  • Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα (επιμ.), «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», πρακτικά συνεδρίων, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2005.
  • Βάσω Ψιμούλη, ‘’Ελεύθερη Ελλάδα’’ / ‘’Η φωνή της Αλήθειας’’ ο παράνομος ραδιοσταθμός του ΚΚΕ αρχείο 1947 – 1968, εκδόσεις Θεμέλιο – ΑΣΚΙ Αθήνα 2006.
  • Βαρδής Β. Βαρδινογιάννης – Γιώργος Κ. Ζαχαρόπουλος, Ανταρτομάνα Θεσσαλία, εκδόσεις Οδυσσέας Αθήνα 2006.
  • Γιώργου Μαργαρίτη, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.
  • Η. Νικολακόπουλος – Α. Ρήγος – Γ. Ψαλίδας (επιμ.), «Ο εμφύλιος Πόλεμος – Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο»,  πρακτικά συνεδρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Χρήστος Δ. Καινούργιος, Στα Άδυτα του Εμφυλίου, εκδόσεις Ιωλκός Αθήνα 2003.
  • Νίκος Τερζόγλου (Πύραυλος), Η στρατιωτική εκπαίδευση στελεχών στο ΔΣΕ, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, Αθήνα 2003. 

Η βιβλιογραφία για το κοινωνικό φαινόμενο της μετανάστευσης δεν είναι τόσο πλούσια, ωστόσο, υπάρχουν αξιόλογες εκδόσεις που θα φανούν χρήσιμες σε όσους θέλουν να εμβαθύνουν στο θέμα.

  • Χρυσάνθη Σωτηροπούλου, Η διασπορά στον Ελληνικό κινηματογράφο – Επιδράσεις και Επιρροές στη Θεματολογική Εξέλιξη των ταινιών της περιόδου 1945 – 1986, εκδόσεις Θεμέλιο 1995.
  • Αναστάσιου Τζαμτζή, Τα ελληνικά υπερωκεάνια. 1907 – 1977, εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα 1996.
  • Συλλογικό, Χάρης Ναξάκης, Μιχάλης Χλέτσος (επιμ.), Μετανάστες και Μετανάστευση – Οικονομικές, Πολιτικές και Κοινωνικές Πτυχές, εκδόσεις Πατάκη Αθήνα 2002.
  • Βασίλη Νιτσιάκου, Μαρτυρίες Αλβανών Μεταναστών, εκδόσεις Οδυσσέας Αθήνα 2003.
  • Ιορδάνη Ψημμένου, Μετανάστευση από τα Βαλκάνια – Κοινωνικός αποκλεισμός στην Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004.
  • NancyL. Green, Οι δρόμοι της μετανάστευσης – Σύγχρονες Θεωρητικές προσεγγίσεις, εκδόσεις Σαββάλα Αθήνα 2004.
  • Συλλογικό, Φωτεινή Τομαή – Κωνσταντοπούλου (επιμ.), Η μετανάστευση στον Κινηματογράφο, εκδόσεις Παπαζήση – Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών Αθήνα 2004.
  • Ιωάννα Λαλιώτου, Διασχίζοντας τον Ατλαντικό – η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, (μτφ. Πελαγία Μαρκέτου), εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2006.
  • Ιωάννης Κ. Χασιώτης, Όλγα Κατσιαρδή – Hering, Ευρυδίκη Αμπατζή (επιμ.), Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος – 21ος αιώνας, εκδόσεις Βουλής των Ελλήνων Αθήνα 2007. 

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (7ο και 8ο)  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1960.
  • Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1979. 
  • Δημητρίου Ν. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι, έκδοση Φιλοπροοδευτικού συλλόγου των απανταχού Επταχωριτών Θεσσαλονίκη 1979.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα 1987.
  • Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση 2000.
  • Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη 2002.
  • Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη 2003.
  • Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1951.
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ζαλίδης Χ. Γ. και Α. Λ. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης) 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) xviii + 587 σελ. Ιούνιος 1994.
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλου, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς, έκδοση δήμου Νεστορίου, Καστοριά 1998.
  • Γιάννης Κ. Παπαρίζος, Τα χωριά του Γράμμου, εκδόσεις Κώδικας Θεσσαλονίκη 1998. 
  • Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999.
  • Μιχάλης Ζ. Θεοδώρου, Φυγή και Επιστροφή, αυτοέκδοση Αθήνα 2004.
  • Αχιλλέας Ιω. Παπαϊωάννου, Ο Αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005].
  • Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα 2006.
  • Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τόμοι 5, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Αθήνα 2006. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46, 1995.
  • Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, στο: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας (επιμ.), εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων, στο: «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2005.
  • Δημήτρης Μπούσμπουρας (επιμ.), «Γράμμος», περιοδικό ‘’Μικρή Άρκτος’’, 1-16 της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος τ.24 Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2000.
  • Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1972.

Γ’    Άρθρα σε εφημερίδες

  • Οδοιπορικό της ‘’Κ’’ σε Γράμμο – Βίτσι του Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη «Κι όμως, οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη, «Αναξιοποίητο τουριστικά το βουνό του διχασμού», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα «Ο τουρισμός σκαρφαλώνει στο Βίτσι», Καθημερινή Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2004.

ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (9849 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΑΜΟΡΓΟΣ Β’ αρχ(1). Αμοργός, Παγκάλη, Ψυχία, Καρκήσιος ή Καρκησός

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάρτιος 2007

Νότια Αμοργός 

Προικισμένη με μια μυστηριώδη έλξη η Αμοργός κατορθώνει όσο λίγα Κυκλαδονήσια, να προσελκύει τους συνειδητοποιημένους ταξιδιώτες του αρχιπελάγους. Οι περισσότεροι, ανακαλύπτουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ποικιλία τοπίων, ήσυχων ακρογιαλιών, αξιαγάπητων, αυθεντικών συμπεριφορών, ηθών κι’ εθίμων προ πολλού ξεχασμένων στα περισσότερα νησιά μας. Άλλοι, αντικρίζουν αξιόλογους ιστορικούς τόπους ξεχωριστά θρησκευτικά μνημεία, ελκυστικούς αρχαιολογικούς χώρους. Δεν είναι παράξενο. Ο καθένας γοητεύεται από διαφορετικά πράγματα, αγαπώντας έναν τόπο για αυτά που βρίσκει σ’ αυτόν. Η Αμοργός, με τη ρομαντική της διάθεση, καλύπτει αυτά τα ενδιαφέροντα. Του τα προσφέρει όλα σε υπερθετικό βαθμό.

Σήμερα γνωρίζουμε με μεγάλη ακρίβεια από τα ευρήματα που έδωσε η γη της, ότι ήταν πάνω στο σταυροδρόμι μεταξύ Κυκλάδων, Δωδεκανήσου με σοβαρό εμπορικό, πολιτιστικό ρόλο και πλούσιες ιστορικές περγαμηνές. Βαθμιαία και σταθερά εξελίχθηκε σ’ ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, ενώ στους ιστορικούς χρόνους υπήρξε πόλος έλξης με την επικοινωνία να φτάνει μέχρι τη νοτιοδυτική Μικρά Ασία.  Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η κλεψύδρα του χρόνου θ’ άρχιζε να μετρά αντίστροφα τις μέρες που μας χωρίζουν, ήδη, από την ώρα της πρώτης αναχώρησής μας, το καλοκαίρι του 2005. Τότε γνωρίσαμε καλύψαμε και παρουσιάσαμε(2) τη Χώρα, την Αιγιάλη με το μεγάλο ορεινό τμήμα της, το όρος Κρούκελλο, τα μνημεία, τα αρχαιολογικά ευρήματα μαζί με τις βραχώδεις απότομες ανατολικές ακτές με τα μονοπάτια.

Έτσι βρεθήκαμε άλλη μια φορά στα Κατάπολα, τον αρχαίο Λιμένα, το υπήνεμο και οικείο λιμάνι της, για την εξίσου ενδιαφέρουσα συνέχεια. Δεν είναι άλλη απ’ τη γνωριμία με το νότιο τμήμα της, την Κάτω Μεριά των ντόπιων. Μια μεγάλη περιοχή που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση στον επισκέπτη κυρίως λόγω της αντίθεσης με τα βόρεια της νήσου. Εδώ υπάρχουν θαυμάσιοι καταγάλανοι κόλποι, δαντελωτές ακρογιαλιές, μοναδικά θρησκευτικά μνημεία, ξεχωριστά κατάλευκα χωριουδάκια, οι δύο αρχαίες πόλεις Μινώα και Αρκεσίνη, που έφερε στο φως η ακάματη αρχαιολογική σκαπάνη. 

Ολόκληρος ο όρμος των Καταπόλων, ο αρχαίος Λιμήν,το επίνειο της Μινώας, είναι μια εξαιρετική επιλογή για πολλές, ρομαντικές σύντομες πεζοπορίες. Είτε αυτές γίνουν προς την Παναγίτσα στο Κάτω Ακρωτήρι, (βλ. παρακ. περιγραφή) όπου έχουν εντοπιστεί βυθισμένα κτιριακά κατάλοιπα από την Παλαιοχριστιανική περίοδο (4ος – 6ος μ. Χ. αι.), είτε προς τις παραλίες απέναντι, προσφέρουν στον επισκέπτη μια διαφορετική οπτική του τόπου. Πρώτη, γνωστή, όμορφη και μεγάλη είναι των Καταπόλων ή Συνοδινού η οποία είτε είναι πολύ κοντά στο πολύβουο λιμάνι, είτε επειδή συνήθως ελλιμενίζονται τουριστικά σκάφη ή μεγάλα ιστιοπλοϊκά, περνά σχεδόν απαρατήρητη στους κολυμβητές. Πιο κάτω όλα αλλάζουν. Ο παραλιακός δρόμος σύντομα φτάνει στο Ξυλοκερατίδι με τις ωραίες του ψαροταβέρνες, κι’ από εκεί ξεμακραίνει προς τη θέση Κατηφορίδα. Εδώ βρέθηκαν δύο αξιόλογοι αλλά συλημένοι, θαλαμοειδείς τάφοι λαξευμένοι σε φυσικό βράχο όπου, σύμφωνα με τα ευρήματα, υπήρχε μυκηναϊκή εγκατάσταση. Μετέπειτα έρευνες επέτρεψαν στους επιστήμονες να αντλήσουν πληροφορίες για τη χρήση του χώρου καταλήγοντας σε περιόδους παλιότερες των μυκηναϊκών χρόνων. Σήμερα ο χώρος ανήκει πλέον στο δημόσιο (ήταν να χτιστεί ξενοδοχείο), και είναι επισκέψιμος. 

Μια ωραία, πεζοπορική διαδρομή με σήμανση ξεκινά απ’ το χωριό, η Νο 7 (βλ. σημ. 14), περνά δίπλα απ’ το αθέατο από τη θάλασσα εκκλησάκι της Ευαγγελίστριας που αντίθετα με το μέγεθός του, είναι σημαντικό, γιατί διαθέτει το ‘’μυστικό’’ της χρονικής περιόδου κατασκευής του. Αυτή, είναι σχετική με την πρώιμη διάδοση του Χριστιανισμού στο νησί, ένα θέμα που βεβαιώνεται από επιγραφές(3). Αποδείξεις για την ανέγερση δύο τουλάχιστον ναών γύρω στον 9ο αιώνα αποτελούν οι ανεικονικές τοιχογραφίες· αποκαλύφθηκαν εδώ, στο αρχικό από τα τρία στρώματα του ναού της Ευαγγελίστριας(4), και όπως ήδη είδαμε(5), στο ναό του Ευαγγελιστή Ιωάννη του Θεολόγου, στον ορεινό όγκο του όρους Κρούκελος. Η ομώνυμη διαδρομή είναι μονοπάτι σε μεγάλα τμήματά του λιθόστρωτο με κυκλική πορεία προς το Ξυλοκερατίδι (50’).

Εκτός από τα πολύ ενδιαφέροντα αρχαία και βυζαντινά μνημεία, όλη η περιοχή είναι φημισμένη για τις λαμπερές, γαλάζιες  παραλίες. Από τον οικισμό όλο παραλιακά φτάνετε στις κοσμικές ‘’Τρεις Ιεράρχες’’, ‘’Ακτή Νεκροταφείο’’, ‘’Άγιο Παντελεήμονα’’, ‘’Μαλτέζι’’. Μέχρι εδώ έρχεστε άνετα με τα πόδια ενώ μονοπάτι οδηγεί στην πιο απόμακρη, τις ‘’Πλάκες’’ (Φανάρι), ένα μοναχικό ήσυχο μέρος για βουτιές, με λεία βράχια – πλάκες. Σ’ αυτήν ή στις προαναφερθείσες πηγαινοέρχονται με καθημερινά δρομολόγια το καλοκαίρι ο Αναστάσης Νομικός με το τρεχαντήρι ‘’Νατάσα’’ κι’ ο  Γιώργος Γαβαλάς με τη ‘’Στάμου’’ ή τον ‘’Αντώνιο’’. Οι εκδρομές τους δεν περιορίζονται μόνο σ’ αυτά τα μέρη, υπάρχει ολόκληρο πρόγραμμα για πολλές τοποθεσίες αρκετά μακρύτερα απο τα Κατάπολα απ’ όπου σαλπάρουν, (βλ. στο τέλος Πληροφορίες – Χρήσιμα). 

Στα Κατάπολα, γνωρίζουμε από νεώτερους ελέγχους, σωστικές ανασκαφές και έρευνες, ότι υπάρχουν ίχνη παλιότερης κατοίκησης. Εδώ βρέθηκαν διάσπαρτα σε χωράφια κάτω από τα νέα κτήρια, οικοδομικά λείψανα, αρχιτεκτονικά μέλη, τμήματα ψηφιδωτών, επιγραφές και άλλα ευρήματα που αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες για την ιστορία της κατοίκησης στον Λιμένα. Δυστυχώς, τίποτε από όλα αυτά δεν είναι ορατό, τα περισσότερα καλύφθηκαν από την επείγουσα ανάγκη εκμετάλλευσης των οικοπέδων για την όποια κερδοφόρα τουριστική ‘’επένδυση’’. Σύμφωνα με μαρτυρίες των ντόπιων, μέχρι πριν είκοσι χρόνια υπήρχαν πολλά χαμηλά, παραδοσιακής αρχιτεκτονικής σπίτια και κτήρια, όμως ο αέρας της ανάπτυξης(6) της εξαρχής οικοδόμησης, οι προεκτάσεις, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, οι δεκάδες καινούργιες ανάγκες για την προσέλκυση τουριστών αλλοίωσε αυτή την εικόνα, ταπεινώνοντας τη δομημένη ιστορική μας κληρονομιά.

Σήμερα ο επισκέπτης δεν μπορεί να διακρίνει το παλιό από το νέο με πολύ λίγες εξαιρέσεις όπως π.χ. το παλιό πρακτορείο εισιτηρίων του Νίκου Πρέκα και της Ζωής Θεολογίτου στα Κατάπολα· εκτός από πρακτορείο λειτουργεί σαν καφενείο, ενώ το καλοκαίρι σερβίρει σπιτικά μεζεδάκια για ούζο. Βέβαια ο περιηγητής έχει τη δυνατότητα να βαδίσει πάνω σε παλιά μονοπάτια να ξεμακρύνει, να βρεθεί και ν’ αντικρίσει ιστορικούς τόπους κατοικημένους πριν χιλιάδες χρόνια. Μια καλή αρχή γίνεται από τη μαρμαρόχτιστη ασπρισμένη Βρύση των Καταπόλων με το δροσερό νερό, απέναντι ακριβώς από το σημείο ελλιμενισμού του «Express Skopelitis». 

Το δρομάκι ανηφορίζει με σκαλοπάτια, οδηγώντας στα ενδότερα του οικισμού περνώντας από νέα σπίτια, ορισμένα παλιότερα, σε άσχημη κατάσταση μάλιστα, καμάρες, ενώ παντού ξεπετάγονται ευωδιαστά λουλούδια σε χρωματιστές γλάστρες. Σε λίγα λεπτά θα φτάσετε στην Απάνω Γειτονιά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου με τον μπλε τρούλο. Παλιότερα, λίγο πιο πάνω απ’ εδώ έφευγε μονοπατάκι που οδηγούσε στην πλαγιά της Μουντουλιάς. Το μονοπάτι σήμερα είναι χαλασμένο σε πολλά σημεία αλλά πιστεύουμε ότι είναι σε θέση να οδηγήσει στον τσιμεντόδρομο λίγο μετά το ξωκλήσι του Χριστού κι’ από εκεί εύκολα στη Μινώα (40’). 

Στον ευρύτερο χώρο (στο παλιό λιθόστρωτο Καταπόλων – Χώρας), βρίσκεται το αξιοπρόσεκτο θρησκευτικό μνημείο του Ταξιάρχη Μιχαήλ (Αγ. Ασωμάτων), με ‘’καταγωγή’’ από ιερό των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Κοντά του, υπάρχει αρχαία αγροικία (κατοικιά) με λείψανα τετράγωνου πύργου(7). Στην άλλη άκρη, ο πρόσφατα ανοιγμένος παραλιακός δρόμος περνά την Παναγίτσα τη Κατακρωτηριανή, φτάνοντας στο άγαλμα μιας εκ’ των εννέα μουσών, την Ερατώ. Στήθηκε εδώ, στην είσοδο του λιμανιού, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Πολυχρόνη, μέλος του συνδέσμου Αμοργίνων, για να καλωσορίζει τα πλοία καθώς φτάνουν στα Κατάπολα. 

Προς το τέλος του δρόμου, μετά τον Αι – Γιάννη αριστερά στο ύψωμα, στην θέση «Μάντρες Ρούσσου», είναι ο δισυπόστατος ναός των Αγίων Αναργύρων – Αγίου Νεκταρίου. Υπάρχει το παλιό μονοπάτι από την Παναγίτσα το οποίο μπαίνει για λίγο σε χωράφια προσεγγίζει τους Αγ. Αναργύρους, κατηφορίζοντας κατόπιν ανάμεσα από αρχαία μνημεία και μνήματα προς το ακραίο σημείο του γκρεμού, τον Αι – Γιάννη. Αυτό το σημείο εξασφαλίζει έξοχη θέα προς τον ορεινό όγκο της Νάξου, τον Ζα (1001 μ. υψ.) τα κοντινά στην Αμοργό εδάφη της κοντινής Δρίμας, την αμέσως επόμενη Αντίκερο, τη Κέρο, και μακρύτερα το Κουφονήσι ενώ με καλό καιρό βλέπετε τις Μακάρες. 

Σε κεντρικό σημείο του λιμανιού είναι η πλατειούλα με τις καφετέριες. Διασχίστε την για να μπείτε στο στενό παράδρομο, που περνά από το καλό βιβλιοπωλείο του Τάσσου Πέππα, καταλήγοντας στην σπουδαία Παναγία Καταπολιανή. Όλοι οι ενημερωμένοι επισκέπτες περνάνε από εδώ με κατεύθυνση την ιστορική εκκλησία η οποία, κρύβει πολλά ‘’μυστικά’’ και φανερά εντοιχισμένα οικοδομικά μέλη. Στην αυλή της υπάρχει ενεπίγραφο βάθρο, κάποια μαρμάρινα ανάγλυφα αρχιτεκτονικά στοιχεία, κίονες κ.ά. Εδώ, «πλησίον και κάτω από το εκκλησάκι», βρίσκονται, κατά τον Ρός(8), τα θεμέλια μνημειακής παλαιοχριστιανικής βασιλικής χτισμένης επάνω στα ιερά του Δηλίου και του Πυθίου Απόλλωνος(9), ίχνη των οποίων είναι σήμερα ορατά στον ευρύτερο χώρο, μετά την ανασκαφική έρευνα της Αμοργιανής αρχαιολόγου Λίλας Ι. Μαραγκού και τους συνεργάτες της. 

Σχεδόν δίπλα από τα Κατάπολα είναι το πυκνοχτισμένο Ραχίδι, πάνω σε λόφο, στο όριο μεταξύ παράλιας ζώνης κι’ εύφορου κάμπου που επικρατεί η καλλιέργεια της ελιάς, με λίγα αμπελάκια. Συγκρατεί ακόμα κάποια, λίγα, παραδοσιακά στοιχεία ενώ παλιότερα περιστοιχιζόταν απ’ τεράστια αμπέλια, περιβόλια με κάθε είδους καλλιέργειες στα μικρότερα μποστάνια. Εν αντιθέσει με το ωραίο του παρελθόν, ο οικισμός ολοένα πυκνώνει, μεγαλώνει, ψηλώνει, με πιθανότητα σε λίγα χρόνια να έχει ενωθεί με τα Κατάπολα. Περπατώντας στα δρομάκια του, διασχίζετε τα λίγα χαμηλά σπίτια του πεζόδρομου με ασπρισμένες αυλές, δεκάδες λουλούδια, ξεχασμένες μυρωδιές καταλήγοντας στον επιβλητικό ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου. Για τη κατασκευή του, την πρώτη δεκαετία του 1900, χρησιμοποιήθηκαν και αρχαία οικοδομικά υλικά κάποια εκ’ των οποίων είναι εντοιχισμένα στην πρόσοψη, στον αυλόγυρο και τα σκαλοπάτια. Ενδέχεται ήδη να περάσατε πάνω από το μακρύ ενεπίγραφο επιστήλιο, το οποίο βρίσκεται χτισμένο στην εξωτερική, κεντρική, είσοδο. Αυτό αποτελούσε τμήμα από σημαντικό δημόσιο κτήριο που μέχρι το 1908 ήταν σε αγρό κοντά στην Παναγία Καταπολιανή. 

Σε κάποια από τις βόλτες σας στα Κατάπολα δεν μπορεί, θα προσέξατε τους μεγάλους ενημερωτικούς πίνακες με τα σχέδια και τα δίγλωσσα εύληπτα κείμενα που αναφέρονται στην αρχαία Μινώα. Πραγματικά η αρχαία πόλη είναι ένα από τα περιποιημένα, επισκέψιμα μνημεία της Αμοργού. Από το Ραχίδι λοιπόν, γυρίστε προς το τσιμεντένιο γεφυράκι με τους αγέρωχους ευκάλυπτους, πίσω από το δημοτικό σχολείο. Από εκεί, ο τσιμεντοστωμένος δρόμος ακολουθεί κοίτη ρέματος, μικρό τμήμα της κοιλάδας του Σακκά, και σκαρφαλώνει σιγά – σιγά στη βόρεια πλαγιά της Μουντουλιάς (246 μ. υψ.). Όσο ανεβαίνετε πιο ψηλά τόσο η θέα του λιμανιού, της πεδιάδας, των μικρών οικισμών ξεμακραίνει μέχρι που χάνεται, προς το παρόν βέβαια. Η Μινώα βρίσκεται πάνω από το λιμάνι και η θέση της εξασφαλίζει απεριόριστη θέα. Η διαδρομή είναι σαφής, σε 3 χλμ. συνολικά θα είστε εμπρός της. 

Ένα χαμηλό λιθόχτιστο τοιχείο οριοθετεί την είσοδο στο χώρο ενώ η πόρτα είναι πάντοτε ανοιχτή, εσείς κλείστε την όταν μπείτε, γιατί τα κατσίκια παραμονεύουν. Τα ερείπια της αρχαίας πόλης παρέμεναν άγνωστα έως το 1837· τότε επισκέφθηκε το νησί ο Λουδοβίκος Ρός που αποκάλυψε και ταύτισε τα αρχαία οικοδομήματα. Αργότερα, η άγνοια κατέστρεψε ή μετέφερε προς οικοδόμηση σπιτιών, μαντρότοιχων κ.ά, κτισμάτων αρκετά, ένα πρόβλημα που επισημαίνει ο Αντώνιος Μηλιαράκης το 1884, ενώ ο Τζέημς Μπέντ που έφτασε εδώ το 1885 γράφει(10)Τα πάντα εδώ πάνω είναι γεμάτα ερείπια, που τα περισσότερα έχουν μετατραπεί σε στάβλους για τα βόδια. Εκεί είδαμε ότι είχε απομείνει από τα πόδια ενός ωραίου αγάλματος και μερικές αρχαίες επιγραφές στους τοίχους». Τρία χρόνια αργότερα (1888) καταφθάνει στη Μινώα ο αρχαιολόγος G. Deschamps συμπληρώνοντας την καταστροφή, και αφήνοντας πίσω, σαν χαίνουσες πληγές, ανεσκαμένους κι’ αφύλακτους μετά την αποχώρησή του χώρους. 

Μόλις το 1981 μετά από εκατόν σαράντα τέσσερα χρόνια, άρχισαν οι συστηματικές επιφανειακές και ανασκαφικές έρευνες, με την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής εταιρείας. Τη διεύθυνση, τη μελέτη  - επίβλεψη, των ανασκαφών ανέλαβε από το 1979 η αρχαιολόγος, καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το 1975, κ. Λίλα Μαραγκού, με τους συνεργάτες και τους φοιτητές της. Η κοπιώδης, ευσυνείδητη εικοσαετούς διάρκειας (1981 – 2001) δραστηριότητα(11) έφερε τους καρπούς της, προσιτούς τώρα πια σε κάθε φιλομαθή επισκέπτη. Από την επιστημονική μελέτη των οικοδομημάτων, από τα δεκάδες κινητά ευρήματα (μαρμάρινα γλυπτά, πλήθος δειγμάτων κεραμικής, χρηστικά σκεύη από πηλό, αγγεία, επιτάφιες στήλες, επίκρανα), έγινε πλέον δυνατή η ανασύνθεση της ιστορίας της πόλης. Αποδείχθηκε ότι η πρωιμότερη κατοίκιση στο νησί υπήρξε εδώ, στο λόφο της Μουντουλιάς, ήδη από την Ύστερη Νεολιθική περίοδο (5η π.Χ. χιλιετία). Η επικρατέστερη άποψη φέρει τον αποικισμό και την εγκατάσταση Σαμίων(12) στο β’ μισό του 7ου π.Χ. αιώνα την εποχή του ποιητή Σημωνίδη(13) του Αμοργίνου. 

Η περιήγηση στην αρχαία πόλη είναι εύκολη, χάρη στην περίφραξη και τα τέσσερα μονοπάτια με σήμανση που υπάρχουν εκτός αυτής. Οι πανταχού παρούσες ενημερωτικές πινακίδες με σχέδια, επεξηγηματικό υπόμνημα, σύντομα κείμενα διευκολύνουν την κατανόηση όλων των θέσεων. Ήδη με την είσοδό σας, βλέπετε τα κτήρια της Κάτω Πόλης μεταξύ αυτών το εντυπωσιακό Γυμνάσιο, απ’ όπου το μονοπατάκι Νο 1 οδηγεί στην κορυφή του βουνού, στην ακρόπολη. Η πρόσβαση σε όλο το συγκρότημα, στο τείχος, τους προμαχώνες, στον οικισμό είναι ελεύθερη. 

Προτείνουμε να ακολουθήσετε το μονοπάτι Νο 3 (νότια) ακολουθώντας το τείχος. Στη σειρά θα αντικρίσετε την μαρμάρινη Πύλη (υπάρχει αναπαράσταση) το βορειοανατολικό πύργο – προμαχώνα, ενώ ψηλότερα φαίνεται ο δωρικού ρυθμού μαρμάρινος Ναός με ακέφαλο λατρευτικό άγαλμα, πιθανά του Απόλλωνα. Το μονοπάτι συνεχίζει αρκετά, διατρέχει όλο το νότιο τείχος της πόλης· υπάρχουν πινακίδες που γράφουν: «Τμήμα του αρχαίου οχυρωματικού τείχους», καταλήγοντας στη δυτική Πύλη, όπου θα δείτε την πινακίδα: «Ορθογώνιος Πύργος – Προμαχών». Εδώ συναντάτε το μονοπάτι Νο 4 που σχετικά άνετα σας οδηγεί στην παραλία. Όμως, η καλύτερη συνέχεια είναι να δείτε πάνω από την Πύλη το συγκρότημα κτηρίων και συνεχίζοντας την ανάβαση, να ολοκληρώσετε τον κύκλο του Οχυρωματικού περίβολου. Προς το τέλος υπάρχει ξύλινη πινακίδα με βέλος· εκεί που συναντώνται το μονοπάτι Νο 3 με το Νο 1 (ξεκινά απ’ το Γυμνάσιο). Ακολουθώντας το, θα σας οδηγήσει στην περιφραγμένη με χαμηλό πλέγμα Ακρόπολη, στο ψηλότερο σημείο της Μινώας απ’ όπου η θέαση του τόπου είναι πραγματικά εκπληκτική, απεριόριστη. 

Στα βόρεια αντικρίζετε τη Χώρα, ενώ εμπρός στα πόδια σας απλώνεται ο μεγαλειώδης κόλπος των Καταπόλων με όλους τους οικισμούς, τον λιόφυτο κάμπο, τις απόμακρες παραλίες και τα νησιά που περιτρυγυρίζουν την Αμοργό. Νότια, εξίσου απολαυστική θέα· εμπρός σας ο όρμος Φοινικιές ο οικισμός Λεύκες με τον Αι Γιάννη, το εκκλησάκι της Αγίας Θέκλης με τον ομώνυμο αγροτικό οικισμό, το ακρωτήρι με την η αρχαία Αρκεσίνη μέχρι κάτω μεσοπέλαγα, το νησί Πεταλίδα. Ολοκληρώστε την ελκυστική περιήγηση από το μονοπατάκι Νο 2 (υπάρχει σήμανση) που ελίσσεται διαρκώς διασχίζοντας συγκρότημα οικιών καταλήγοντας κοντά σε κατάλοιπα εργαστηρίου και την ψηλή μνημειακή δεξαμενή ρωμαϊκών χρόνων, που μέχρι πρόσφατα στις διηγήσεις των κατοίκων φάνταζε σαν «Παλάτια», «Θερινά ανάκτορα», «θρόνος» ή «τάφος» του βασιλιά Μίνωα. Πολύτιμος σύμβουλος στη γνωριμία με την αρχαία πόλη θα σας φανούν οι πανταχού παρόντες ενημερωτικοί πίνακες, και το εξαιρετικό βιβλίο της αρχαιολόγου κ. Λίλας Ι. Μαραγκού, Αμοργός Ι – Η Μινώα, πιθανότατα να βρείτε στο βιβλιοπωλείο του Τάσσου Πέππα στα Κατάπολα. 

Μια αξιομνημόνευτη προσπάθεια που τιμά τους φορείς του νησιού και τους ιδιώτες που ανέλαβαν το έργο είναι η χάραξη, η σηματοδότηση με μικρά άσπρα / κόκκινα πινακιδάκια, επιπλέον των μεγάλων ξύλινων πινακίδων με τους ενδεικτικούς χρόνους προσπέλασης, αρκετών παλιών μονοπατιών. Έχουμε αναφερθεί πάλι σε αυτό(14), αλλά επανερχόμαστε, επειδή είναι από τις ελάχιστες φορές, που έγινε ένα έργο με ακρίβεια και που ο επισκέπτης πράγματι διασχίζει αρχέγονα, καλαίσθητα τοπία σε κάθε μια από τις συνολικά έξι διαδρομές. Όλες βαδίζουν πάνω στις παλιές στράτες, ενώ η διαμόρφωσή τους επιτρέπει την άνετη γνωριμία των τόπων με αρχαιολογικό ενδιαφέρον, αρχαίους πύργους, εκκλησίες, ιερές μονές, τους παλιούς ξεχασμένους οικισμούς κ.ά. Δύο από αυτά τα μονοπάτια συναντιούνται όπως κατηφορίζετε από τη Μινώα προς την πρώτη διασταύρωση (δστ. στο εξής), που βρίσκεται το ξωκλήσι του ΣταυρούσταΜάρμαρα. Αριστερά επιστρέφετε στα Κατάπολα, δεξιά σε λίγα μέτρα βλέπετε το μονοπάτι Νο 6 (το πρώτο που συναντάτε), με την ονομασία «Βαλσαμίτης», που κατευθύνεται ανατολικά προς τον Αι Γιώργη Βαρσαμίτη (45’) ένα σπουδαίο μνημείο της Αμοργού (βλ. παρακ.). 

Το άλλο, που μας ενδιαφέρει, είναι το Νο 3 με την ονομασία(15) «Ιτώνια» με νότια κατεύθυνση, κατηφορικό στην αρχή, συναντά σε +/- 1χλμ. (δεξιά) χωματόδρομο για τη μοναχική παραλία Φοινικιές, προς το παρόν η πιο ήσυχη απ’ όσες γνωρίσαμε. Μοναδική παραφωνία μια θεόρατη πέτρινη κατοικία, που βέβαιο είναι ό,τι αδικεί το τόπο. Η συνέχεια σας φέρνει σχεδόν αμέσως σ’ ένα πλάτωμα, τις περίφημες Λεύκες,που, παρά το μέγεθος της, είχε ζωτικό ρόλο στην παλιά αγροτοποιμενική οικονομία. Γύρω της, φαίνονται οι παλιές αναβαθμίδες που συγκρατούν το πολύτιμο χώμα, φτιαγμένες με πολύ ιδρώτα στις πλαγιές των λόφων που την τριγυρίζουν προς ανατολάς, μέχρι ψηλά στην Αγία Ειρήνη, και δίπλα απ’ τις λιγοστές παλιές κατοικίες του λιλιπούτειου χωριού. Ο προσεκτικός επισκέπτης διακρίνει το ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον, τα γεμάτα θαμνοειδή βλάστηση και φρύγανα χωραφάκια που συνθέτουν έναν τόπο απαράμιλλης ομορφιάς. Στις μέρες μας, είναι εγκαταλειμμένα όμως δεν πέρασε πολύ καιρός από τότε που ήταν φυτεμένοι αμπελάκια, ελιές· λίγες άγριες υπάρχουν ακόμα, και περιβόλια με ροδακινιές. Ο μεγάλος σεισμός του 1956 στέρεψε τα νερά, τότε σε πολλά μέρη της Αμοργού, μεταξύ αυτών οι Λεύκες, εγκαταλείφθηκαν τελείως οι καλλιέργειες, και το νησί γνώρισε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα.

Στη λουλουδιασμένη αυλή του φιλόξενου Λευτέρη (γαμπρός στην Αμοργό), και της Νικολέτας Πράσινου, δοκιμάσαμε δικιά του ψημένη ρακί, σπιτικά κουλουράκια ακούγοντας την ιστορία του τόπου. Μας πήγε μέχρι το παρακείμενο ολόλευκο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, που το γιορτάζουν στις 29 Αυγούστου. Χτισμένο στην άκρη του λόφου προσφέρει γοητευτική θέα. Ανήκει στην οικογένεια, το περιποιούνται και τ’ ασπρίζουν οι ίδιοι, δύο φορές το χρόνο, όπως προσέχουν το λιτό εσωτερικό του με τις λίγες φορητές εικόνες, και τον όμορφο χρωματιστό σταυρό στο απλό ξύλινο τέμπλο.

Μόλις 200 μ. πιο κάτω είναι η τοποθεσία Απάνω Βρύση απ’ όπου ξεκινά στενό μονοπάτι, ανεβαίνει μέχρι την Αγία Ειρήνη, ένα εκκλησάκι με θέαση του τόπου μέχρι κάτω, τις Λεύκες και την απότομη γκρεμώδη ακτογραμμή της Μουντουλιάς φτάνοντας στο ακρωτήρι Άγιος Ηλίας στην είσοδο του κόλπου των Καταπόλων. Δίπλα απ’ το εκκλησάκι αποκαλύφθηκε αρχαίο Ιερό, αγροτική εγκατάσταση, που σε συνδυασμό με τα ευρήματα και την ύπαρξη αρχαίου λατομείου αναδεικνύουν τη μακρόχρονη χρήση του χώρου.

Δεν θα έχετε κάνει ένα χλμ. απ’ τις Λεύκες όταν θ’ αντικρίσετε τον επίσης μικρό αγροτικό οικισμό Αγία Θέκλη με το ομώνυμο εκκλησάκι στην άκρη. Αποτελεί ένα ελκυστικό ομογενές σύνολο, το οποίο διασώζει μερικές από τις πιο καλοδιατηρημένες λιθόχτιστες κατοικίες του νησιού, που πλέον, στο πέρασμα του χρόνου, έχουν αποκτήσει σπουδαία πολιτιστική αξία. Δεξιά σας, υπάρχει μονοπάτι για τον ορμίσκο Τυροκόμο, μια θαυμάσια παραλία που δυστυχώς αλλοιώνεται από τη παρουσία ενός υπερφίαλου συγκροτήματος κατοικιών, παράταιρου και ξένου προς την τοπική αρχιτεκτονική, ένα ελάττωμα που παρατηρείται σε πολλά μέρη του νησιού. Οφείλεται καθαρά στην έλλειψη στοιχειώδους λογικής, σεβασμού στον τόπο, την ιστορία του και λιγότερο στον ανεπαρκή έλεγχο της Διοίκησης, η οποία, μόνο που αδειοδοτεί τέτοιου είδους οικοδομές αποδεικνύει το πολιτιστικό της επίπεδο. Ευθεία, στο ίχνος του δρόμου, ξεκινά η πεζοπορική διαδρομή Νο 3.Αυτά τα 2,3 χλμ. από το ξωκλήσι του Σταυρού γίνονται και με όχημα. 

Από εδώ όμως, τον πρώτο λόγο έχει η μαγευτική φύση που πλημμυρίζει τις αισθήσεις, συναρπάζοντας τον πεζοπόρο με τις σπάνιες μυρωδιές απ’ τα αγριολούλουδα που κατακλύζουν την περιοχή. Όλη η περιήγηση στο σπάνιο απείραχτο αγροτικό τοπίο ενθουσιάζει καθ’ όσον εξελίσσεται σε πραγματικό, σπουδαίο μάθημα πατριδογνωσίας την ίδια στιγμή που αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τη φυσιογνωμία του τόπου. Το λιθόστρωτο κατηφορίζει μέχρι τα ξωκλήσια των Αγίων Πάντων και το δίδυμο των Αγίων Σαράντα, (το εσωτερικό του οποίου παραπέμπει ευθέως σε αρχαίο ιερό), όπου συναντά τον χείμαρρο του Βάρμα. Στενός χωματόδρομος δεξιά, οδηγεί στην παραλία των Αγ. Σαράντα ενώ ευθεία φτάνετε σε βασικό σταυροδρόμι, (υπάρχει πινακίδα). Αριστερά, σε 10’ μπαίνετε στο Καμάρι (1ω 15’ από Αγ. Θέκλη), δεξιά οδηγείστε στο Καστρί, την ακρόπολη της αρχαίας Αρκεσίνης (2ω 30’ από Αγ. Θέκλη).

Οι αισθήσεις του πεζοπόρου σε αυτό το τοπίο αφυπνίζονται απ’ την αρχέτυπη αύρα της περασμένης αγροτοποιμενικής ζωής, της κοινωνίας που ζούσε με ευλάβεια σ’ αυτά τα μέρη. Στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν οι θέσεις Δωκαθίσματα, Σίβρυσα, Κορνοβίγλια, που έχει πιστοποιηθεί διαχρονική κατοίκηση από τους προϊστορικούς έως τους νεώτερους χρόνους(16). Εδώ βρέθηκε η μεγαλύτερη νεκρόπολη της νήσου, ιερό ιστορικών χρόνων, πολυάριθμα σημαντικά μαρμάρινα ειδώλια, μερικά από τα οποία έχουν διαστάσεις αγαλμάτων(17). Να κάνετε αυτή τη πεζοπορία που, ευτυχώς, δεν αντικαθίσταται από την προσπέλαση με όχημα, άλλωστε μόνο μικρό κομμάτι της διαδρομής είναι προσιτό.

Όχημα όμως χρειάζεστε για τη διαδρομή που ξεκινά απ’ τη Χώρα, με κατεύθυνση νότια αρχικά, δυτικά αργότερα για να σας φέρει στην Κάτω Μεριά. Από την είσοδο της Χώρας ακολουθείστε το δρόμο προς «Αρκεσίνη – Καμάρι – Βρούτση» (υπάρχουν πινακίδες) και σε λίγα λεπτά θα βρεθείτε ν’ αγναντεύετε από ψηλά τη καταγάλανη θάλασσα, σ’ ένα υπέροχο βραχώδες τοπίο. Ο δρόμος, κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι χαραγμένος πάνω στον παλιό μουλαρόδρομο, σας οδηγεί σε 4 χλμ. σε δστ. που υπάρχει πινακίδα προς Βαρσαμίτη. Στρίψτε εκεί δεξιά, και σε 500 μ. είστε εμπρός από τον Αι Γιώργη ΒαρσαμίτηΗ ιστορία του μοναστηριού - μνημείου ξεκινά στους βυζαντινούς χρόνους τότε που αποτελούσε ιδιαίτερη μονή, λόγω των προφητικών ιδιοτήτων που αποδίδονταν στην πηγή του. Αργότερα περιελήφθη στη μεγάλη κτηματική περιουσία της μονής Χοζοβιώτισσας σαν μετόχι της. «Έτερον εκκλησιαστικόν μνημείον εν Αμοργώ άξιον μνείας είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου Βαλσαμίτου, τα μέγιστα τιμώμενος υπό των εγχωρίων ένεκα πηγής ύδατος ευρισκομένης εν αυτώ, εις ην αποδίδουσι μαντικήν δύναμιν, και έρχονται υποβάλλοντες διά του ιερέως ερωτήματα, όπως γνωρίσωσι το άδηλον μέλλον(18)». Έτσι φτάνει μέχρι τις μέρες μας η μαρτυρία του αξιόπιστου μελετητή της Ιστορικής Γεωγραφίας των Κυκλάδων, Αντωνίου Μηλιαράκη που έγραψε την τεκμηριωμένη ιστορία της Αμοργού, έως το 1884. Αναφέρει και περιγράφει την «μαντική πηγή», το μέχρι πριν σαράντα χρόνια μαντείο, με το αγίασμα που έτρεχε από εξωτερική πηγή φτάνοντας σ’ ένα ειδικά διαμορφωμένο χώρο του ναού. 

Εκεί ο ιερέας, φορώντας το πετραχήλι διάβαζε την καθιερωμένη ευχή στον Αι Γιώργη τον Βαρσαμίτη, γέμιζε ένα ποτήρι από το νερό - αγίασμα, και εξηγούσε στον ενδιαφερόμενο τα μελλούμενα, ερμηνεύοντας τα σημάδια από όσα μικρά ή μεγαλύτερα σωματίδια είχαν παρεισφρήσει στο ποτήρι. Αυτό το διάσημο από την τουρκοκρατία πηγομαντείον ήταν που έκανε το μοναστήρι γνωστό σε αρκετούς περιηγητές της εποχής, ήδη από το 1661 χρονολογία άφιξης του Ιησουίτη, Ριχάρδου(19). Αργότερα, έγινε πασίγνωστο στους ναυτικούς του Αιγαίου λόγω των προφητικών ιδιοτήτων που αποδίδονταν σ’ αυτό. Διηγήσεις και τάματα στον άγιο επιβεβαιώνουν τη φήμη του μέχρι την απαγόρευση(20)της λειτουργίαςτου το 1967. 

Η τρίκλιτη θολωτή βασιλική του Βαρσαμίτη παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον, αποτελεί τη δεύτερη σπάνιας αρχιτεκτονικής(21) στις Κυκλάδες μαζί με τον Φωτοδότη Χριστό στη Χώρα. Είναι χτισμένη σε ειδυλλιακή τοποθεσία, ενώ τα νερά που συνεχίζουν να κυλούν απ’  την πηγή, έχουν ευεργετική επίδραση στην βλάστηση και στα μικρά κηπάρια που περιτριγυρίζουν το συγκρότημα. «Η σημαντικοτέρα πηγή ρέοντος ύδατος είναι η του Αγίου Γεωργίου του Βαλσαμίτου(22)(..)». Επαρκής απόδειξη για τα γραπτά του Αντ. Μηλιαράκη αποτελεί ο επισκευασμένος λιθόχτιστος νερόμυλος, χτισμένος στην πλαγιά του υψώματος Σκοποί (386 μ. υψ.), ο μοναδικός που απόμεινε σήμερα στο νησί με εντυπωσιακή, επίσης λιθόχτιστη, «κρέμαση». Πλησιάζοντας το ναό, προσέξτε στο υπέρθυρο και στις παραστάδες της εισόδου τις χρονολογίες ανακαίνισής του, και τους δωρητές, 1688 «υπό ιερομόναχου Ανατόλιου Βλάχου» και 1796 «υπό δούλου Θεονύμφης μοναχής εκ’ Σικίνου». 

Εντός του καθολικού θα δείτε από κοντά το υδρομαντείο και τη διαμόρφωση του χώρου γι’ αυτό. Κατά μήκος και λίγο πιο ψηλά από το δάπεδο βρίσκεται η διαμορφωμένη κοιλότητα για το νερό, που ακόμα κυλάει αργά μέχρι το σκεπασμένο με ξύλινο κουβούκλιο σημείο. Από το μικρό άνοιγμα το οποίο υπάρχει απέναντι, στον τοίχο, και υπό το βλέμμα της τοιχογραφίας του αρχάγγελου Μιχαήλ, έτρεχε γεμίζοντας νερό το ποτήρι που κρατούσε ο ιερέας για να γίνει κατόπιν η ερμηνεία. Έξω από τη στενή είσοδο του παρεκκλησιού, χωρά το πολύ δύο άτομα, βρίσκεται η εικόνα της Αγίας Μαρίνας η τοιχογραφία του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου (1867), όπως επίσης πολλά έργα λαμπρών αγιογράφων. 

Οι απόψεις σχετικά με την αγιογράφηση του Βαρσαμίτη συνηγορούν(23)ότι αυτή έγινε μετά την κατάληψη του νησιού από τους Ενετούς, το 1207, (αυτές οι τοιχογραφίες είναι κατεστραμμένες), κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1537 – 1821), τότε που η εκκλησιαστική – οικονομική αναγέννηση έγινε αισθητή στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και μετά την επανάσταση του 1821. Ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση(24) της Αμοργού από τους Τούρκους, βρίσκουμε δύο Αμοργιανούς ζωγράφους που προσπαθούν να διατηρήσουν την παράδοση της λαϊκότροπης πλέον ζωγραφικής(25). Τον Αναγνώστη Αντώνιο Κόκκινο και τον μοναχό του Βαρσαμίτη που υπογράφει στο καλαίσθητο βημόθυρο, «ΑΝΑΛΩΜΑΣΙΝ ΑΝΑΤΟΛΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΑΚΗ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΝ ΜΗΝΙ 25 ΝΟΕΜΒΡΙΩ 1867». Το σημαντικό ιστορικά και αρχιτεκτονικά συγκρότημα παρ’ ότι έχει αποτυπωθεί, ήδη από το 1974 από τον αρχιτέκτονα καθηγητή Ε.Μ.Π. Μανώλη Κορρέ, δεν έχει ακόμα ερευνηθεί παραμένοντας ουσιαστικά άγνωστο στην επιστημονική βιβλιογραφία(26).  

Για τους πεζοπόρους, υπάρχει η διαδρομή Νο6 με την ονομασία «Βαλσαμίτης» η οποία, κανονικά, ξεκινά πίσω από το δημοτικό σχολείο στο Ραχίδι, περνάει από το φράγμα που μαζεύει τα νερά του ρέματος Βαρσαμίτη, εκεί που συγκλίνει ο όγκος Κορακιές με αυτόν της Μουντουλιάς, περνά μια δστ. καταλήγοντας στον Αι Γιώργη. Με κυκλική συνέχεια γυρίζει πάλι στη διχάλα και από εκεί, οδηγεί στην Αγία Μαρίνα, το ξωκλήσι του Σταυρού, στη Μινώα ή τα Κατάπολα. Αυτή είναι περιληπτικά η κυκλική διαδρομή. Οι πεζοπόροι που ξεκινούν από τον Βαρσαμίτη, την κάνουν αντίστροφα έχοντας δύο επιλογές, με αφετηρία τη δστ. μετά την εκκλησία και τον νερόμυλο. Η πρώτη διαδρομή φεύγει δεξιά προς φράγμα, Μινώα, Ραχίδι και Κατάπολα, ενώ αριστερά οδηγεί σε κατάφυτη περιοχή, στο ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας, βγάζοντας στο Σταυρό στα Μάρμαρα, που είχαμε συναντήσει στην αρχική περιγραφή προς Μινώα – Λεύκες. 

Η οδική διαδρομή συνεχίζει απ’ το καλό δίκτυο οδηγώντας προς το Καμάρι. Λίγο πριν, πάνω στο δρόμο θα περάσετε σχεδόν δίπλα από την Μαρκιανή, ένα αρχαίο οικισμό με πρωτοκυκλαδική ακρόπολη(27) η οποία εντοπίστηκε και ερευνήθηκε πρόσφατα. Υπάρχουν ενδεικτικές πινακίδες ενώ στενό μονοπάτι οδηγεί τους επισκέπτες στον περιφραγμένο χώρο. Η θέση που ιδρύθηκε είναι φυσικά οχυρωμένη, με βαθύ (+/- 270 μ.) απότομο γκρεμό που καταλήγει στη θάλασσα, ανάμεσα από τ’ ακρωτήρια Πουλοπόδι δεξιά (ΝΑ), Δύο Τράχηλοι αριστερά (ΒΑ). Διαθέτει πρόσθετη τεχνητή οχύρωση της ακρόπολης, σε κάποια σημεία μάλιστα θα δείτε λείψανα του τείχους και των προμαχώνων. Μέχρι σήμερα, παρ’ ότι δεν έχει ερευνηθεί συστηματικά, έχουν έρθει στο φως κατοικίες και πολυάριθμα χρηστικά σκεύη συμβάλλοντας στη κατανόηση και την ανασύνθεση της καθημερινής ζωής των Κυκλαδιτών κατά την 3η π.Χ. χιλιετία(28)

Αμέσως μετά σας υποδέχεται στο Καμάρι η αξιομνημόνευτη δίκλιτη βασιλική του Αγίου Νικολάου. Χτισμένη τα βυζαντινά χρόνια υπήρξε μετόχι της Μονής Χοζοβιώτισσας ενώ σήμερα αποτελεί ένα από τα χαρακτηρισμένα(29) αρχαία μνημεία της Αμοργού. Το σύνολο του οικοδομήματος παρουσιάζει τέσσερα εκκλησάκια ενωμένα, όμως το τελευταίο κτήριο αν και παρόμοιας αρχιτεκτονικής φαίνεται ότι χρησιμοποιούταν για βοηθητικός χώρος – μαγειρείο. Ουσιαστικά πρόκειται για μια εκκλησία, με μια κεντρική είσοδο που επικοινωνεί εσωτερικά με τις άλλες δύο. Εξωτερικά, η πρώτη δεξιά είναι ο Άγιος Ραφαήλ, ο Άγιος Νικόλαος στο κέντρο, απ’ όπου εισέρχεστε, ενώ η τελευταία αποτελεί ταφικό παρεκκλήσι. Η ύπαρξή του Αγίου Νικολάου χρονολογείται από το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, εσωτερικά είναι κατάγραφη με σημαντικές φθορές – βεβηλώσεις ειδικά στο τρίτο παρεκκλήσι. Ορισμένες τοιχογραφίες μάλιστα, έχουν βαθιές χαρακιές από αιχμηρά όργανα, με γραμμένα πάνω τους ονόματα, σχέδια κ.λπ. τόσο έντονες, στο ‘’σώμα’’ ή στα, ‘’μάτια’’ των εικονιζόμενων αγίων, δίνουν την εντύπωση ότι έγιναν επίτηδες.

Μια ενδιαφέρουσα εξήγηση γι αυτή τη βεβήλωση που αόριστα μαθαίνουμε, σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, ότι την έκαναν Σαρακηνοί, Τούρκοι ή άλλοι αλλόθρησκοι, μας δίνει ο αμοργιανός δάσκαλος κ. Νικήτας Βασσάλος, αναφέροντας ό,τι αυτά γινόταν περισσότερο από «αμαθείς και θρησκόληπτους κληρικούς ή κοσμικούς με σκοπό να χρησιμοποιήσουν το επίχρισμα που αφαιρούσαν, για θεραπευτικούς σκοπούς»(30). Πίστευαν δηλαδή ότι κάποιες ασθένειες ή προβλήματα υγείας θεραπεύονται όταν σαν ‘’φάρμακο, σκόνη ή αλοιφή’’, τοποθετήσουν το ξύσμα που παρασκεύαζαν, στο προς θεραπεία μέλος. π.χ. ξύσμα από τα μάτια της τοιχογραφίας του Αγίου θεράπευε τις παθήσεις των ματιών κ.λπ. 

Απέναντι, σε ευθύγραμμη διάταξη αντικρίζετε τον οικισμό Καμάρι ο οποίος απλώνεται στην πλαγιά του λόφου· κοντά του ο Αι Γιώργης, όπου βρέθηκαν αρχαίες επιγραφές, και παλαιοχριστιανικά κατάλοιπα. Λίγα μέτρα έξω από τον οικισμό είναι η κεντρική δστ. με σήμανση που αριστερά οδηγεί στην περιοχή της νέας Αρκεσίνης ενώ ευθεία περνάει τον Βρούτση και με πεζοπορία καταλήγει στην τρίτη αρχαία πόλη της Αμοργού, την Αρκεσίνη. Το Βρούτση διαθέτει αρκετούς ανθρώπους που εξωτερικεύουν το μεράκι τους κάνοντάς το κτήμα των πολλών. 

Ένα από τα πιο ωραία, κλασικά μέρη για ανασύνταξη της παρέας είναι το παλιό καφενείο της Μαρίας Θεολογίτου με το σπέσιαλ παραδοσιακό καφεδάκι, την αρωματική τοπική ψημένη ρακή ή το ταβερνάκι του Γιάννη Νομικού για ψητό κατσικάκι, χοιρινό μαγειρευτό, όλα παραγωγής τους, το τυρί επίσης. Επισκεφθείτε οπωσδήποτε το «Ρόδι», ένα γουστόζικο κατάστημα με χειροποίητα είδη δώρων της Ρίτας ντε Κάρλο, Αμερικανίδας από το Λος Άντζελες της Καλιφόρνιας, που ήρθε μια φορά στο νησί, της άρεσε, και πλέον επτά χρόνια τώρα μένει μόνιμα εδώ. Ζωγραφίζει με ευαισθησία ξύλινα αντικείμενα, φτιάχνει παραδοσιακά τραπεζομάντιλα, μαξιλάρια, μαντήλια, κ.ά. διακινώντας τα και στο Ξυλοκερατίδι, στο «Ροϊδάκι». Ο Τάσος Πέππας πάλι, που έχει το βιβλιοπωλείο στα Κατάπολα, μαζί με κάποιους φίλους του Αμοργιανούς, ίδρυσαν στο παλιό σχολείο του χωριού κινηματογραφική λέσχη, τριάντα πέντε θέσεων. Πραγματικά αξιότιμες προσπάθειες, αγκαλιάζουν όλη την Κάτω Μεριά, τους μόνιμους κατοίκους αλλά και τους επισκέπτες. 

Από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα ξεκινά η πεζοπορία για την αρχαία πόλη, σ’ ένα τοπίο, που διατρέχεται απ’ άκρου εις άκρο από ξερολιθιές και στη μέση, το φαρδύ μονοπάτι που οδηγεί προς το χώρο της αρχαίας ακρόπολης. Στο μέσον της διαδρομής σε περίβλεπτο λόφο δεσπόζει η εκκλησία του Αι Γιάννη του Αποκεφαλιστή. Από εδώ το μονοπάτι κατηφορίζει προς την ακρόπολη της Αρκεσίνης (60’). Η ιστορία της πόλης, αποικίας των Ναξίων, έχει τεκμηριωθεί από πολυάριθμες επιγραφές, νομίσματα, που κόπηκαν τον 3ο και 2ο   π.Χ αιώνα, καθώς και από τα εντυπωσιακά ερείπια, κυρίως το τείχος με τους προμαχώνες και τη διπλή πύλη»(31). Στη βάση του βράχου χτιστά σκαλοπάτια οδηγούν μέχρι την κορυφή της Ακρόπολης, στην ολόλευκη Παναγία τη Καστριανή, ένα μοναχικό προσκύνημα στον έρημο τόπο που την γιορτάζουν με πανηγύρι, κάθε 8 Σεπτεμβρίου. Ανατολικά απ’ το εκκλησάκι βρίσκεται το Καστρί,ο εκτεταμένος ερειπιώνας των πρώιμων ιστορικών χρόνων (9ου - 8ου αι. π.X.). 

Επιστροφή στο Βρούτση με πρόταση για συνέχιση της πεζοπορίας από ομαλό μονοπάτι που καταλήγει στη Ραχούλα, την Αρκεσίνη ή τον πύργο του Βασίλη (βλ. παρακ.). Σε άλλη περίπτωση οδηγήστε στη δστ. ανάμεσα απ’ το Καμάρι και το Βρούτση όπου συνεχίζετε οδικώς προς το νέο οικισμό της Αρκεσίνης. Στα 400μ. υπάρχει πινακίδα προς «Μούρου», μια χωμάτινη παράκαμψη 1,5 χλμ. που σας οδηγεί στον απόμακρο θεαματικό κι’ απότομο όρμο Μούρου. Η τοποθεσία έχει εκπληκτική θέα προς την βραχώδη πλαγιά του Πετσιμεντού (260 μ. υψ.) και τη θαυμάσια καταγάλανη παραλία, από τις ελάχιστες της ανατολικής πλευράς. Στο χώρο υπάρχει μεγάλο πάρκινγκ του εστιατορίου – καφέ μπαρ ‘’Μούρος’’ με νόστιμους τοπικούς μεζέδες που φτιάχνει με επιμέλεια η Παρασκευή Κωβαίου. 

Ο κεντρικός δρόμος περνά την όμορφη εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, τη δστ. που σε 700 μ. τσιμεντόδρομου οδηγεί στο μικρό οικισμό της Ραχούλας,με δώδεκα μόνιμους κατοίκους, κι’ άπλετη θέα στον κάμπο του Χωριού,όπως λεγόταν παλιά η Αρκεσίνη, (από εδώ μονοπάτι, επιστρέφει στο Βρούτση). Να δείτε τους δύο αξιόλογους παλιούς ανεμόμυλους, (ασφαλώς, χρειάζονται συντήρηση), δείγμα του αγροτικού πολιτισμού που επικρατούσε στην περιοχή. Λίγο πριν τον Αγ. Κωνσταντίνο (μονοπάτι), και λίγο μετά τη δστ. προς Ραχούλα (χωματόδρομος), υπάρχει πρόσβαση που οδηγεί στην ανεξερεύνητη παραλία Αμμούδι με ελάχιστους επισκέπτες, γνώστες της περιοχής. 

Σε ένα χλμ. απ’ την ασφαλτοστρωμένη οδό εισχωρείτε στην Αρκεσίνη ένα από τα πιο όμορφα Δημ. διαμερίσματα της ενδοχώρας. Χτισμένη στους πρόποδες του Κόρακα ή «Βουνό του Χωριού» (524 μ. η τρίτη σε ύψος στο νησί), αγναντεύει τον παραγωγικό κάμπο της με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Συγκριτικά με όλη την Κάτω Μεριά έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό (129 κάτοικοι) ενώ μαζί με το Δ.δ. Βρούτση φτάνει τους 291 μόνιμους κατοίκους εκ’ των οποίων τα 44 είναι παιδιά. Ο οικισμός διαθέτει αρκετά παραδοσιακά στοιχεία ειδικά στο παλιότερο τμήμα του, το Βροντάδο, λίγο ψηλότερα στο βουνό. Υπάρχουν τα καφενεδάκια του Μάρκου Λουδάρου και της Μαρουσώς Κωβαίου που από παλιά είναι γνωστή στην περιοχή για το εκπληκτικό επτάζυμο ψωμί της. Δεν το φτιάχνει πια, παρά μόνο το Μέγα Σάββατο παραμονή του Πάσχα, όμως αν δοκιμάσετε τα τοπικά εδέσματα στην παραδοσιακή ταβέρνα της θα σας μείνει αξέχαστη η γεύση τους. Στην Αρκεσίνη να δείτε την εκκλησία του Άγιου Ονούφριου, ένα ακόμα έργο που σχεδίασε, μελέτησε και επόπτευσε κατά τη κατασκευή του, ο αείμνηστος αμοργιανός ναοδόμος Γεώργιος Νομικός (1905 – 2003). 

Λίγα μέτρα από την εκκλησία ξεκινά χωματόδρομος προς το ξωκλήσι του Σταυρού· όταν γιορτάζει, (14 Σεπτ.) γίνεται μέγας εσπερινός που συγκεντρώνει πολύ κόσμο απ’ τις γύρω κοινότητες. Στο τέλος, λόγω νηστείας, προσφέρουν ψωμί με χαλβά και ντόπιες ελίτσες. Αμέσως μετά, φτάνετε στο Πυργί (+/- 300 μ. υψ.) όπου σώζεται σε χαμηλό ύψος αρχαίος πύργος – παρατηρητήριο (φρυκτώριο)(32). Φεύγοντας απ’ το χωριό λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω, (υπάρχει πινακίδα) να κάνετε μια μικρή παράκαμψη προς την λιλιπούτεια Αγία Τριάδα για ν’ αντικρίσετε ένα από τα σπουδαία μνημεία της Κάτω Μεριάς.  

…..«Ενταύθα δ’ επί υψώματος καλουμένου Βέλται ή Αγ. Τριάς κείται ο μέγιστος των της νήσου οχυρωτικός αρχαίος πύργος, καθώς και έτεροι μικρότεροι..(…).. οίτινες ήσαν βεβαίως καταφύγια εν ώρα κινδύνου», αναφέρει(33), ο Αντ. Μηλιαράκης και πράγματι έτσι είναι. Πέντε έχουν εντοπιστεί στην Κάτω Μεριά σε σύνολο είκοσι τριών που διαθέτει το νησί (έως το 1999), κι’ ο μεγαλύτερος είναι ο θρυλικός «πύργος του Βασίλη», δίπλα από το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας εντός του ομώνυμου οικισμού. Όλοι, ήταν χτισμένοι σε επίκαιρες, στρατηγικής σημασίας θέσεις με άμεση οπτική επαφή μεταξύ τους. Σήμερα οι γνώμες των επιστημόνων συγκλίνουν στην χρήση τους, ότι μεταξύ των άλλων ήταν φρυκτώρια που σχημάτιζαν ένα δίκτυο επικοινωνίας. «Πρόκειται για το καλύτερα σωζόμενο στις Κυκλάδες μεμονωμένο οχυρό ορθογωνίου σχήματος, το μοναδικό άριστα διατηρημένο μνημείο στην Αμοργό» αναφέρει σε συνέντευξή(34) της, το 2001, η κ. Λίλα Μαραγκού, υπεύθυνη του προγράμματος αποκατάστασής του. «Μολονότι έγινε γνωστό στους ειδικούς το 1843 από τον Λ. Ρος, οι πρώτες εργασίες για τη διάσωσή του άρχισαν 150 χρόνια μετά». Μια χρονοβόρα διαδικασία που χρηματοδοτήθηκε από το υπουργείο Αιγαίου και το ίδρυμα «Σταύρος Σ. Νιάρχος». Οι εργασίες ανάδειξης από τον αρχαιολόγο της ΚΒ’ Εφορείας κ. Μάρκο Δεσποτίδη με χρηματοδότηση του Γ’ Κ.Π.Σ., συνεχίζονταν μέχρι πρόσφατα, (καλοκαίρι ’05 – ’06) στον εξωτερικό χώρο του μνημείου όπου βρέθηκαν εργαστήρια και πιθανόν αποθήκες. Ο περιώνυμος πύργος σήμερα, αφού αποψιλώθηκε η αυτοφυής βλάστηση, απελευθερώθηκε από τα νεώτερα κτίσματα, και ολοκληρώθηκαν οι επιφανειακοί καθαρισμοί δέχεται πλέον επισκέπτες, οι οποίοι αντικρίζουν μια λαμπρή, ριζικά αλλαγμένη εικόνα του μνημείου.  

Πιο κάτω ο τόπος ξανοίγει περισσότερο, η μεγαλύτερη σε έκταση κοιλάδα του νησιού, η Κολοφάνα,σας υποδέχεται. Ακριβώς στη κατηφορική είσοδο για το ομώνυμο χωριό, δεξιά σας πενήντα μέτρα απ’ το δρόμο, υπάρχουν κάποια, κάποτε καλλιεργημένα χωραφάκια κι’ ένα εκκλησάκι μικρό, αλλά πολύ σημαντικό. Η Παναγία του Πολίτη, χτισμένη με αρχαίο οικοδομικό υλικό, «..προφανώς μετά από κατάρρευση της παρακείμενης μνημειακής Βασιλικής…»(35), αποδεικνύει με την παρουσία της στην ίδια θέση, ότι πολλοί παλαιοχριστιανικοί ναοί συνέχιζαν να προσελκύουν πληθυσμό που συνέχιζε την αρχαία λατρεία και μετά την καταστροφή τους. Δίπλα από το σημερινό εκκλησάκι είναι η όμορφη, παραδοσιακής αρχιτεκτονικής κατοικία του Σταμάτη Νικητίδη, με μεγάλο ξυλόφουρνο στην πίσω αυλή, θυμίζοντας κάποιες παλιές συνήθειες ψησίματος του ψωμιού και του φαγητού.

Στην ευρύτερη περιοχή της Κολοφάνας βρίσκονται οι αξιολογότερες καλλιεργήσιμες εκτάσεις του νησιού ο Κάτω Κάμπος και η Καλοταρίτισσα που καταλήγουν σε ομώνυμους όρμους με ωραίες παραλίες, αγκυροβόλια. Τα ξερά σήμερα χωράφια παλιότερα πρασίνιζαν από τα όσπρια, τα δημητριακά, τα καπνά ενώ παλιότερα έβαζαν βαμπάκι, χρήσιμο στην ανεπτυγμένη παραδοσιακή υφαντουργία με σπουδαίες κεντητικές εργασίες. Το δυσεύρετο σήμερα ποτιστικό νερό συλλεγόταν μεθοδικά στα πηγάδια ή τις στέρνες που αφθονούν, όπως άλλωστε τα παλιά πετράλωνα με τους αντραλίκους (οι πέτρες γύρω – γύρω). 

Τουλάχιστον εννέα απ’ αυτά βρίσκονται στην περιοχή δείγμα της αλλοτινής μεγάλης παραγωγής και της επιτόπιας επεξεργασίας. Οι σαράντα ένας κάτοικοι που έμειναν συνεχίζουν να ασχολούνται με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία· μη φαντάζεστε τίποτα μεγάλες παραγωγές, εκτός από κάποια, λίγα μηχανήματα, δεν έχουν αλλάξει τίποτε άλλο απ’ τα παλιά. Κρατούν ακόμα τους πολύτιμους ντόπιους σπόρους και κάθε χρόνο σπέρνουν, «…έχουμε λίγα ζώα, κατσικάκια, γελάδια, πρόβατα, αλλά σπέρνουμε και βίκους, κατσούνια (φάβα), κριθάρια για τα ζώα, σταράκι για ζυμωτό ψωμί και κουλούρια για τα παιδιά..(..).. πρόβλημα είναι το νερό για ζώα, έχει αλμυρίσει και μαζί μ’ αυτό κι’ τροφή τονε….». Χείμαρρος η κυρία Μαρία Δεποτίδη στο καφενείο της Κολοφάνας πάνω στον κεντρικό δρόμο. Μαζί με τον κ. Νικήτα τον άντρα της, μιλούν για τα περασμένα, λες και ήταν χτες, «…τώρα καθόμαστε στο καφενεδάκι και κάνουμε καμιά βεγγέρα…(…)…παλιά αλωνίζαμε με τα βούδια, λιχνίζαμε με τη διχάλα, τώρα όλα γίνονται με τις μηχανές· εγώ κάνω άλεσμα για το Πάσχα αλλά πιο πολύ ο γιος μας, ο Μάρκος, μόνο αυτός έμεινε να λιχνίζει και ν’ αλωνεύει τώρα πια ..(..)μαζεύαμε κι’ ελιές παλιότερα, τα τελευταία χρόνια όμως δε βρέχει κι’ αυτές ίσα – ίσα π’ ανθίζουνε, δε κάνουνε καρπό…δε δίνουνε λάδι, το παίρνουμε έτοιμο απ’ τα Κατάπολα….». 

Σίγουρα η ζωή είναι πιο ήρεμη εδώ, η Κολοφάνα δε απειλείται από την ‘’αναπτυξιακή’’ θύελλα, θυμίζει την προ – τουριστική εποχή της Αμοργού, ο τόπος γενικά βρίθει ακόμα από απείραχτες γωνιές. Το καλοκαίρι παράγονται γνήσια αγροτικά προϊόντα και η τρυφερή φύση μοιάζει μ’ έναν τεράστιο νησιωτικό κήπο, που τον χαίρονται όμως μόνο οι καλλιεργητές αφού, «..εκτός από κάποιες εξαιρέσεις δεν τα προτιμούν οι επαγγελματίες λόγω κόστους..», μας λέν’ οι ντόπιοι. Αυτό δεν μας εμπόδισε να γευθούμε αληθινό αμοργιανό τυρί, κανονικές ντοματούλες από τον κήπο τους με συνοδεία ψημένης ρακής από τα χέρια των φιλόξενων Αμοργίνων Νικήτα και Μαρίας Δεσποτίδη. Μετά το καφενεδάκι υπάρχουν δύο δεξιές διασταυρώσεις οι οποίες οδηγούν αντίστοιχα σε δύο πανέμορφες παραλίες. Η πρώτη διασχίζει με χωματόδρομο +/- 2 χλμ. τμήμα του Κάτω Κάμπου, τρία αλωνάκια, καταλήγοντας στον ομώνυμο όρμο και μια καταγάλανη γοητευτική παραλία – λιμανάκι, με μεγάλα αρμυρίκια· μέχρι το μεσημέρι κρατούν σκιά. Ο δρόμος οδηγεί εμπρός από την εκκλησία της Παναγίας και πιο κάτω στον Αι Γιάννη Θεολόγο. 

Το τοπίο στο Πόρτο Ακρωτήρι ή παραλία Παναγιάς είναι εξαίρετο, μοναχικό, κι’ από τα λίγα ήσυχα στη περιοχή. Η δεύτερη δστ. οδηγεί κατ’ ευθείαν στην Αγία Παρασκευή, που ξεχωρίζει από μακριά με το μεγάλο μπλε τρούλο της. Από την εκκλησία συνεχίζει χωματόδρομος κάνει κύκλο γύρω της κατηφορίζοντας προς τον όρμο Παραδείσια, πραγματικός παράδεισος, μεγαλύτερος σε πλάτος απ’ τον προηγούμενο. Γύρω του, μικρές και μεγαλύτερες σπηλιές εξασφαλίζουν δροσιά ανεξάρτητα αν ‘’έξω’’ ο ήλιος είναι σε φόρμα ζεματίζοντας τα βράχια. 

Ο μεγάλος τσιμεντένιος μόλος, μπροστά στο λιθόχτιστο κτήριο με τα σκουριασμένα υπολείμματα απ’ το βίντσι που τράβαγε τα δίχτυα, έχει γίνει πρώτης τάξεως εξέδρα για τα πιτσιρίκια που συναγωνίζονται, αέναα, ποιο θα κάνει τη θεαματικότερη πιο θορυβώδη βουτιά στα κρυστάλλινα νερά. Κοντά στην παραλία, έχει αποκαλυφθεί λατρευτικός χώρος χτισμένος με αρχαίο οικοδομικό υλικό και δάπεδο στρωμένο με μαρμάρινες πλάκες. Διαθέτει μια υποτυπώδη προφύλαξη με συρματόπλεγμα, όμως μπορείτε να τον δείτε από κοντά. Ένα νόμισμα(36) των χρόνων του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Β’, που βρέθηκε εδώ, αποτέλεσε την ασφαλή χρονολόγηση του μετά το 361. Αυτό αποκαλύπτει ότι ήδη τον 4ο αιώνα αρχίζουν να υπάρχουν θεού οίκοι που υποδέχονται τη νέα χριστιανική θρησκεία. 

Η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής διαθέτει στη σειρά πολλά κτήρια – κελιά για τους επισκέπτες και μεγάλο μαγγειπιό (μαγειρείο) με αποθήκες, χρήσιμα στο μεγάλο πανηγύρι στις 26 Ιουλίου. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα της Κάτω Μεριάς κι’ ένα από τα πιο σημαντικά της Αμοργού. Έρχονται προσκυνητές απ’ όλα τα χωριά· οι προετοιμασίες του χώρου αρχίζουν βδομάδες πριν, με το καθάρισμα της τεράστιας αυλής, το άσπρισμα της εκκλησίας, των κελιών, τη προμήθεια τροφίμων, τόνων τροφίμων που καλύπτουν το γλέντι τουλάχιστον τριών χιλιάδων ανθρώπων. Παλιότερα η κάθε οικογένεια έφερνε τάμα ό,τι είχε, από στάρι και υλικά για το ψωμί μέχρι κατσίκια, τα ακριβοθώρητα ‘’νοικοκυράτα’’, τα οικόσιτα δηλαδή. Στο γλέντι των ημερών μας προσφέρεται(37) εφτάζυμος άρτος, το περίφημο ‘’πατατάτο’’, (κρέας με κανέλα και πατάτες), ‘’Ξιδάτο’’ (πατσάς), και το ξεχωριστό ανθότυρο με μπλιγούρι (βρασμένο, ξεφλουδισμένο στάρι που το ρίχνουν στο ήδη λιωμένο, σαν σούπα, ανθότυρο), το επονομαζόμενο και ‘’κοφτό’’, εξαίρετο γεύμα μάλιστα παλιότερα το έκαναν και την πρωτοχρονιά. 

Αυτά τα λατρευτικά πανηγύρια των χωριών ή των μικρότερων κοινοτήτων, αποτελούσαν κάποτε τις σημαντικότερες εκδηλώσεις σ’ όλη την Ελλάδα. Μέσα απ’ αυτούς τους ξεχασμένους; κώδικες οι περισσότερες αγροτικές κοινωνίες, αποτιμούσαν τη συγκομιδή της χρονιάς. Ανάλογα το αποτέλεσμα έπαιρναν θάρρος για τη συνέχεια, για το σαφές ή αβέβαιο μέλλον των εργασιών τους. Μια φιλοσοφική αναζήτηση του θετικού ή αρνητικού, μια εκτίμηση που όση σοφία κι’ αν διέθεταν πολλές φορές ήταν τόσο δύσκολη όσο και καθοριστική για το μέλλον. Τότε βλέπετε δεν υπήρχε ο τουρισμός ή κάτι άλλο· η μόνη επένδυση που γινόταν ήταν ο καθημερινός μόχθος της καλλιέργειας των χωραφιών ή η επίβλεψη της βόσκησης των κοπαδιών. Και όμως, με αυτά που σήμερα φαντάζουν ασήμαντα ή λίγα αυτές οι εγκρατείς, αυτάρκεις κοινωνίες κατόρθωσαν όσα δύσκολα θα κατακτηθούν από τις σημερινές ‘’ευκολίες’’ που όπως φαίνεται περισσότερο εγκλωβίζουν και υποτάσσουν παρά αυτονομούν. 

Από την Αγία Παρασκευή επιστρέψτε λίγες εκατοντάδες μέτρα προς Κολοφάνα όπου θα δείτε τη δστ. (υπάρχουν πινακίδες) με κατεύθυνση την Καλοταρίτισσα (700 μ.), ένα μικρό οικισμό με τριάντα ένα κατοίκους και την εκκλησούλα της Αγίας Ειρήνης. Συνεχίζοντας προς τον πανέμορφο όρμο της Καλοταρίτισσας ολοκληρώνεται η περιήγηση στην Κάτω Μεριά. Περίπου ενάμισι χλμ. από το χωριό, δεξιά σας, είναι το περίφημο ναυάγιο του «OLYMPIA» (38), που ‘’πρωταγωνίστησε’’ σε κάποιες σκηνές της ταινίας«Απέραντο Γαλάζιο». Το σκουριασμένο σήμερα σκαρί ναυάγησε και παρασύρθηκε απ’ τα κύματα έως εδώ, αποτελώντας από τότε αξιοθέατο για τους περαστικούς και τους κολυμβητές. 

Η ομώνυμη πλαζ που σας υποδέχεται στο δυτικότερο σημείο του νησιού με τη σμαραγδένια θάλασσα της, είναι απ’ τις πιο γνωστές, χωρίς απαραίτητα να προσελκύει πολύ κόσμο, με εξαίρεση το τέλος Ιουλίου - αρχές Αυγούστου, τότε που όλα τα νησιά ‘’βουλιάζουν’’ από επισκέπτες. Διαθέτει κάποια υποδομή (μια μικρή καντίνα, ομπρέλες, ξαπλώστρες κ.α.), κι’ έναν απάνεμο μικρό μόλο χρήσιμο στον ελλιμενισμό ψαράδικων καϊκιών γεμάτα με κάθε είδους θαλασσινά. Αν και το νησί φημίζεται για τα φρέσκα ψαρικά του, οι επισκέπτες κάνουν ουρά για να ψωνίσουν. Η περιοχή διαθέτει εξαιρετικά τοπία, δύο νησιά, το Κισήρι και την Γραμβούσσα με το εκκλησάκι της Παναγιάς στην ομώνυμη παραλία, που καθημερινά, όλη την καλοκαιρινή περίοδο δέχεται επισκέπτες, μεταξύ αυτών, πολλούς ερασιτέχνες ψαράδες, αφού διαθέτει καλό όνομα στην αλιεία. Κατά τα λεγόμενα των ντόπιων φιλοξενεί ροφούς, σαργούς, μπαρμπούνια και μπόλικα χταπόδια. 

Από το μόλο θα μπείτε στο καΐκι που κάνει τη διαδρομή. Σκιρτήματα στην καρδιά προκαλεί η ρηχή, απαλή αμμώδης παραλία που μου θυμίζει τα πρώτα βιώματα με τη θάλασσα, στην Αντίπαρο του ’65 - ’66. Χωρίς ρεύμα αλλά με μνήμη γεμάτη αγάπη, εικόνες, και μιαν αύρα απόλυτης ελευθερίας. Ίσως αυτή η ατμόσφαιρα χαλάρωσης είναι ο λόγος που η Καλοταρίτισσα με τη Γραμβούσσα έχει τόσους φανατικούς φίλους· μακριά από τη Χώρα αλλά δίπλα σε μια από τις ωραιότερες παραλιακές τοποθεσίες της Αμοργού.

Σε αυτά τα απομακρυσμένα χωριά με τις ανεξάντλητες παραδοσιακές δομές, αισθάνεστε και βλέπετε τη διαφορά σε σχέση με το βόρειο τμήμα· σίγουρα δεν συμβαίνει ό,τι στο υπόλοιπο νησί. Η δραματική μείωση του πληθυσμού που σημειώθηκε μεταπολεμικά, σε συνδυασμό με το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα, την ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση που δημιούργησε ο τρομερός σεισμός της 9ης Ιουλίου του 1957 (7,5 R), καταρράκωσε, για πολλούς διέλυσε, την τοπική οικονομία αφήνοντας ορατά σημάδια. Αργότερα, οι παραδοσιακές οικονομικές μέθοδοι παρά τη σοφία που τις διακρίνει, έμειναν καθηλωμένες στην περιορισμένη εμβέλεια τους αδυνατώντας να κινήσουν δυναμικά το μοχλό της ανάπτυξης. 

Η γοητευτική Χώρα, μαζί με την Αιγιάλη εξελίχθηκαν τουριστικά και παρά την άκριτη επέλαση του τουρισμού συμπαρέσυραν τελικά στο ρυθμό τους κυρίως τη βόρεια πλευρά, αφήνοντας τα χωριά του νότου πίσω. Σήμερα η διέξοδος για την πραγματοποίηση μιας ζωτικής σημασίας ποιοτική διαφορά, είναι η ανάδειξη της πολιτιστικής φυσιογνωμίας του τόπου, των σπουδαίων μνημείων του, και, σε συνδυασμό με την περαιτέρω εξέλιξη των καλλιεργειών, των κηπευτικών ποιότητας ή του ζωικού κεφαλαίου, ευτυχώς εδώ διατηρούνται ακόμη, θα δοθεί η δυνατότητα να φτάσει μέχρις εδώ η πρόοδος και η ανάπτυξη.

Γεγονός παραμένει ότι η Αμοργός είναι ένα θαυμάσιο τμήμα της ‘’άλλης’’ Ελλάδας που τόσο συχνά αναφέρουμε στα ομώνυμα πονήματα μας. Διασώζει τη μνήμη και το ιστορικό της πρόσωπο μέσα από τον σπουδαίο αρχαίο πολιτισμό της, τα ευρήματα, την αρχιτεκτονική της Χώρας, ενώ ταυτόχρονα προσελκύει με το πολυσχιδές της ανάγλυφο ανθρώπους κάθε ηλικίας, που χαίρονται τις παραλίες, την πεντακάθαρη θάλασσα, τις πεζοπορίες, και τις κάθε είδους δραστηριότητες.

Το πολύβουο λιμάνι στα Κατάπολα μάς υποδέχεται αυτή τη φορά για την αναχώρηση. Ενώ δεν έχει ξημερώσει ακόμα, ο ‘’Σκοπελίτης’’ βάζει εμπρός τις μηχανές του. Στις έξι το πρωί σημαίνει την αναχώρηση, ενώ εμείς, με κάποια αδιόρατη θλίψη, αποχαιρετάμε την Αμοργό που μας χάρισε αρκετές γλυκύτατες μέρες αναζωογόνησης, ευδαιμονίας και συγκίνησης. Αυτές οι ώρες είναι περισσότερο γοητευτικές. Παρά το αμυδρό φως της χαραυγής, γίνονται φωτεινές, γιατί τελικά οι Ανατολικές Κυκλάδες μικρές ή μεγαλύτερες, είναι φως.

Σημειώσεις: 

(1) Το όνομα Αμοργός, το επικρατέστερο από τα πολυάριθμα αρχαία ονόματα, διατηρήθηκε αναλλοίωτο, αλλά δεν γνωρίζομε με βεβαιότητα την προέλευση και τη σημασία του: Λίλα Ι. Μαραγκού, Αμοργός Ι – Η Μινώα, Η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, έκδοση: Ή εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα (2002) 3, βλ. σημ. 2.

(2) Άγγελος Σινάνης, «Νήσος Αμοργός Α’», στο: Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, (έτος όγδοο, τ. 8), εκδόσεις Χαϊσάιντινγκ, Αθήνα (2006) 60 – 107.

(3) Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens (1999) 297.

(4) Λίλα Ι. Μαραγκού, Μονή Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, έκδοση: Ιερά Μονή Χοζοβιώτισσας, Αθήνα (1991) 14, επίσης:Μύρταλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, «Η βυζαντινή τέχνη στο Αιγαίο», στο συλλογικό έργο: Το Αιγαίο – Επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1995) 136 – 137.

(5) Άγγελος Σινάνης, ο.π. (2006) 86 – 87 και 67 εικ. 1, 2, 69 εικ. 2, 91 εικ. 3. 

(6) Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας του 1990, υπήρχαν στην Αμοργό 1814 οικοδομές, τα στοιχεία του 2000 αναφέρουν 2520 οικοδομές, αύξηση 38,9%. Σήμερα (2007) προφανώς θα είναι πολύ περισσότερα. Περισσότερα βλ. στο άρθρο του Γιώργου Λιάλιου, «Το τσιμέντο πνίγει τις Κυκλάδες» στην εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή  Κυριακής 18 Μαρτίου 2007 (Έτος 88ον, φ. 26.533) 31. Για το νέο ειδικό χωροταξικό σχέδιο για τον τουρισμό που αφορά μέχρι και ακατοίκητα νησιά δείτε: Γιώργου Λάλιου, «Τουριστικές μονάδες και σε νησιά ακατοίκητα», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (έτος 88ο φύλλο 26.568) Πέμπτη 3 Μαίου (2007) 1, 4. Γιώργου Λάλιου, «Χωροταξικός Οδηγός για την τουριστική ανάπτυξη», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή (στο ένθετο Οικονομική Καθημερινή) (έτος 88ο φύλλο 26.571) Κυριακής 6 Μαίου (2007) 4. Χαράς Τζαναβάρα, «Σπίτια στο κύμα με όρους ξενοδοχείου», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία (φύλλο 1527) Κυριακή 13 Μαίου (2007) 65.

(7) Archaeological Atlas ο.π. 297, πρβ. Μαραγκού ο.π. (2002) 323 – 324 εικ.271 α – β, 329.

(8) Η έρευνα των αρχαίων θέσεων της Αμοργού ξεκίνησε τον 19ο αιώνα. Άξια μνήμης για την ακρίβεια των πληροφοριών είναι οι Λουδοβίκος Ροσς, Αντώνιος Μηλιαράκης και ο θεμελιωτής της προϊστορικής αρχαιολογίας Χρήστος Τσούντας. Κατερίνα  Ρωμιοπούλου, «Πανάρχαιο λιμάνι η ανεμόεσσα Αμοργός » εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου (1999), 58. Ο καθηγητής Λουδοβίκος Ρός [Ludwig Ross] υπήρξε ο πρώτος Γερμανός Καθηγητής αρχαιολογίας στο νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος. Δίδαξε και σε άπταιστα ελληνικά στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αργότερα του προτάθηκε η θέση επιμελητού αρχαιοτήτων ενώ αναφέρεται σαν υποέφορος(3α) και έφορος(3β) αρχαιοτήτων της Ελληνικής Αρχαιολογικής υπηρεσίας. Με την συγγραφική του δραστηριότητα έκανε γνωστή την Ελλάδα στο γερμανόφωνο κοινό. Τα βιβλία του: Ταξίδια του βασιλιά Όθωνα και της βασίλισσας Αμαλίας ανά την Ελλάδα [1845], Ταξίδια στα ελληνικά νησιά [Reisen…Ι, 1840 & Inselreisen ΙΙ 1843], Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα [Errinerrungen und Mitteilungen aus Griecenland 1832 – 1833] που εκδόθηκε μετά το θάνατό του, ακόμα προκαλούν το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων. Στα ελληνικά υπάρχει το βιβλίο Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα  (μτφ. Α. Σπηλιάδη – προλ – επιμ. Τ. Βουρνά) από τις εκδόσεις Τολίδη Αθήνα 1975. Νικολάου Μ. Τσάγκα, περιοδικό Παριανά (έτος 27ο τ.103), Οκτώβριος – Δεκέμβριος (2006) 452. (3α) Βασιλική Γ. Σταματοπούλου, «Ο ναός της Βίγλας…(..)», εφημ. Αθηνών το Βήμα, Παρ – Κυρ 25 – 27 Δεκεμβρίου (1998) β4/10.(3β) Μαραγκού ο.π. (2002) 108.  

(9)Μαραγκού ο.π. (2002) 294 με βιβλιογραφία.

(10) Τζέημς Μπεντ, Η Αμοργός το 1885 από το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους νησιώτες», μτφ. Νίκος Νικητίδης, έκδοση της εφημερίδας Αμοργού: Το κάστρο της Αμοργού, Αμοργός (2005) 45. Πρώτη έκδ. Λονδίνο 1885: Longmans, Green, James T. Bent, The Cyclades, or Life among the Insular Greeks, Δεύτερη εκδ. Σικάγο 1965: Argonaut Inc, Aegean Islands: The Cyclades, or Life among the Insular Greeks.

(11) Δέκα ανασκαφικές περίοδοι (1981 – 1991) και οι συνεχιζόμενοι επιφανειακοί καθαρισμοί (1992 – 2001) άλλαξαν ριζικά την εικόνα των ερειπίων. Μαραγκού ο.π. (2002) 114.

(12) Μαραγκού ο.π. (2002) 123.

(13) Η γραφή Σημωνίδης αντί Σιμωνίδης οφείλεται στους Αλεξανδρινούς γραμματικούς, που ήθελαν έτσι να τον ξεχωρίζουν από τον Σιμωνίδη τον Κείο. Πέπη Γαβαλά, «Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larouse Britanica», τ. 6, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα (2006) 281.

(14) Σινάνης, ο.π. 78, 102 βλ. σημ. 16. Επίσης, το περασμένο καλοκαίρι (2006), ανοίχτηκαν 36 αναρριχητικές διαδρομές στα πλαίσια προγράμματος του δραστήριου Δήμου Αμοργού. Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε από τους Χρήστο Τσούρβακα, Βαγγέλη Μπάτσιο, Χρήστο Μπαταλογιάννη από την Καλαμπάκα. Στη διάνοιξη βοήθησε ο Αλέξης Ζουμπούλογλου υπεύθυνος φωτογράφησης. Επίσης ο Αμοργιανός Νίκος Βασσάλος ο οποίος παρέχει εξοπλισμό για το άνοιγμα νέων διαδρομών, τηλ 6937097233. Άρης Θεοδωρόπουλος, «Αμοργός 36 νέες διαδρομές», περιοδικό Κορφές, τ.184 Μάρτιος – Απρίλιος (2007) 22 – 23, και Μαγγίτσης Νίκος, «Αναρρίχηση στην Αμοργό», περιοδικό Κορφές, τ.133 Σεπτέμβριος – Οκτώβριος (1998) 12.

(15) Μονοπάτι Νο 7 με την ονομασία «Ευαγγελίστρια»: Ξυλοκερατίδι – Νερά – Βίγλα – Περιστεριά – Ευαγγελίστρια γίνεται και αντίστροφα. Τάσος Αναστασίου – Ηλίας Νόκας – Ζωγράφος, Οδοιπορικό στην Αμοργό και 6 χάρτες σε 2 φύλλα κλίμακας 1:10.000, έκδοση Πολιτιστικής Εταιρίας «Αρχιπέλαγος», Κυκλάδες (2005) βλ. χάρτη Γ, μονοπάτι Νο3: ‘’Ιτωνία’’.

(16) Μαραγκού ο.π. (2002) 347.

(17) Archaeological Atlas ο.π. 296 – 297.

(18) Αντωνίου Μηλιαράκη, «Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων νήσων. Αμοργός» Δ’ έκδοση στο περιοδικό Αμοργιανά, (έτος πρώτο, τ. 1), έκδοση συνδέσμου Αμοργίνων, Αθήνα (1995) 50. Η πρώτη αυτοτελής ομότιτλη έκδοση έγινε στην Αθήνα το 1884. Είχε προηγηθεί κατά ένα χρόνο (1883) άρθρο στο περιοδικό Νέα Εστία ΙΣΤ’ (αρ. 411), 717 – 721, με τίτλο: «Το εν Αμοργώ Μαντείον του Αγίου Γεωργίου του Βαλσαμίτου», απόδειξη ίσως, το πόσο τον είχε εντυπωσιάσει.

(19)Μηλιαράκη ο.π. 50.

(20) Λίλα Ι. Μαραγκού, «Απέσβετο το λάλον ύδωρ», στο κεφ. «Νεώτεροι χρόνοι», ένθετο περιοδικό Επτά ημέρες, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή Κυριακής 29 Μαΐου 2005 (έτος 86ο φ. 25.991) σ. 17, στο Αφιέρωμα «Αμοργός» σ. 2 – 31, επιμέλεια Ελευθερία Τράιου. Στο ίδιο, παρέχονται πληροφορίες για τη λειτουργία του. Περιγραφή της λειτουργίας του μαντείου, τους χρησμούς και τη διατύπωσή τους βλ. Τζέημς Μπεντ, ο.π. 23, 24, 25, και αναδημοσίευση στο περ. Αμοργιανά (έτος έκτο, τ. 7) Μάιος (2000) 299 – 302, επίσης Αντ. Μηλιαράκη ο.π. 51 – 52 όπου παραπέμπει στην «εκτενέστερον ιδίαν μελέτην μου». (βλ. παραπ. σημ. 17) και Νικολάου Γάσπαρη περ. Αμοργιανά (έτος δεύτερο, τ. 3) Μάιος (1996) 76 – 78.

(21)  Γεώργιος Δημητροκάλλης, «Τυπολογική και μορφολογική θεώρηση της μεταβυζαντινής ναοδομίας των Κυκλάδων» στο Χ. Μπούρας (εισ.), Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, Σπουδαστήριο Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π. τ.4, Αθήνα (1993) 191 σημ. 51.

(22)Μηλιαράκη ο.π. 28.

(23)Θωμάς Συνοδινός, «Αγιογράφοι στην Αμοργό», ένθετο περιοδικό Επτά ημέρες, της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή Κυριακής 29 Μαΐου 2005 (έτος 86ο φ. 25.991) 28, στο Αφιέρωμα «Αμοργός», 2 – 31, επιμέλεια Ελευθερία Τράιου.

(24) Οι περιπέτειες της Αμοργού από διάφορους ηγεμόνες έλαβε τέλος στις 9/21 Ιουλίου 1832 όταν μετά από επίπονες και σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των αντιπροσωπειών των τριών εγγυητριών δυνάμεων και της Υψηλής Πύλης, υπογράφτηκε η συνθήκη στο ανάκτορο «Καλεντέρ Κιόσκ» της Κωνσταντινούπολης. Τότε, αποτέλεσε και επίσημα τμήμα του ελληνικού κράτους. Στα χρόνια μας, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Ι. Μεταξά υπήρξε τόπος εξορίας, πολιτικών αντιπάλων του καθεστώτος.Δημήτρης Λουλές, «εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larouse Britanica», τ. 6, Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα (2006) 283. Για το κείμενο της συνθήκης δείτε: Θανάσης Χρήστου, Τα σύνορα του Ελληνικού Κράτους και οι διεθνείς συνθήκες (1830 – 1947), εκδόσεις Δημιουργία Αθήνα (1999) 243 – 244.

(25)Θωμάς Συνοδινός ο.π. 29.

(26) Μαραγκού, ο.π. (2002) 91 βλ. σημ. 263.

(27) Archaeological Atlas ο.π. 296.

(28) Μαραγκού ο.π. (2002) 13.

(29) Άγιος Νικόλαος στο Καμάρι Αμοργού ΦΕΚ 213 τ.Β’ 5/2/2000.

(30) Νικήτας Βασσάλος, «Η Εκκλησία του Θεολόγου στην Αιγιάλη» στο: περ. Αμοργιανά, (έτος έβδομο, τ. 8), έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα Ιούνιος (2004) 22 – 23. Προσθήκη 25/3/08: δες και Τάκη Καμπύλη άρθρο στην Καθημερινή 16 Μαρτίου 2008 για το θέμα και τις διαπιστώσεις επιστημόνων στο άρθρο του «Σαλάτα» με μύθους, θρησκείες και εθνικισμούς. Το έχω στο ντοσιέ Αμοργός. Προσθήκη 9/4/08: Δες στο άρθρο του 6ου τόμου Γρεβενά Αγ. Κοσμάς κ.λπ. τη σημείωση 4 για το Δασύλλιο που αναφέρω για βγαλμένα μάτια σελ 148.

(31) Μαραγκού ο.π. (2002) 41.

(32) Μια από τις μεθόδους επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο, με χρήση αναμμένων δαυλών που τους χειρίζονταν οι «φρυκτωροί». Αυτοί διέμεναν στους προσεκτικά επιλεγμένους πύργους – παρατηρήτρια, τις «φρυκτωρίες». Δείτε σχετικά: www.kairatos.com.gr/afieromata/dyctia.htm

(33) Μηλιαράκη ο.π. 25.

(34) Γιώργου Κιούση, «Από πύργος, μουσείο» εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Ιουνίου 2001 και Μαραγκού ο.π. (2002) 50 σημ.172 – 173 με βιβλιογραφία.

(35) Μαραγκού ο.π. (2002) 71.

(36) Μαραγκού ο.π. (2002) 73.

(37) Τις πληροφορίες μου έδωσαν και τους ευχαριστώ, ο Νικήτας και η Μαρία Δεσποτίδη που έχουν το καφενείο στην Κολοφάνα σε τηλεφωνική επικοινωνία (Παρασκευή 16 Μαρτίου 2007 / 12:30). Πρόσθετα μαθαίνουμε ό,τι σε γάμους, βαφτίσια, αρραβώνες, προσφέρουν παραδοσιακό παστέλι με διακόσμηση, κατάλευκους λεμονανθούς. Ετοιμάζουν το καθαρό σουσάμι, προσθέτουν το μέλι και το βράζουν σε καζάνι αργά – αργά σε φωτιά από ξύλα. Μετά το τοποθετούν σε τραπέζια και το πιέζουν ή το χτυπούν με πλατύ ξύλο, να λεπτύνει. Κατόπιν το κόβουνε σε λωρίδες αρχικά, διαγώνια μετά προσφέροντάς το πάνω σε λεμονόφυλλο. Από συνέντευξη με τίτλο: Αμοργός «Παστέλι με λεμονανθούς» στην σύνταξη του μηνιαίου περιοδικού Σειρήνες των Κυκλάδων τ.7 Νοέμβριος (1997) 13.

(38) Η πρώτη του ονομασία ήταν «ΣΤΡΥΜΩΝ». Την εποχή του ναυαγίου λεγόταν «OLYMPIA» και φέρεται να κατασκευάστηκε το 1950. Ταξίδευε με σημαία Κύπρου, γραμμένο στο νηολόγιο Λεμεσού. Ο Αμοργίνος Νικήτας Γιαννακός ανέβηκε στο καράβι το 2000 και βρήκε το ξεχασμένο και μουχλιασμένο του ημερολόγιο. Περισσότερα και φωτογραφίες του ναυαγίου βλ. στο μηνιαίο περιοδικό της Αμοργού Το Κάστρο της Αμοργού, έκδοση Νίκου Σ. Νικητίδη, τ.39 Μάρτιος 2007.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Στην πρώτη εργασία για την Βόρεια Αμοργό είχαμε παρουσιάσει σε αυτή τη θέση, τα 19 νησιά που περιτριγυρίζουν την νήσο, από τα 554 μεγαλύτερα του ενός στρέμματος που διαθέτει ο νομός Κυκλάδων. Αυτά τα εδάφη, αποτελούν μικρά αλλά πολύτιμα κομμάτια ελληνικής γης, κομμάτια από την ταυτότητά μας, και βέβαια, ένα διόλου ευκαταφρόνητο τμήμα της επικράτειας. Συγκαταλέγονται στην πολιτιστική κληρονομιά και στους πόρους που μελλοντικά μπορεί να γίνουν εκμεταλλεύσιμοι. Για την αξιομνημόνευτη χρησιμότητά τους δείτε: Γεώργιος Κ. Γιαγκάκης, Η πολυσήμαντη Σπουδαιότης των Νησαίων Εδαφών, Τήνος 1999. 

Συμπληρώνουμε εφέτος με ένα εξίσου ενδιαφέρον θέμα, που πιθανόν, δεν γνωρίζει ο ανυποψίαστος επισκέπτης. Πρόκειται για τους υγροτόπους της Αμοργού που σύμφωνα με πρόσφατη έκδοση του WWF Ελλάς είναι οι κάτωθι (περιληπτικά):

Αιγιάλη: Κωδ. WWF AMO01, Έκταση (στρ.): 50 έως 100, Θέση: 1 χλμ. νότια - νοτιοδυτικά από Αιγιάλη, Τύπος: Έλος υφάλμυρου-αλμυρού νερού (Ramsar H, Ss, Q, R, G). Παράκτιος υγρότοπος με υφάλμυρο νερό, εποχιακή παρουσία νερού.
Έλος Καταπόλων (Ξυλοκερατίδι): Κωδ. WWF AMO02, Έκταση (στρ.): 20 έως 30, Θέση: 1 χλμ. βόρεια από Κατάπολα (ανάμεσα Ραχίδι-Ξυλοκερατίδι). Τύπος: Έλος υφάλμυρου-αλμυρού νερού (Ramsar H, Ss, Q, R, G). Παράκτιος υγρότοπος με υφάλμυρο νερό, εποχιακή παρουσία νερού.
Τεχνητή λίμνη Φράγματος Καταπόλων: Κωδ. WWF AMO03, Έκταση (στρ.): 0 έως 1, Θέση: [σ.σ. Ανατολικά από Κατάπολα στο μονοπάτι προς Αγ. Γεώργιο Βαρσαμίτη], Τύπος: Εποχιακός ρύακας / χείμαρρος (Ramsar N), Μικρή τεχνητή λίμνη (Ramsar 2). Εσωτερικός υγρότοπος με γλυκό νερό, εποχιακή παρουσία νερού.
Κάτω Κάμπος: Κωδ. WWF AMO04, Έκταση (στρ.): 10 έως 20, Θέση: 1.5 χλμ. βόρεια από Κολοφάνα, Τύπος: Εποχιακός ρύακας / χείμαρρος (Ramsar N), Έλος υφάλμυρου-αλμυρού νερού (Ramsar H, Ss, Q, R, G). Παράκτιος υγρότοπος με υφάλμυρο νερό, εποχιακή παρουσία νερού. Περισσότερα στο: Κατσαδωράκης Γ. και Κ. Παραγκαμιάν, Απογραφή των υγροτόπων του Αιγαίου, Ταυτότητα, οικολογική κατάσταση και απειλές, έκδοση WWF Ελλάς Αθήνα 2007.

Πληθυσμιακή ανέλιξη Αμοργού: Απογραφή 1896 / 3561 κατ., 1940 / 3069 κατ. 1991 / 1630 κατ., 2001 / 1858 κατ.

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 22850, Ταχυδρομικός Κώδικας: Αμοργός Κυκλάδων 84 300 Νάξος.

ΔΙΑΜΟΝΗ: www.amorgos.net  και σύλλογος επαγγελματιών Αμοργού 74133, σύνδεσμος επαγγελματιών Αιγιάλης 73200. Αρκεσίνη: Μαρουσώ Κωβαίου 72253, Νομικός Ιωάννης 72305,Νομικού Σοφία 72305, Κολοφάνα: Νομικού – Μπαντίδου 7224. 

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Δεν υπάρχει στην Νότια Αμοργό, για την Βόρεια Αμοργό βλ. τ.8 (2006) 104.

ΦΑΓΗΤΟ: Βρούτση: Θεολογίτου Μαρία 71333, ‘’Γεωργαλίνη’’ 74290, Καμάρι: (παραλία Μούρου) Παρασκευή Κωβαίου 71700, Αρκεσίνη: Μαρουσώ Κωβαίου 72253, Λουδάρου Μαρία 72252, Κολοφάνα: Νικήτας και Μαρία Δεσποτίδη 72280, ‘’Δελφίνι’’ 72244, ‘’Απάνεμο’’ 72260.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ:. Δήμος Αμοργού 71100, 74035, fax: 71246, 29387, Δ.Δ. Βρούτση 71361, Δ.Δ. Αρκεσίνης 72254, Αστυνομία: Χώρα 71210, Α’ Βοήθειες: Αρκεσίνη 72250, Πολυδύναμο Περιφερειακό ιατρείο στη Χώρα 71207.

ΧΡΗΣΙΜΑ: http://eyploia.aigaio-net.gr ένα καινούργιο site για όλα τα νησιά του Αιγαίου φτιαγμένο από νέους ανθρώπους με άποψη. Το εκκλησιαστικό μουσείο στην Ι. Μ. Παναγίας Χοζοβιώτισσας (71274, 71139) είναι έτοιμο και επισκέψιμο καθημερινά.Χειροποίητα είδη δώρων«το Ρόδι» στο Βρούτση και «το Ροϊδάκι» στο Ξυλοκερατίδι 71389. Εκδρομές στις παραλίες: Νομικός Αναστάσιος με το τρεχαντήρι ‘’Νατάσα’’ 74145, 6937145489, Γιώργος Γαβαλάς με τη ‘’Στάμου’’, και τον ‘’Αντώνιο’’ 6974018065. Οι χομπίστες ψαράδες θα βρουν τη χαρά τους στην Αμοργό. Τα δυο νησιά Νικουριά, Γραμβούσα, τα παράλια της Αιγιάλης και η Αγία Άννα είναι ξακουστά για τα πλούσια αλιεύματα.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ: Δεν έχει αλλάξει κάτι από πέρυσι, βλ. τ.8 (2006)107, εκτός από ένα γρήγορο δρομολόγιο της NEL Lines 2104115015, Λαύριο - Νάξος με διάρκεια ταξιδιού 3ω, και τις τιμές εισιτηρίων. Blue Star του Στρίντζη 2108919800 www.bluestarferries.com Κόστος (Μαρτ 07) 27,00 EUR το άτομο, 20,00 EUR η μοτοσυκλέτα ανεξαρτήτως κυβισμού, (100% αύξηση! για τα 250 cc.). Από Νάξο αναλαμβάνει το «Express Skopelitis» με 10,50 EUR το άτομο & 5 EUR η μοτοσυκλέτα ανεξαρτήτως κυβισμού.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: ΕΚΟ 71050, ΕΛΛΙΝΟΙΛ 73541.  

ΧΑΡΤΕΣ: Εξαιρετική εργασία ο δίγλωσσος πλαστικοποιημένος «Περιηγητικός και Πεζοπορικός χάρτης. Αμοργός, σε κλίμακα 1:35.000». Έκδοση «Ανάβαση» 2004. Στοά Αρσακείου 6Α, Αθήνα 2103218104.

ΒΙΒΛΙΑ: Λίλας Ι. Μαραγκού, Αμοργός Ι – Η Μινώα, Η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια», Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, Αθήνα 2002. Τάσος Αναστασίου – Ηλίας Νόκας, Οδοιπορικό στην Αμοργό + χάρτες με μονοπάτια σε κλίμακα 1:10.000, Πολιτιστική Εταιρία «Αρχιπέλαγος», Κυκλάδες 2005. Υπάρχει στην Ανάβαση (2103218104), και στέλνεται αντικαταβολή από την εκδότρια εταιρεία στη Σύρο, 2281086351. Βιβλιοπωλείο στα Κατάπολα, Τάσσος Πέππας 71839, www.musicandbookstore.com

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών - Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για την ΑΜΟΡΓΟ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • L. Marangou, C. Renfrew, Chr. Doumas, G. Gavalas, Markiani on Amorgos, Annual of the British School at Athens, 2006.
  • Λίλα Ι. Μαραγκού, Αμοργός I – Η Μινώα, η πόλις, ο λιμήν και η μείζων περιφέρεια, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας αρ. 228, Αθήνα 2002.
  • Chr. Doumas, Vas. Lambrinoudakis, Lina G. Mendoni, Eva Simantoni – Bournia (Scientific Committee), στο Archaeological Atlas of the Aegean, Ministry of the Aegean – University of Athens, Athens 1999.
  • Μύρταλη Αχειμάστου – Ποταμιάνου, «Η βυζαντινή τέχνη στο Αιγαίο», στο συλλογικό έργο: Το Αιγαίο – Επίκεντρο Ελληνικού Πολιτισμού, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1995.
  • Λουδοβίκος Ρος, Αναμνήσεις και Ανακοινώσεις από την Ελλάδα (μτφ. Α. Σπηλιάδη – προλ – επιμ. Τ. Βουρνά) εκδόσεις Τολίδη Αθήνα 1975.
  • Τζέημς Μπεντ, Η Αμοργός το 1885 από το βιβλίο «Κυκλάδες ή η ζωή με τους νησιώτες», μτφ. Νίκος Νικητίδης, έκδοση της εφημερίδας Αμοργού: Το κάστρο της Αμοργού, Αμοργός 2005.
  • Λίλα Ι. Μαραγκού, Μονή Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, έκδοση: Ιερά Μονή Χοζοβιώτισσας, Αθήνα 1991.
  • Τάσος Αναστασίου – Ηλίας Νόκας, Οδοιπορικό στην Αμοργό + χάρτες με μονοπάτια σε κλίμακα 1:10.000, Πολιτιστική Εταιρία Αρχιπέλαγος, Κυκλάδες 2005. 

Β’         Αφιερώματα περιοδικών

  • Αντωνίου Μηλιαράκη, «Υπομνήματα περιγραφικά των Κυκλάδων νήσων. Αμοργός» Δ’ έκδοση στο περ. Αμοργιανά, έτος πρώτο, τ. 1, έκδοση: σύνδεσμος Αμοργίνων, Αθήνα 1995.
  • Συλλογικό, «Αμοργός», Περιοδικό Σειρήνες των Κυκλάδων, τ.7 Νοέμβριος 1997.
  • Λίνα Γιάνναρου, «Αμοργός – το απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια – Τουρισμός της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 25 Αυγούστου 2002).
  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη, «Αμοργός – στο απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια – Τουρισμός της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 24 Αυγούστου 2003).
  • Συλλογικό, «Αμοργός, Το απέραντο γαλάζιο» εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακής 29 Μαΐου 2005, (έτος 86ο, φύλλο 25.911), ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Επτά ημέρες, επιμέλεια: Ελευθερία Τράϊου.
  • Ηλέκτρα Σαμοΐλη – Κλαίρη Μουσταφέλου, «Αμοργός – απέραντο γαλάζιο», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Ταξίδια της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 12 Ιουνίου 2005).
  • Ηλίας Προβόπουλος, «Αμοργός στην Ομίχλη», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.311), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 1 Απριλίου 2006).
  • Ηλίας Προβόπουλος, «Στο άβατο της Αμοργού», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό Γεωτρόπιο (τ.333), της εφημερίδας Αθηνών Ελευθεροτυπία (Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2006).
  • Άθως Δημουλάς – Παύλος Φυσάκης, «Αμοργός», ένθετο εβδομαδιαίο περιοδικό ’’Κ’’ (τ.183), της εφημερίδας Αθηνών Καθημερινή (Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2006).

Γ’         Άρθρα σε εφημερίδες

  • Χαρά Κιοσέ, «Η Μινώα που δεν ήταν Μινωική», εφημερίδα Αθηνών Το Βήμα, ένθετο Νέες εποχές, Κυριακή 31 Μαίου 1998.
  • Κατερίνα Ρωμιοπούλου, «Πανάρχαιο λιμάνι η ανεμόεσσα Αμοργός», εφημερίδα Αθηνών Καθημερινή, Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1999.
  • Γιώργος Κιούσης, «Από πύργος, μουσείο», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Ιουνίου 2001.
  • Χαρά Κιοσέ, «Η Αμοργός με αργό περπάτημα», εφημερίδα Αθηνών Το Βήμα, Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2003.
  • Ν. Κοντράρου – Ρασσιά, «Με το πάθος της Αρχαιολόγου», εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία, Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2004.

 ΘΕΣΣΑΛΙΑ (2856 λέξεις)

ΤΡΙΚΑΛΑ Η ΠΟΛΗ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Δεκέμβριος 2006

Τρίκαλα – η γενέτειρα του Ασκληπιού 

Όσοι έζησαν και μεγάλωσαν στα μεγάλα αστικά κέντρα, θα θυμούνται παλιά σπίτια, πλατείες, αλάνες, τοπία, που μόλις χτες, στην ακούραστη εφηβεία, φαινόντουσαν όμορφα, λαμπερά, σίγουρα όμως, πιο αρμονικά από σήμερα.

Ίσως να μην είναι ακριβώς έτσι, αλλά αυτό πιστεύαμε τότε. Μέρα με τη μέρα, οι αναμνήσεις από τα περασμένα θαμπώνουν και μπερδεύονται με την σύγχρονη, όσο σύγχρονη νομίζουμε ό,τι είναι η σημερινή πραγματικότητα. Έτσι διαμορφώνεται και μεταλλάσσεται μια πόλη, που σαν ζωντανό κομμάτι της και εμείς, προσαρμοζόμαστε αναλόγως. Πάντοτε όμως παραμένουν κάποια τμήματά της ανέπαφα, λες και έμειναν έτσι για να θυμίζουν πιο έντονα τις νεανικές αναμνήσεις. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς στα Τρίκαλα. 

Όλος ο νομός υπήρξε κοιτίδα πολιτισμού στους αρχαίους χρόνους όπως και η πρωτεύουσα, η αρχαία Τρίκκη, ταυτισμένη με τον θεό της ιατρικής, τον Ασκληπιό. Ο αρχαιολογικός πλούτος των Τρικάλων διαθέτει ευρήματα απ’ τα πιο σπουδαία που υπάρχουν στον Ελλαδικό χώρο, τόσο εντός της πόλης (Φρούριο, Ασκληπιείο, Τζαμί, Βαρούσι), όσο και εκτός. Αρκεί να σκεφθούμε ορισμένους προορισμούς όπως: Μετέωρα, Ζάρκος, αρχαία Πέλλινα, Πόρτα Παναγιά, Γόμφοι, Οιχαλία, τα φρούρια στον Κόζιακα και τον Ίταμο, το σπήλαιο Θεόπετρας και τόσα άλλα μνημεία αρχαίας και βυζαντινής εποχής. Αυτά, συνθέτουν ένα αξιομνημόνευτο, ίσως μοναδικό, γεωλογικό, ιστορικό και αρχαιολογικό ιστό, που θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα επίσκεψης περιηγητών, φτάνει να γίνει συνείδηση απ’ τη διοίκηση. 

Κανείς επισκέπτης δεν ξεπέρασε αδιάφορος το περίφημο βυζαντινό κάστρο Τρικάλων,καμάρι της πόλης. Ο μοναδικός χώρος που νωρίς το πρωί, δεν παρουσιάζει κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Οδηγήστε μέχρι το υπαίθριο πάρκινγκ, και στην περίπτωση που είναι γεμάτο, ανεβείτε ψηλότερα περάστε κάτω από την κεντρική πύλη και σταματήστε εμπρός από το καφέ – εστιατόριο «το φρούριο», με τη μικρή λιμνούλα και τα γεφυράκια. Προτείνουμε να ξεκινήσετε από εδώ τη γνωριμία με την πόλη, αφού είναι ο μοναδικός χώρος (μαζί με το υπόγειο πάρκινγκ εμπρός από τα δικαστήρια), που μπορείτε να σταθμεύσετε χωρίς περίπλοκες διαδικασίες.

Δεν γνωρίζουμε με σιγουριά πότε ακριβώς χτίστηκε το κάστρο. Πιθανολογείται πως είναι κλασικής εποχής και ανακαινίστηκε εκ βάθρων από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον 6ο αιώνα. Στιβαρή, στενόμακρη κατασκευή επισκευάστηκε και διορθώθηκε πολλές φορές κατά τη μακρά περίοδο του οθωμανικού ζυγού, που σε αυτά τα μέρη ξεκίνησε το 1393 – 1395/6. Χωρίζεται σε τρία διαζώματα. Στο πρώτο, υπάρχει το «τουριστικό περίπτερο», που λειτουργεί σαν καφέ – μπαρ – εστιατόριο, (Νημάς Ανδρέας 2431038656) διαθέτοντας λίγους χώρους στάθμευσης, και μεγάλο πλακόστρωτο απ’ όπου η θέα των Τρικάλων, της παλιάς πόλης αλλά και μακρύτερα, μέχρι τον Κόζιακα το ανατολικότερο βουνό της κεντρικής Πίνδου που ορθώνεται σαν γιγαντιαίος τοίχος, πραγματικά διεγείρει τις αισθήσεις. 

Στο δεύτερο, αρκετά μεγαλύτερο διάζωμα, διαμορφωμένο σε χώρο πρασίνου, εισέρχεστε από την μεγάλη πύλη. Δεξιά σας, δεσπόζει ο πύργος του ρολογιού χτισμένος το 1937, σε θέση περίβλεπτηαπό πολλά σημεία της παλιάς πόλης. Στο ίδιο σημείο, υπήρχε τουρκικός πύργος και ρολόι, κατασκευή του 17ου αι., που λειτουργούσε μέχρι το 1913. Στο βάθος του διαζώματος είναι το υπαίθριο θεατράκι που τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες πραγματοποιούνται αξιόλογες μουσικές, πολιτιστικές εκδηλώσεις και θεατρικές παραστάσεις. 

Στο τρίτο διάζωμα φτάνετε ανεβαίνοντας λίγα σκαλοπάτια και περνώντας τη στενή πύλη. Ο χώρος, αν και μικρότερος έχει ομοιότητα με το Παλαμήδι, στο Ναύπλιο, συγκεκριμένα εκεί που βρίσκεται ο ναός του Αγίου Ανδρέα. Αριστερά σας είναι η αποθήκη όπου οι Τούρκοι φύλαγαν τρόφιμα και πολεμοφόδια, και πιο πίσω το ταλαιπωρημένο από το χρόνο, τείχος. Ευθεία, κάτω απ’ το στέγαστρο, υπάρχουν επιτύμβιες στήλες από τουρκικό νεκροταφείο με πανέμορφη καλλιτεχνική διακόσμηση. Δεν λείπουν και κάποιες επιγραφές στα ελληνικά, ένα μεγάλο πιθάρι, και σακούλες με κεραμίδες της εφορείας αρχαιοτήτων. Δεξιά σας ορθώνεται η μεγάλη σκάλα που σας ανεβάζει στις επάλξεις και τις πολεμίστρες, εμπρός από τον μοναδικό σωζόμενο τετράπλευρο πύργο. 

Ένας ανεκτίμητος θησαυρός, είναι το Βαρούσι,ο εκτός των τειχών, ιστορικός πυρήνας των Τρικάλων που σκαρφαλώνει και περιζώνει με αρχοντικά και κοινά σπίτια το Φρούριο. Βαρόσια υπήρχαν γύρω σε πολλές πόλεις, μη εξαιρουμένων των μικρότερων χωριών. Εδώ όμως η συνοικία, διατηρεί ακόμα αρκετά ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά, ιστορικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία, δείγματα των οποίων αποτελούν τα πάρα πολλά αρχοντικά, οι πολλοί ναοί, που όμως αργά αλλά σταθερά φθίνουν, αλλάζουν. 

Ίσως δεν δόθηκε, όπως έγινε κι’ αλλού, η κατάλληλη πρόνοια σε συνδυασμό με κάποια πλεονεκτήματα στους σημερινούς ιδιοκτήτες, ώστε να διατηρήσουν με αξιώσεις για τους ίδιους, αλλά και για την πόλη, αυτόν το μοναδικό πλούτο. Από το πρώτο διάζωμα του Φρουρίου, υπάρχει φαρδιά σκάλα που κατεβαίνει προς το μικρό εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννη και του Αγ. Παντελεήμονα στην ομώνυμη πλατειούλα. Απέναντί σας, υποβάλλει με το μέγεθος της η Παναγία Φανερωμένη (1853), και κοντά της, (25ης Μαρτίου 31 και Μαχάονος) βρίσκεται το κτήριο που σε δύο αίθουσες στεγάζει την αρχαιολογική συλλογή Τρίκκης 2431033597. 

Λίγα μέτρα πιο κάτω από την εκκλησία (οδός Δωροθέου Σχολάριου) αντικρίζετε τα πρώτα παλιά αρχοντόσπιτα κι’ ένα μικρό δρομάκι που βλέπει τον πύργο του ρολογιού. Δεξιά σας, το λευκό ασπρισμένο σπίτι είναι το αρχοντικό Δίκου – Δράκου μεγάλου δερματέμπορου απ’ τη Σιάτιστα, που αποτελεί ακόμα και σήμερα ένα από τα σημεία αναφοράς της συνοικίας. Δίπλα του, η βαμμένη με ώχρα παραδοσιακή κατοικία Βούλη – Τσαντήλα. Πιο κάτω ο Ναός (1575 ανακαίνιση εκ’ βάθρων), των Αγίων Αναργύρων στην ομώνυμη οδό, όπου υπάρχουν ορισμένα παλιά, εγκαταλειμμένα στη τύχη τους σπίτια. Πριν φτάσετε στην πλατεία Αγίου Δημητρίου, νυν Αικατερίνης Καυκιά, αριστερά σας, (οικία Κωστοπούλου) συναντάτε το περίφημο παρθεναγωγείο Τρίκκης, επιγραφή του οποίου υπάρχει στην αυλή των Αγ. Αναργύρων για να θυμίζει, ότι λειτουργούσε με έξοδα της εκκλησίας και κάποιων ευκατάστατων συνδρομητών. Στον γυναικωνίτη του παρακείμενου Αγ. Δημητρίου (1588;), λειτουργούσε τον καιρό του εμφυλίου (1948 / ‘49) το 4ο δημοτικό σχολείο. 

Το ίδιο γινόταν και στην Αγ. Παρασκευή που θα βρεθείτε αμέσως μετά. Απέναντι από το ιερό της, (γωνία Τέλλου Άγρα με Μανδάλου), είναι το σπουδαίο αρχοντικό Σιμή. Σχεδόν δίπλα του, είναι το αρχοντικό Αναγνωστιάδη, που καταγράφηκε στην ιστορία αφού εδώ φιλοξενήθηκε ο αρχηγός του Μακεδονικού Αγώνα, Παύλος Μελάς όταν το 1904 πέρασε απ’ τα Τρίκαλα. Η συνέχεια της οδού Μανδάλου καταλήγει στο δίστρατο, Παπαθανασίου και Παύλου Μελά κατάντικρυ ενός από τα ομορφότερα παλιά αρχοντικά, του Γιαννουσοπούλου, νυν Λάππα. Με τρία σαχνισιά στην κάθε του πλευρά, πράγματι δημιουργεί την ψευδαίσθηση καραβιού που πλέει στην ανοιχτή θάλασσα. 

Στην αντίθετη κατεύθυνση, προς την κεντρική οδό Στρατηγού Σαράφη, είναι η μητρόπολη των Τρικάλων, ο Αγ. Νικόλαος (1948), στη θέση παλιότερου (1870) που βομβαρδίστηκε τον Απρίλη του 1941 από τους Γερμανούς. Δίπλα του σχεδόν, είναι ο αρχαιολογικός χώρος που υπήρχαν ενδείξεις ότι υπήρχε φημισμένο Ασκληπιείο της Τρίκκης, η πρώτη κλινική που ιδρύθηκε στον τόπο που γεννήθηκε και ζούσε ο Ασκληπιός, ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας. Οι αρχικές προσπάθειες για την αποκάλυψη του Ασκληπιείου έγιναν στις αρχές του περασμένου αιώνα (1902), φέρνοντας στο φως τμήματα ρωμαϊκών λουτρών, μέρος ενός δημόσιου κτηρίου με ψηφιδωτά δάπεδα, και ένα οικοδόμημα ελληνιστικών χρόνων. 

Υπάρχουν αρκετές εκδοχές για το πού μπορεί να βρίσκεται το Ασκληπιείο όμως χρειάζεται περαιτέρω ανασκαφική δραστηριότητα. Όλες οι εργασίες σ’ αυτόν τον χώρο έχουν γίνει μόνο με την αρωγή της τρικαλινής αυτοδιοίκησης, και την αδιαφορία όλων των υπολοίπων. Αν ενδιαφερθεί με πράξεις και η πολιτεία, όπως έχει γίνει σε όλα τα ιερά και τα ασκληπιεία στην Ελλάδα, (τα οποία ήταν αφιδρύματα) που έχουν ήδη αξιοποιηθεί, (πρόσφατο παράδειγμα η αναστήλωση του Εγκοιμητηρίου του Ασκληπιείου ή Άβατου, της Αθήνας, η λεγόμενη Δωρική Στοά), τότε υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να εντοπιστεί και να αναδειχθεί το αρχαιότατον και επιφανέστατον κατά τον Στράβωνα, μνημείο της ιατρικής επιστήμης πιθανά στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση, ο δήμος Τρικκαίων πρόσφατα, πρότεινε την υλοποίηση μελέτης αποκατάστασης και ενοποίησης του αρχαιολογικού χώρου. Αν γίνει πραγματικότητα, οι επισκέψεις στα ρωμαϊκά λουτρά θα είναι βεβαιότητα, και όχι δοξασία.

Περπατώντας στην Στρατηγού Σαράφη φτάνετε στο ύψος των ΕΛ.ΤΑ και αριστερά σας (οδός Χατζηπέτρου), βλέπετε ότι απόμεινε από το τούρκικο χαμάμ (λειτουργεί σαν καφενείο). Αμέσως μετά, είναι η κεντρική πλατεία Ηρώων Πολυτεχνείου, όπου δεσπόζει το άγαλμα του αρχηγού του ΕΛΑΣ, Στρατηγού Στέφανου Σαράφη μετέπειτα βουλευτή της ΕΔΑ. Αρκετά δροσερή πλατεία, με μεγάλα πλατάνια και λιμνούλα με μικρά σιντριβάνια ενώ εκεί προς το τέλος της, υπάρχει η προτομή του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Δίπλα στην πλατεία είναι η λαϊκή αγορά, με πολλούς τοπικούς παραγωγούς που διακινούν ό,τι καλύτερο βγάζει το χωράφι τους. 

Ανάμεσά τους και αρκετές ηλικιωμένες γυναίκες, με κάθε λογής λαχανικά, φρούτα, αυγά ημέρας, ακόμα και ζωντανά κοτόπουλα. Γύρω από την πλατεία και μέχρι τα δικαστήρια συνεχίζουν καταστήματα, αρκετά λευκοσιδηρουργεία, μικρές και μεγαλύτερες αποθήκες όπου βρίσκει κανείς από αγροτικά εργαλεία μέχρι παραδοσιακά προϊόντα, σε μια αγορά, που σας γυρίζει αρκετές δεκαετίες πίσω. Γύρω της, στους πεζόδρομους θα βρείτε πολλά κλασικά οινομαγειρεία, μεζεδοπωλεία με εξαιρετικές νοστιμιές, ενώ από τα μικρά στενάκια (οδός Υψηλάντου) θα φθάσετε στα περίφημα Μανάβικα με τα διάσημα τσιπουράδικα. Αυθεντικές μυρωδιές και δεκάδες χρώματα· εικόνες μιας πόλης που καθημερινά εκσυγχρονίζεται και αλλάζει, χωρίς όμως να ξεχνά το παρελθόν της. 

Η περιήγηση σύντομα σας φέρνει κατά μήκος του Ληθαίου ποταμού, που διασχίζει και δροσίζει το πολύβουο κέντρο της. Θα περάσετε πάνω από την κεντρική γέφυρα, κατασκευή του 1886 Γάλλων τεχνικών και με φόντο το άγαλμα του Ασκληπιού, κατεβαίνετε τα σκαλάκια για να βρεθείτε σε δευτερόλεπτα δίπλα στο ποτάμι. Θαυμάσια η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης πεζοπορώντας σ’ αυτό το κατάφυτο, δροσερό περιβάλλον.

Η συνέχεια έρχεται στην Πλατεία Ρήγα Φεραίου, με τα αγάλματα των πέντε απαγχονισμένων Τρικαλινών της  ΕΠΟΝ μια σκληρή πράξη αντιποίνων των ναζιστικών στρατευμάτων κατοχής, μόλις έξι μήνες πριν την αποχώρησή τους. Η μνήμη παραμένει άσβεστη, ενώ δίπλα μια ωραία παιδική χαρά διασκεδάζει τα πιτσιρίκια, και εσείς διασχίζετε πλέον την οδό Ασκληπιού, τον πιο κεντρικό δρόμο των Τρικάλων ήδη από το 1884, που άρχισε η διάνοιξη. Σε αυτό το τμήμα της είναι ένας θαυμάσιος πεζόδρομος με καφετέριες κι’ ένα πολύχρωμο και πολυπρόσωπο πλήθος νέων ανθρώπων που τους δίνει ζωή. Δεξιά σας, είναι το Ζαχαροπλαστείο «Γιαννής», ίσως το παλιότερο της πόλης (1945). Οι σημερινοί ιδιοκτήτες (Θανάσης Γιαννής - Χρήστος Κοντογιώργος) συνεχίζουν με επιμέλεια την παράδοση από τους πρώτους διδάξαντες. Δοκιμάστε την εξαιρετική πουτίγκα τους, («Γιαννής» 2431028125).

Στο τέλος του πεζόδρομου, αριστερά σας, είναι η οδός Γαριβάλδη και το παραδοσιακό κτήριο που στεγάζει την πινακοθήκη του ζωγράφου Θεόδωρου Μάρκελλου και το εξαιρετικό λαογραφικό μουσείο, με μεγάλη φωτογραφική συλλογή για τα Τρίκαλα, αναπαραστάσεις εσωτερικών χώρων παλιών αρχοντικών, προθήκες με παραδοσιακές φορεσιές, σπάνια υφαντά και χρηστικά αντικείμενα από μέταλλο, πηλό και ξύλο του περασμένου αιώνα. 

Πίσω από το μουσείο βρίσκεται το μοντέρνο κτήριο του Πνευματικού Κέντρου που στεγάζει το Κέντρο Ελληνικής Μουσικής Τρικαλινών Δημιουργών (λειτουργεί και ως Μουσείο Μουσικής Ιστορίας). Επίσης, εδώ διοργανώνονται εκθέσεις, διαλέξεις ενώ λειτουργεί και μια αξιόλογη βιβλιοθήκη με τμήμα δανεισμού, αρχείο τοπικών εφημερίδων κ. ά. Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Τρικκαίων / Πνευματικό Κέντρο: Γαριβάλδη 8, τηλ: 2431076613, 71620, fax: 2431079083, e-mail: '); document.write(addy60351); document.write('<\/a>'); //-->\n Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. "> Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.   

Πολύ εύκολα θα βγείτε στην οδό Ομήρου, όπου τα βήματά σας θα σας οδηγήσουν στο περίφημο για την πόλη Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού,της εταιρίας Κλιάφα.Πρόκειται για ένα πολυδύναμο πολιτιστικό κέντρο με αίθουσα πολλαπλών χρήσεων που στεγάζεται στον χώρο των παλιών εγκαταστάσεων «Ψυγεία-Παγοποιεία Κλιάφα», ένα χαρακτηριστικό κεραμοσκεπές βιομηχανικό κτήριο του 1926. Τοπική αυτοδιοίκηση, αρχιτεκτονική, βιομηχανία (το μηχανοστάσιο λειτουργεί ως Βιομηχανικό Μουσείο), οικονομία, εκπαίδευση, πολιτισμός αλλά και τοπικός τύπος, με αίθουσα που δεσπόζει το παραδοσιακό τυπογραφείο με το μεγάλο πιεστήριο, κλισογράφος και κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία, παρελαύνουν εμπρός από τα έκπληκτα μάτια σας. Υπάρχουν ακόμα πολλές αίθουσες, το Παλιό Φαρμακείο του 1890 και η περίφημη βιβλιοθήκη του Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών. Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Εταιρίας Κλιάφα:Ομήρου και Θεμιστοκλέους 12, τηλ: 2431027313, fax: 2431079101, www.kliafa.gr

Δύο στενά πιο κάτω από την οδό Θεμιστοκλέους, συναντάτε την κεντρική Καποδιστρίου· λίγο μετά τα φανάρια βρίσκεται ένα μοναδικό μνημείο που στολίζει την πόλη και ολόκληρη τη Θεσσαλία. Δεν είναι άλλο από το περίφημο  Κουρσούμ τζαμί, που χτίστηκε στις αρχές του δεύτερου μισού του 16ου αι. σε σχέδια του ελληνικής καταγωγής αρχιτέκτονα, Σινά Πασά. Ήταν ένα από τα επτά ή οκτώ που υπήρχαν στα Τρίκαλα, το μόνο όμως επί ελληνικού εδάφους έργο του. Χορηγός ήταν ο τούρκος πρίγκιπας Οσμάν Σαχ, απ’ όπου έλκει τη δεύτερη ονομασία του. Ο μεγαλοπρεπής θόλος ήταν μολυβένιος (kursum) και σωζόταν μέχρι το 1890. Στον όμορφο και περιποιημένο προαύλιο χώρο, σώζεται ο τουρμπιές (μαυσωλείο της οικογένειας και του κτήτορα), επίσης θολωτός και μολυβδοσκέπαστος. 

Στην αρχή της Ασκληπιού είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός, ένα ωραίο φρεσκοβαμμένο ανακαινισμένο κτήριο.  Μάλιστα επειδή η Ασκληπιού κατέληγε στον σταθμό οι γεροντότεροι κάτοικοι την έλεγαν και σιδηροδρόμου. Το τραίνο, οι θρυλικοί «Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας», έφτασε στα Τρίκαλα το 1886 βρίσκοντας τους Τρικαλινούς και ολόκληρη την πόλη να πανηγυρίζει. Τελευταία στάση της 120 χλμ. διαδρομής του από τον Βόλο απ’ όπου ξεκινούσε, έκανε στην Καλαμπάκα. Με την άφιξή του σηματοδότησε μια νέα εποχή, χωρίς απομόνωση για τον κόσμο, που πλέον θα ταξιδεύει πιο γρήγορα ενώ τα εμπορεύματα – κυρίως δημητριακά - θα μετακινούνται στην ώρα τους και με ασφάλεια στον Βόλο, το μεγάλο λιμάνι του Παγασητικού, απ’ όπου με τα πλοία πήγαιναν στον προορισμό τους. 

Λίγες εκατοντάδες μέτρα απο τις γραμμές του τραίνου (οδός Ελευθερίας) στην κεντρική οδό που πηγαίνει προς Πηγή και Πύλη, δεξιά σας βρίσκεται το πάρκο Ματσόπουλου. Εκεί, διασώζεται ένα από τα παλιότερα κτήρια των Τρικάλων. Ο επιβλητικός πετρόχτιστος και κεραμοσκεπής Μύλος του Ματσόπουλου που χτίστηκε το 1884 από τους αδελφούς Αγαθοκλή, τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση των Τρικάλων από τους Τούρκους. Ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1885 σαν υδροκίνητο εργοστάσιο αλεύρων και ζυμαρικών. Μετά από πολλές περιπέτειες τον αγόρασαν, οι Ηπειρώτες στην καταγωγή, Ματσόπουλοι. Ο τελευταίος της οικογένειας, ο Γιάννης Ματσόπουλος τον κληροδότησε πριν λίγα χρόνια στο Δήμο Τρικκαίων. Σήμερα, λειτουργεί εδώ ο Δημοτικός κινηματογράφος, χειμώνα – καλοκαίρι, ενώ στο ανακαινισμένο προαύλιο και τις αποθήκες δραστηριοποιείται πολυχώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων (συναυλίες, εκθέσεις φωτογραφίας και ζωγραφικής, θεατρικές παραστάσεις κ.ά.). Πάρκο και Μύλος Ματσόπουλου – Τρίκαλα, τηλ: 2431020000.

Η γνωριμία με την πόλη δεν τελειώνει μόνο με μια ή δύο επισκέψεις. Εκτός των άλλων αξιοθέατων υπάρχει και η «Γωνιά των Σαρακατσαναίων Τρικάλων», μια θαυμάσια αναπαράσταση από κονάκια, (θερινές κατοικίες), στη συνοικία ‘’σεισμόπληκτα’’, με πολύ ωραίο χώρο – μουσείο για την ζωή και τις παραδόσεις των Σαρακατσάνων. Τα Τρίκαλα, μια κατά τ’ άλλα επαρχιακή πόλη, διαθέτει πληθωρική παρουσία παλιών κτηρίων και μουσείων και μουσείων. Εκτός αυτά που περιγράψαμε, υπάρχει το Ιστορικό Αθλητικό Μουσείο (στο Καστρακίδειο, 2431079517), η Πινακοθήκη που στεγάζεται στην Δωροθέα Σχολή μαζί με την φιλαρμονική (Στρ. Σαράφη 42, 2431079085, 74435) και το Μουσείο Δημήτρη και Λέγκως Κατσικογιάννη που αποτελεί προνόμιο για την πόλη με πίνακες και γλυπτά του μεγαλειώδους έργου του Δ. Κατσικογιάννη (Συνοικία Αγία Μονή Τρικάλων, 2431077646, 76613). Πληροφορίες: Δήμος Τρικκαίων Ασκληπιού 18, τηλ: 2431063200, 35950, fax: 2431035956, www.trikalasity.gr  

Απολαύστε το ταξίδι στην ελληνική επαρχία, στην πόλη των Τρικάλων και την ευρύτερη περιοχή, που εκπέμπει απόλυτη θετική ενέργεια, με μυρωδιές του τσαγιού και τις απίστευτες χάρες, σε τοποθεσίες και χωριά που μπορεί ν’ αλλάξουν ταχύτατα τα επόμενα χρόνια. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24310.

ΔΙΑΜΟΝΗ: «Αετών Μέλαθρον», Νεάρχου και Κλειδωνοπούλου, (63130 – 4 www.rphotels.gr), «Αχίλλειον», Ασκληπιού 2, (28291 www.rphotels.gr), «Ληθαίον», Όθωνος και Γαριβάλδη, (20690 - 1 www.rphotels.gr), «Διβάνη», Διονυσίου 13, (27286 e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. ), «Πανελλήνιον», Πλατεία Ρήγα Φεραίου, (73545 www.hotelpanellinion.com), «Ντίνα», Ασκληπιού 38, (74777 – 9 www.ntina.gr).

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Στην Καλαμπάκα οργανωμένα. 

ΦΑΓΗΤΟ: «Πλιάτσικας», Ιουλιέτας Αδάμ 16, Πλατεία Δεσποτικού, (28445). Ταβέρνα – Ουζερί με αξιόλογη ποικιλία φρέσκων κρεατικών, ψαριών και λαχανικών, «Φρούριο», στο πρώτο διάζωμα του Φρουρίου των Τρικάλων, (38656, 38680). Καφέ – εστιατόριο σε πανέμορφη θέση με θέα την πόλη και το Βαρούσι, «Ντάπια», Στο λόφο του Προφήτη Ηλία στο δασάκι πίσω από το Φρούριο των Τρικάλων, (36882, 39840). Το παλιό και καλό τουριστικό περίπτερο βρίσκεται σε κατάφυτο πευκόφυτο περιβάλλον με πολύ δροσιά το καλοκαίρι, «Ψαροκατάσταση», Περσεφόνης 2 πίσω από τα δικαστήρια, (36767). Γνήσια ψαροταβέρνα - ουζερί με  έμφαση στα φρέσκα ψάρια που φέρνει ο ιδιοκτήτης από τον Βόλο, «Κατώγι», Καραϊσκάκη 58 στα ‘’Μανάβικα’’ πίσω από τον ΟΤΕ, (20150). Ταβέρνα που στεγάζεται σε αναστηλωμένο ψηλοτάβανο κτήριο του 1900, «Τα Τρία Δέντρα», Ασκληπιού 48, (28387). Χρόνια τώρα το ταβερνείο – ουζερί διαθέτει αγαπημένα σπιτικά μαγειρευτά, φρέσκο ψάρι και μεγάλη ποικιλία μεζέδων, «το Λαδοφάναρο», Υψηλάντου και Κάνιγκος στα ‘’Μανάβικα’’ πίσω από τον ΟΤΕ, (74610). Κλασική ταβέρνα με μεγάλη ποικιλία καλομαγειρεμένων μεζέδων (60 – 70 διαφορετικά πιάτα), «Ίανθος», Υψηλάντου 19 στα ‘’Μανάβικα’’ πίσω από τον ΟΤΕ, (73359). Ταβέρνα που περηφανεύεται για το αγνό παρθένο λάδι που χρησιμοποιεί. Οι μεζέδες που προτείνει είναι εκλεκτοί και νόστιμοι με έμφαση στα μαγειρευτά, χωρίς να λείπουν και της σχάρας. www.taverna-ianthos.gr «Το Χάνι», Πύλης 2  κοντά στον σταθμό του τραίνου, (28502). Πραγματικό Χάνι του 1918 με υπόγειο κελάρι και κάβα. Αναπαλαιώθηκε το 1988 και λειτουργεί ως παραδοσιακή ταβέρνα με έμφαση στην τοπική κουζίνα και τα μεζεδάκια, e - mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Τρικκαίων Ασκληπιού 18, 63200, 35950, fax: 35956, www.trikalasity.gr  Α΄ Βοήθειες: Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων:23652, Αστυνομία: 3013, Τροχαία 2431063033.

ΧΡΗΣΙΜΑ: Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Τρικκαίων / Πνευματικό Κέντρο: Γαριβάλδη 8, 76613, 71620, fax: 79083, e-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. , Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού Εταιρίας Κλιάφα:Ομήρου και Θεμιστοκλέους 12, 27313, fax: 79101, www.kliafa.gr, Πάρκο και Μύλος Ματσόπουλου, 20000, Συνεργεία - Βουλκανιζατέρ: auto Γιαγιάκος Κώστας, Καρδίτσης 90, 31220, Δημάκης Δημήτρης, Δέλτα Λαρίσης, 22461, moto ‘‘Nissan - Σιώκης’’, Λάζαρος Αμπατζίδης 35045.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ: Από Ε.Ο. Αθηνών – Λαμίας (Ε-75) έως Λαμία, μετά μέσω Δομοκού φτάνετε Καρδίτσα και Τρίκαλα (Ε-65). Σύνολο 328 χλμ. Από Θεσσαλονίκη (Ε-75) έως Λάρισα όπου στην έξοδο Γ, θα στρίψετε δεξιά. Οδηγήστε στην παράκαμψη της πόλης μέχρι να βγείτε στον κεντρικό (Ε-92) Λαρίσης – Τρικάλων, που οδηγεί στα Τρίκαλα, σύνολο 222 χλμ.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Όλες οι εταιρείες.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΜΟ.ΛΕ.Τ (Μοτοσυκλετιστική Λέσχη Τρικάλων) Πελέκειο κτήριο / πλατεία Δεσποτικού, www.molet.4t.com 72424, ΜΟ.ΛΕ.Κ Καλαμπάκας Δημ Τερτίπου 22, 22447, Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων, 2434071826.

 ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (9849 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΦΛΩΡΙΝΑ – ΚΑΛΗ ΒΡΥΣΗ – ΔΙΠΟΤΑΜΙΑ – ΜΕΣΟΒΡΑΧΟΣ

ΧΙΟΝΑΤΟ – ΚΟΜΝΗΝΑΔΕΣ ΚΡΥΣΤΑΛΟΠΗΓΗ

(Γράμμος 7η εργασία από 8) 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2007

Οι Ακρίτες του Γράμμου - Τα προσφυγοχώρια 

Ένα μπουκέτο ελκυστικών χωριών δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πάνω σ’ ένα πολυσύχναστο σταυροδρόμι των Βαλκανίων μας αποκαλύπτεται, σ’ αυτό το οδοιπορικό. Κατά το πλείστον άγνωστοι ακρίτες, φυλάνε με ευλάβεια ήθη ξεχασμένα έθιμα και παραδόσεις, σ’ ένα πραγματικά αξιόλογο φυσικό περιβάλλον που ξετυλίγεται  σαν ζωγραφιά, εμπρός στα μάτια σας.  

Από εδώ ανοίγονται δεκάδες διαδρομές στα αμόλυντα, σχετικά αδιατάρακτα από ανθρώπινες δραστηριότητες, πυκνόφυτα δάση. Είναι τόσο πλούσια σε εικόνες αυτή η εσχατιά της Ελλάδας, που μόνο να τις ανακαλέσετε στη μνήμη σας θα ενθουσιάζεστε, λαχταρώντας κι’ επιδοκιμάζοντας κάθε σκέψη για επανάληψη της επίσκεψης.    

Γεωγραφικό τους όριο είναι ο ολόδροσος Άνω Αλιάκμονας ενώ γειτονεύουν με τα περίφημα ιστορικά Γραμμοχώρια που ήδη περιηγηθήκαμε, (Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 198 – 226). Ο χώρος είναι γνωστός, η κεντρική διασταύρωση για την Καλή Βρύση στο ύψος του Μονόπυλου που αφήσαμε πίσω μας στο περασμένο ταξίδι, ώστε να γνωρίσουμε τα παραποτάμια Δημ. διαμερίσματα Γιαννοχώρι και Λιβαδοτόπι. Οδηγώντας σ’ αυτόν το δρόμο κατευθύνεστε στην πρώτη έξοδο απο τα δυσπρόσιτα ορεινά του Γράμμου, μέσω μιας καθαρά δασικής διαδρομής προς τα χωριά Καλή Βρύση, Διποταμία, Χιονάτο, Κομνηνάδες. Ο τόπος καταπράσινος και βραχώδης με διάσπαρτες αμιγείς η μικτές συστάδες δασικών δέντρων Μαύρης Πεύκης, Ελάτης, Δρυός δημιουργεί μια εξαίρετη αίσθηση καθαρότητας ενώ, όπως όλος ο Γράμμος θεωρείται σημαντική περιοχή για τα πουλιά.  

Από το Μονόπυλο μέχρι τη Κρυσταλοπηγή κινήστε στα χνάρια της γενικής απαγκίστρωσης του κύριου όγκου του Δημοκρατικού στρατού από την περιοχή του Γράμμου που έγινε κυριολεκτικά κάτω απ’ τη μύτη του κυβερνητικού στρατού που κρατούσε γερά τη στενή δίοδο ανάμεσα απ’ τα υψώματα Χελώνα και Αλεβίτσα. Σε αυτόν το δρόμο, μονοπάτι τότε, έγινε ο ιστορικός ελιγμός που τον οδήγησε μέσω χαράδρας Κρυσταλλοπηγής, στο Βίτσι (βλ. Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 212). Σύντομα μάλιστα (+/- 7,00 χλμ.), φτάνετε στην διασταύρωση (δστ. στο εξής) που δεξιά θα σας οδηγήσει στην «Αλεβίτσα».  

Στα πρώτα 150 μ. υπάρχει δστ. που βγάζει κατ’ ευθείαν στο Γιαννοχώρι από ένα κατηφορικό, χορταριασμένο και καταπράσινο απ’ τη βλάστηση μονοπάτι. Η συνέχεια προς την κορφή περνά από την περίφημη, ερειπωμένη στις μέρες μας «διμοιρία» που επανδρώνονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της επίθεσης των Ιταλών, βιώνοντας κάποιες, απ’ τις πολλές δραματικές εξελίξεις του πολέμου, αργότερα του οδυνηρού εμφυλίου, μέχρι το 1976, που οι εγκαταστάσεις εγκαταλείφθηκαν τελείως.  

Δίπλα απ’ τη διμοιρία αψευδείς μάρτυρες παραμένουν τα βοηθητικά κτήρια – στάβλοι για τα μουλάρια, ίσως το μεγαλύτερο ‘’όπλο’’ μας στην εποποιία 1940 – 1941. «Το 1940 τον Αύγουστο επιστρατεύτηκα πάλι με το λόχο πολυβόλων. Στα σύνορα, στην Αλεβίτσα που ήμουν μας βρήκε ο πόλεμος. Εκεί για είκοσι με τριάντα μέρες..(..).. ανοίξαμε ένα δρόμο που έβγαινε στα καλύβια Ζέλεγκραντ, δίπλα από την Αλεβίτσα, και στο χωριό Καλή βρύση. Στις 27 Οκτωβρίου μια ομάδα από 7-8 παιδιά αποφασίσαμε να πάμε στο Χιονάτο, όπου ήταν το 2ο τάγμα του 27ου Συντάγματος..(..)..που είχαμε πολλούς πατριώτες. Εκεί σφάξαμε και ψήσαμε ένα μεγάλο κριάρι. Πάνω στο γλέντι ένα ιταλικό αεροπλάνο πέρασε τα σύνορα..(..)…Επειδή είχε ξαναγίνει και την προηγούμενη χρόνια, το 1939 που είχαμε πάλι επιστρατευτεί..(..).. και αμέσως μετά απολυθήκαμε..(..).. το πήραμε ως καλό οιωνό. Σχεδόν μεθυσμένοι και κατακουρασμένοι γυρίσαμε αργά το βράδυ στη μονάδα μας. Τη νύχτα, [28η πλέον] κατά τις 3, άκουσα μπουμπουνητά και κρότους από κανόνια..(..).. δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν(1)». Είχε εκδηλωθεί η κύρια επίθεση των Ιταλών στο πεδίο της Ηπείρου ενώ την ίδια μέρα τα φυλάκια της Χελώνας, και της Αλεβίτσας καταλήφθηκαν απ’ τους Ιταλούς. Αργότερα, με μια αιφνιδιαστική αντεπίθεση η Αλεβίτσα πέρασε πάλι στα χέρια των Ελλήνων, την ίδια στιγμή που δόθηκε διαταγή να εκκενωθούν τα χωριά.  

Στις μέρες μας, απο τα ερείπια της ‘’διμοιρίας’’ ο παλιός, θρυλικός δρόμος συνεχίζει ανατολικά προς τις τοποθεσίες «Βόλια», «Τσούτζα» γυρνάει βόρεια μέχρι το Μεσόβραχο ή μέσω Αμμούδας (1546 μ. υψ.) – Λυκόρραχης (1180 μ. υψ.) συνεχίζει ανατολικά σε μια ωραία πορεία περισσότερο γνωστή στους οδοιπόρους που καταλήγει στο Νεστόριο. Πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι που άνοιξαν τότε οι φαντάροι. Αριστερά πιο πάνω, ο ανηφορικός κακοτράχαλος δρόμος σταματάει. Βρίσκεστε στην ιστορική Αλεβίτσα (1585 μ. υψ.) με τη θέα ν’ απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, μια πραγματική πανδαισία κορυφών και χρωμάτων από τις διαφορετικές συστάδες δέντρων. Με καλό καιρό αντικρίζετε ακόμα κι’ ένα μικρό τμήμα της λίμνης Καστοριάς. Στον χώρο υπάρχει το πετρόχτιστο φυλάκιο – παρατηρητήριο ενώ πιο κάτω, στην μεγάλη, πλατειά βραχώδη έξαρση βρίσκονται ερειπωμένα και πληγωμένα τα πολυβολεία με τις εισόδους τους να χάσκουν. Μπορείτε να μπείτε μέσα, στους στενούς θαλάμους αντικρίζοντας τα μνημεία των πολέμων από κοντά.  

Απέναντί σας, δυτικά, η «Χελώνα» (1428 μ. υψ.), μια κορφή που πλάι της [θέση Γκίνκοβα] βρισκόταν το 29ο συνοριακό φυλάκιο Γιαννοχωρίου «Νικόλαος Μπέλλος» που πρώτο(2) αυτό στη συνοριακή γραμμή Καστοριάς, δέχθηκε κάποιες βολές του ιταλικού πυροβολικού το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η Αλεβίτσα δεν γλίτωσε της επίθεσης, ενώ ένα βλήμα απ’ τα πολλά γκρέμισε το εκκλησάκι του Αγίου Αχχιλείου (αρχιεπισκόπου Λαρίσης), που υπήρχε χτισμένο από τον Γκίνη(3) κάτοικο Καλής Βρύσης. Στη θέση του φτιάχτηκε απ’ τους φαντάρους μικρό εικονοστάσι που κάθε 15η Μαίου το γιορτάζουν οι Καληβρυσιώτες. Πρόθεση του Δήμου Ακριτών είναι να φτιάξει εδώ παρατηρητήριο - χώρο αναψυχής – καταφύγιο που σε συνδυασμό με την σήμανση των μονοπατιών, την ασφαλτόστρωση του χωματόδρομου Καλή Βρύση – Μονόπυλο – Τρίλοφο, (δημοπρατείται το 2007) θα συμβάλουν στην ανάπτυξη του τόπου και την ευκολότερη πρόσβαση επισκεπτών. 

Η διαδρομή συνεχίζει από τον κεντρικό, περνά σύρριζα την αφύλακτη κι’ απ’ τις δύο πλευρές συνοριακή γραμμή, ενώ οι συστάδες οξιάς επικρατούν πλέον. Κάποια στιγμή, ανάμεσά τους, σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα φαίνεται σε πρώτο πλάνο μια όμορφη λίμνη – δεξαμενή, για πότισμα, γεμάτη νερό που πηγάζει απ’ την Αλεβίτσα, και στο βάθος το αλβανικό χωριό Βιντέχοβα ή Βιντόβα. +/- Έντεκα χλμ. απ’ το Μονόπυλο (4,4 από δστ. Αλεβίτσας) μπαίνετε στο Δημ. Διαμέρισμα Καλής Βρύσης (πριν το 1928 Καλέβιστα(4), Καλύβια ή Καλυβίστα(5) στα 1185 μ υψ.), τον πρώτο οικισμό του Δήμου Ακριτών.  

Σε τίποτα δεν θυμίζει το άλλοτε ακμαίο Γραμμοχώρι, με τους τέσσερις μαχαλάδες – συνοικίες, τα σχολεία (δημοτικό – νηπιαγωγείο) τα εργαστήρια, τα καφενεία – παντοπωλεία, τα ραφεία της. Το ιστορικό παρελθόν της φαίνεται να ξεκινά μετά την οθωμανική κατάκτηση με τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα. Οι πρώτες καλύβες των βοσκών με την πάροδο του χρόνου θα γίνουν πέτρινες κατοικίες που αργότερα απλώνονται σε όλη την έκταση. Η Καλέβιστα στα μέσα του 19ου αι. ήταν χτισμένη σε κεντρική γεωγραφική θέση πάνω σε ένα εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών. Επικοινωνούσε και είχε συναλλαγές, παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που παρουσίαζε το έντονο ανάγλυφο του εδάφους με όλες τις κοινότητες της περιφέρειας, κύρια όμως με τα Γραμμοχώρια του Άνω Αλιάκμονα που σήμερα ανήκουν στο Δήμο Νεστορίου. Θεωρείτο ως βάση για όλα τα υπόλοιπα, ήταν άλλωστε το εκλογικό τους κέντρο ενώ υπήρχε σταθμός χωροφυλακής, τελωνείο, πολλά καταστήματα – ξυλουργικά εργαστήρια με εμπειροτέχνες μαστόρους δεκάδων ειδικοτήτων(6)

Οι Καλεβιστινοί ήταν ονομαστοί οικοδόμοι – χτίστες, μάστορες της πέτρας – λιθοξόοι, χωρίς να λείπουν οι ασβεστάδες, πριονάδες, κεραμοποιοί. Μέσα από την ανάπτυξη αυτών των τόσο σημαντικών για την εποχή εξειδικευμένων τεχνικών έγιναν περιζήτητοι, συμβάλλοντας καθοριστικά στον ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό. Εκτός των εργασιών που έκαναν στην Καλή Βρύση ή τα γύρω χωριά, τα μαστορικά μπουλούκια τους εργάζονταν στην Αλβανία (Κορυτσά), Καστοριά, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Αθήνα ακόμα και στο εξωτερικό. Επιγραφές(7) έργων τους, της δεκαετίας του 1950, είναι ανηρτημένες στο ‘’σπίτι του κόμματος’’, στο δημοτικό σχολείο στο χωριό Μπελογίαννης της Ουγγαρίας, ενώ οι γεροντότεροι κάτοικοι θυμούνται συνεργεία ντόπιων να εργάζονται στην συντήρηση του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης το 1917. Τα δρομολόγια τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί μέσω των ξένων επιρροών, που φέρνουν απ’ όπου ταξιδεύουν, εξελίσσεται η ντόπια τεχνική, φτιάχνονται μεγαλύτερες κατοικίες και δημόσια κτήρια.  

Οι αρχές του 20ου αι. σηματοδοτούνται παντού από την επίσημη έναρξη του πολυετούς εθνικού αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας με συμμετοχή όλων των δυναμικών, με ελληνική(8) συνείδηση κοινοτήτων της περιοχής. Η οθωμανική κυριαρχία παραπαίει ενώ ταυτόχρονα η αιματηρή, πολύχρονη διαμάχη ανάμεσα στην ελληνική και βουλγαρική παράταξη συνεχίζεται για το ποιος θα προσαρτήσει τα νέα εδάφη της. Στις 11 Νοεμβρίου 1912, στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο, ιλαρχία του Α’ συντάγματος ιππικού του Ελληνικού στρατού, απελευθέρωσε την Καστοριά από τη μακραίωνη οθωμανική κατάκτηση 526 χρόνων (1386 – 1912).  

Στις 7 Δεκεμβρίου μπαίνουν θριαμβευτές την Κορυτσά φέρνοντας την ελπίδα της ελευθερίας σε όλα τα Γραμμοχώρια, που εκείνη την εποχή την είχαν σημείο αναφοράς. Η εκκαθάριση απ’ όλα τα στοιχεία που τρομοκρατούσαν ή λεηλατούσαν δεν ολοκληρώθηκε, με αποτέλεσμα η περιοχή να παραμένει υπό μερικό έλεγχο του λοχαγού Σαλή Μπούτκα, με έδρα την Ερσέκα. Στις 2 ή 3 Δεκεμβρίου 1912 επιτέθηκε κατά του Γιαννοχωρίου, τότε, πολλοί Καλεβιστινοί πρόστρεξαν να τους βοηθήσουν. Όμως η δύναμη των αντιπάλων όχι μόνο τους απώθησε, αλλά εστράφη κατά της Καλής Βρύσης με αποτέλεσμα την πλήρη λεηλασία του πολυάνθρωπου(9) χωριού, το κάψιμο τριανταπέντε(10) από τα 85 – 90 σπίτια. Εκείνες τις μέρες όλοι οι κάτοικοι έφυγαν και φιλοξενήθηκαν στο Ρέβανι (Διποταμία) από τους Τούρκους. Την επόμενη μέρα, έφτασε το ιππικό του Α’ συντάγματος στα υψώματα των Κομνηνάδων ειδοποιήθηκε ο εισβολέας Σαλή Μπούτκας ο οποίος εγκατέλειψε την περιοχή(10α). 

Στις μέρες μας, έχοντας συνηθίσει να κοιτάμε τα ένδοξα, ξεχασμένα ερείπια της ορεινής μέσα πατρίδας, τα πλάνα του περιηγητή γεμίζουν από εγκατάλειψη ενώ η ψυχή από παράξενα συναισθήματα. Όπως τα υπόλοιπα χωριά, μετά τον εμφύλιο ήταν απαγορευμένη ζώνη δεν επιτρεπόταν η προσέγγιση ενώ οι περιουσίες όσων έφυγαν, δεσμεύθηκαν(11) από το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία, αργά στην αρχή, γρήγορα και σταθερά σε λίγα χρόνια, να λεηλατηθούν, να ξεθεμελιωθούν τα πάντα και με τις πέτρες να χτίσουν αλλού νέα σπίτια, τεχνικά έργα, υπονόμους κ.ά ερημώνοντας κυριολεκτικά μια ολόκληρη περιοχή. Έμειναν όμως τα οικόπεδα. Πάνω σ’ αυτά, με το πείσμα, τη θέληση των Καληβρυσιωτών άρχισε να χτίζεται, μόλις το 1986, ένα νέο χωριό που σήμερα (2007) αριθμεί 23 σπίτια.  

Όπως έρχεστε από Μονόπυλο – Αλεβίτσα, βλέπετε τα πρώτα από αυτά ενώ φτάνετε κατ’ ευθείαν στην πλατεία, ένα μεγάλο πλάτωμα με νεώτερη κρήνη, πεζούλες για ξεκούραση και στέγαστρο. Απέναντί σας, το επιβλητικό μεγάλο διώροφο κτήριο ήταν το παλιό νηπιαγωγείο - δημοτικό σχολείο, ενώ σήμερα στεγάζει τον Ξενώνα ‘’η Αλεβίτσα’’ που σε οκτώ δωμάτια μπορεί να φιλοξενήσει 18 άτομα. Για την αναστήλωση αυτής της παλιάς οικοδομής μας δίνει πληροφορίες η μαρμάρινη εντοιχισμένη σκαλιστή επιγραφή. Σύμφωνα με αυτήν ο ξενώνας χτίστηκε «τον Αύγουστο του 1975 από τον σύλλογο Καληβρυσιωτών Η Αλεβίτσα». Ακριβώς πίσω του, βρίσκεται ο Άγιος Δημήτριος ένα από τα λίγα μνημεία του χώρου που δεν καταστράφηκε, ενώ μέχρι τις μέρες του πολέμου λειτουργούσε ο ιερέας Ιωάννης Κωτσόπουλος σε μια εποχή που το χωριό είχε«77 οικογένειες» (12). Η κεντρική του είσοδος έχει περίτεχνη λιθανάγλυφη διακόσμηση ιχθύων που φανερώνουν άξιους μαστόρους, ενώ στη νότια, μεταξύ των άλλων αποτρεπτικών και θρησκευτικών συμβόλων υπάρχει η ημερομηνία περάτωσης του έργου, 1867 

Μέσα στην εξ’ ολοκλήρου λιθόχτιστη εκκλησία σώζεται το βαρύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο και οι εικόνες του. Στην άκρη της ανατολικής εξόδου του χωριού είναι χτισμένος πρόσφατα ο ναΐσκος του Αγίου Αθανασίου πάνω στα θεμέλια του παλιού (1920). Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Τσαμίσης(13) γνωρίζουμε ότι ανεγέρθη στα ερείπια προϋπάρχουσας μεγάλης εκκλησίας (1842) από την οποία αγνοείται η τύχη τριών μεγάλων εικόνων, πολλών μικρότερων κι’ ενός ευαγγελίου του 1801. Το ζητούμενο από το 1986 που κατασκευάστηκαν οι τρεις πρώτες κατοικίες, μεταξύ αυτών του Αχιλλέα Ιω. Παπαϊωάννου(14) πρώην ταξίαρχου του Δ.Σ.Ε., πολυγραφότατου συγγραφέα, πρώτου εκδότη της τοπικής εφημερίδας «η Αλεβίτσα», ήταν η βελτίωση της πρόσβασης, η ηλεκτροδότηση και οι τηλεπικοινωνίες. Αρωγός στις προσπάθειες της ολοκλήρωσης των έργων στην περιοχή ώστε να επιστέψουν οι κάτοικοι στάθηκε, ήδη από το 1996, ο διατελέσας υπουργός Μακεδονίας – Θράκης, κ. Φίλιππος Πετσάλνικος που με ενέργειές του πραγματοποιήθηκαν πολλά αιτήματα. 

Φεύγοντας απ’ την Καλή Βρύση ο τόπος ξανοίγει, αραιώνει από την πυκνόφυλλη βλάστηση της Αλεβίτσας. Σας υποδέχονται πλέον εύφορες εκτάσεις, καλλιεργημένα χωραφάκια, μια θαυμάσια ρεματιά με τρεχούμενα νερά και χιλιάδες πουλιά που μεταφέρουν τους ήχους μιας πανέμορφης, ονειρεμένα ήρεμης φύσης. Το φυσικό περιβάλλον δεν μοιάζει με τον δασύφυτο Γράμμο, όμως η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης που έρχεται απ’ εκεί επηρεάζεται άμεσα. Σε τρία πολύ εύκολα χλμ. θα βρεθείτε στη Διποταμία (πριν το 1928 Ρέβανη στα 960 μ. υψ.) έδρα του Δήμου Ακριτών, το μεγαλύτερο της περιοχής με 624 κατοίκους (’01). 

Εδώ οι πληγές των πολέμων στάθηκε δυνατόν να επουλωθούν γρηγορότερα απ’ αλλού πιθανά λόγω της μικρής απόστασης από τη Καστοριά (33 χλμ.). Σήμερα, όπως συμβαίνει επίσης στα γειτονικά χωριά ή τους συνοικισμούς, η πληθυσμιακή ανέλιξη είναι αδιάψευστο γεγονός. Κριτήριο σ’ αυτές τις διαπιστώσεις αποτελεί ο παιδικός σταθμός το νηπιαγωγείο, το δημοτικό σχολείο με τα 44 παιδιά που φοιτούν σ’ αυτά. Όσα μένουν στα γειτονικά Δημ. διαμερίσματα περνάει λεωφορείο κάθε πρωί και τα φέρνει στο σχολείο. Ο κόσμος μένει πια στα χωριά, τα οποία αναπτύσσονται αργά αλλά σταθερά. Η δημοτική επιχείρηση επεξεργασίας – συσκευασίας φυλλοχώματος που λειτουργεί, απασχολεί κόσμο αλλά σίγουρα δεν φτάνει. Χρειάζονται κι’ άλλα.  

Τώρα πρέπει η Διοίκηση να προστρέξει σε βοήθεια, να σταθεί αρωγός με τη γνώση της, και με τη δύναμή της να δώσει ώθηση, προοπτικές σ’ αυτούς τους παραμελημένους Ακρίτες. Αυτά τα ξεχωριστά τοπία κι’ οι οικισμοί, στις βόρειες παρυφές  του Γράμμου έχουν υπέρ τους την εύκολη πρόσβαση, προσφέροντας ταυτόχρονα πολλές δυνατότητες προσέλκυσης περιηγητών και άλλων ομάδων, (ορειβάτες, αναρριχητές, παρατηρητές πουλιών), που με τις ήπιες δραστηριότητες που ασκούν μπορούν να φτιάξουν έναν αξιόλογο προορισμό. Γιαυτό θα πρέπει όλο αυτό το οικοσύστημα να προστατευτεί, να κρατήσει το τοπικό παραδοσιακό του χρώμα ώστε να μην φτάσουμε πάλι ν’ αντικρίζουμε τα ψεύτικα, θλιβερά σκηνικά που αποτελούν δήθεν την ‘’αναπτυξιακή’’ τουριστική προοπτική. 

Στον πυκνοχτισμένο οικισμό, σας καλοδέχεται η όμορφη, καταπράσινη και λουλουδιασμένη πλατεία «ιερέα Ιωάννη Τοτονίδη» εις μνήμην του παπα - Γιάννη απ’ την Κλησιά(15)  της Σινώπης που χάθηκε τα χρόνια του εμφυλίου. Είχε χειροτονηθεί μαζί με τον παπα – Δημήτρη Τσολίδη τον Φεβρουάριο του 1926, τέσσερα μόλις χρόνια απ’ τη Μικρασιατική καταστροφή, και λειτουργούσαν στη νεόχτιστη τότε Κοίμηση της Θεοτόκου (1925). Βρέθηκαν εδώ με τους χιλιάδες(16) μετοικήσαντες Έλληνες, στην ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδος – Τουρκίας.  Είναι γνωστό ότι η εγκατάσταση των κατοίκων του Πόντου στον ελλαδικό χώρο άρχισε από τα μέσα περίπου της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αι., όταν η κατάσταση στο οθωμανικό κράτος απορυθμίζεται τελείως και οι επιθέσεις των Νεότουρκων κατά των μειονοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων) είναι καθημερινές. 

Ο μεγαλύτερος αριθμός Ποντίων (300 - 400(17) χιλιάδες άτομα) εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920. Σε όλα τα γύρω χωριά(19) κατοικούν Πόντιοι στην καταγωγή, κυρίως από την κοσμοπολίτικη παραθαλάσσια Σινώπη(18), πατρίδα του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, την πρώτη αποικία των Ελλήνων στον Πόντο ήδη από τον 8ο αιώνα, και την Ορντού(20) (Κοττύωρα), αποικία της Σινώπης και μεγάλο εμπορικό λιμάνι. Υπήρχαν κι’ άλλοι, απ’ τα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας που σε αντίθεση με την τουρκόφωνη πλειοψηφία, αυτοί μιλούσαν μια παραλλαγή της τσακωνικής(21) διαλέκτου, τα λεγόμενα τσακώνικα της Προποντίδας.  

Τριγύρω απ’ την πλατεία βρίσκονται μικρά καταστήματα και η μεγάλη παιδική χαρά για τα πιτσιρίκια του χωριού ή τα δικά σας. Οι περισσότερες κατοικίες είναι καινούργιες, χωρίς να λείπουν οι παλιότερες πετρόχτιστες με μικρές ισόγειες αποθήκες για τα γεωργικά μηχανήματα ή τα ξύλα για τη βαρυχειμωνιά που εδώ δεν αστειεύεται καθόλου. Περπατώντας θα δείτε κάποια παλιά στοιχεία του χωριού όπως διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, θαυμάσια χτισμένους πέτρινους μαντρότοιχους, μερικοί σκέτη ξερολιθιά, που ξεχωρίζουν τις ιδιοκτησίες κι’ ανάμεσά τους, μικροί κήποι με λαχανικά και πολλά, πάρα πολλά λουλούδια. Απέναντι από την μεγάλη εκκλησία της Κοίμησης είναι το καφενείο – ουζερί – ψησταριά του Σάββα, σπεσιαλίστα στα ψητά, στις τηγανιές ή τα τοπικής έμπνευσης μεζεδάκια για το τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο, ιδανικό στέκι για συνάντηση της παρέας. 

Ένα αξιόλογο έργο ολοκληρώνεται στις μέρες μας, χρήσιμο στους επισκέπτες που θέλουν να γνωρίσουν περισσότερα για τον τόπο, τον ξεχασμένο λαϊκό πολιτισμό, διακρίνοντας συνάμα την κουλτούρα των κατοίκων, το λαογραφικό μουσείο. Στις προθήκες του θα δείτε αρκετά χρηστικά μικροαντικείμενα, τα καθημερινά εργαλεία του χωραφιού και των επαγγελμάτων της εποχής, παλιές φωτογραφίες που ‘’διηγούνται’’ την ιστορία και τις ασχολίες της περιοχής. Θα στεγαστεί στο παλιό κέντρο νεότητας γνωστότερο σαν «Σπίτι του Παιδιού», ένα κτήριο της πάλαι βασιλικής πρόνοιας που με την παρουσία του καταγράφει το πιο δύσπεπτο κομμάτι της πολυσυζητημένης ιστορίας του τόπου(22). Αυτό του παιδομαζώματος, που απ’ την αρχή μέχρι το τέλος για άλλους ‘’έσωσε’’ για άλλους ‘’απήγαγε’’ παιδιά, που βρέθηκαν ξαφνικά «στη δίνη ενός πολιτικού παιγνιδιού, το οποίο καθόρισε τη ζωή τους»(23). 

Η Διποταμία γειτονεύει με τον ορεινό χώρο του Γράμμου αποτελώντας μια από τις φυσικές εισόδους σ’ αυτόν. Μια πολύ ωραία διαδρομή με ωραία άποψη αυτής της περιοχής θα έχετε αν οδηγήσετε προς τον Μεσόβραχο (πριν το 1928 Ζέλεγραδ στα 1090 μ. υψ.), σχεδόν δίπλα της. Ανεβαίνοντας προς το χωριό η θέα προς τους απαλούς λόφους, τις γύρω κορφές και τα χορταριασμένα λιβαδάκια - βοσκοτόπια όσο πάει μεγαλώνει, και πανοραμικά πλέον αντικρίζετε όλο τον τόπο. Η αραιή η βλάστηση κυριαρχεί μέχρι να κατηφορίσετε προς την είσοδο του συνοικισμού, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το παράξενο καμπαναριό.  Στα γύρω υψώματα αναβλύζουν δεκάδες πηγές πλουτίζοντας τον υδροφόρο ορίζοντα ευεργετώντας τη φύση, τα πανύψηλα δέντρα, τα ζώα και τους ανθρώπους που καλλιεργούν τα χωράφια. Μια απ’ αυτές, λίγο πιο κάτω απ’ την εκκλησία, βγάζει θειούχο ιαματικό νερό που χρησιμοποιείται απ’ τους κατοίκους για θεραπεία χρόνιων παθήσεων. Μικρό χωριουδάκι μόλις 42 κατοίκων που ξεκαλοκαιριάζουν εδώ, διασώζει όμως κάποιες παλιές οικοδομές με μεγάλες αυλές κατάφυτες με λουλούδια. Οι πανταχού παρόντες γερμανοί καταχτητές, έφτασαν κι’ εδώ, χωρίς να προκαλέσουν ζημιές ή να κάψουν το χωριό όπως έγινε σχεδόν παντού.  

Αυτός είναι ο λόγος που πολλά σπίτια σώθηκαν, μας είπε ένας νοικοκύρης, ο Αγησίλαος Χαντζαρίδης, που έχει μια πολύ ωραία διατηρημένη δίπατη κατοικία, και μας προσκάλεσε στον μεγάλο του κήπο για καφέ. Ο κατάφυτος πλέον δρόμος συνεχίζει, αν έχετε χρόνο συνεχίστε τη διαδρομή προς το ρέμα, έξω απ’ το χωριό, ανηφορίζοντας προς τις πλαγιές της Αμμούδας (1546 μ. υψ.). Εκεί διασταυρώνεται με αυτόν που έρχεται απ’ το Νεστόριο. Εσείς να πάτε δεξιά για να ολοκληρώσετε το ημικύκλιο, καταλήγοντας στην διμοιρία (+/- 5 χλμ) και στη συνέχεια να βγείτε πάλι στον κεντρικό για Μονόπυλο (αριστερά) ή Καλή Βρύση (δεξιά). 

Περίπου στην ίδια απόσταση όπως ο Μεσόβραχος (3 χλμ. από Διποταμία), βρίσκεται το Χιονάτο (πριν το 1928 Γκίρλιανη(24) και Γκέρλιανη(25) στα 960 μ. υψ.). Η έκταση που σας χωρίζει απ’ το χωριό γίνεται ένα σπάνιο μάθημα πατριδογνωσίας. Όταν πρωτοήρθαν οι μικρασιάτες εδώ, βρήκαν τόπους δύσκολους, κακοτράχαλους, με κόπο απέδιδαν τα προς το ζην και συνάμα δεν είχαν την παραμικρή σχέση μ’ αυτούς που άφησαν. Πολλοί ήταν αγρότες, οι περισσότεροι όμως είχαν επαγγελματική ενασχόληση με την αλιεία, γνώριζαν καλά τη δουλεία στο ανοιχτό πέλαγο του Εύξεινου Πόντου, της Μαύρης Θάλασσας.  

Οι δυσχέρειες της προσαρμογής ξεπεράστηκαν γρήγορα με την εργατικότητα και το πείσμα των προσφύγων. Αργά – αργά, με ασίγαστο πάθος όλες οι εκτάσεις μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμη, γόνιμη γη δημιουργώντας το μοναδικό στα ελληνικά χρονικά ‘’έπος της ανόρθωσης(26). Σ’ αυτά τα τρία χλμ. που σας χωρίζουν απ’ το Χιονάτο αλλά και σ’ όλη τη διαδρομή που προτείνουμε, θ’ αντικρίσετε ένα σπάνιο ανθρωπογενές περιβάλλον εκατονταετιών, φροντισμένο με έγνοια κι’ αληθινή αγάπη για τον συνάνθρωπο. Η επιμέλεια, η αδιάκοπη μέριμνα και πάνω απ’ όλα ο σεβασμός για τη γη έθρεψε γενιές και γενιές, κι’ ακόμα στέκει μέχρι τις μέρες μας αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου, κι’ ας καλλιεργείται λιγότερο ή καθόλου. Πραγματικά, αν ξέρεις να διαβάζεις τη φύση και τον κόπο των προηγούμενων ή ακόμα των σημερινών γενεών που παράγουν ποιοτικό στάρι, ο χρυσός της γης, και τριφύλλι, χώρια τους υπέροχους δροσερούς κήπους που η κάθε οικογένεια βάζει τα λαχανικά της με τον σπάνιο πια, ντόπιο σπόρο, είναι συνταρακτικό το πόσο θα σας λείψουν αυτά τα τοπία στο τέλος του ταξιδιού. 

Το Χιονάτο, ένα γαλήνιο Δημ. διαμέρισμα σήμερα, δεν είναι μακριά η εποχή που η πλειοψηφία των κατοίκων είχε μόνιμη επαγγελματική ενασχόληση με την επεξεργασία και το ράψιμο γούνας. Το εμπόρευμα προωθούνταν στην αγορά της Καστοριάς για πώληση κι’ οι δουλειές πήγαιναν καλά. Όλο το χωριό ζούσε απ’ αυτή την δραστηριότητα, μέχρι το 1992 που οι πωλήσεις άρχισαν να διολισθαίνουν, μέχρι που κατέρρευσαν. Κάποιοι απ’ τους 155 κατοίκους εργάζονται στην Καστοριά και άλλοι ασχολούνται με αγροτικές εργασίες στα λίγα χωραφάκια. Το καφενεδάκι – καφετέρια του Γιώργου στο κέντρο, θα σας εξυπηρετήσει για καφέ, τσιπουράκι ή ψητά της ώρας. Στον ίδιο χώρο μαζεύονται τα δροσερά πρωινά, τα γλυκά καλοκαιρινά απογεύματα οι ντόπιοι αρχίζοντας να λένε ιστορίες απ’ τα παλιά. Ρωτήστε, μπορεί να σας πουν κάποια ενδιαφέροντα πράγματα για το χωριό ή ακόμα, καμιά παράξενη διαδρομή εκεί προς το Νικολέρι και τα Καλύβια της Αμμούδας (πρώην Ζέλεγκραντ). Πάνω στο λόφο, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1922), με πολύ ωραία θέα του τόπου βρίσκεται το παλιό ολοπέτρινο σχολείο που παλιότερα είχε 70 – 80 μαθητές. Σήμερα, αφού ανακαινίστηκε – εξοπλίστηκε στεγάζει τον ευρύχωρο ξενώνα της δημοτικής επιχείρησης του Δήμου Ακριτών. Βολεύει να κοιμηθείτε εδώ, όχι λόγω απόστασης απ’ τη Καστοριά, ούτε επειδή η φύση έχει συμπεριφερθεί με απαράμιλλο ταμπεραμέντο, αλλά γιατί ο μικρός οικισμός στολίζει την περιοχή, ανέγγιχτος όπως είναι απ’ το σύγχρονο τρόπο ζωής.  

Μαζί με τα πιτσιρίκια που παίζουν κρυφτό, θα σας κάνει να αισθανθείτε πραγματικά την έννοια, χωριό. Πρόσθετος λόγος, η γειτονική Διποταμία, η βορειοανατολική πύλη για τον ορεινό χώρο του Γράμμου. Ό,τι είναι για τους επισκέπτες που φτάνουν απ’ το νότο το Επταχώρι ή η Πυρσόγιαννη, το ίδιο είναι το Χιονάτο και η Διποταμία γι’ αυτούς που έρχονται από βορά. Ευκολότερη πρόσβαση στο Γράμμο. Επίσης, σχεδόν μέσα απ’ το Χιονάτο με κατεύθυνση τους Κομνηνάδες, ξεκινά δρόμος για το γειτονικό Νεστόριο,μια πολύ όμορφη διαδρομή που σας φέρνει μέσω των Στενών στην ιστορική κωμόπολη, έδρα του ομώνυμου δήμου. 

Ξεχωριστή παρουσία σ’ αυτή τη συστάδα των ακριτικών οικισμών κατέχουν οι Κομνηνάδες (προ του 1928 Σιάκι στα 920 μ. υψ.), 6,5 χλμ. απ’ το Χιονάτο ή 4 χλμ. από Διποταμία, και μόλις 1300 μ. (20’), από την Αλβανία πολύ κοντά στο αλβανικό χωριό Ποντσάρα. Τους καλοκαιρινούς μήνες έρχονται όλοι οι κάτοικοι (155) ζωντανεύοντας τα σοκάκια του, που διασώζουν κάποιες παλιές πετρόχτιστες κατοικίες με ξυλοδεσιές και λιθόγλυπτα υπέρθυρα. Οι  αυλές με τα μεγάλα περιβόλια και τους ολάνθιστους κήπους δεν λείπουν, την ίδια στιγμή, που όλος ο τόπος αποπνέει ηρεμία σαν να σας προσκαλεί να περιηγηθείτε όσο το δυνατόν περισσότερο.  

Η άπλα της κεντρικής πλατείας, η πεζοπορία μέχρι την εκκλησία και τη καινούργια κρήνη με το δροσερό νερό, δίνει μια αίσθηση χαλάρωσης. Η Γέννηση της Θεοτόκου (1932), είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις θεμελίωσης πάνω σε τζαμί, μια αξιόλογη, εύλογα πιστευτή προφορική μαρτυρία αφού στο Σιάκι,πριν το 1922, κατοικούσαν μουσουλμάνοι. Στη γωνία δίπλα απ’ το περίπτερο, βρίσκεται το μικρό υπερυψωμένο ‘’στέκι της παρέας’’, του Γιάννη, ένα το καφενείο με μεγάλη βεράντα που εξυπηρετεί τους επισκέπτες σε φαγητό ή τσιπουρομεζέδες, σε ελάχιστο χρόνο. Μια πινακίδα δίπλα του, στη γωνία, γράφει: προς «Οχυρά Μεταξά», ελκύοντας τα βλέμματα δίχως να έχει κάποια σχέση ή ομοιότητα με τη φημισμένη σειρά οχυρών κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων.  

Γνωρίζουμε τη σημασία(27) του πεδίου από το Γιαννοχώρι μέχρι την Κρυσταλοπηγή τους πρώτους μήνες του Ελληνοϊταλικού πολέμου, που περιλάμβανε την περίφημη διάβαση Κομνηνάδων. Άλλωστε, στο μνημείο του Δημ. διαμερίσματος η μαρμάρινη σκαλιστή πλάκα το γράφει καθαρά: Βόρειος Ήπειρος - από εδώ πέρασε η γενιά του ‘’1940’’. Πράγματι, απ’ εδώ περνούσαν όχι μόνο οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί του μετώπου της Δ. Μακεδονίας αλλά και η προωθημένη γραμμή άμυνας με βάση το σχέδιο ΙΒα. Η πρώτη τοποθεσία που εξασφάλιζε το εθνικό έδαφος, στη χάραξη Κρυσταλοπηγή – Ιεροπηγή – Κομνηνάδες – Καλή Βρύση – Οτορίτσε – Αγ. Ζαχαρίας. Όλα τα ευαίσθητα σημεία είχαν ενισχυθεί με 28 σιδηροπαγούς σκυροδέματος πολυβολεία, υπήρχαν χαρακώματα κ.λπ. κωλύματα(28), ενώ ο κεντρικός υποτομέας διέθετε το Ι / 53ο τάγμα με έδρα τους Κομνηνάδες. 

Λόγω της πλεονεκτικής του θέσης στην άμυνα, κατασκευάστηκε στην πλαγιά ένα από τα δύο αντιαρματικά πυροβολεία(29) των 37’’, που ανατινάχτηκε αργότερα, στον εμφύλιο, για να του αφαιρεθεί το σίδερο που χρησίμεψε για να φτιαχτούν νέες οχυρώσεις(30) στο Γράμμο. «Στους Κομνηνάδες βρήκαμε μεγάλη κίνηση. Μονάδες ιππικού, μονάδες πυροβολικού, τμήματα υγειονομικού, πολλούς τραυματίες και τους πρώτους αιχμαλώτους, που ήταν αρκετοί. Γενικά, όλος αυτός ο οργασμός ήταν η προετοιμασία για τη μεγάλη εξόρμηση, που θα γινόταν την άλλη μέρα, 15 Νοεμβρίου..(31)». Σε ορισμένες απ’ αυτές τις τοποθεσίες γύρω από το χωριό, σώζονται σε καλή κατάσταση τρεις εγκαταστάσεις πολυβολείων οι οποίες είναι επισκέψιμες, αρκεί να βρείτε κάποιον πρόθυμο ντόπιο. Όσο αφορά το τρίτο, το ανατιναγμένο, φαίνεται απ’ τον δρόμο, στη γυμνή από βλάστηση πλαγιά, όπως φεύγετε ή έρχεστε από Οινόη.  

Στο απέναντι τετράγωνο από το καφενείο, είναι μια πολύ ωραία λιθόχτιστη οικοδομή, με επιγραφή 1880 Μαιος 3, Καθώς το περιεργαζόμαστε πλησίασε η αείμνηστη πλέον, γερόντισσα Συμίρα Γρηγοριάδου και μας είπε την ιστορία του. «Τότε αργούσαν να φτιάξουνε σπίτι αλλά το κάνανε γερό. Αυτό που βλέπετε τόχτισε ο Ηλίας με κρεμμύδι και ψωμί, δεν είχαμε τίποτα άλλο. Ωραίο δεν είναι;». Μας μιλούσε για τον πεθερό της, Ηλία Γρηγοριάδη που ήταν ο εμπειροτέχνης χτίστης του σπιτιού. Γύρω του υπάρχει ακόμα ο μεγάλος κήπος που φύτευαν λαχανικά, χορταριασμένος στις μέρες μας. Στα υπέρθυρα οι σκαλιστές πέτρες εικονίζουν περιστέρια ένα συνηθισμένο θέμα που δημιουργούσαν οι μάστορες της εποχής, ίσως για καλή τύχη, πιθανά για ειρήνη….ποιος ξέρει τι σκεπτόταν, τι επιθυμούσε η κοινωνία τότε, την εποχή των πραγματικών, καθοριστικών για τη συνέχεια αλλαγών τόσο σε πολιτικό όσο σε πολιτιστικό επίπεδο. «Υπήρχαν κι’ εδώ μαστόροι που έχτιζαν, κυρίως στο χωριό», μας είπε αργότερα(32) ο Χαράλαμπος Φυσσέας που τότε δούλευε το μικρό καφενεδάκι, ήταν τρεις: Ευάγγελος Φυσσέας, Καπουργιάς Αβραάμ, Σπυρίδων Τίνγκας.  

Η έκπληξη της περιοχής ακούει στο όνομα Κορφούλα (πριν το 1928 Νοβοσέλο) ένας εξαφανισμένος συνοικισμός σήμερα, μια γεωργικά ανεπτυγμένη περιοχή με 151 κατοίκους(33) το 1940, που δέχθηκε μοιραία πλήγματα την εποχή του εμφυλίου, και εγκαταλείφθηκε. Για να βρεθείτε εκεί οδηγήστε στον φαρδύ χωματόδρομο δίπλα απ’ το καφενεδάκι, στην διεύθυνση που δείχνει η πινακίδα «Οχυρά Μεταξά». Βγαίνετε απ’ το χωριό, αφήνετε αριστερά σας το παλιό δημοτικό σχολείο που τη δεκαετία του 1960 είχε γύρω στους εξήντα μαθητές· δεν θάχετε κάνει 2 χλμ. όταν συναντάτε τη μοναδική δστ. που αριστερά σας οδηγεί στα ίχνη του παλιού συνοικισμού. Σε 2 χλμ. ακόμα, σας υποδέχεται η εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ και ένα ιδανικό πλάτωμα για σκηνές. Πρόσφατα κατασκεύασαν το τσιμεντένιο καμπαναριό κι’ έστρωσαν πλάκες. Ο τόπος εδώ πάνω προσφέρει άπλετη θέα ενώ λίγο πιο κάτω απ’ την εκκλησία, σ’ ένα καταπράσινο πλάτωμα, σώζεται μία κατοικία, από τις δεκάδες παλιότερα, του ομογενούς Μάρκου Σεραφείμ. Δεν είναι σε καλή κατάσταση, αφού για χρόνια χρησιμοποιούταν για καταφύγιο μεταναστών στις κρυφές διαδρομές τους προς Καστοριά, αλλά διασώζει τη διαρρύθμιση δίνοντας μιαν ιδέα για τη χρήση των χώρων ή των αποθηκών του ισογείου.  

Επιστρέψτε από τον ίδιο δρόμο αλλά στη δστ., συνεχίστε ευθεία, προς το μεγάλο πλάτωμα με το εικονοστάσι ‘’συναγωνίστρια’’ ονομασία που προέκυψε από μια μαχήτρια του Δ.Σ.Ε. που έδωσε τον αγώνα της εδώ. Πιο κάτω, στην ομαλή κατηφορική πλαγιά στέκει τσακισμένο το τσιμεντένιο κουφάρι του αντιαρματικού πυροβολείου. Ο δρόμος γίνεται μονοπάτι που οδηγεί χαμηλότερα, μέσα στις φυλλωσιές που θα δείτε τη σκεπασμένη απ’ τα βάτα είσοδο, ενός από τα δύο πολυβολεία. Παραμερίστε τα και σπρώξτε την πόρτα, είναι ξεκλείδωτη. Τα πολυβολεία των Κομνηνάδων (υπάρχουν άλλα δύο ανέγγιχτα σε απόσταση 500 – 700 μέτρα), ήταν τρία, γιαυτό η περιοχή ονομάζεται ‘’τριπλούν’’. Από το πλάτωμα στη θέση ‘’συναγωνίστρια’’, υπάρχει μονοπάτι – δρόμος που σας φέρνει γρήγορα στον κεντρικό ασφαλτόδρομο, όπου δεξιά Κομνηνάδες, αριστερά Οινόη. 

Λίγο έξω απ’ τους Κομνηνάδες, προς Οινόη, φαίνεται δίπλα στις καλλιεργημένες εκτάσεις το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου πάνω σε χαμηλό λοφίσκο. Η τοπική λαϊκή παράδοση αποδίδει την χωμάτινη ‘’τούμπα’’ (χαμηλό ύψωμα) στην ύπαρξη τάφουκάποιου στρατηγού της δυναστείας των Κομνηνών, θέμα που επεκτείνεται φτάνοντας στην ονομασία του χωριού. Αυτό δεν τεκμηριώνεται ούτε υπάρχουν ανάλογες επιστημονικές πληροφορίες, πιθανά, δεν ευσταθεί  καν. Πιο κοντά στην αλήθεια είναι ό,τι ονομάστηκε έτσι απ’ τους Ποντίους που εγκαταστάθηκαν εδώ με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Η διαδρομή από δω και κάτω φεύγει γρήγορα περνάει την δστ. για Πολυάνεμο (πριν το 1928 Κίρτσιστα(34)  και Κόρτσιστα(35)  στα 960 μ. υψ.) το τελευταίο Δημ. Διαμέρισμα του Δήμου Ακριτών, χτισμένο σε λόφο ανάμεσα σε μεγάλο καστανεώνα με 63 κατοίκους, χωρίς καφενείο. Παλιότερα ήταν συνοικισμός της Αγίας Κυριακής. Ενδιαφέρον χωριό, για ξεκούραση ή για πεζοπορία μέχρι στο ύψωμα της Φλατσάτας (1081 μ. υψ.), όπου φαίνονται όλα τα χωριά της περιοχής. Στην αρχή της διαδρομής μια δστ. αριστερά, σας φέρνει στην Κάτω Πτεριά (έως το 1928 Κάτω Πάπρασκο(36) έως το 1940 Κάτω Φτεριά(37) στα 740 μ. υψ.), έναν μικρό συνοικισμό του Δήμου Μεσοποταμίας (μετονομάστηκε από Δήμος Αλιάκμονα – Φ.Ε.Κ. 36 - 16/2/2006) με 15 καινούργια σπίτια.  

Πολύ κοντά σ’ αυτή τη συστάδα παλιών κοινοτήτων βρίσκεται το εγκαταλειμμένο Ακόντιο (πριν το 1928 Τέρστικα) που διασώζει ένα σπίτι ερείπια αρκετών και την εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Την ονομασία του έλκει από την εικασία ό,τι βρέθηκε εδώ, ένα αρχαίο μακεδονικό ακόντιο. Ήταν κατοικημένο μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του  1970, διασώζοντας κάποιες παλιές κατοικίες με πέτρινη βάση και πιο πάνω πλίνθες. Μετά οι κάτοικοι μετοικήσανε στην Φτεριά, άλλες στη Μεσοποταμία και αρκετοί έφυγαν μετανάστες στη Γερμανία.  

Δάσκαλος ήταν εκεί ο Αλέξανδρος Τούλιος την τετραετία 1965 – ’69 που περιγράφει με γλαφυρότητα, τις δυσκολίες προσαρμογής. «Μόλις πρωτοπήγα το 1965 στο χωριό δεν είχε φτάσει ακόμα το ρεύμα, μια κατάσταση πρωτόγνωρη για μένα. Τότε κατάλαβα τους λόγους που όλοι οι δάσκαλοι που διορίζονταν εκεί, πήγαιναν, και μετά από λίγο καιρό κατέθεταν την παραίτησή τους. Εγώ έκατσα, ήθελα να βοηθήσω τον κόσμο εκεί, με όσα ήξερα. Τότε έμεναν επτά - οκτώ οικογένειες κτηνοτρόφων, περίπου 70 – 90 άτομα, τους οργάνωσα, κόψαμε ξύλα απ’ το δάσος επισκευάσαμε το σχολείο που ήταν ετοιμόρροπο, ανακαινίσαμε την εκκλησία, κάναμε και περίφραξη γύρω της θυμάμαι. Τότε το σχολείο είχε έξι παιδιά...φαινόταν ότι έφθινε. Έκατσα 2 χρόνια μόνος, ενοχλώντας… καταθέτοντας υπομνήματα συνεχώς για να φέρουν ρεύμα, να ανοίξουν δρόμο. Όλα έγιναν μετά από δύο χρόνια. Και ρεύμα φέρανε και η ΜΟΜΑ εκείνη την εποχή, άνοιξε το δρόμο. Τότε έφερα τη γυναίκα μου και κάτσαμε άλλα δύο χρόνια. Έφυγα το ’69, πέρασα καλά, πηγαίναμε για κυνήγι, μια φορά μάλιστα βρεθήκαμε κατά λάθος, οπλισμένοι φυσικά, κοντά στη Μπίγλιστα, απέναντι από το Πολυάνεμο… από Κορφούλα πηγαίναμε τότε. Είδαμε την Αλβανική σημαία και κάναμε πίσω!. Καλά ήταν, περιπέτειες ζήσαμε, ωραία χρόνια…. Ξαναπέρασα το ’79 δεν υπήρχε τίποτα….»(38). 

Στην Οινόη (πριν το 1928 Όσιανη στα 730 μ. υψ.) υπάρχει βενζινάδικο, παραδοσιακός φούρνος και μπακάλικο – σούπερ μάρκετ που σε περίπτωση ελεύθερης κατασκήνωσης είναι πολύ χρήσιμα για εφοδιασμό. Αυτό ισχύει περισσότερο στην περίπτωση που έρχεστε από Καστοριά για να μπείτε στον ορεινό χώρο του Γράμμου.  

Πιο κάτω συναντάτε τη βασική δστ., στην Αγία Κυριακή, που οδηγεί βορειότερα, στο κοινοτικό διαμέρισμα της Ιεροπηγής (πριν το 1928 Κωστενέτσι στα 1060 μ. υψ.), έδρα της κοινότητας Καστρακίου νομού Καστοριάς που περιλαμβάνει και το Κοιν. διαμέρισμα Δεντροχωρίου (πριν το 1928 Δέμπενη στα 990 μ. υψ.). Η μεγάλη κοινότητα (420 κατ. / 2001) ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, ο ναός του Αγίου Αθανασίου (1867) κάηκε το 1903 με τα γεγονότα(39), και ξαναχτίστηκε αργότερα. Τη δραματική περίοδο του εμφυλίου πολέμου, πολλοί κτηνοτρόφοι δέχθηκαν εντολές να πάρουν τα κοπάδια τους από την περιοχή· μερικοί βρέθηκαν να τα βόσκουν για χρόνια στο Περτούλι Τρικάλων.  

Σήμερα ο επισκέπτης της Ιεροπηγής εκτός τις χωμάτινες ή πεζοπορικές διαδρομές στον παλιό Άγ. Δημήτριο ή στην κορφή του «Αγίου Αθανασίου» (1187. μ. υψ.), μπορεί εύκολα να κατέβει στην Κρυσταλλοπηγή από μια θαυμάσια δασική οδό, τμήμα αυτής που χρησιμοποιήθηκε στον στρατηγικό ελιγμό που έφερε τους μαχητές του Δ.Σ.Ε. στο γειτονικό Βίτσι. Αυτή, διασχίζει το μεγάλο βορειοδυτικό τμήμα του συγκροτήματος Μάλι Μάδι (1654 μ. υψ.), αιματηρό θέατρο συγκρούσεων στον Μακεδονικό Αγώνα, στο έπος του 1940 και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ευρύτερη περιφέρεια Ιεροπηγής – Κρυσταλλοπηγής υπάρχουν αρκετά εγκαταλειμμένα πολυβολεία.  

Σε έντεκα χλμ. θα βρεθείτε στην ιστορική Κρυσταλλοπηγή (Σμίρνετς(40), πριν το 1928 Σμάρδεσι, έως το 1940 Κρουσταλλοπηγή(41) στα 1130 μ. υψ.), έδρα της ομώνυμης διευρυμένης κοινότητας που περιλαμβάνει τα Κοιν. διαμερίσματα Βατοχωρίου και Κώττα. Έχετε περάσει πλέον στο νομό Φλώρινας. Είναι το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής με 573 κατοίκους και αποτελεί σπουδαίο μεθοριακό σταθμό εισόδου – εξόδου εμπορευμάτων και επισκεπτών(42), για την Ελλάδα, Αλβανία – Ιταλία. Σύντομα θα δεχθεί ριζικό εκσυγχρονισμό ώστε να αναβαθμίσει τις υπηρεσίες προς τους ταξιδιώτες, ενόψει του καινούργιου οδικού πανευρωπαϊκού άξονα 8 (VIII). Αυτός, μαζί με τους νέους αυτοκινητόδρομους (Εγνατία, Κρυσταλοπηγή –Σιάτιστα, Νίκη - Φλώρινα - Κοζάνη - Λάρισα), θα βοηθήσει όχι μόνο να αρθεί η απομόνωση αυτού του ευαίσθητου τμήματος της Δ. Μακεδονίας αλλά να γίνουν ευρύτερα γνωστά τα πανέμορφα φυσικά τοπία, δάση, λίμνες, με προοπτική, εφ’ όσον υπάρξει σεβασμός στο περιβάλλον, να συμβάλουν στην ανάπτυξη όλης της περιοχής με πιθανότητα, μακροπρόθεσμα να τονώσουν τους οικονομικούς δείκτες.  

Το παλιό χωρίο βρισκόταν πιο ψηλά, στους πρόποδες του βουνού Μπούτσι (1776 μ. υψ.), εκεί που σήμερα βρίσκονται οι στάνες κι’ οι αποθήκες, γύρω από τη μοναχική θεόρατη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είναι μια αξιοθαύμαστη τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική (43) με ενδιαφέρουσα σκαλιστή επιγραφή «1891 – 93 Μαρτιο 25» που βρίσκεται στο μέσον των τεσσάρων παραθύρων του δεξιού υπερώου της εκκλησίας και αναφέρεται στις χρονολογίες κατασκευής της. Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει η διαμόρφωση της δυτικής όψης της εκκλησίας με το πυργοειδές τετραώροφο σύνολο του κωδωνοστασίου της, με επιγραφή στο αέτωμα του τελευταίου ορόφου «1891», που παραπέμπει στην χρονολογία κατασκευής του. Πραγματικά, αν έλειπε αυτό, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για κάποιο μεγάλο δημόσιο κτήριο.  

Επίσης παρόμοιο ενδιαφέρον, προξενεί η αξιόλογη παρουσία της μεγάλης πετρόχτιστης κρήνης, λίγο πριν φτάσετε στην εκκλησία, που ασφαλώς εξυπηρετούσε δεκάδες χρόνια την πολυάνθρωπη κοινότητα. Η σκαλιστή μεγαλογράμματη επιγραφή στο κέντρο της γράφει:  

ΠΡΩΤΗ ΚΤΙΣΗΣ /
1747 ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙ /
ΣΚΕΥΗΔΑΠΑΝΗ Τ;/
ΚΟΙΝΚΡΟΥΣΠΗΓΗΣ1927; 

Η Κρυσταλοπηγή καταταλαιπωρήθηκε την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Ειδικά στις αρχές του 1903 υπέφερε οδυνηρά απ’ τη δράση των βουλγαρικών σωμάτων. Η τυραννική παρουσία στην κοινότητα των Βουλγάρων αρχηγών Τσακαλάρωφ(44), και Σαράφωφ(45) το Μάιο του 1903, σε μια εποχή που ζούσαν εδώ 345 οικογένειες, από τις οποίες οι μισές ήταν ελληνικές, υπήρξε η βασική αφορμή για την πολύνεκρη(46), ολοκληρωτική καταστροφή και λεηλασία του χωριού στις 9 Μαΐου 1903 (47). Αυτή προήλθε από τις αλλεπάλληλες σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και στα βουλγαρικά σώματα. Η καταστροφή στο Σμάρδεσι υπήρξε ένα από τα θλιβερότερα γεγονότα, που σημάδεψαν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ως την εξέγερση του Ίλιντεν. Ολόκληρος ο ελληνισμός της βορειοδυτικής Μακεδονίας συνταράχθηκε από την τραγική είδηση(48) 

Ο πόλεμος του 1940 – 1941, οι συνεχείς συγκρούσεις στην περίοδο του εμφυλίου, έδιωξαν το γηγενή πληθυσμό πράγμα που είχε σοβαρές συνέπειες για την κάποτε ισχυρή κοινότητα που τελικά, εγκαταλείφθηκε τελείως και γκρεμίστηκε το 1954. Το 1957 ήρθαν οι πρώτοι βλάχοι κτηνοτρόφοι από την Πρέβεζα και τη Θεσπρωτία αρχίζοντας μια νέα ζωή εδώ, χτίζοντας απ’ την αρχή το χωριό στη σημερινή του θέση, απέναντι απ’ το παλιό, δίπλα απ’ τον κεντρικό δρόμο προς το τελωνείο στους πρόποδες της Βάρμπας των ντόπιων (Τρικλάριο 1582 μ. υψ.). Εκείνα τα χρόνια έσπερναν δημητριακά, μάλιστα σώζεται η μεγάλη πετρόχτιστη αποθήκη της ένωσης συνεταιρισμών Κρυσταλλοπηγής, έργο μαστόρων απ’ τη Δροσοπηγή (Κάντσικο) μαστοροχωρίων Κόνιτσας του 1963. Η παραγωγικότητα σήμερα προσδιορίζεται από την κτηνοτροφία. Αυτή, απλώνεται στα γύρω χλοερά βοσκοτόπια που βόσκουν γύρω στα 6000 πρόβατα, παράγοντας ποιοτικά τυριά, γάλα ή τα παράγωγά τους, που ένα τμήμα απορροφάται από το χωριό ή τους επισκέπτες του, ενώ άλλο κατευθύνεται σε βιοτεχνίες της Νεάπολης Κοζάνης ή στην Κορησσό Καστοριάς.  

Στο χωριό υπάρχουν 2 – 3 καφενεία για ξεκούραση. Πάνω στον κεντρικό δρόμο, είναι η καφετέρια – εστιατόριο – ψησταριά του Αντώνη με καλά ψητά της ώρας και δροσερό καφέ ή τσιπουράκι. Όλη η περιοχή κρύβει θαυμάσιες διαδρομές, μία εξ’ αυτών, η συντομότερη, σας φέρνει στο ξεχασμένο Μοσχοχώρι (πριν το 1928 Βαμπέλι(49) και Βίμπελ(50)  στα 1200 μ. υψ.). Μόλις ενάμισι χλμ. βατού χωματόδρομου απέχει απ’ την Κρυσταλοπηγή αυτή η παλιά, εγκαταλειμμένη κοινότητα που κάποτε είχε περισσότερους από 800 κατοίκους. Στο χώρο της ρέει ακόμα η πηγή Βαμπέλ, ενώ διασώζονται κάποια ελάχιστα απομεινάρια κατοικιών και τα κατάλοιπα της ερειπωμένης πλέον, εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου (1871). Μέχρι πριν 40 χρόνια ήταν σε καλή κατάσταση, με αξιοπρόσεκτη δομή, χτισμένη πιθανά από ηπειρώτες μαστόρους. Γκρεμίστηκε σε καιρό ειρήνης, το 1965, όταν κατά λάθος έπεσε στην σκεπή της μια οβίδα από στρατιωτικά γυμνάσια που γινόντουσαν στην περιοχή. 

Αμέσως μετά την Κρυσταλοπηγή ο δρόμος περνάει μέσα από το Βατοχώρι (πριν το 1928 Μπρέζνιτσα(51), Μπρένιτσα(52) ή Μπρέσνιτσα(53) στα 880 μ. υψ.) που αποδυναμωμένο πληθυσμιακά περιμένει στωικά για δεκαετίες, κάποιες εξελίξεις. Πολλά απ’ τα σπίτια του γκρεμίζονται από το βάρος των χρόνων, οι πλίνθες απ’ τις οποίες είναι κατασκευασμένα πολλά, δεν αντέχουν την αδιαφορία. Άλλα πάλι, ανακαινίζονται, ένα μάλιστα φιλοξενεί το Λαογραφικό μουσείο. Φαντάζει απίστευτο στις μέρες μας, αυτές οι άλλοτε πολυάνθρωπες κοινότητες να έχουν υποστεί τόση μεγάλη εγκατάλειψη. Για παράδειγμα, στη κοινότητα Κρυσταλλοπηγής, υπήρχε αναμνηστική φωτογραφία που απεικόνιζε το προαύλιο του σχολείου στο Βατοχώρι με 200! περίπου παιδιά.  

Σήμερα, τους καλοκαιρινούς μήνες μαζεύονται στο χωριό πενήντα τρεις κάτοικοι ενώ για μαθητές ούτε κουβέντα να γίνεται. Το παλιό σχολείο παραμένει αξιοπρόσεκτο, με την προτομή του Ηλία Παπαθανασίου (1878 – 1944) δάσκαλου από το 1898 μέχρι το 1901 και από το 1911 μέχρι το 1944, απόγονου μεγάλης οικογενείας που έδωσε πολλά στον Μακεδονικό Αγώνα. Πολύ κοντά στο σχολείο, σώζεται μια κόγχη του παλιού ναού του Αγίου Νικολάου που καταστράφηκε. Σήμερα, εκτός τον καινούργιο ναό του Αγίου στο κέντρο του χωριού, χρησιμοποιούν την ερειπωμένη κόγχη σαν προσκυνητάρι. Αξιόλογο μνημείο 4 χλμ. από τον οικισμό με κατεύθυνση την Καστοριά, είναι το ξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου(54) που θεωρείται 300 ετών. 

Κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο σ’ αυτή τη θαυμάσια παραμεθόρια περιοχή που περιτριγυρίζεται από ένα πολύπλοκο, βατό και κατάφυτο ορεινό ανάγλυφο, θα βγείτε στην κεντρική Ε.Ο. Καστοριάς – Φλώρινας. Μπορείτε να συνεχίσετε απ’ εδώ εύκολα προς λίμνες Πρεσπών, (Ταξίδια τ. 5ος – Πρέσπες και Διαδρομές (2003) 220 - 234), περνώντας οπωσδήποτε από τον Κώττα, την παλιά Ρούλια των Κορεστίων γενέτειρα του διαπρεπή Μακεδονομάχου Κωνσταντίνου Κώττα.  Όλες αυτές οι ακριτικές κοινότητες φορείς πανάρχαιων πολιτισμών, ηθών και παραδόσεων στάθηκαν φάροι γνώσης, εφαλτήρια σε όλους τους αγώνες των Ελλήνων. Σήμερα παραμένουν αψευδείς μάρτυρες του παρελθόντος και της ιστορίας του τόπου, περιμένοντας οποιοδήποτε έναυσμα της Διοίκησης ώστε να ανακάμψουν. 

Σ’ αυτά τα χωριά αποκαλύπτονται, με λίγο πείσμα απ’ την πλευρά του περιηγούμενου, πολλές ενδιαφέρουσες ιστορικές και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες που φωτίζουν με λαμπρότητα κάποιες άγνωστες πτυχές του τόπου και ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας. 

ROAD BOOK  

Οινόη – Αγ. Κυριακή – Ιεροπηγή 9,85 χλμ.

Ιεροπηγή – Κρυσταλλοπηγή  

Μηδενίζουμε στην πλατεία της Ιεροπηγής. 

1,3 χλμ. αριστερά χωράφια – Αλβανία, δεξιά Κρυσταλλοπηγή – τελωνείο,  

4,5 χλμ. δεξιά δασικός, αριστερά Κρυσταλλοπηγή,  

7,5 χλμ. αριστερά κεραίες, δεξιά Κρυσταλλοπηγή, 

9,35 χλμ. δεξιά βενζινάδικο, αριστερά Κρυσταλοπηγή – κέντρο. 

10,50 χλμ. βενζινάδικο.  

Κρυσταλλοπηγή – Ιεροπηγή  

Μηδενίστε στο βενζινάδικο πριν το χωριό.  

1,15 χλμ. αριστερά Ιεροπηγή, ευθεία Κρυσταλλοπηγή – τελωνείο,  

3,00 χλμ. δεξιά κεραίες, αριστερά Ιεροπηγή, 

6,00 χλμ. δεξιά Ιεροπηγή, αριστερά δασικός, 

9,20 χλμ. δεξιά Αλβανικά σύνορα, αριστερά Ιεροπηγή, 

10,50 χλμ. Ιεροπηγή.  

Ιεροπηγή – Αγία Κυριακή – Οινόη 9,85 χλμ. 

Σημειώσεις: 

(1) Αφήγηση των δραματικών γεγονότων στην περιοχή βλ. Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα (1987) 15, 18, 21 – 22. Από το αποτέλεσμα φαίνεται ότι δεν υπήρχε προηγούμενη ενημέρωση, πράγμα που συνάγεται από αυτά που γράφει ο Αναστάσιος Σιούκας: «…μας επληροφόρησαν τηλεφωνικώς ότι η Ιταλία εκήρυξε πόλεμον κατά της Ελλάδος».  Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970] 43.  

(2) Οι Ιταλοί με δύο διμοιρίες κατέλαβαν το φυλάκιο. Οι άνδρες, κατόπιν βραχείας αμύνης συνεπτύχθησαν βορείως Γιαννοχώρι. [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1960) 209. Αργότερα.. «Οι στρατιώται περνούν εντός ολίγου έξω από το σχολείο [στο Γιαννοχώρι] με τα όπλα τους, ξυπόλητοι χωρίς άρβυλα. Μας επληροφόρησαν ότι οι Ιταλοί με την χαραυγήν επετέθησαν αιφνιδίως κατά του φυλακίου των» [29ο  Γιαννοχωρίου]. Σιούκας ο.π. 43.   

(3) Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη (1994) 52. 

(4) Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τ. 2ος, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.775) Τετάρτη 31 Μαΐου (2006) 146.  

(5) Παπαϊωάννου ο.π. 6. 

(6) Παπαϊωάννου ο.π. 39. 

(7) Προφορική μαρτυρία του Σωτήρη Δημηρόπουλου από την Καλή Βρύση, που διαμένει στη Θεσσαλονίκη, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε στις 20 και 24 Απριλίου 2007 (11:30). Ο ίδιος μου ανέφερε ό,τι έχει δει με τα μάτια του τις επιγραφές και ότι ο αρχιμάστορας του μπουλουκιού ήταν ο Βασίλης Κωνσταντινίδης τιμημένος με αργυρούν μετάλλιο ανδρείας στις επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας. Το αρχικό του επώνυμο ήταν Νόβες που το άλλαξε το 1902.   

(8) Στη δύση της οθωμανικής κατάκτησης η ευρύτερη περιοχή βρίθει από διαφορετικές εθνότητες, θρησκείες και σύνορα. Πάνω σε αυτό το μεγάλο σταυροδρόμι των Βαλκανίων υπήρχαν τα σλαβόφωνα χωριά με ελληνική συνείδηση, (Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λιβαδοτόπι, Καλή Βρύση), τα αμιγώς ελληνόφωνα χριστιανικά των ορεινών όγκων Γράμμου και Μοράβα (Ζούζουλη, Επταχώρι, Χρυσή, Πευκόφυτο, Βράχος, Γλυκονέρι, Κυψέλη, Γέρακας, Κιουτέζα, Σίτνιτσα, Δαρβάνα, Λιουμπόνια) και τα μικτά (Βιντόβα, Ρέβανη (Διποταμία), Ζέλεγραδ (Μεσόβραχος), Σιάκι (Κομνηνάδες), Γκίρλιανη (Χιονάτο), Ποντσάρα, Μποζιγκράδι, Κωστενέτσι (Ιεροπηγή), Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή) οι κάτοικοι των οποίων μιλούσαν αλβανικά και σλαβικά. Για περισσότερα βλ. Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα (1997) 60 – 63. Επίσης: Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999. 

(9) Στην απογραφή του 1913 η Καλή Βρύση εμφανίζει 443 κατοίκους. Ράπτης ο.π. 60. Στις μέρες μας 67 (2001). Και οι διπλανές κοινότητες όμως εμφανίζονται το ίδιο ανεπτυγμένες πληθυσμιακά. Έτσι στην απογραφή 15ης – 16ης Μαΐου 1928 διαβάζουμε: Διποταμία (Ρέβανη) 468 κατ., Μεσόβραχος (Ζέλεγραδ) 93 κατ., Χιονάτο (Γκίρλιανη) 326 κατ., Κομνηνάδες (Σιάκι) 354 κατ., Κορφούλα (Νοβοσέλο) 87 κατ., Πολυάνεμο (Κίρτσιστα) 249 κατ., Οινόη (Όσιανη) 602 κατ., Αγία Κυριακή 264 κατ., Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) 501 κατ., Κρυσταλοπηγή (Σμάρδεσι) 598 κατ. Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1949) 233, 235, 237, 238. Οι μετονομασίες έγιναν στις 3 Οκτωβρίου 1928, μια εποχή που η Καστοριά δεν αποτελούσε ξεχωριστό νομό, αλλά επαρχία του νομού Φλώρινας. 

(10) Σιούκας ο.π. 124. (10α) Το Α’ Σύνταγμα ιππικού του Ελληνικού στρατού συγκροτήθηκε στη Φαρκαδόνα Τρικάλων από επίστρατους της περιοχής Καρδίτσας.  

(11) Για την απαλλοτρίωση και κατάληψη περιουσιών ψηφίστηκαν ειδικοί νόμοι, Ν. Δ. 2536/1953 «Περί εποικισμού των παραμεθορίων περιοχών και ενισχύσεως του πληθυσμού αυτών» και Ν. Δ. 2781/1954 «Περί αναγνωρίσεως και καταλήψεως περιερχομένων εις το δημόσιον αγροτικών ακινήτων». Πολλά παραμένουν ακόμα δεσμευμένα, και άλλα έχουν αποδοθεί στους παλιούς ιδιοκτήτες με την απόφαση του Νομάρχη Καστοριάς ΚΗ/2427 της 12ης Απριλίου 1988 περί «Απόδοσης καταληφθέντων αγροτικών ακινήτων». 

(12) Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1931) 39. 

(13) Επίσης αναφέρει για τις εικόνες του Χριστού, του Αγίου Γεωργίου και των Τριών Ιεραρχών που ήταν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Τσαμίση ο.π. 167 – 168. 

(14) Ταξίαρχος του Δ.Σ.Ε., με πολύχρονη δράση στην εθνική αντίσταση (1941 – 1944), και στον εμφύλιο (1946 – 1949). Έγραψε για τον τόπο καταγωγής του: Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Γιώργη Γιαννούλη και ο μόνος που ήρθε σε επαφή με το Νίκο Ζαχαριάδη την εποχή της εξορίας του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, το 1973, εποχή που του εμπιστεύτηκε τη ‘’διαθήκη’’ του. Η ‘’Διαθήκη’’ εκδόθηκε πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1986 και εξαντλήθηκε γρήγορα. Κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση Ποιος Αυτοκτόνησε (δολοφόνησε) τον Νίκο Ζαχαριάδη, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005]. Άλλα βιβλία του Αχιλλέα Παπαϊωάννου για τον εμφύλιο είναι: Απαγορευμένη εικόνα, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ. [2005]. Υπό έκδοση: Ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του Σκοτίδας – Γιαννούλης – Γεωργιάδης, οι δολοφονημένοι καπεταναίοι του Γράμμου, υπό εκτύπωση είναι: το Βίτσι εκδόσεις Μπίμπη, Θεσσαλονίκη.  

 (15) Αναμνηστικό Λεύκωμα ο.π. 29. 

(16) Τα έτη 1912 – 1923 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα 745.860 Έλληνες πρόσφυγες από Βουλγαρία, Αν. Θράκη, Πόντο, Σερβία, Ρουμανία, Καύκασο, Ρωσία, Β. Ήπειρο. Το 1922  - 1923 μετά την ειδική σύμβαση «Περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών» (30 Ιανουαρίου 1932) που συμπεριλήφθηκε στη συνθήκη της Λωζάνης (άρθρο 142 - 24 Ιουλίου 1923) εγκαταστάθηκαν 1.018.794 Έλληνες από Μ. Ασία, Θράκη, Πόντο, Κωνσταντινούπολη. Αντίστοιχα οι Τούρκοι που έφυγαν στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο (10.000), το 1914 (120.000), και μετά τη Λωζάνη 329.098, ήταν 459.098. Το 1927 (συμφωνία Καφαντάρη – Μολλώφ) έφυγαν επίσης 92.000 Σλαβόφωνοι. Η μεγαλύτερη, χωρίς προηγούμενο, μετακίνηση πληθυσμών στη μεταναστευτική ιστορία. π.χ. Η Θεσσαλονίκη τεσσερισήμισι μήνες μετά το ολοκαύτωμα της Σμύρνης διπλασίασε σχεδόν τον πληθυσμό της. [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1979) 318, 320 με βιβλιογραφία.   

(17) Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46 (1995) 47 – 72 και στο http://users.auth.gr/~sofronis/34ar.htm με βιβλιογραφία. Σε άλλη εργασία αναφέρονται 180.000, βλ. Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργα»,  Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, (επιμ.), Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα (2002) 210.  

(18) Σύμφωνα με έρευνα του 1991, οι οικισμοί του Νομού Καστοριάς που κατοικούνται από Ποντίους και η πλειοψηφία χρησιμοποιεί την ποντιακή διάλεκτο είναι: (σε παρένθεση ο αριθμός των κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του 1991), Αυγή (222), Διποταμιά (610), Καλοχώρι (459), Κομνηνάδες (151), Κορομηλιά (341), Αγ. Κυριακή (305), Λιθιά (372), Μεσοποταμιά (1.758), Οινόη (621), Πεντάβρυση (759), Πτελιά (72), Φωτεινή (194). Χατζησαββίδης ο.π. σημ. 16. Να επισημάνουμε ότι κατά την άφιξή τους στην Ελλάδα, μεταξύ τους, υπήρχαν κάποιοι που μιλούσαν την τσακώνικη διάλεκτο (βλ. παρακ. σημ. 21). Οι περισσότεροι ήταν τουρκόφωνοι, στοιχείο που δυσχέραινε τις σχέσεις τους, ενίοτε λειτούργησε ως κοινωνικό στίγμα. Όμως, αν για τη γλώσσα που μιλούσαν μπορούσαν να ανεχτούν κατηγορίες για την πίστη τους στη χριστιανική θρησκεία δεν σήκωναν κουβέντα. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν το χτίσιμο εκκλησιών, γιαυτό σε όλα τα χωριά της περιοχής που εξετάζουμε όλες οι εκκλησίες είναι χτισμένες τη δεκαετία 1922 - 1932. Περισσότερα βλ. Νίκος Μαραντζίδης ο.π. 208 – 221. 

(19) Σινώπη: Από την ισχυρή Σινώπη του 8ου αι. με τον ασφαλή ευρύστερνο λιμένα της ξεκίνησε ο εποικισμός του Πόντου και η ίδρυση των παραευξείνιων πόλεων Τραπεζούντα, Κερασούντα, Κοττύωρα (Ορντού), Φάτσα και Βατούμ. Πριν το διωγμό ήταν έδρα Σαντζακίου που περιλάμβανε τους καζάδες Σινώπης, Μπογιαμπάτ, Αγιατζίκ και οι Έλληνες αποτελούσαν το 1/3ο του πληθυσμού της πόλης (5000). Άρχισαν να ξεκληρίζονται το 1914 όταν εντάχθηκαν αναγκαστικά στα «τάγματα εργασίας». Τον Ιούνιο του 1916 οι Τούρκοι εκκένωσαν την πόλη απο τον ελληνικό πληθυσμό καθώς φοβόντουσαν την κατάληψή της από τους ρώσους. Όσοι επέζησαν ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Σήμερα υπάρχουν ακόμα δείγματα της ελληνικής παρουσίας, Αρρεναγωγείο – Παρθεναγωγείο, κατοικίες και η ερειπωμένη Κοίμηση της Θεοτόκου. Περισσότερα βλ. στα: Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα (2006) 82 – 97. Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση (2000) 104 – 105. 

(20) Ορντού (Κοττύωρα): Αποικία της Σινώπης (5ος αι.) άκμασε εκ νέου στις αρχές του 19ου αιώνα χάρη στο εμπόριο με το εξωτερικό. Πριν το διωγμό ήταν έδρα καζά με 5.500 ελληνικό πληθυσμό σε σύνολο 13.000. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων και των Αρμενίων ακολούθησε το ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του το 1918 και εγκαταστάθηκε στην Σοβιετική Ένωση. Όσοι παρέμειναν υπέμεναν τις διώξεις των Τούρκων μέχρι το 1922 που πρόσφυγες πια εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Στην πόλη υπάρχουν δείγματα της ελληνικής παρουσίας, το Πολυκάρπειο Ελληνικό Παρθεναγωγείο, κατοικίες και η εκκλησία της Υπαπαντής, σήμερα πολιτιστικό κέντρο. Περισσότερα βλ. Βλασίδης ο.π. 123 – 127, Κοντογιάννης ο.π. 74 – 76. 

(21) Αυτή η τρίτη κατηγορία, παραλλαγή της διαλέκτου, (οι άλλες δύο: βόρεια και νότια τσακωνική μιλιούνται στην Τσακωνιά, περιοχή του νομού Αρκαδίας στην Πελοπόννησο), χρησιμοποιούνταν ως τα χρόνια της Μικρασιατικής καταστροφής στα χωριά Βάτικα και Χαβουτσί, στα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας. Όταν μετά τη καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες απ’ αυτές τις περιοχές, εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και στο Χιονάτο του νομού Καστοριάς. Μεταξύ τους, ο τσάκωνας Νικόλας Καραλιώτης, που ζούσε στο Χιονάτο. Από τον Καραλιώτη ζήτησε ο Αθ. Κωστάκης να γράψει ότι θυμόταν απ’ τη ζωή του. Αυτό το υλικό, χρησίμευσε στη  διατριβή του για την τσακωνική διάλεκτο διαπιστώνοντας ότι στο Χιονάτο, εκτός της Ποντιακής, μιλούσαν και τα τσακώνικα της Προποντίδος. Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα.1951 και Karaliotis N, (Καραλιώτης Ν.) 1970.  Από τη ζωή του Νικόλα Καραλιώτη (From Nicholas Karaliotis Life). Centre for the Compilation of the Historical Dictionary of Modern Greek, Academy of Athens, Unpublished Manuscript 916. Athens. 71 p.p. {T} Μερικώς αδημοσίευτο χειρόγραφο που περιέχει πληροφορίες για τους Τσάκωνες της Προποντίδας. Περισσότερα στο: www.tlg.uci.edu/~opoudjis/Work/tsakbib.html Ένα τμήμα του χειρόγραφου του Καραλιώτη αναφέρει: Στο Χιονάτο δεν υπάρχουν σήμερα (1956) ντόπιοι. Οι λίγες οικογένειες σλαβόφώνων που έμειναν εκεί, έφυγαν μετά τα μεταπολεμικά γεγονότα [εννοεί τον εμφύλιο] προς το παραπέτασμα. Εκτός τους πρόσφυγες Τσάκωνες μένουν σήμερα στο Χιονάτο και δέκα περίπου οικογένειες Ποντίων προσφύγων τουρκόφωνων. Κωστάκης Θ. Π. ο.π. 358. και στο: www.academyofathens.gr/ksil/vkritman.pdf 

(22) Για τον διφορούμενο ρόλο των «Σπιτιών του παιδιού» και των βασιλικών ιδρυμάτων εν γένει δείτε απόψεις στο: www.iospress.gr/ios2002/ios20021215a.htm. Σύμφωνα με την ίδια τη Φρειδερίκη, στο απόγειό της η Βασιλική Πρόνοια διαχειριζόταν 58 «Παιδουπόλεις» με 25.000 παιδιά, 257 κέντρα νεότητας σε ισάριθμα χωριά, 62 κέντρα οικοτεχνίας για την παραγωγή χαλιών, υφαντών, κεντημάτων κ.λπ. και 80 «Μονάδες Βοηθείας Υπαίθρου». 

(23) Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων. «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη (2005) 101 – 123 με βιβλιογραφία. Στο θέμα γίνεται αναφορά από τον Δημήτρη Γκιώνη στην Ελευθεροτυπία, με αφορμή την ανακάλυψη ενός ντοκιμαντέρ 25’ που γυρίστηκε στο Γράμμο, το Βίτσι, την Ουγγαρία και τη Τσεχοσλοβακία από τον Μάνο Ζαχαρία, (σκηνοθεσία) και τον συγγραφέα Γιώργο Σεβαστικόπουλο, με την προτροπή του αρθρογράφου, «να προβληθεί παράλληλα με μια συζήτηση, ώστε να χυθεί πλήρες φως σ’ αυτό το θέμα». Βλ. εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία (έτος 31ο, φύλλο 9.311) 15 Ιουλίου (2006) 35. 

(24) Τσαμίση ο.π. 232, 238. 

(25) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 5ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.778) Σάββατο 3 Ιουνίου (2006) 173.  

(26) Οι νέοι αγροτικοί συνοικισμοί, τα χωριά, οι πόλεις που δημιουργήθηκαν με την έλευση των προσφύγων στη Μακεδονία, από το 1922 έως 1942, ήταν 1.388 ενώ στη Θράκη 242. Ζούσαν εκεί 518.154 αγρότες εκτός των 227.706 αστών που εγκαταστάθηκαν σε πόλεις της Μακεδονίας – Θράκης. ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 321. 

(27) Ακόμα και σήμερα, στην ευρύτερη περιοχή επανδρώνονται δύο φυλάκια.  

(28) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1960) 204. 

(29) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1960) 207.  

(30) Προφορική μαρτυρία του Αχιλλέα Παπαϊωάννου, Ταξίαρχου του Δ.Σ.Α. σε επίσκεψη που έγινε στις 21 Μαΐου 2005 (17:45) στο σπίτι του στην Καλή Βρύση.  

(31) Σαββανάκης ο.π. 24. 

(32) Προφορική μαρτυρία του Χαράλαμπου Φυσσέα από τους Κομνηνάδες, σε επίσκεψη που έγινε στις 22 Μαΐου 2005 (11:00) στο χωριό. Ο ίδιος, σε τηλεφωνική επικοινωνία (19/4/07 – 12:40) ανέφερε ότι στους Κομνηνάδες εκτός τους πρόσφυγες από τη Σινώπη και την Ορντού υπάρχουν και δύο οικογένειες απ’ τη Ματσούκα του Πόντου.  

(33) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 3ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.776) Πέμπτη 1 Ιουνίου (2006) 46. Το 1928 διέθετε μονοτάξιο σχολείο με 33 μαθητές. Τσαμίση ο.π. 243. (σ.σ. Η περίπτωση της δημογραφικής κατάρρευσης δεν είναι η μοναδική στην Ελλάδα και χαρακτηρίζει τις περισσότερες ορεινές περιοχές, είναι όμως τραγικό το γεγονός ότι χρειάστηκε "μια μακρά περίοδος ειρήνης και όχι ένας καταστρεπτικός πόλεμος" για να φτάσει στο σημερινό του σημείο.). 

(34) Τσαμίση ο.π. 237.  

(35) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π.(1979) 288. Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 4ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.777) Παρασκευή 2 Ιουνίου (2006) 180. 

(36) Τσαμίση ο.π. 238. 

(37) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 2ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.775) Τετάρτη 31 Μαΐου (2006) 203 – 204. 

(38) Προφορική μαρτυρία του Αλέξανδρου Τούλιου, συνταξιούχου εκπαιδευτικού, με καταγωγή από το Μονόπυλο, σε τηλεφωνική επικοινωνία (27/4/07 – 11:15). Είναι ο ίδιος πληροφορητής που μου μίλησε για τμήμα της ιστορίας του Μονόπυλου. βλ. Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 224 σημ. 18 και 25. 

(39) Τσαμίση ο.π. 168. 

(40) Με αυτή την ονομασία αναφέρεται από τον Pouqueville το 1826. Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη (2003) 309.  

(41) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 3ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.776) Πέμπτη 1 Ιουνίου (2006) 72.  

(42) Εκτός τους επισκέπτες από την Ε.Ε. οι Αλβανοί πολίτες που περνάνε ανέρχονται στους 577.168 χιλ. το χρόνο. Πηγή: www.traveldailynews.gr/makeof.asp?central_id=1369&permanent_id=2 

(43) Μουτσόπουλος ο.π. 309. 

(44) Δύο από τα δυναμικά στελέχη της Βουλγαρικής εξαρχίας που είχαν άμεση σχέση με το Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή). Ο Τσακαλάρωφ με καταγωγή (ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 69 σημ. 1), κι’ ο επίσης περιβόητος Πάντο Κλιάσεφ που γεννήθηκε εκεί. (ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 73 σημ. 3). 

(45) Μικρό μέρος της δράσης του και η καθοριστική συμμετοχή του στο συνέδριο της ΕΜΕΟ, [από τις πολλές ονομασίες επικράτησε το: Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωσις] και ΒΜPO [Βάτρισνα Μακεντόνσκα Ρεβολιτσιόζνα Οργανιζάτσια], στο Σμίλεβο (4 Απριλίου 1903) που έπεισε τους συνέδρους για την επανάσταση του ‘Ηλι – Ντέν (20 Ιουλίου 1903) περιγράφεται στο: ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. § 61 (1979) 87 – 88. βλ. επίσης την ενδιαφέρουσα εργασία της Σοφίας Ηλιάδου – Τάχου, Το Κρούσοβο, πέρα από την Ιστορία και την Μνήμη (1845 – 1903). Όψεις από την οικονομία, την Εκπαίδευση και την Κοινωνία του ως την επανάσταση του Ίλιντεν. Μέσα από το ανέκδοτο αρχείο του Γ. Νιτσιώτα, εκδόσεις Σταμούλη Θεσσαλονίκη 2004.  

(46) Εκατόν πενήντα νεκροί και εβδομήντα περίπου τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί Έλληνες. Μόλις τρεις μέρες μετά την καταστροφή του χωριού μόνο 20 – 25 σπίτια έμειναν όρθια. Βακαλόπουλος ο.π. 211 με βιβλιογραφία. Επίσης Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» στο: περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος (1972) 58. 

(47) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 87. 

(48) Βακαλόπουλος ο.π. 212 με βιβλιογραφία. 

(49) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 4ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.777) Παρασκευή 2 Ιουνίου (2006) 22. 

(50) ΓΕΣ/ ΔΙΣ ο.π. (1979) 84. 

(51) Μουτσόπουλος ο.π. 151. 

(52) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 1ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.774) Τρίτη 30 Μαΐου (2006) 185. 

(53) ΓΕΣ/ ΔΙΣ ο.π. (1979) 105, 106, 111, 200 κ.ά.  

(54) Μουτσόπουλος ο.π. 151. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670, (Χιονάτο, Διποταμία, Κομνηνάδες), Κρυσταλλοπηγή Φλώρινας 23850 

ΔΙΑΜΟΝΗ: Στο Τρίλοφο (Σλίμνιτσα) λειτουργεί πλέον ολοκαίνουργιος ξενώνας, εκτός αυτόν του πολιτιστικού συλλόγου, Βασίλης Μπέλλος 82411, 6978641877. Καλή Βρύση ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου, Ζιούτης Χρήστος 2310838392, Σωτήρης Δημηρόπουλος 2310359017, 802020, 6948682223 (Σωτήρης Δημηρόπουλος) από 15 Μαΐου μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου. Χιονάτο δημοτικός ξενώνας 91300 – 91400. Κρυσταλλοπηγή ξενοδοχείο ‘’Κρυστάλ’’ Τάτση Αλεξάνδρα 46512. Νεστόριο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, ‘’Αναστασία’’ 31101. 

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Αν δεν φυσάει, στο πλάτωμα της Αλεβίτσας, στην καταπράσινη Κορφούλα και στο πλάτωμα της ‘’συναγωνίστριας’’ πάνω απ’ τους Κομνηνάδες. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.  

ΦΑΓΗΤΟ: Καφενείο – ψησταριά στη Διποταμία, Σάββας Παπαδόπουλος 91480. Αν τηλεφωνήσετε νωρίτερα έχει τη δυνατότητα να μαγειρέψει για σας τοπικές συνταγές. Καφενείο – καφετέρια στο Χιονάτο, Γιώργος Καραβασίλης 6979340851. Καφεψησταριά ‘’ο μπαρμπαΒασίλης’’ Κρυσταλοπηγή, Αντώνης Μπαμπάκος 45889, της ώρας, μαγειρευτά, τραχανά, σούπες, τηγανιές και αρνί στη σούβλα. Αν ανεβείτε στον Γράμμο να έχετε μαζί σας προμήθειες ή να ψωνίσετε απ’ το Νεστόριο ή την Οινόη.  

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Ακριτών 2467091300 – 400, Δήμος Μεσοποταμίας 2467061298, Κοινότητα Κρυσταλλοπηγής 45895, 46105. Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092. 

ΧΡΗΣΙΜΑ: Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995. Ο Χαράλαμπος Φυσσέας 6977527733 από τους Κομνηνάδες, γνωρίζει καλά την περιοχή και λύνει πολλές απορίες για τα πολυβολεία, το συνοικισμό Κορφούλα κ. ά. Πολλές οι εκδηλώσεις – πανηγύρια στο δήμο Ακριτών. Εκτός των γνωστών: καρναβάλια – μπουμπούνες, το αφιέρωμα στην ημέρα της γυναίκας, οι εορτασμοί των εκκλησιών (Αγ. Γεώργιος, Κοίμηση Θεοτόκου, Κωνσταντίνου και Ελένης) και οι Ποντιακές βραδιές ή τα ποντιακά κάλαντα την ημέρα των Θεοφανίων, διοργανώνονται κάποιες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις 19 Μαΐου ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, τέλος Ιουλίου Αντάμωμα Κομνηναδιτών, 15 Αυγούστου τριήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις με εκθέσεις, θέατρο, παιχνίδια, παραδοσιακούς χορούς τραγούδια και γλέντι. 7/8/9 Σεπτεμβρίου γιορτάζουν το Γενέσιο της Θεοτόκου με ποντιακό γλέντι και θέατρο.    

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από την Οινόη το Νεστόριο ή την Κρυσταλλοπηγή. Καστοριά όλες οι εταιρείες.  

ΧΑΡΤΕΣ: Δύσκολα να βρεθεί κάτι αξιόπιστο σε κλίμακα 1: 50.000. Προτιμήστε κάποια έκδοση σε κλίμακα 1: 100.000 ή έστω 1: 250.000. Υπάρχει ένας με διαδρομές στον Γράμμο από τον ‘’Αρκτούρο’’ την οργάνωση για την προστασία της Αρκούδας, σεκλίμακα με 1: 100.000. Ο Ε.Ο.Τ. κυκλοφόρησε, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι ο Νο 1 (Γράμμος) σε κλίμακα 1:50.000 που απεικονίζει τμήμα της περιοχής. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108206632, 8206600. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα. 

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ – Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (7ο και 8ο)  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες 

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1960.
  • Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1979. 
  • Δημητρίου Ν. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι, έκδοση Φιλοπροοδευτικού συλλόγου των απανταχού Επταχωριτών Θεσσαλονίκη 1979.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα 1987.
  • Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση 2000.
  • Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη 2002.
  • Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη 2003.  
  • Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1951. 
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ζαλίδης Χ. Γ. και Α. Λ. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης) 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) xviii + 587 σελ. Ιούνιος 1994.
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλου, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς, έκδοση δήμου Νεστορίου, Καστοριά 1998.
  • Γιάννης Κ. Παπαρίζος, Τα χωριά του Γράμμου, εκδόσεις Κώδικας Θεσσαλονίκη 1998. 
  • Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999. 
  • Μιχάλης Ζ. Θεοδώρου, Φυγή και Επιστροφή, αυτοέκδοση Αθήνα 2004.
  • Αχιλλέας Ιω. Παπαϊωάννου, Ο Αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005].
  • Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα 2006.
  • Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τόμοι 5, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Αθήνα 2006.  

Β’         Αφιερώματα περιοδικών  

  • Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46, 1995.
  • Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, στο: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας (επιμ.), εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων, στο: «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2005.
  • Δημήτρης Μπούσμπουρας (επιμ.), «Γράμμος», περιοδικό ‘’Μικρή Άρκτος’’, 1-16 της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος τ.24 Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2000.  
  • Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1972. 

Γ’    Άρθρα σε εφημερίδες 

  • Οδοιπορικό της ‘’Κ’’ σε Γράμμο – Βίτσι του Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη «Κι όμως, οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη, «Αναξιοποίητο τουριστικά το βουνό του διχασμού», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα «Ο τουρισμός σκαρφαλώνει στο Βίτσι», Καθημερινή Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2004. 

 Ταξίδια στην άλλη Λογοτεχνία (2287 λέξεις)

Ένας συγγραφέας, ένα βιβλίο, ένα ταξίδι

Ρέα Γαλανάκη: «Ελένη, ή ο Κανένας»

Κείμενο: Γιώργος Σταματίου Δρα Φιλολογίας © Μάιος 2007 

Η Ρέα Γαλανάκη, ποιήτρια, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος και μυθιστοριογράφος, διαπρέπει κυρίως στο χώρο του μυθιστορήματος. Έχει συνθέσει έως τώρα πέντε μυθιστορήματα, ισάριθμα φιλολογικά γεγονότα. Το πρώτο χρονολογικά, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά (1989), πολυμεταφρασμένο, έχει ενταχθεί στην «Collection of Representative Works».Το δεύτερο, Θα υπογράφω Λουί, έχει εκδοθεί και στις Η.Π.Α., που είναι δύσκολη αγορά. Το τρίτο, Ελένη ή ο Κανένας απέσπασε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (το 1999). Το τέταρτο, Ο αιώνας των λαβυρίνθων, ευτύχησε να πραγματοποιήσει μέσα σένα χρόνο (2002) 18 εκδόσεις, και το τελευταίο, Αμίλητα βαθιά νερά (Η απαγωγή της Τασούλας) (2006 )απέσπασε θαυμάσιες κριτικές από τους εγκυρότερους κριτικούς Βιβλίου.

Δίκαια επομένως η Ηρακλειώτισσα Ρέα Γαλανάκη κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στο χώρο του σύγχρονου νεοελληνικού μυθιστορήματος. Εκτός από το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος έχει κατακτήσει το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» του Δήμου Ηρακλείου και το εξίσου σημαντικό βραβείο «Τρανούλη», ενδεχομένως και κάποια άλλα βραβεία που μας διαφεύγουν.

Πρόθεση τούτης της στήλης που εγκαινιάζουμε είναι να επιλέξουμε ένα από τα παραπάνω μυθιστορήματα, με πρόδηλο ταξιδιωτικό χαρακτήρα, και να τον αποκαλύψουμε στους αναγνώστες του ένθετου περιοδικού. Κάθε ταξίδι από τη φύση του είναι μια μετατόπιση στο χώρο «προς εμπορίαν και θεωρίαν». Παράλληλα είναι και μια περιπέτεια, στην οποία μετέχει το σώμα, το πνεύμα και η ψυχή.΄ Ένα βίωμα βαθύ και, κάποτε, συνταρακτικό, που, σε κάποιες περιπτώσεις, σημαδεύει τον ταξιδευτή, μεταβάλλει τη συναισθηματική υφή του και επιταχύνει την ωρίμασή του.

Εχοντας υπόψη αυτά τα κριτήρια, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε την προτίμησή μας στο μυθιστόρημα «Ελένη, ή ο Κανένας» που δεν είναι παρά η μυθιστορηματική βιογραφία της Σπετσιώτισσας ζωγράφου Ελένης Αλταμούρα - Μπούκουρη, μητέρας τραγικής του ξεχωριστού, άτυχου όμως, θαλασσογράφου Ιωάννη Αλταμούρα. Το «Ελένη, ή ο Κανένας»δεν πρόκειται ακριβώς για μυθιστόρημα, αλλά για μια βιογραφία της ζωγράφου δοσμένη μυθιστορηματικά. ΄Ο,τι περιγράφεται μέσα στο γοητευτικό βιβλίο δεν είναι συμπλήρωμα (και ολοκλήρωμα) της πραγματικότητας με τη δύναμη της φαντασίας, αλλά η ίδια η πραγματικότητα, ενδεδυμένη με την αχλύ του μύθου.

Η ζωή της καλλιτέχνιδας, μυθιστορηματική από μόνη της, έδωσε το υλικό, ύστερα από μακρόχρονη έρευνα της ίδιας της συγγραφέως αλλά και άλλων ερευνητών, για τη μετουσίωσή της σε μυθιστόρημα. Γιατί πώς μπορεί να μην είναι μυθιστορηματική, στα όρια του πιστευτού και του μη πιστευτού, η ζωή μιας παθιασμένης με τη ζωγραφική Ελληνοαρβανίτισσας κόρης σκληροτράχηλου Σπετσιώτη καραβοκύρη και ναυμάχου του `21 (Ιωάννης Μπούκουρης ή Χρυσίνης), που ταξιδεύει στην Ιταλία σε μια ταραγμένη εποχή για τη γείτονα χώρα, ντύνεται αντρικά για να παρακολουθήσει μαθήματα στις Ακαδημίες Καλών Τεχνών της Ρώμης και της Φλωρεντίας, παντρεύεται το δάσκαλό της και φλογερό επαναστάτη Σαβέριο Αλταμούρα, κάνει τρία παιδιά μαζί του, εγκαταλείπεται από τον άπιστο σύζυγό της, γυρίζει στην Αθήνα, συσπειρώνεται κοινωνικά, επιστρέφουσα στο νησί των προγόνων της, όπου δέχεται απανωτά κτυπήματα μιας μοίρας ανοικτίρμονος ως το λυτρωτικό θάνατο.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή της Ελένης, σύνθετο και πολυεπίπεδο, καθώς μας το παρουσιάζει η συγγραφέας Ρέα Γαλανάκη στο βραβευμένο βιβλίο της. Ταξίδι μέσα στο χώρο και τον χρόνο, ταξίδι στο γεωγραφικό χώρο της Ελλάδας και της Ιταλίας αλλά και στην ενδοχώρα της ψυχής, ταξίδι   και διείσδυση βαθιά στα μυστικά της εικαστικής τέχνης, ταξίδι στην παραζάλη του έρωτα και του πάθους, ταξίδι στην εγκατάλειψη, τη μοναξιά, την απόγνωση, τα πρόθυρα της παραφροσύνης.

Πρώτος σταθμός ο Πειραιάς και η Αθήνα στα μέσα περίπου του 19ου αι. «Να μην ξεχνάς πως είσαι Ελληνίδα», της είπε κάποτε ο κύρης της……Χρόνια αργότερα η Ελένη δεν θα θυμότανε πότε πρωτάκουσε τούτη τη φράση από τον πατέρα της, στο λίκνο ακόμη ή μέσα στο πλοίο που τους οδηγούσε προς τον Πειραιά και την Αθήνα, τότε που αλλάζανε ζωή….». Στην πρωτεύουσα του αρτισύστατου ελληνικού Κράτους, η Ελένη εγγράφεται στο παρθεναγωγείο της περιοχής της Πλάκας, όπου και το αθηναϊκό σπίτι του καπετάν Γιάννη Μπούκουρη. Στα διαλείμματα κάθεται σε μιαν άκρη της αυλής και ζωγραφίζει τα προσωπάκια των συμμαθητριών της, τις ομοιόμορφες στολές τους, τις κινήσεις τους, τα σκιρτήματα του λυγερού εφηβικού κορμιού τους. «Η Ελένη έπρεπε να τιμωρηθεί, γιατί συνέχιζε να ζωγραφίζει όχι μονάχα στα διαλείμματα, μα και μέσα στην τάξη, κατά την ώρα του μαθήματος». Η εκκολαπτόμενη ζωγράφος θα πληρώσει το πρώτο τίμημα για το πάθος της στη ζωγραφική. Στο εξής το πάθος αυτό θα της χαρίσει στιγμές ευδαιμονίας αλλά θα της επιφυλάξει και οδυνηρές εκπλήξεις.

Όταν η Ελένη πάει να  συμπληρώσει τον κύκλο των εγκύκλιων σπουδών της, καταφεύγει  στην Ελλάδα κυνηγημένος από το Βασίλειο των Δύο Σικελιών ο Ναπολιτάνος ζωγράφος ,αρχαιολόγος και γιατρός Ραφαέλο Τσέκολι. Ο Τσέκολι θα μυήσει την Ελένη στα μυστικά της εικαστικής τέχνης και θα την γιατρέψει από «την αρρώστια της ζωγραφικής». Η νεαρή Σπετσιωτοπούλα πραγματοποιεί το πρώτο αποκαλυπτικό « ταξίδι» σ’ ένα χώρο που της ήταν κρυμμένος, απαγορευμένος και άγνωστος. 

«Τα μαθήματά τους κράτησαν αρκετά χρόνια. Ο δάσκαλος που γνώριζε ανατομία, δίδαξε στην Ελένη την ανθρώπινη πλευρά των αγαλμάτων. Ο δάσκαλος, που ήταν γνώστης της αρχαίας τέχνης, δίδαξε στη μαθήτριά του την ιερότητα του γυμνού. Η Ελένη άρχισε να αντιλαμβάνεται τον πίνακα σαν μια οργάνωση ζωής, ένα δίχτυ αναφορών και  αισθημάτων, όπου πιανόταν η ανθρώπινη ψυχή».

Η Ελένη είχε πιαστεί για καλά στο δίκτυ της μεγάλης, της αποκαλυπτικής τέχνης. Ο Τσέκολι, εκτός των άλλων, της μίλησε για την ανθοφορία των εικαστικών τεχνών στην Ιταλία. Για την ασύγκριτη σε δύναμη και χάρη Αναγεννησιακή Τέχνη. Κι όταν του καπετάνιου η κόρη βρισκόταν στο σταυροδρόμι των εικοσιεπτά χρόνων, που έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο γάμο και τη στατική ζωή ,όπως έκαναν οι αδελφές της και οι γυναίκες του σογιού της, και στην περιπετειώδη αλλά αβέβαιη ενασχόληση με την τέχνη του χρωστήρα, εκείνη προτίμησε το δεύτερο δρόμο. Και το ταξίδι συνεχίστηκε. 

Σε τούτο το τίναγμα της καλλιτεχνικής ψυχής της από τον Πειραιά στη Νάπολη της Ιταλίας συνοδός της ήταν ο πατέρας της. Από εκεί θα άρχιζε η μεγάλη οδοιπορία και το μεγάλο οδοιπορικό προς τη Ρώμη, σε μια εποχή πολιτικών αναστατώσεων (ο κόσμος στη Νάπολη είχε ξεσηκωθεί κατά του Ισπανού βασιλιά των Δύο Σικελιών και ο κυματισμός τούτου του ξεσηκωμού έφτανε ως την Πρωτεύουσα της κατακερματισμένης γειτονικής Χώρας). 

Η Ελένη ήταν ακόμη η κόρη που συνοδεύεται από το νησιώτη πατέρα της. «Ο πατέρας μου ντυμένος στα νησιωτικά του ρούχα με συνόδεψε στον δρόμο από τη Νάπολη μέχρι τη Ρώμη, δρόμο που ένα μεγάλο μέρος του κάναμε πεζοί, όπως θα με είχε συνοδέψει νύφη στην εκκλησιά…. Βιαζότανε λοιπόν να με οδηγήσει στην Αιώνια Πόλη κι εκεί να με εμπιστευθεί στη μύηση της τέχνης….».

Έξω από τη Νάπολη κρύβεται σε μια συστάδα δέντρων, και, μέσα στα χαλάσματα μιας αγροικίας, αλλάζει ρούχα. Φοράει σκούρο αντρικό κουστούμι και δερμάτινες μπότες και γύρω από το λαιμό της δένει φιλάρεσκα ένα μεταξωτό φουλάρι. «Στερέωσα ένα καθρεφτάκι στα κλαδιά, για να δω να βάλω πάνω στα κουρεμένα μου μαλλιά ένα αντρικό καπέλο. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέπτη. Η παρθένος ζωγράφος απουσίαζε, έχοντας φαίνεται ξεκινήσει για να επιστρέψει στην Ανατολή, όπου ανήκε». Στο εξής η Ελένη θα έπρεπε να σκέπτεται, να μιλάει, να συμπεριφέρεται ως άντρας. Να αισθάνεται γυναίκα και να εξωτερικεύει τα συναισθήματά της ως άντρας. Στο δύσκολο τούτο κοινωνικό ρόλο, το όνομά της Χρυσίνης ή Μπούκουρας ή Μπούκουρης δεν αντιπροσώπευε τίποτε. «Θα ζούσε εφεξής ως ένας Κανένας». 

Ο καπετάν Γιάννης εγκατέστησε  την Ελένη ή Κανέναν στη Ρώμη και βιάστηκε να επιστρέψει στις θεατρικές του επιχειρήσεις στην Αθήνα. Ο νεαρός υποψήφιος σπουδαστής δίνει εξετάσεις στην περίφημη σχολή των Ναζαρηνών ζωγράφων, επιτυγχάνει, εγκαθίσταται στο μοναστήρι του Αγίου Ισιδώρου έξω από τη Ρώμη, όπου η έδρα της Σχολής, με την προοπτική, ύστερα από δυο χρόνια, να πάρει το δίπλωμά του και να επιστρέψει στην Ελλάδα ως επαγγελματίας ζωγράφος. Θα έλειπε από την Ελλάδα λιγότερο από ένα υπερπόντιο ταξίδι. Η ασκητική ζωή του μοναστηριού τη βοηθούσε να κρύβει το φύλο της και να επιδίδεται απερίσπαστη  στη μαθητεία της Σχολής, της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά ήσαν η πειθαρχία και η συστηματική δημιουργία. Όμως τη βασάνιζε η σοβαρότητα της διαπραττόμενης παραβίασης του άβατου ενός αντρικού μοναστηριού και το ενδεχόμενο μιας αυστηρής τιμωρίας, εάν απεκαλύπτετο το αληθινό της φύλο.

Ο Κανένας πήρε την άδεια του πατέρα της να ξοδέψει ένα ακόμη μέρος της προίκας της για μια συστηματική επίσκεψη στα μνημεία και τα μουσεία της Ιταλίας, ύστερα από την αποφοίτησή της από τη Σχολή των Ναζαρηνών και λίγο προτού επιστρέψει στην Αθήνα. Στο μεταξύ ο αδελφός της ο Αναστάσης, το μοναδικό αρσενικό παιδί της οικογένειας Γιάννη Μπούκουρη ή Χρυσίνα, είχε συμπληρώσει τα δεκαεπτά του και ετοιμαζόταν για το δικό του ταξίδι στη Μασσαλία, για εμπορικές σπουδές. Το ταξίδι της Ελένης στον ιταλικό γεωγραφικό χώρο και στα ατέλειωτα μυστικά της ζωγραφικής τέχνης έπαιρνε άλλες διαστάσεις.

«Εξακολουθούσα να φορώ κοστούμια για να ζω μόνη και να ταξιδεύω με ασφάλεια….Τσιβιταβέκια, Ασσίζη, Περούτζια, Σιένα. Δάση βαθύσκιωτα, δαίμονες κι αγγέλοι, τριαντάφυλλο στα νέφη, αφρισμένοι Ποσειδώνες, πυρκαγιές και στρατιώτες, φως του μικρού Χριστού στην αγκαλιά, πομπές αρχόντων, λιτανείες των φτωχών, συστροφές των κολασμένων, γεωμετρία των κήπων, το θεώρημα κτιρίων. Σώματα πλούσια ντυμένα, σώματα εξαίσια γυμνά. Από το ζωγραφισμένο σύμπαν, που ξετυλιγότανε μπροστά μου στον πετρωμένο και συνάμα σφύζοντα χώρο των παλιών πολιτειών, τα σώματα κατακυρίευαν το λογισμό της διπλά παρθένου, και ως γυναίκας απαγορευμένης και ως ενός δήθεν άντρα. Πλην εγώ, ό,τι κι αν έλεγε τούτο το εγώ, είχα ομόσει στην αγάπη της ζωγραφικής».     

Οι περιπλανήσεις της έφεραν τον Κανένα και «σε μια πολιτεία της ενδοχώρας, μια πολιτεία δίχως θάλασσα», τη Φλωρεντία. Η πολιτεία τον κατέκτησε άνευ όρων. Νοίκιασε ένα δωμάτιο πάνω στους λόφους που περιβάλλουν την γοητευτική πόλη και γράφτηκε σένα σπουδαστήριο γνωστό για τις σπουδές σχεδίου και ακουαρέλλας. Εκεί ψηλά στην ενοικιασμένη σοφίτα απελάμβανε τη θέα, ζωγράφιζε, έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε δίχως φόβο. Και τότε η μοίρα της την φέρνει αντιμέτωπη με τον Σαβέριο Αλταμούρα που δίδασκε στο σπουδαστήριο. Ήταν ένας γοητευτικός άντρας που είχε επίγνωση της ομορφιάς και του ταλέντου του. Το ταξίδι της Ελένης διαγράφει τώρα μια επικίνδυνη τροχιά. Η ψυχή της συναντάει τον έρωτα και συγκλονίζεται από το πάθος. « Καταράστηκα τα αντρικά μου ρούχα. Κι έπειτα αμέσως τα ευχαρίστησα, ότι μου δίνανε την αναγκαία περίοδο χάριτος για να προσευχηθώ, επικαλούμενη την ευφυΐα του Κανένα και τη σοφία της θεάς παρθένου, που τον είχε φέρει ως εδώ καλά». Ο Σαβέριο συνοδευόταν και από τη φήμη του επαναστάτη που είχε καταδικαστεί από τον Φερδινάνδο ερήμην σε θάνατο, γι` αυτό ήταν υποχρεωμένος να καταφύγει στην Φλωρεντία(1848).

Μια πρώτη γνωριμία ανάμεσα στην Ελένη και στον Σαβέριο είχε γίνει στη Νάπολη, όταν αυτή φορούσε ακόμη γυναικεία ρούχα και συνοδευόταν από τον πατέρα της. Τότε η Ελένη είχε μακριά μαλλιά και κρατούσε μια συστατική επιστολή. Ο Σαβέριο θυμόταν πολύ καλά τη νεαρή μικροκαμωμένη και λιπόσαρκη Ελληνίδα.΄ Ο έρωτας του Κανένα απέναντι στον Δάσκαλό της την κάνει τολμηρή και επινοητική. Η αποκάλυψη του αληθινού φύλου της ερωτευμένης Σπετσιώτισσας ζωγράφου θα γίνει στο ίδιο  το φλωρεντινό διαμέρισμα της και θυμίζει κάτι από θεατρικές παραστάσεις της ιταλικής ΄Οπερας.

«Έτρεξα στο διπλανό δωμάτιο και πέταξα από πάνω μου τα αντρικά ρούχα. Άκουσα δυο φορές αδέξιο το δάχτυλό του να χτυπά τα πλήκτρα, σημάδι ανησυχίας ή εκνευρισμού, ενώ ντυνόμουν ακριβώς όπως τότε, που τον είχα συναντήσει. Με την μπροκάρ γαλάζια φούστα, τη ζακέτα από το ίδιο ύφασμα, την άσπρη μπλούζα με το δαντελένιο γιακαδάκι, την πορφυρή μεταξωτή εσάρπα, τις κεντημένες γόβες με το χαμηλό τακούνι. Δεν λησμόνησα την ασημένια ζώνη, τον σταυρό στο στήθος, την καρφίτσα στη ζακέτα. Ήμουν και πάλι η Ελένη. Έτσι κίνησα το πόδι να τον ξαναβρώ, όπως θα το κινούσα για να μπω στο πλοίο της αιχμαλωσίας. Έτσι εμφανίστηκα μπροστά του. Αλωμένη. Γυναίκα του».

Από εδώ και στο εξής, το ταξίδι της Ελένης, θα αποκτήσει μια επιτάχυνση, μια γρηγοράδα. Όπως το’ παμε και στην αρχή, ο Σαβέριο Αλταμούρα, ο διάσημος Ιταλός ζωγράφος και επαναστάτης παντρεύεται την Ελένη που τώρα πια έχει πάψει να είναι ο Κανένας, οι νιόπαντροι νοικιάζουν ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα στην Φλωρεντία (στην οδό Κοκόμερο), απέναντι από την Ακαδημία, έκαναν και τρία παιδιά, τον Ιωάννη που κράτησε ως διάσημος θαλασσογράφος το επίθετο του πατέρα, τη Σοφία που κι αυτή ήξερε να ζωγραφίζει και τον Αλέξανδρο, τον μακροβιότερο των τριών, ζωγράφο κι αυτόν, που, για ένα διάστημα μάλιστα, έζησε κοντά στον πατέρα του στο Παρίσι, ύστερα από το χωρισμό.

Τα δυο πρώτα παιδιά της η Ελένη τα είχε εμπιστευθεί στους γονείς της στην Αθήνα. Η Ελένη πραγματοποιούσε σύντομα ταξίδια στην Ελλάδα, για να τα βλέπει. Επιστρέφοντας από ένα τέτοιο ταξίδι βρήκε ένα γράμμα του Σαβέριο και το διαμέρισμα της Φλωρεντίας άδειο. Ο άντρας της είχε φύγει μαζί με την Τζέιν Χέι, την Αγγλίδα φίλη τους και ζωγράφο επίσης. Είχαν πάρει μαζί τους και τον Αλέξανδρο, βρέφος ακόμη «για να μην το εξαφανίσω κι αυτό πίσω από τα ανατολίτικά μου πέπλα». Ο Σαβέριο έγραφε κι άλλα στο γράμμα της εγκατάλειψης και της προδοσίας. «Ως ζωγράφο με εκτιμούσε, και ως γυναίκα του με είχε αγαπήσει, αλλά τον είχανε κουράσει ο μελαγχολικός μου χαρακτήρας, η δυσπιστία, οι αδιάκοπες φυγές μου, η δυστυχία μου όταν έπρεπε να ντύνομαι με γυναικεία ρούχα, τα κουρεμένα μου τα μαλλιά. Κι ότι δεν θα ξαναγύριζε στο σπίτι μας».

Η προδομένη Ελένη μάζεψε τα υπάρχοντά της, τους πίνακες της, ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από « τη λεηλασία μιας ζωής» κι επέστρεψε στην Ελλάδα. «Έτσι άρχισα κι αυτό το ταξίδι. Αδάκρυτη» Στην πραγματικότητα τούτο το τελευταίο ταξίδι από την Φλωρεντία στη Νάπολη κι έπειτα, με το ιστιοφόρο πλοίο της γραμμής, στον Πειραιά, η εγκατάστασή της για κάμποσα χρόνια στην Αθήνα κι έπειτα η απόληξή της στο γενέθλιο νησί (υπάρχουν μέσα στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη  θαυμάσιες περιγραφές, αλλά και ψυχογραφήσεις, από την τελική παραμονή της στις Σπέτσες και τη συναναστροφή της με τους συμπατριώτες της, επώνυμους και ανώνυμους) ολοκληρώνουν το περιπετειώδες ταξίδι της Ελένης Αλταμούρα μέσα στο γεωγραφικό χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, μέσα στο απροσμέτρητο βάθος της ζωγραφικής τέχνης και μέσα στον αβυσσαλέο κόσμο της γυναικείας ψυχής.

Συμπληρώνουν έναν κύκλο που έχει χαραχτεί με κόκκινη γραμμή όχι μόνο στο αριστουργηματικό βιβλίο αλλά και στη γενικότερη εποποιία της Γυναίκας, να κατακτήσει κορυφές κοινωνικής απελευθέρωσης.  

 Γιώργος Σταματίου

ΘΕΣΣΑΛΙΑ (6242 λέξεις)

 Διαδρομές και αξιοθέατα στον Ορεινό χώρο Τρικάλων

ΠΥΛΗ – ΕΛΑΤΗ – ΠΕΡΤΟΥΛΙ – ΝΕΡΑΙΔΟΧΩΡΙ – ΠΥΡΑ – ΔΕΣΗ – ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ - ΔΡΟΣΟΧΩΡΙ 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Μάιος 2007

Ορεινή Πανδαισία 

Αποτελεί γεωγραφικό παράδοξο ότι καθ΄ όλη τη διαδρομή για τον ορεινό χώρο Τρικάλων διασχίζουμε τον αχανή θεσσαλικό κάμπο, με το βλέμμα στραμμένο στις πρώτες, ήπιες κορυφές των Αγράφων. Περνάμε την Καρδίτσα, φτάνοντας στα Τρίκαλα με ένα αίσθημα που λίγο ή πολύ είναι συνδεδεμένο στο οπτικό και ψυχικό κόσμο των περισσοτέρων περιηγητών, με τα Μετέωρα. 

Πράγματι, λίγοι είναι οι πληροφορημένοι ταξιδιώτες που γνωρίζουν την ιστορία που κρύβεται πίσω απο τον Κόζιακα, το ανατολικότερο βουνό της κεντρικής Πίνδου. Ακόμα λιγότεροι έχουν άποψη για τους σπουδαίους ανθρώπους που έζησαν ή γεννήθηκαν σ’ αυτόν. Την ιστορία, τα πολιτιστικά, αρχιτεκτονικά μνημεία των ίδιων των Τρικάλων, της ευρύτερης ορεινής περιοχής που απλώνεται έως τα ορεινά των Αγράφων και του Βάλτου, τα Ξυλοχώρια και Καστανοχώρια του Κόζιακα ή ακόμα, την σπουδαία ικανότητα που κατέχουν αυτά τα χωριά να προσαρμόζονται ισότιμα, στα δύσκολα, και πολλές φορές ακατανόητα μηνύματα των καιρών.

Μια μικρή αναδρομή στον ορεινό χώρο Τρικάλων είναι αναγκαία, αφού σε λίγα χρόνια οι νεώτεροι, θα νομίζουν ότι αυτά τα μέρη ζούσαν απο ….τον τουρισμό. Όλοι οι άνθρωποι, ολόκληρες κοινωνίες που κατοικούσαν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 στα χωριά, δεν είχαν καμία εξάρτηση από το τι θα αγόραζαν για να ζήσουν. Τα νοικοκυριά είχαν μια εξαιρετική αυτονομία αφού παρήγαν σχεδόν τα πάντα. Λαχανικά, φρούτα, κρέας, τυριά, γάλα, βούτυρο και τα παράγωγά τους. Οι γυναίκες είχαν την απόλυτη κυριότητα μέσα στο σπίτι, ύφαιναν στον αργαλειό, έπλεκαν, εργάζονταν το καλοκαίρι προετοιμάζοντας τα τρόφιμα της οικογένειας για τον βαρύ  χειμώνα.

Αν η γεωργία ήταν περιορισμένη, εξ’ αιτίας του ορεινού εδάφους, δεν συνέβαινε το ίδιο με την κτηνοτροφία, που αναπτύχθηκε σημαντικά, όταν τον 18ο αι. οι οικισμοί μεγάλωσαν. Τότε, αρκετοί τσελιγκάδες διακρίθηκαν στο εμπόριο, συσσωρεύοντας μυθικά πλούτη από τα προϊόντα που οι ίδιοι παρήγαγαν. Είναι γνωστό το εμπόριο μαλλιών, που γινόταν στη Θεσσαλία - Μακεδονία, τόσο από ξένους όσο και από Έλληνες. Όλη αυτή η ευμάρεια αντικατοπτρίζεται στα μεγάλα δίπατα – τρίπατα σπίτια ελάχιστα δείγματα των οποίων έχουν φτάσει ως τις μέρες μας. Οι μεγάλη οικονομική τους δύναμη φαίνεται στις δωρεές ή και στην εκ’ θεμελίων ανέγερση εκκλησιών, μοναστηριών, και δεκάδων κοινωφελών έργων. Πλούτος που σήμερα φαντάζει εξωπραγματικός ακόμα και από ‘’φτασμένους’’, επώνυμους επιχειρηματίες. Αν έπρεπε λοιπόν να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη που να καλύπτει τη ζωή στα χωριά, αυτή θα ήταν: ευημερία. 

Πολύ αργότερα ήρθε εδώ πάνω ο τουρισμός. Στις μέρες μας πια, η πλήρης κατάρρευση του πολιτικού συστήματος, έφερε την χωροαταξία, που με τη σειρά της καταστρέφει και πνίγει κάθε φωνή που αντιστέκεται στις αυθαίρετες επεκτάσεις των ορεινών οικισμών και στην εκτός οικονομικής λογικής κατασκευή, ολοένα περισσοτέρων υπερπολυτελών ξενοδοχείων. Και να ήταν μόνο αυτά; Το σύνθημα πια έχει δοθεί και είναι ένα: Ας γίνει και στα βουνά, «της παραλίας». Ευτυχώς η φύση κι’ οι απέραντες δυνατότητες για διαδρομές σας βγάζουν γρήγορα από αυτούς τους προβληματισμούς, ανακαλύπτοντας, κάποια αξιοπρόσεκτα μνημεία που στολίζουν διακριτικά το χώρο. Ξεκινώντας απ’ τα Τρίκαλα προς τα χωριά του Ορεινού Χώρου του, ένας πνιγμένος στο πράσινο, του έλατου και του πλατανιού, τόπος άγιος, σας περιμένει και σας υποδέχεται με όλες τις τιμές. Άνθρωποι αγνοί, ένα με την φύση, την απλοχεριά, και την αγάπη για τα δάση και τα χωριά τους, περιμένουν να σας φιλοξενήσουν, τόσο κοντά και συνάμα τόσο μακριά από το κέντρο. 

Τα χωριά του κάμπου φεύγουν γρήγορα απ’ το οπτικό σας πεδίο και τίποτα δεν προϊδεάζει τον περιηγητή γι’ αυτό που υπάρχει μόλις...λίγα χιλιόμετρα παρακάτω.  Η ατέλειωτη ευθεία του κάμπου διασχίζει τα χωριά, Πηγή,όπου προτείνουμε(λίγο μετά την είσοδο στο χωριό) να δείτε το κονάκι του Ζαβιτσιάνου (ιδιοκτησία Μαρίνας Δερβέναγα),ένα σημαντικό ιστορικό διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 66/Β/ 21-2-1986). Αυτό το διώροφο πετρόχτιστο κτήριο, μοναδικό στην περιοχή, αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα. Πρόσφατα έγιναν εργασίες συντήρησης, αλλάχτηκε η στέγη ενώ υπάρχουν υλοποιήσιμες προτάσεις ανάδειξης και του περιβάλλοντος χώρου των 27 στρ. Προσέξτε τις περίτεχνες χυτές σιδεριές στα παράθυρα του ισογείου και την περίφραξη του κτηρίου.

Στην συνέχεια περνάτε τη Λυγαριά,το Παλαιομονάστηρο και ξαφνικά, νομίζετε ότι κατευθύνεστε σε...αδιέξοδο. Το μικρό φαράγγι που χωρίζει τα βουνά Ίταμο (γνωστό και ως Τσούκα) και Κόζιακα (το Κερκέτιον των αρχαίων, το ανατολικότερο βουνό της οροσειράς της κεντρικής Πίνδου) μοιάζει στα μάτια του επισκέπτη απροσπέλαστο. Μεγάλα βράχια υψώνονται μπροστά στο τελευταίο χωριό του κάμπου, και λες, σαν από θαύμα, κάποιο θεϊκό χέρι έκοψε το βουνό στα δύο, και η ‘’Πύλη’’ προς τον θεόρατο ορεινό όγκο...ανοίγει, οδηγώντας τον περιηγητή από τον Θεσσαλικό κάμπο στα Ορεινά των Τρικάλων και την Ήπειρο από τον συντομότερο δρόμο. Στην αρχαιότητα αποτελούσε το φυσικό σύνορο της Θεσσαλίας με την Ήπειρο και μετά το πέρασμα στα ορεινά, κατοικούσαν οι Αίθηκοι και οι Αθαμάνες. Αυτή η μικρή δίοδος, που σχηματίζουν τα δύο βουνά ήταν γνωστή από τα Ρωμαϊκά στρατεύματα που πέρασαν πολλές φορές από εδώ. 

Παλιότερα, σε αυτή την συμβολή ήταν ο οικισμός Μεγάλη Πόρτα ή Πόρτα Παζάρι ονομασία που απέκτησε από το μεγάλο ετήσιο εμπορικό πανηγύρι που γινόταν εκεί και με μικρότερη εμβέλεια συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, στην Πύλη. Πριν την καταστροφή του εξ’ αιτίας μιας αδιευκρίνιστης ασθένειας ήταν γνωστός για το εξαιρετικό μετάξι που παρήγαγε και τις εμπορικές του συναλλαγές με τον Τίρναβο και την Κωνσταντινούπολη. Το παράξενο είναι ότι ενώ στο μουσείο μεταξιού στο Σουφλί Έβρου αναφέρεται ο οικισμός σαν παραγωγός, στην σημερινή Πόρτα Παναγιά και την Πύλη δεν υπάρχουν καθόλου στοιχεία που να πιστοποιούν κάτι τέτοιο. Οι γεροντότεροι κάτοικοι αμυδρά θυμούνται που τους έλεγαν για την παραγωγή και τις μουριές που κάποτε υπήρχαν εδώ, αλλά γραπτές αποδείξεις δεν βρέθηκαν. Κατά τη διάρκεια της ασθένειας, το 1822, το χωριό καταστράφηκε και μαζί με αυτό και η παραγωγή μεταξιού, οι δε κάτοικοί του διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Θεσσαλίας, στην Πορταριά, στις Σέρρες ακόμα και στο Άγιο Όρος. Τότε, τον 19ο αι., οι εναπομείναντες κάτοικοι συνοίκησαν την Πύλη ξεκινώντας από την αρχή τη ζωή και τις εργασίες τους. 

Η σημερινή Πύλη, κωμόπολη πια, είναι το πρώτο εμπορικό - διαμετακομιστικό κέντρο για μεγάλο τμήμα του ορεινού χώρου Τρικάλων. Εκτός των άλλων, διαθέτει ένα αξιόλογο εμφιαλωτήριο επώνυμου τοπικού οίνου που ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια. Πρόκειται για το γνωστό «Κελάρι Περγαντή», του Αχιλλέα Περγαντή, ο οποίος χωρίς να φείδεται χρόνου και κόπου, ασχολείται από την καλλιέργεια και την παραγωγή, μέχρι τη διάθεση. Αναζήτησε με επιμονή τις παλιές ντόπιες ποικιλίες (Σέντζο-Γρανουάρ-Μπαντίκι) και σήμερα καλλιεργεί μια δωδεκάδα από αυτές. Στα αξιοθέατα της Πύλης, περιλαμβάνονται η Πόρτα Παναγιά, η Μονή Γκούρας, η Μονή Αγ. Βησσαρίωνα Δουσίκου, το πέτρινο γεφύρι του Αγ. Βησσαρίωνα, και θαυμάσιες πεζοπορικές διαδρομές. 

Μια από αυτές, η πιο εύκολη, ξεκινά περνώντας την καμάρα του πέτρινου γεφυριού. Από εκεί, ένα πλακόστρωτο μονοπάτι οδηγεί παραποταμίως στην Πόρτα Παναγιά. Στην διαδρομή θα δείτε και μια ολοπέτρινη οξυκόρυφη κρήνη από την εποχή της τουρκοκρατίας, ενώ στον χώρο δίπλα από τον ναό υπάρχει το ολοκαίνουργιο παραδοσιακό καφενείο του Γιάννη και της Φωτεινής Σουφλιά 6976649859, 2434022783. 

Μια μεγαλύτερης διάρκειας πεζοπορική διαδρομή στο βουνό Ίταμο φέρνει τους επισκέπτες στα 1008 μ. υψόμετρο στην βραχώδη κορυφή ‘’Σουβλερό’’ όπου σώζονται τα ερείπια ενός πολύ σημαντικού ελληνιστικού φρουρίου – παρατηρητηρίου, με μεγάλους αρχαίους ορθογώνιους λίθους, το οποίο δέσποζε στις γύρω ορεινές περιοχές και διαβάσεις της Πίνδου μεταξύ 4ου και 1ου αι. π.Χ. Αυτό το κάστρο ταυτίζεται με το αρχαίο φρούριο «Αθήναιον» αν και σε 500 μ. περίπου υπάρχει και άλλο, παρόμοιο, ενώ στην ψηλότερη κορυφή σε υψόμετρο 1132 μ. στον «Πύργο» περίπου 1000 μ. βορειότερα από το «Σουβλερό» σώζονται τα ερείπια ενός άλλου ελληνιστικού φρουρίου που λόγω της θέσης του έλεγχε καλύτερα τα βόρεια περάσματα (Βροντερό – Ελάτη – Στουρναρέικα – Παλαιοκαρυά κ.α.). Η ύπαρξη πολλών φρουρίων σε τόση μικρή απόσταση μεταξύ τους φανερώνει τη  στρατηγική σημασία ολόκληρης της περιοχής.

Ο οικοτουρισμός είναι μια πολύπλευρη δραστηριότητα, φιλική προς το περιβάλλον, που έρχεται να επανατροφοδοτήσει και να ανανεώσει τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Παράλληλα, ταξιδεύοντας σ’ αυτήν την άγνωστη «άλλη Ελλάδα» και φέρνοντας σε επαφή τους κατοίκους της πόλης με τους κατοίκους της υπαίθρου, συμβάλλει στη διατήρηση των οικισμών, των τοπικών πολιτισμικών παραδόσεων και δραστηριοτήτων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις στηρίζει την παραμονή των γηγενών πληθυσμών στον τόπο τους, εξασφαλίζοντας ένα συμπληρωματικό εισόδημα. Αυτοί οι λόγοι ώθησαν τον Παναγιώτη (Δασοπόνο) και τον Φάνη (εκπαιδευτικό) να ιδρύσουν ένα γραφείο εναλλακτικού τουρισμού στην Πύλη. Μεταξύ των πολλών δραστηριοτήτων μεγάλο ενδιαφέρον για τους επισκέπτες παρουσιάζουν οι θεματικές οικοτουριστικές μονοήμερες εκδρομές με τα πολυθέσια 4Χ4 τους, «στα γεφύρια του Κόζιακα» και οι οικοξεναγήσεις στα δάση της περιοχής για μια γνωριμία με το δασικό οικοσύστημα. 

Ανθρώπινα και φυσικά μνημεία του χώρου που πρέπει να δείτε: 

Διαβαίνοντας τα στενά της Πύλης (Πόρτα) ένας δροσερός ποταμός, ειδικά τον χειμώνα, σας υποδέχεται. Ο Πορταϊκός ή Πορτιάτης ποταμός και το μονότοξο πέτρινο γεφύρι της Πόρτας στέκει εκεί αγέρωχο χτισμένο το 1514, επί τουρκοκρατίας, με την φροντίδα του Αγίου Βησσαρίωνα, απ’ όπου έλκει την δεύτερη ονομασία του, και την τέχνη Ελλήνων μαστόρων. Μοναδικό γεφύρι στην περιοχή έως το 1936 που κατασκευάστηκε η παρακείμενη γέφυρα Κονδύλη, ήταν η μοναδική οδός επικοινωνίας, όπου μέσω της πλαγιάς του Κόζιακα διευκόλυνε τις συνηθισμένες εποχιακές μετακινήσεις αγαθών, ανθρώπων, κοπαδιών, στα χωριά ολόκληρου του ορεινού όγκου, ως πέρα, στα χωριά του Ασπροπόταμου και την Ήπειρο

Απέναντι από την Πύλη βρίσκεται ο μικρός, στις μέρες μας, οικισμός Πόρτα Παναγιά που είχε ιδρυθεί κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, γνωστή στους λογίους με την ονομασία «Μεγάλαι Πύλαι» ενώ ο λαός τον έλεγε Μεγάλη Πόρτα. Εδώ, σε αυτή την μικρή γωνιά, βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα βυζαντινά μνημεία στον Ελλαδικό χώρο. Ο ναός (δηλ. το καθολικό της Μονής Παναγίας της Ακαταμαχήτου) της Πόρτα – Παναγιάς γνωστή και με την επωνυμία «Παναγία των Μεγάλων Πυλών». Ως κτήτορας σημειώνεται ο σεβαστοκράτορας Θεσσαλίας και Νέων Πατρών (Υπάτη) Ιωάννης Ι. Άγγελος Κομνηνός ο Δούκας (1266/7 – 1289/90), που ανοικοδόμησε την μονή της Ακαταμαχήτου Θεοτόκου το 1283, σε θέση αρχαίου ιερού της Αθηνάς, από το οποίο πήρε το όνομά του το φρούριο του Αθήναιου στην θέση«Πύργος»τουγειτονικού βουνού Ιτάμου. 

Η  τρίκλιτη σταυρεπίστεγη βασιλική, με σπάνιας τέχνης, ψηφιδωτά και μαρμάρινο τέμπλο, που ανήκει στους χρόνους ιδρύσεως του ναού, έχει κηρυχθεί, (ΦΕΚ 68/Α/1921 & 352/Β/31-5- 1967) ως προέχον βυζαντινό αλλά και ιστορικό μνημείο. Στους χρόνους του βυζαντίου αποτελούσε το κέντρο πλούσιας σταυροπηγιακής μονής με σπουδαία περιουσία τόσο σε κειμήλια, όσο και σε κτήματα σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας. Το 1854 – 5 ο ναός έπαθε μεγάλες ζημιές από σεισμό ή πυρκαγιά με αποτέλεσμα να πέσει η θολωτή στέγη του μεσαίου κλίτους. Τον Οκτώβριο του 1980 πυρκαγιά, με τα σημάδια να φαίνονται ακόμα, κατέστρεψε μεγάλο μέρος των εξαίρετων τοιχογραφιών του εξωνάρθηκα. Οι ολόσωμες ψηφιδωτές εικόνες του Χριστού (αριστερά) και της Θεοτόκου (δεξιά), κατασκευάστηκαν πιθανώς το 1285 από τον ίδιο τεχνίτη που φιλοτέχνησε τα ψηφιδωτά του τρούλου του ναού της Παρηγορίτισσας της Άρτας και είναι αντίθετα από ότι συνήθως τοποθετούνται στους ναούς μας.

Στην περιοχή γύρω από την Πύλη υπάρχουν πολλά επισκέψιμα μνημεία, από τα οποία ξεχωριστή θέση στις καρδιές των κατοίκων έχουν τα δύο μοναστηριακά συγκροτήματα. Στα νότια, δύο μόλις χλμ. πάνω σε ένα ολόδροσο μπαλκόνι του Ίταμου βρίσκεται το γυναικείο μοναστήρι της Γκούρας (1743), με την θαυματουργή εικόνα της Κοίμησης Της Θεοτόκου. Στα βόρεια, σε πέντε χλμ. υπάρχει το ιστορικό  ανδρικό μοναστήρι της Ιεράς Μονής Δουσίκου Πύλης ή  Αγίου Βησσαρίωνα. Η φρουριακή κατασκευή του υποβάλει τους επισκέπτες, την προσοχή των οποίων ελκύει η παλιά είσοδος με την ανασυρόμενη σπαστή ξύλινη σκάλα. Μόλις έξι μοναχοί, ο καθείς υπεύθυνος για το διακόνημά του, το ιστορικό μοναστήρι - μνημείο - συνεχίζει την πλούσια κοινωνική και φιλανθρωπική του δράση. 

Το τεράστιο τριώροφο κτιριακό συγκρότημα που μοιάζει με  φρούριο, με τα 366 κελιά που διέθετε στο παρελθόν - όσες οι μέρες του χρόνου αναφέρει η παράδοση -  ιδρύθηκε το 1527 από τον Μητροπολίτη Λαρίσης -  Άγιο μετέπειτα Βησσαρίωνα (1490 – 1540), που γεννήθηκε στον οικισμό Πόρτα Παναγιά. Στην Ι. Μονή ο επισκέπτης έχει την δυσεύρετη ευκαιρία να θαυμάσει αγιογραφίες του 1557 δημιουργήματα κρητικής σχολής από τον  αγιογράφο Τζιόρτζη. Το μοναστήρι βομβαρδίστηκε το 1943 από τα στρατεύματα κατοχής και μεγάλο μέρος από τα κτίρια έπαθαν σοβαρές ζημιές οι οποίες αναστηλώθηκαν με επιτυχία, τα τελευταία χρόνια. 

Βγαίνοντας από την κωμόπολη, λίγο πριν το γεφύρι του Αγ. Βησσαρίωνα, στις όχθες του Πορταϊκού ποταμού, βρίσκεται ερειπωμένος πλέον, ένας από τους πολλούς νερόμυλους της περιοχής, «στο Μπληγόρι» (1665). Στην ευρύτερη έκταση έχει δημιουργηθεί, από τον γιο του τελευταίου μυλωνά ένας ήρεμος, δροσερός χώρος αναψυχής, για ξεκούραση ή περπάτημα κάτω απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια. Θαυμάσιο θέμα και θέαμα για όλους, ειδικά για τα παιδιά, αποτελεί η αξιοποίηση των υδάτινων πόρων με τρόπο ώστε να βλέπουν οι επισκέπτες πως εκμεταλλευόντουσαν παλιότερα την δύναμη του νερού. Στον ‘’Νερόμυλο’’ εκτός από αναψυκτικά, καφέ ή τσιπουρομεζέδες, λειτουργούν Υδρογεννήτρια, Δρυστέλα, Μύλος, Μαντάνια, Μαγγανοπήγαδο και Ιχθυοτροφείο. Απόστολος Μπουρνάζος 2434022085. Πιο κάτω, προσέξτε τη στενή τσιμεντένια γέφυρα «Κονδύλη» γιατί χωρά μόνο ένα αυτοκίνητο, ενώ ιδιαίτερη επιμέλεια να δείξετε όταν η θερμοκρασία είναι κάτω από το μηδέν αφού το κατάστρωμά της συχνά μαζεύει νερά, που παγώνουν. Η διαδρομή συνεχίζει με λίγες στροφές αρχικά, δεν προσπερνάτε κανέναν παρά μόνο όταν φτάσετε στην μεγάλη δστ. «προς Στουρναρέικα - Άρτα». Εκεί, στρίψτε αριστερά (υπάρχουν πινακίδες) με κατεύθυνση Στουρναρέϊκα – Άρτα και τα χωριά της διευρυμένης κοινότητας Νεράιδας. 

Αυτή η διαδρομή κρύβει μια μεγάλη έκπληξη για τον επισκέπτη, έναν ‘’κρυφό’’ ασφαλτοστρωμένο δρόμο με σήμανση ‘’προς Κάτω – Μέση – Άνω Παλαιοκαρυά’’ (στα 3,9 χλμ. από την προαναφερθείσα δστ.). Μόλις στρίψετε αριστερά και πάρετε τον στενότερο ασφαλτοστρωμένο δρόμο θα βρεθείτε σε δευτερόλεπτα σε έναν πανέμορφο τόπο που αν μη τι άλλο, από κάπου θα πεταχτούν ξαφνικά ξωτικά ή νεράιδες. Το ξεχασμένο, συγκλονιστικό τοπίο, συμπληρώνεται αρμονικά από το μουρμούρισμα του Παλαιοκαρίτη ποταμού και τα κελαηδίσματα των πουλιών. Στην μικρή τσιμεντένια γέφυρα (υπάρχει πινακίδα) μπείτε στον χωματόδρομο, και σε 300 μέτρα είστε στην βάση του παραδοσιακού  - επιβλητικού -  πέτρινου γεφυριού της Παλαιοκαρυάς ( 16ος αι.), με τους δύο ασύμμετρους καταρράκτες, 12 και 2 μέτρων αντίστοιχα, και μιας λιμνούλας που λες και έχει βγει από παραμύθι. Ιδανικό περιβάλλον για τους εραστές της ελεύθερης κατασκήνωσης. Από το κατάστρωμα του γεφυριού πέρναγε παλιότερα ο δρόμος που συνέδεε τα Τρίκαλα με τα Στουρναρέικα, το Βαθύρρευμα και όλα τα χωριά της σημερινής Διευρυμένης κοινότητας Νεράιδας, αλλά και ο παράδρομος που πήγαινε στα χωριά της Αργιθέας και το κοντινό Ροποτό. Σήμερα τα μονοπάτια υπάρχουν, (χωρίς σήμανση) και τα χρησιμοποιούν συχνότατα οι ενημερωμένοι πεζοπόροι. 

Οι εκπλήξεις συνεχίζονται όταν από τον κεντρικό δρόμο συνεχίσετε κρατώντας την ίδια κατεύθυνση (προς Άνω Παλαιοκαρυά). Θα περάσετε από την Κάτω, όπου υπάρχει ανοιχτό καφενεδάκι, ένας αναστυλωμένος νερόμυλος με ντριστέλα (για το πλύσιμο των ρούχων) όλαεν λειτουργία σε μια αληθινή ευκαιρία, να δουν τα παιδιά, ενίοτε και οι μεγάλοι, τον τρόπο που εκμεταλλεύονται και σήμερα τη δύναμη του νερού. Σε 4 χλμ. συνολικά, θα αντικρίσετε το μοναδικό παλιό χάνι που απέμεινε στην περιοχή, του μπάρμπα - Στέφου και της κυρά - Παρασκευής Γώγου.  Πέρασμα κάποτε όλων των ταξιδιωτών, των εμπόρων και των κυρατζήδων, από και προς τα χωριά του Ορεινού όγκου Τρικάλων. Στέφανος και Παρασκευή Γώγου 2434081450.

Αφήνοντας την Παλαιοκαρυά, επιστρέψτε στην κεντρική δστ. και συνεχίστε τη διαδρομή προς Ελάτη, ξεγλιστρώντας μέσα σ’ ένα καταπράσινο τοπίο με πολλά πλατάνια. Είναι μια πανέμορφη διαδρομή, που τις ημέρες των γιορτών παρουσιάζει μεγάλη κυκλοφοριακή επιβάρυνση. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι όλοι οι επισκέπτες την έχουν επισημάνει σαν πολύ καλή. Απ’ την κεντρική δστ. και πάνω, ο δρόμος φαρδαίνει αλλά οι διαγραμμίσεις είναι από προβληματικό και άκρως επικίνδυνο πλαστικοποιημένο υλικό που γλιστράει και ειδικότερα, επηρεάζει τις μοτοσυκλέτες. 

Οι κορυφές των βουνών αρχίζουν να ξεχωρίζουν ενώ αχνοφαίνονται τα χωριά Αγ. Προκόπιος, Καλόγεροι, Βροντερό, παρασύροντας τον οδηγό που καλύπτει τα δώδεκα χιλιόμετρα σαν να ήταν μόνο ένα, φτάνοντας στην παραδεισένια, στεφανωμένη το ελατόδασος του Κόζιακα, Ελάτη (Τύρνα)σε υψόμετρο 938 μ. Είναι η έδρα του Δήμου Αιθήκων, με 762 μόνιμους κατοίκους και 952 συνολικά από όλους τους συνοικισμούς (Ξυλοχώρι, Λιπιότα, Βλατανέοι, Βλάχα, Αγ. Γιώργης). Ένας πολύ ωραίος τόπος που ατενίζει με αισιοδοξία και ομαλότητα τις προκλήσεις του μέλλοντος. Είναι το μεγαλύτερο, και απ’ τα λίγα ορεινά χωριά της περιοχής, με ευδιάκριτα χαρακτηριστικά και πλήρη τουριστική παρουσία όλες τις εποχές του χρόνου. Η εξαίρετη υποδομή: ξενοδοχεία, ξενώνες, ενοικιαζόμενα δωμάτια, σε συνδυασμό με τα πολλά αξιόλογα καταστήματα, καφέ, σούπερ Μάρκετ, εστιατόρια, ψησταριές, κέντρο ορεινών δραστηριοτήτων, προσθέτουν μια κοσμοπολίτικη αίσθηση που αμέσως κερδίζει τους επισκέπτες. Αξιόλογη και ξεχωριστή παρουσία αποτελεί το πρότυπο εργαστήριο ξυλογλυπτικής, του Άγγελου Πατσιαντζή, μοναδικό στην ευρύτερη περιοχή που κατασκευάζει πρωτότυπα χειροποίητα διακοσμητικά αντικείμενα τέχνης.

Η πολυσχιδής Ελάτη Τρικάλων, αποτελεί βασικό ορμητήριο και κυριότερο ‘’πέρασμα’’, για δεκάδες διαδρομές, ασφάλτινες, δασικές, πεζοπορικές, σε μονοπάτια και δασικά κομμάτια, αποδεικνύοντας ότι δεν είναι τυχαία η επιλογή της, από τους περιηγητές. Η ιστορία της χάνεται στο βάθος του χρόνου και αναφέρεται ήδη, στην τουρκική απογραφή του 1454/55. Από τους πρώτους ερευνητές φιλόλογους και αρχαιολόγους του 19ου και 20ου αι. η θέση της ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Πότναιο ή Ποίτνεο. Και σε πρόσφατες επιτόπιες έρευνες επιστημόνων, στην θέση ‘’Κατώφλι’’, επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη, σε μεγάλη έκταση, ερειπίων αρχαίας πόλεως των κλασικών χρόνων.

Η δαντελωτή άγρια κορυφογραμμή του Κόζιακα, σας κοιτά αγέρωχα. Ο αέρας φέρνει από παντού μυρωδιές ευωδιαστές προτρέποντάς σας, για γνωριμία με τον τόπο. Μέσα στο χωριό, ο επισκέπτης έχει την δυνατότητα να περπατήσει στα ελατοσκεπή μονοπάτια, τα παιδιά να παίξουν ανέμελα στην μεγάλη παιδική χαρά, και για όσους πεζοπόρους επιθυμούν, υπάρχουν ακόμα λιγοστά σπιτάκια απ’ την παλιά Τύρνα, αν απ’ τον κεντρικό δρόμο που διασχίζει το χωριό, περπατήσει έως την διασταύρωση, που αριστερά, (ευθεία πάει Βροντερό – Καλόγηροι) κατηφορική άσφαλτος οδηγεί ως τα παλιά σπίτια, και τις αυλές των Τυρνιωτών. Πέτρα δουλεμένη από Ηπειρώτες μαστόρους, ξυλοδεσιές, υπέρθυρα, ‘’φωτογραφίζουν’’ την παράδοση και τον πολιτισμό. Στις αρχές του 20ου αι. οι τρεις συνοικισμοί του παλιού χωριού (Πάνω, Κάτω και Κολών μαχαλάς), ήταν κτισμένοι χαμηλά, προς το ποτάμι.

Σώζονται ακόμα αρκετές κατοικίες από τις παλιές όπως επίσης και η παλιότερη της περιοχής, της οικογένειας του Παναγιώτη Γιδάρη, ένα ολοπέτρινο κτήριο του 1845, κάποτε δίπατο, με πολεμίστρες και πόρτα με αμπάρα που έμπαινε στον τοίχο (όπως στα παλιά μοναστήρια). Μάλιστα, όπως κατηφορίζει ο χωματόδρομος, εκεί προς το τέλος του, υπάρχει ένα παλιό εικονοστάσι, «της Παναγίας». Στον ευρύτερο χώρο, έως τις αρχές του 20ου αι. υπήρχε η Εκκλησία - Μοναστήρι Κοίμησης της Παναγίας Θεοτόκου. Ο αείμνηστος Γκιζλής Ηλίας από την Ελάτη, θυμόταν ότι χωρούσε πάνω από διακόσια άτομα, και ήταν μεγαλύτερη από την σημερινή, με πανέμορφο τέμπλο, μεγάλα ‘’χαγιάτια’’, μοναχούς που καλλιεργούσαν την γη, και ασχολούνταν με την κτηνοτροφία. 

Το 1823 τα χωριά Τύρνα (Ελάτη), Περτούλι, Βετερνίκ (Νεραιδοχώρι) και Πύρρα κάηκαν από τους Αρβανίτες υπό τον Σελιχτάρ Μπόδα. Οι  κάτοικοι της Τύρνας χωρίσθηκαν σε δύο ομάδες και  έφυγαν στην Αγιά Λάρισας με αρχηγό κάποιον ‘’Αγνάτο’’, και προς το Μεσολόγγι με αρχηγό τον ‘’Τζάλα’’. Πίσω, στο παλιό χωριό οι κακουχίες κάθε είδους απογοήτευσαν τους μοναχούς, οι εναπομείναντες κάτοικοι δεν είχαν τόσα εισοδήματα για να συντηρούν και την εκκλησία η οποία σιγά -  σιγά ερήμωσε έως ότου γκρεμίσθηκε γύρω στο 1923. Τμήμα του παλιού τέμπλου της Εκκλησιάς - Μοναστηριού της Παναγίας Θεοτόκου σώζεται και φυλάσσεται στον Προφήτη Ηλία στο δασάκι. Τέτοιοι οικισμοί υπήρχαν σε όλα τα ‘’Παλιοχώρια’’ που αναφέρονται κοντά ή δίπλα από κάθε σημερινό χωριό, σε όλη την επικράτεια, ειδικότερα όμως στα ορεινά. Στα περισσότερα από αυτά τα ‘’παλιοχώρια’’ υπάρχουν ή κατά κανόνα, υπήρχαν, εκκλησούλες, χαλάσματα και αραιά – αραιά καμιά κατοικία σε καλή κατάσταση. 

Ψηλότερα απο τον οικισμό, διακρίνεται καθαρά ένας τεράστιος, πέτρινος όγκος. Χαρακτηριστικό του είναι ότι μεγάλα τμήματά του αποτελούνται από κόκκινο πέτρωμα. Πιθανά, από αυτόν τον λόγο ονομάστηκε «Κόκκινος Βράχος». Είναι ένα θαυμάσιο καλοδουλεμένο από τους ειδικούς, αναρριχητικό πεδίο που προσφέρει πολύ καλή θέα όλης της περιοχής. Έχει εύκολη πρόσβαση όλο το χρόνο, κυρίως με τα πόδια. Φτάνει βέβαια και μοτοσυκλέτα ή αυτοκίνητο 4Χ4 με εξαίρεση τους χιονισμένους χειμωνιάτικους μήνες. Από εκεί, η θέα απλώνεται από τον οικισμό της Ελάτης (μπροστά στα πόδια σας) μέχρι πέρα τις κορφές Λουπάτα, Αυγό. Απέναντι φαίνεται καθαρά η κορυφή Μαυροπούλι και τα χωριά Βροντερό, Καλόγηροι. 

Η νεώτερη ιστορία της Ελάτης προσδιορίζεται από την ίδια την περιοχή, που  σύντομα αναδεικνύεται και εξελίσσεται με ίδιες των φιλόξενων κατοίκων δυνάμεις σε τουριστικό θέρετρο. Οι κάτοικοί της, με συνεχείς προσπάθειες που ξεκίνησαν το 1955 – ‘60, συνεχίζουν με προοπτική να αναπτύσσουν έναν πολύ καλό προορισμό, για ξεκούραση και γνωριμία, με την ευρύτερη εκπληκτική περιοχή του ορεινού όγκου Τρικάλων. 

Ανθρώπινα και φυσικά μνημεία του χώρου που πρέπει να δείτε - Διαδρομές:

Η διαδρομή από την Ελάτη και μετά περνάει από τους οικισμούς «Λιπιότα», «Βλάχα», «Βλατανέοι», ανηφορίζοντας προς τον αυχένα «Τζατζά». Ακριβώς στον αυχένα υπάρχει δστ. και χωματόδρομος αριστερά, που βγάζει στον οικισμό της Βλάχας συνεχίζοντας προς Νεραϊδοχώρι και Πύρρα μέσα από μια σύντομη αλλά συναρπαστική διαδρομή. Αμέσως μετά τον αυχένα, σας υποδέχονται οι ενδεικτικές πινακίδες του δασαρχείου που  πληροφορούν ότι εισέρχεστε στο πανεπιστημιακό δάσος Περτουλίου. Η μεγάλη κλίση του δρόμου και ο πάγος τον χειμώνα πρέπει να ενεργοποιήσουν τα αντανακλαστικά σας ώστε να οδηγείτε προσεκτικά. 

Σχεδόν αμέσως φτάνετε στο χιονοδρομικό κέντρο Περτουλίου (8,3 χλμ. από Ελάτη – 20,3 χλμ. από Πύλη) στα 1180 μ. υψ. Όλη η διαδρομή απο εδώ και πέρα κινείται στην ισοϋψή των 1100 - 1200 μέτρων.  Η επίσκεψη στο διάσημο Δάσος Περτουλίου και στα λιβάδια του, είναι κάτι που όλοι οι επισκέπτες της περιοχής πραγματοποιούν. Το Πανεπιστημιακό Δάσος Περτουλίου είναι ιδιοκτησία του Δημοσίου, και τη νομή του έχει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης από το 1934 (Ν. 6320). Θεμελιωτής αυτής της εύνοιας της Πολιτείας ήταν ο φωτισμένος καθηγητής Δασολογίας και Πρύτανης του Α.Π.Θ. αείμνηστος Αναστάσιος Οικονομόπουλος, ο οποίος με προσωπικές του ενέργειες κατάφερε να παραχωρηθεί το δάσος για λόγους εκπαιδευτικούς, έρευνας, και πρότυπης δασικής εκμετάλλευσης στο Πανεπιστήμιο. 

Σήμερα, εκτός από την πρακτική εκπαίδευση των φοιτητών του τμήματος δασολογίας και φυσικού περιβάλλοντος, η ύπαρξη του δάσους είναι από τους βασικούς συντελεστές, στην ανάπτυξη της περιοχής, κι’ ας μην φαίνεται με την πρώτη ματιά. Τα ανταποδοτικά άμεσα έσοδα από την χρήση του, φτάνουν τα 400.000 ευρώ (2006 – 2007) τα οποία επιστρέφουν στην περιοχή με τη μορφή μισθοδοσίας, (εργατικά, δασεργάτες, υπάλληλοι του δασαρχείου κ.α.). Τα έμμεσα έσοδα, επίσης συμβάλουν ολοένα και περισσότερο στην ήπια αξιοποίηση και ανάπτυξη της περιοχής, (άνοιγμα δασικών δρόμων για περιπατητές, χιονοδρομικό κέντρο, σαλέ, κυνηγητική περιοχή κ.α.). 

Μια απέραντη, καταπράσινη όλο το χρόνο έκταση, 33.000 χιλ. στρ. με αδιαπέραστη πολλές φορές πυκνή βλάστηση, φυσικές πηγές, που διαρρέετε από πεντακάθαρα νερά, σχηματίζοντας μικρά πεντακάθαρα ρυάκια αλλά και μεγαλύτερα ρέματα, εποχιακές λιμνούλες, δημιουργώντας ένα αξεπέραστης ομορφιάς τοπίο που δύσκολα η μνήμη σας θα ανακαλέσει κάτι παρόμοιο. Στα λιβάδια Περτουλίου, ένα αλπικό τοπίο στα 1.180 μ., έκπληξη για τον επισκέπτη, υπάρχουν αρκετές δυνατότητες για χαλάρωση ή αντίστοιχα για άθληση (8,3 χλμ. από Ελάτη). Άλογα ή Αγελάδες βόσκουν ελεύθερα σε αυτόν τον επίγειο παράδεισο ενώ τα πιτσιρίκια γεμίζουν απορίες και όλο ρωτούν να μάθουν τις λειτουργίες που δίνουν ζωή σε όλα αυτά που αντικρίζουν, ίσως, για πρώτη φορά. Οι μεγαλύτεροι έχουν μοναδικές ευκαιρίες για βόλτες με άλογα στα μονοπάτια του ελατόδασους, ανεξάντλητους περιπάτους στους δασικούς δρόμους, μεζέδες και snowmobile στο ‘’Κερκέτιο’’ ή στο σαλέ που διαχειρίζεται με συνέπεια η κοινοπραξία της Νομαρχίας Τρικάλων και ο Δήμος Αιθήκων. Μια από τις σημαντικότερες πολιτιστικές εκδηλώσεις που γίνονται στα λιβάδια Περτουλίου, είναι το ετήσιο Αντάμωμα των Σαρακατσάνων, κάθε χρόνο, το τελευταίο σαββατοκύριακο του Ιουνίου. Δασαρχείο Περτουλίου 2434091207.

Σε 14,5 χλμ. από Ελάτη - 26,5 χλμ. από Πύλη, φτάνετε στο πανέμορφο Περτούλι που ορθώνεται περήφανο σε μια μαγευτική, γεμάτη έλατα τοποθεσία του βουνού «Φούρκα» της Πίνδου. Το χωριό, στο διάβα των αιώνων καταστράφηκε πολλές φορές, με τελευταία τον εμπρησμό του από τους Γερμανούς το 1943, όπως επιμελώς πράξανε σε όλα τα βλαχοχώρια του Ασπροποτάμου και της Δυτικής Μακεδονίας. Μετά τον πόλεμο οι κάτοικοι το ξανάκτισαν και αυτή τη φορά έφτιαξαν το μεγάλο, και πρωτοποριακό για την εποχή του, εργοστάσιο επεξεργασίας ξύλου. Αυτό το μεγάλο έργο έδωσε δουλειά στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια σε όλα τα χωριά περιφερειακά του Περτουλίου εξασφαλίζοντας, οικονομική άνθηση εμποδίζοντας ταυτόχρονα το μεταναστευτικό ρεύμα να πάρει διαστάσεις όπως στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η παραγωγή του, γέμιζε 3 φορτηγά τη μέρα. Για λόγους που ακόμη και σήμερα δεν έχουν διευκρινισθεί, στα τέλη της δεκαετίας του 60’ σταμάτησε να λειτουργεί, με ότι αυτό σήμαινε για τους κατοίκους και την Ελληνική βιομηχανία ξύλου. Αυτοί οι ιστορικοί λόγοι σήμερα, ωθούν το δασαρχείο, το ταμείο διαχείρισης δημόσιων Πανεπιστημιακών δασών και τον δραστήριο Δήμο Αιθήκων, να φτιάξουν ένα μοναδικό στην περιοχή της Πίνδου, Δασικό Μουσείο που θα στεγάζεται στο παλιό εργοστάσιο ξυλείας.

Σε 17,6 χλμ. από Ελάτη – 29,6 χλμ. από Πύλη φτάνετε στο γραφικό Νεραϊδοχώρι, που όπως ακριβώς αφήνει να εννοηθεί το όνομά του, είναι κτισμένο κάτω από την κορυφή «Νεράιδα» ανάμεσα από δεκάδες φυσικές ομορφιές. Τόσο η προικισμένη φύση που το περιβάλει, όσο και τα θαυμάσια μνημεία του χώρου κερδίζουν αμέσως τον επισκέπτη. Μνημεία που ενθουσιάζουν τους επισκέπτες και έχουν εύκολη πρόσβαση είναι η εκκλησία του Αγ. Νικολάου (1763), με θαυμάσιες αγιογραφίες στην πλατεία του Νεραϊδοχωρίου. Δύο μόλις χλμ από το χωριό βρίσκεται η Αγ. Παρασκευή (1793) τυλιγμένη στους θρύλους που η παράδοση διασώζει, αναφέροντας για τον τρούλο της μονής και την κούφια στέγη, που χρησιμοποιήθηκε για κρυφό σχολειό, και στα ‘’δύσκολα’’ χρόνια για καταφύγιο - κρησφύγετο του Ε.Α.Μ.

Κοντά στο ποτάμι, στη θέση ‘’Σμίξη’’, βρίσκεται το γεφύρι του Χατζηπέτρου, που σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες χτίστηκε γύρω στο 1750, με χρηματοδότηση του αρχιτσέλιγκα και προεστού του Ασπροποτάμου Γούσιου Χατζηπέτρου. Βρίσκεται κοντά στον αγροτικό δρόμο που ενώνει το Δημ. Διαμέρισμα Νεραϊδοχωρίου με την Πύρρα. Δύο σχεδόν χλμ. μετά την κάτω πλατεία του χωριού ακριβώς στο νέο τσιμεντένιο γεφύρι, απ’ όπου περνάει ο δρόμος, να πάτε αριστερά. Περάστε το ποτάμι Κόρμπου και τον παλιό νερόμυλο ακολουθώντας (ευθεία) την κοίτη του Περτουλιώτικου ρέματος. Σε τριακόσια, περίπου, μέτρα το βλέπετε στα δεξιά σας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα τόξου 17,60 μέτρα, και πλέον χρησιμοποιείται μόνο από τους φυσιολάτρες αφού το στενό μονοπάτι συνεχίζει, περνάει το περίφημο καλντερίμι «Σκάλα Κόρμπου ή Χατζηπέτρου» καταλήγοντας στον κεντρικό αγροτικό δρόμο που ενώνει την περιοχή Κόρμπου με το Νεραϊδοχώρι και την Πύρρα. 

Η συνέχεια της διαδρομής από τον κεντρικό δρόμο, σας φέρνει να περνάτε πάνω από το τεράστιο νεώτερο γεφύρι της Πύρρας που γεφυρώνει το ρέμα Κρυόβρυση. Με ευκολία διακρίνεται η επιμελημένη επένδυση από πέτρα, τόσο που μπορεί κανείς να ξεγελαστεί περνώντας το για πέτρινο. Ίσως, μια από τις κατασκευές της εποχής (1965), που οι εργολάβοι και οι αρχιτέκτονες είχαν την ικανότητα να παρουσιάζουν αξιόλογα έργα. Μια περίοδο που σίγουρα, αποτελεί ανάμνηση. Στο 23,3 χλμ. από την Ελάτη – 35,3 από Πύλη, φτάνετε στην δστ. προς Πύρρα. Αριστερά, 2 χλμ. κατηφορικού δρόμου είναι κεντρική πλατεία του οικισμού. 

Πριν μερικές δεκαετίες λειτουργούσε ακόμη το Ειρηνοδικείο, και το σχολείο, δείγμα του μεγάλου πληθυσμού της περιοχής. Μνημεία της Πύρρας είναι η Ι. Μ. Αγ. Μόδεστου, στον χώρο των κατασκηνώσεως της Ι. Μητρόπολης Τρίκκης, η Αγ. Παρασκευή, ο Άγιος Γεώργιος, η λιθόχτιστη κρήνη «Γκιντούρι» του 1757 και το παλιό πέτρινο γεφύρι. Από τον οικισμό και το καφενεδάκι – ψησταριά του Γιώργου και της Αντιγόνης ‘’Πύρρας Εστία’’ έχουν περάσει χιλιάδες επισκέπτες της περιοχής. Όμως, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ότι λίγο πιο κάτω, εκεί προς την δασική οδό που ενώνει την Πύρρα με το Νεραϊδοχώρι και την Ελάτη υπάρχει ένα πολύ όμορφο γεφύρι, η «Καμάρα» σε ανθρώπινο μέγεθος, που παλιότερα εξυπηρετούσε τις ανάγκες μετακίνησης όλων των κατοίκων του χωριού, από και προς το Νεραϊδοχώρι και τα Τρίκαλα. Σήμερα χρησιμεύει στους φυσιολάτρες αφού οδηγεί κατ’ ευθείαν στην πλατεία του χωριού μέσω στενής γιδόστρατας. Είναι μονότοξο με άνοιγμα τόξου 4 μέτρα, χωρίς ανακουφιστικό άνοιγμα. Χτίστηκε τον 18ο αι., και πρόσφατα (1997) αφαιρέθηκε η κτητορική επιγραφή. Έχει κριθεί «μνημείο με ειδική κρατική προστασία» από την 5η Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων Βόλου. 

Με τις βροχές του χειμώνα (2000) έγινε μερική εκθεμελίωση του δεξιού βάθρου. Ευτυχώς επισκευάστηκε σύντομα (2004) με ενέργειες του δραστήριου εκπολιτιστικού συλλόγου Πύρρας. Στο χωριό, δείτε το παλιό δημοτικό σχολείο, ένα μοναδικά όμορφο πετρόχτιστο ιστορικό κτήριο που εδώ και λίγο καιρό στεγάζει, την τοπική λαογραφική συλλογή. Η προσπάθεια να συνδεθεί το παρελθόν με το σήμερα άρχισε να εξελίσσεται πριν ακόμα εφαρμοστεί το σχέδιο «Καποδίστριας». Εμπνευστής του και οικονομικός αιμοδότης για τις πρώτες μελέτες και τις περίπλοκες εργασίες, στάθηκε ο εκπολιτιστικός σύλλογος Πύρρας, επί προεδρίας Σεραφείμ Καρατζά. Είναι ο μοναδικός χώρος στο δήμο Αιθήκων που ο επισκέπτης, έχει τη δυνατότητα να αντικρίσει από κοντά υφαντά, κεντήματα, σκεύη ποιμενικής και οικιακής χρήσης, εργαλεία διάφορων επαγγελματικών ομάδων, και χρηστικά αντικείμενα μιας άλλης εποχής. Τηλ – Fax: 2434091164 www.pyrraethikon.gr

Ο τελευταίος σταθμός της διαδρομής είναι η ελατοστεφανωμένη Δέση 30,8 χλμ. από Ελάτη – 42,8 χλμ από Πύλη. Ένας οικισμός που, αλήθεια είναι, φαίνεται απομονωμένος, και η άποψη του περιηγητή συγκλίνει σε αυτό, απλά επειδή όλοι οι δρόμοι καλύπτονται από το σπάνιας καθαρότητας ελατόδασος που την περιβάλει. Σίγουρα θα συγκινήσει περισσότερο τον επισκέπτη όταν αυτός μάθει τα σπουδαία μυστικά που κρύβει. Λίγο πριν το χωριό (29,6 από Ελάτη), υπάρχει δεξιά, ένας στενός χωματόδρομος που πολύ σύντομα περνάει από το ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου και διεισδύει μέσα στο δάσος με τα πανύψηλα έλατα. 

Μετά από 4,3 χλμ. συναρπαστικής διαδρομής φτάνετε σε ένα ξέφωτο με εμφανή τα σημάδια του ‘’δρόμου’’ και μια μεγάλη ποτίστρα για τα γελάδια. Όποιο τμήμα του και να ακολουθήσετε φτάνετε στην άκρη του δάσους και στο κατηφορικό μονοπάτι που οδηγεί στους περίφημους καταρράκτες Δέσης. Ο πρώτος (30 μ. υψ.) φαίνεται εμπρός σας καθώς ξεπετάγεται με αφάνταστη δύναμη από το εσωτερικό του εξερευνημένου και χαρτογραφημένου, ανεκμετάλλευτου και κλειστού όμως, σπηλαίου «Λέγκω». Για τον δεύτερο και μεγαλύτερο (100 μ. υψ.), θα πρέπει να περπατήσετε στο στενό λιθόχτιστο καλντερίμι μέχρι να βγείτε στην απόκρημνη πλαγιά με τους τεράστιους κέδρους. Εκεί υπάρχει οπτική επαφή με τον ψηλότερο φυσικό καταρράκτη, ίσως, ολόκληρης της Πίνδου. Επιστρέφοντας στην Δέση δείτε στον πάνω μαχαλά ένα από τα σπάνια προστατευόμενα (ΦΕΚ 616/Β 22-7-1997) μνημεία του ορεινού χώρου, το θαυματουργό μοναστήρι της Αγ. Τριάδος, χτισμένο το 1798, και ζωγραφισμένο από Χιονιαδίτες ζωγράφους. (Υπάρχει ανοιχτό καφενείο, Πατρίκης Ηλίας 2434091420).

Σχεδόν ένα χλμ. από την Δέση θα δείτε την πινακίδα προς Άγ. Νικόλαο (Καμνιάϊ), και Δροσοχώρι (Τυφλοσέλι). Ακολουθήστε τον καινούργιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο, περνώντας από μικρά λιβαδάκια με Κρανιές (ο καρπός τους χρησιμεύει για το αρωματικό ομώνυμο λικέρ που φτιάχνουν όλες οι νοικοκυρές της περιοχής), μέχρι που φτάνετε κάτω, στο πεντακάθαρο ποτάμι. Περνώντας την σιδερένια στρατιωτική γέφυρα τύπου Μπέλεϋ, εισέρχεστε απ’ ευθείας στην περιοχή του Δημ. Διαμερίσματος Δροσοχωρίου. Ένα θαυμάσιο χωριό πνιγμένο στα έλατα και στις πηγές,με κύριο χαρακτηριστικό του την Μοναστηριακή ησυχία,τόση, όσο πουθενά αλλού. Ανεβείτε στο ψηλότερο σημείο του πάνω μαχαλά όπου είναι η εκκλησία των Αγ. Αποστόλων με την περίτεχνη είσοδο – καμπαναριό χτισμένο από Τζουμερκιώτες μαστόρους το 1895 και νοιώστε αυτή την υπέροχη αύρα που περιβάλει όλη την περιοχή. 

Η εκκλησία είναι διατηρητέο μνημείο (ΦΕΚ 171/Β 6-3-1997) και είναι ζωγραφισμένη «δια χειρός Αθανασίου και Στέργιου υιών Δημητρίου Ζωγράφου Σαμαριναίου» το 1849. Γύρω από τον οικισμό υπάρχουν ωραίες πεζοπορικές διαδρομές (προς το εικονοστάσι απέναντι από το χωριό ή στην ‘’Σκάλα’’ στο ‘’Σταυρωμένο’’ και την ‘’στάνη Πασχαλιώρη’’) σε μονοπάτια, μέσα στο πελώριο ελατόδασος, κάτω από τις κορφές Τσούκα (1500 μ. - Αυγό 2180 μ.). Το ψάρεμα στο ποτάμι όπως και η ελεύθερη κατασκήνωση κοντά στην σιδερένια γέφυρα είναι μια απίστευτη εμπειρία αφού το εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον κερδίζει όλες τις αισθήσεις των περιηγητών. Για τους εξαιρετικά ανήσυχους πεζοπόρους, υπάρχει δύσβατο μονοπάτι που βγάζει στο Βάκαρι και το Φορτώσι δύο απομακρυσμένους συνοικισμούς που ανήκαν στην παλιά κοινότητα Δέσης (σήμερα οικισμοί του δήμου Αιθήκων). Από εκεί υπάρχει δυνατότητα (μέσω Νέας Πεύκης) να βγείτε στον κεντρικό δρόμο με προορισμό τα Στουρναρέϊκα ή την Μεσοχώρα και το ολοκληρωμένο φράγμα του Αχελώου.

Γνωριμία με τον τόπο και τα μυστικά του

Η δασική οδός που ξεκινάει απέναντι από το βενζινάδικο AVIN στην Ελάτη, κρύβει εδώ και χρόνια μια θαυμάσια οδική και πεζοπορική διαδρομή, τμήμα της οποίας χρησιμοποιείται σήμερα σαν εναλλακτική προσπέλαση στο Ε 4, (ευρωπαϊκό μονοπάτι υπερσυνοριακών διαδρομών) αφού το μεγαλύτερο μέρος του παλιού δρόμου έχει πλέον ασφαλτοστρωθεί. Αυτός λοιπόν ο δασικός δρόμος, σκαρφαλώνει με επιμονή τις απότομες πλαγιές του Κόζιακα περνάει δύο δεξιές διασταυρώσεις (στο 2,4 χλμ, και στο 2,6 χλμ.) συνεχίζει μέχρι μια τρίτη αριστερή (στο 4,9 χλμ.) και καταλήγει σε οδικό αδιέξοδο (στο 8 χλμ. ή 2ω με άνετη πεζοπορία). Σε αυτό το πανέμορφο σημείο σχηματίζεται τον χειμώνα μέχρι αργά την άνοιξη μια πανέμορφη λιμνούλα (Δολίνη) ή «Βάρα» στην ντοπιολαλιά. Εδώ, παλιότερα, οι μοναχοί από την Ι. Μ. Αγ. Βησσαρίωνα όλη την καλοκαιρινή περίοδο βοσκάν τα κοπάδια τους, υπήρχαν μάλιστα και ‘’κελλιά’’ για την διαμονή τους. Πιθανά, αυτός είναι ο λόγος που ο τόπος ονομάζεται ακόμα και σήμερα «Καλογερομάντρι».

Ένα ακόμα ωραιότερο σημείο, με πρόσβαση με τα πόδια ή με μοτοσυκλέτα και 4Χ4 είναι η θέση «πυροφυλάκιο» στην κορυφή Λουπάτα. Εκεί υπάρχει πυροφυλάκιο του οποίου την ευθύνη λειτουργίας έχει η πυροσβεστική Λάρισας. Κάποτε επανδρωνόταν και έλεγχε όλο τον δασικό πλούτο της περιοχής επικοινωνώντας με το αντίστοιχο πυροφυλάκιο του πρφ. Ηλία στο Τύμπανο Αργιθέας. Σήμερα η κατάστασή του δεν επιτρέπει διαμονή, αλλά σαν σημείο θέας είναι πιθανότατα το καλύτερο ολόκληρου του ορεινού χώρου. Η πρόσβαση γίνεται από την Ελάτη, μέσω Βλάχας, (4,8 χλμ) βρύσης Κόρμπου (8,6 χλμ), αυχένας Μαυροπούλι – Λουπάτας (15,1 χλμ.), όπου στον αυχένα στρίψτε παράλληλα με την ποτίστρα και συνεχίστε ευθεία, δίπλα από το γκρεμό μέχρι που σταματάει ο δρόμος εμπρός από το κτήριο του πυροφυλάκιου (1800 μ. υψ. 22,4 χλμ. συνολικά από Ελάτη.). Από εκεί φαίνεται αχνά ή Ελάτη αλλά και το Νεραϊδοχώρι – Περτούλι όπως και ολόκληρο το πανεπιστημιακό δάσος. Στην επιστροφή σας από τον αυχένα δεξιά, εύκολα, φτάνετε στο μεγάλο κεφαλοχώρι Στουρναρέικα για μεζέδες και τσιπουράκι ολοκληρώνοντας την όμορφη κυκλική διαδρομή από τον ασφαλτόδρομο πλέον, προς Ελάτη. 

Εξαιρετική θέα προς όλο το ορεινό συγκρότημα θα δείτε στο καθολικό της παλιάς Ι. Μ. Αγ. Παρασκευής 2 χλμ. μετά το Νεραϊδοχώρι, (20,8 χλμ. από Ελάτη). Δίπλα από τον πρόσφατα ανακαινισμένο ναό, υπάρχει στενό μονοπάτι 100 μ. που οδηγεί σε έναν βαραθρώδη γκρεμό 300 μ. Η θέα προς το χωριό Πύρρα είναι πράγματι από αυτές που ‘’κόβουν την ανάσα’’. Απέναντι, σε όλο τους το μεγαλείο ξεδιπλώνονται ο κορφές του Αυγού, της Μαρόσας και της Λουπάτας. Info πρόσβασης για όλα: ‘’το λίκνο’’ 2434071826.

Αρκετοί επισκέπτες της ευρύτερης περιοχής εκδράμουν στα Μετέωρα οδηγώντας στην συντομότερη διαδρομή που ξεκινά λίγο μετά το χιονοδρομικό κέντρο. Εκεί, υπάρχουν πινακίδες ‘’προς Χρυσομηλιά – Καλαμπάκα’’. Με μια μικρή παράκαμψη (μόλις 7 χλμ.) δείτε τον θαυμάσιο και ιστορικό ναό της Μονής των Αγίων Αποστόλων κοντά στον Κλεινό (Κλεινοβό) Καλαμπάκας. Ο ναός βρίσκεται 2 χλμ. από το χωριό και κατόπιν συνεννόησης με τον ιερέα (παπαγιώργης Σαμαράς 2432096344) μπορείτε να μπείτε στο εσωτερικό του καθολικού.

Εκεί θα δείτε από κοντά τοιχογραφίες του Σαμαριναίου ζωγράφου Μιχαήλ Αναγνώστη Δημητρίου και την περίφημη επιγραφή που βρίσκεται πάνω από το άνοιγμα της εισόδου. Χαρακτηρίζεται μοναδική στον ελληνικό και βαλκανικό χώρο από το γεγονός ότι είναι τρίγλωσση: «ελληνικόν», στη λόγια και επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα, «απλούν», στη δημοτική κοινή της εποχής, και «βλάχικον», με ένα σύστημα με βάση το ελληνικό αλφάβητο, εμπλουτισμένο με διακριτικά σημεία για την απόδοση των φθόγγων της βλάχικης γλώσσας. Η διαδρομή μέχρι τον ναό γίνεται εύκολα και με τα πόδια, ενώ ο χώρος γύρω του είναι ιδανικός για κατασκήνωση αφού υπάρχει και κρήνη.

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24340

ΔΙΑΜΟΝΗ: Πύλη Ξενοδοχεία: «Πύλη Α. Ε.» 23510, Πύλη Ξενώνες: Μπαμπανάρα, 22325, Ελάτη Ξενοδοχεία: «Γιαμάνδες», 71749, «Λιγκέρι», 71454, «Μπάκου Αφοι» 71208, «Παπαναστασίου», 71280, «Τσιμπώνη Αρχοντικό», 71422, Ελάτη Ξενώνες: Κρούπη Στεφανία 71312, Λαγού Καλλιόπη 71223, Λαγού Βάσω 71135, Μπρίζη Ευαγγελία 71427, Τηλέμαχος 71195, Φρετζάτο, 71872, Ελάτη Αυτόνομες Κατοικίες: «Τα Πέτρινα», 71712. Περτούλι Ξενοδοχεία: «Διβάνη Αρχοντικό»91111, «Λούκα Αρχοντικό», 91465, «Παπαγιάννη», 91117, «Χατζηγάκη Αρχοντικό» 91146, «Περτούλι» 91360. Νεραιδοχώρι Ξενοδοχεία: «Παπαναγιώτου», 91500, «Μαγκιώση»91150, Πύρρα Ξενοδοχεία: «Αρχοντικό Πύρρας Εύχαρις» 91110, «Βίγλα», 91400. Βροντερό Ξενοδοχεία: «Χριστοδούλου Αρχοντικό» 71771, «Έλενα» 71878, Καλόγηροι Ξενοδοχεία: «Δημόκριτος»71891, «Σαρακατσάνος» 71385.

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.

ΦΑΓΗΤΟ: Βλάχα: «Η Βλάχα» 71890, Ελάτη: «Ευτυχία» 71290, «Δειπνοσοφιστής» 71080, «Παπαναστασίου» 71280, «Κανάβια» 71201, «Ανώγι» 71761, «Πανσέλοινος» 71850, «ο Γιάννης» 71254, Καλόγηροι: «Έντεκα», 71651, Νεραϊδοχώρι: «Μαργαρίτης» 91217, «Σουφλιάς», 91271, Περτούλι: «Το λημέρι του Βασίλη» 91200, «Η Ρούγα», 91555, «Ταβέρνα του Παναγιώτη» 91000, Πύρρα: «Πύρρας Εστία – Αντιγόνη», 91260, «Ο Πλάτανος», 91561.

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Αιθήκων 71210,  Αστυνομία 71222, Κέντρο Υγείας Πύλης 22870.

ΠΩΣ ΘΑ ΦΤΑΣΕΤΕ: Από Αθήνα Ε - 75 έως Λαμία, Ε - 65 έως Καρδίτσα, Τρίκαλα, επαρχιακός Νο 30 προς Πύλη, Ελάτη, σύνολο 360 χλμ. Από Θεσσαλονίκη Ε - 75 έως Λάρισα, Ε - 92 οδηγεί στα Τρίκαλα και ο Νο 30 προς Πύλη, σύνολο 254 χλμ.

ΧΡΗΣΙΜΑ: «Γραφείο Οικοτουρισμού Κεντρικής Πίνδου», Πύλη Τρικάλων, Γκανάς Φάνης - Παναγιώτης Ζέρβας 71333 www.pindos-explorer.gr Συνεργεία - Βουλκανιζατέρ: auto Γιαγιάκος Κώστας, Καρδίτσης 90, 31220, Δημάκης Δημήτρης, Δέλτα Λαρίσης, 22461, moto ‘‘Nissan - Σιώκης’’, Λάζαρος Αμπατζίδης 35045.

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Στην Πύλη πολλά, προς Ελάτη ΕΚΟ και στην Ελάτη το τελευταίο του ορεινού χώρου Τρικάλων AVIN.

ΧΑΡΤΕΣ: Μοναδική ακρίβεια απο την ΑΝΑΒΑΣΗ στον πλαστικοποιημένο χάρτη, «Πίνδος – Κόζιακας – Αυγό», με όλη την περιοχή που περιγράφουμε σε κλίμακα 1:50.000. Στοά Αρσακείου 6 Α’, τ.κ. 105 64 Αθήνα, 2103218104, 3210152.

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: ΜΟ.ΛΕ.Τ (Μοτοσυκλετιστική Λέσχη Τρικάλων) Πελέκειο κτήριο / πλατεία Δεσποτικού, www.molet.4t.com 72424, ΜΟ.ΛΕ.Κ Καλαμπάκας Δημ Τερτίπου 22, 22447, Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ - Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων, 2434071826.

Περισσότερες πληροφορίες για ΘΕΣΣΑΛΙΑ – ΠΥΛΗ – ΕΛΑΤΗ – ΠΕΡΤΟΥΛΙ – ΝΕΡΑΙΔΟΧΩΡΙ αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία:

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες

  • Σωτήρης Βογιατζής, Συμβολή στην ιστορία της εκκλησιαστικής Αρχιτεκτονικής της Κεντρικής Ελλάδος κατά τον 16ο αιώνα. Οι μονές Αγίου Βησσαρίωνος (Δούσικο) και του Οσίου Νικάνορος (Ζάβορδα), επιμ. Μαρία Καζάκου, Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] Αθήνα (2000) 25 κ.ε., 33.
  • Σωτήριος Απ. Γοργογέτας, Τα Πέτρινα γεφύρια του νομού Τρικάλων, Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Αιθήκων, Τρίκαλα 2004.
  • Δήμητρα Λούκα – Αντώνης Παπαϊωάννου, Το Περτούλι, Πολιτιστικός Σύλλογος Περτουλίου, Τρίκαλα 2009.
  • Θεόδωρος Α. Νημάς, Τρίκαλα – Καλαμπάκα – Μετέωρα – Πίνδος – Χάσια, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1987.
  • Σινάνης Α. Ελάτη – Περτούλι … Άγγελος Σινάνης, Ασπροπόταμος - Ελάτη – Περτούλι, αυτοέκδοση Ελάτη Τρικάλων 2000.

Β’         Αφιερώματα περιοδικών 

  • Αναστάσιος Κ. Ορλάνδος, «Η Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας», Α.Β.Μ.Ε. τ.Α’ (1935) 5 – 40.
  • Αφροδίτη Α. Πασαλή, «Το καθολικό της Μονής Κλεινού Καλαμπάκας», Δελτίον Χ.Α.Ε. [Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία] τ. ΚΑ’, Αθήνα (2000) 69 – 92.
  • Μίλτος Γαρίδης, «Ο μητροπολίτης Παΐσιος και η βλάχικη επιγραφή του Κλεινοβού: αλφάβητο και εθνικό πρόβλημα», Τα ιστορικά 3, Αθήνα, Μάιος (1985) 183 – 203.
  • Καλούσιος Δ., Μονή Δούσικου Δημήτριος Γ. Καλούσιος, «Η Ιερά Μονή του Δούσικου», Θεσσαλικό Ημερολόγιο τ.41  (2002) 305 – 376.
  • Προβατάκης Θ., Πόρτα Παναγιά Θεοχάρης Μιχ. Προβατάκης, «Η Πόρτα Παναγιά της Θεσσαλίας», Τρικαλινά τ.1  (1981) 77 – 103.

 ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ (6998 λέξεις)

ΝΗΣΟΙ ΑΝΩ & ΚΑΤΩ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ – ΚΕΡΟΣ αρχ. Κέρια – Κερία - Κάρος

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Φεβρουάριος 2007

Η τρυφερή καρδιά των Κυκλάδων

Έχουμε δίκιο όσοι πιστεύουμε πως για να αγαπήσεις ένα τόπο, πρέπει να εντοπίσεις σ’ αυτόν μια ξεχωριστή μεριά, ένα ελκυστικό σημείο που να είναι οικείο ή να θυμίζει όμορφες στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα που είναι κοντά μας, ή που φευ, λείπουν. Στα Κουφονήσια υπάρχουν παραπάνω από ένα τέτοια σημάδια. Απέριττα, διαχρονικά, ίσως διακριτικά, στολίζουν το θαλάσσιο αυτό χώρο, καλώντας τους επισκέπτες να περιπλανηθούν, και να ξεστρατίσουν από τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο.

Ανάμεσα στο τρίγωνο που σχηματίζεται μεταξύ Νάξου, Ίου και Αμοργού, συνυπάρχουν σχεδόν με τις ίδιες προοπτικές έξι μεγάλα κατοικημένα νησιά με δεκάδες μικρότερα, ακατοίκητα στις μέρες μας. Στο σύνολό τους μπορούμε να μιλήσουμε για ένα θαυμάσιο σύμπλεγμα που διαθέτει ένα μοναδικό κυκλαδίτικο χρώμα, μια διαφοροποιημένη ταυτότητα που τα καθιστά αξιαγάπητα στους πολυπληθείς επισκέπτες. Όλη η περιοχή, ακόμα και το μικρότερο νησάκι, περιλαμβάνεται στο δίκτυο «Φύση (Natura) 2000» και είναι ενταγμένη(1) στους «Τόπους Κοινοτικής Σημασίας». 

Μεταξύ τους είναι τα δυο Κουφονήσια, το Πάνω(2), (στο εξής Κουφονήσι) που στις μέρες μας γνωρίζει την ανάπτυξη, και το Κάτω, που σχεδιάζει διστακτικά τα πρώτα βήματα προς την ίδια κατεύθυνση. Μαζί με τη γειτονική Κέρο, αρχ. Κέρια – Κερία και Κάρος(3), που αντίθετα με τον πρωταγωνιστικό της ρόλο κατά την αρχαιότητα σήμερα είναι ακατοίκητη, κρατούν για πολλά χρόνια ξεχωριστή θέση στην καρδιά των ανθρώπων που βρήκαν εδώ ξεχασμένες μυρωδιές, ήχους κι’ αρώματα. Η γεωγραφική τους θέση είχε οδηγήσει επί σειρά ετών στην απομόνωση από τα αναπτυξιακά γεγονότα που γινόντουσαν, παρά τις δυσκολίες, στα γειτονικά νησιά. Αυτό εν μέρει, είχε ευεργετικές επιδράσεις όσον αφορά το τοπίο, που παρέμενε παρθένο – αρχέγονο, με αποτέλεσμα οι πιονέροι της ‘’άγονης γραμμής’’ που τα ‘’ανακάλυπταν’’ να τα θεωρούν πράγματι σαν ένα από τα τελευταία καταφύγια ηρεμίας και ανεμελιάς, κρατώντας τα συνάμα, ως επτασφράγιστο μυστικό. Έτσι οι Κουφονησιώτες αργά αλλά σταθερά, έφτιαξαν ένα σπουδαίο, αναγνωρίσιμο όνομα που παρέπεμπε στις ομορφότερες καλοκαιρινές διακοπές. Δικαίως το κατάφεραν, προσελκύοντας ολοένα περισσότερους περιηγητές που επικροτούσαν με τη στάση τους την αιγαιοπελαγίτικη ψυχή των νησιών. 

Η προσέγγιση, πλέον, είναι μια εύκολη υπόθεση αφού ο γνωστός από τα συνεχή ταξίδια του στο θαλάσσιο χώρο των Μικρών Ανατολικών Κυκλάδων «ExpressSkopelitis», παραμένει πανταχού παρών στις μετακινήσεις. Συνήθως ξεκινά από τη Νάξο στις τρεις το μεσημέρι, την ώρα που φτάνουν εκεί τα περισσότερα καράβια από Πειραιά. Είναι το καινούργιο σκαρί που δρομολογήθηκε το 1999 και, με καπετάνιο το Γιάννη Σκοπελίτη, οργώνει καθημερινά, όλο το χρόνο, την ανεμοδαρμένη θάλασσα φέρνοντας τα νέα, τα εμπορεύματα, και διευκολύνοντας αφάνταστα τους επισκέπτες  αλλά και τους κατοίκους. Γιος του καπτα – Δημήτρη (Μήτσου) Σκοπελίτη απ’ το Κουφονήσι, που το 1985 ξεκίνησε αυτό το σημαντικό για τα νησιά δρομολόγιο με τον θρυλικό «Σκοπελίτη», γνωρίζει καλύτερα απ’ τον καθένα τα νερά και τα λιμάνια, συνεχίζοντας να εξυπηρετεί την Ηρακλειά, τη Σχινούσα, το Κουφονήσι, τη Δονούσα, και τα δυο λιμάνια της Αμοργού. 

Πλησιάζοντας το Κουφονήσι αντιλαμβάνεστε αμέσως το μέγεθός του, ενώ το τυρκουάζ χρώμα της θάλασσας, στις παραλίες «Λουτρά» και «Μεγάλη Άμμος», οι δεκάδες κάθε μεγέθους βάρκες που λικνίζονται στη περιοχή του λιμανιού, ξεσηκώνουν με μιας τις αισθήσεις. Η στιγμή του κατάπλου είναι απίστευτη, όπως θα αποδειχθεί βέβαια σε λίγα λεπτά, αποτελεί μαγική εικόνα. Παίζει ρόλο πότε θα έρθετε, αλλά συνήθως όλη την καλοκαιρινή περίοδο, (Ιούλιος – Αύγουστος) επικρατεί κομφούζιο από τον πολύ κόσμο και κάποια θηριώδη 4Χ4 που προσπαθούν να κάνουν μανούβρες στον καταπέλτη. Φορτηγάκια, απλά αυτοκίνητα, λίγες  μοτοσυκλέτες, στριμώχνονται ανάμεσα στο πλήθος των ντόπιων, των ολόλευκων ή κατακόκκινων ξένων τουριστών με τα κοντά παντελονάκια και τα παιδιά στον ώμο, που εκείνη την ώρα αποβιβάζονται ή φεύγουν. Για λίγα λεπτά θα νομίζετε ότι είστε σε κάποιο μεγάλο λιμάνι, αμέσως μετά όμως, ησυχία. Εξαφανίζονται όλοι στη ζέστη του απομεσήμερου. Στα στενά δρομάκια και στην παραλία μόνο κάποια πιτσιρίκια παίζουν κάτω από την απαλή σκιά που κρατούν τα αρμυρίκια. Πραγματική σιέστα επικρατεί, τίποτα δεν φαίνεται ικανό να αλλάξει αυτή την υγιή συνήθεια.

Ο μοναδικός οικισμός είναι ανάλογος του μεγέθους του νησιού, και γι’ αυτό, ο καλύτερος τρόπος να τον γνωρίσετε είναι η πεζοπορία. Απέναντι από τον λιμενοβραχίονα, δίπλα από καφενείο του Νικήτα Πράσινου ‘’το λιμάνι’’, το ανηφορικό δρομάκι σας οδηγεί στον κεντρικό δρόμο με τα καταστήματα αναμνηστικών, τα καφενεία, τις ταβέρνες, μίνι – μάρκετ, γραφείο ταξιδιών και ενοικιαζόμενα δωμάτια, ικανά να εξυπηρετήσουν ένα αρκετά μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Εκεί προς το τέλος της οδού, αριστερά σας, βλέπετε το μεγάλο ναό του Αγίου Γεωργίου. Στο ίδιο σημείο θα βγείτε αν ακολουθήσετε δεξιά, τον παραλιακό που περνάει δίπλα από τη «Μεγάλη Άμμο»,μια αμμώδη παραλία με ρηχά πρασινογάλαζα νερά, τη πλατειούλα με το μνημείο πεσόντων, βαδίζοντας απ’ τα στενά δρομάκια με τις πικροδάφνες στα ενδότερα του χωριού. 

Από εκεί ο κεντρικός πάει προς τις εξοχές, το ελικοδρόμιο και το λόφο του Προφήτη Ηλία όπου υπάρχουν θεμέλια παλαιοχριστιανικής εκκλησίας. Τα περισσότερα σπιτάκια είναι χαμηλά με ισόγειο κι’ ένα όροφο χωρίς να λείπουν τα καινούργια μεγαλύτερα πολυώροφα. Το εσωτερικό ενός τυπικού σπιτιού περιλαμβάνει τρία δωμάτια, το ένα αρκετά μεγάλο (σαλόνι), που συμπληρώνεται από την κουζίνα και την κρεβατοκάμαρα. Η κατασκευή της οριζόντιας στέγης ήταν η «Στεοσά» που αποτελείτο από χοντρά δοκάρια που πάνω τους έστρωναν καλάμια, για μόνωση είχαν στρωμένο χώμα, μια κλασική τεχνική που δύο δεκαετίες πριν συναντούσαμε σε όλες τις Κυκλάδες. Εδώ χρησιμοποιούσαν και ξύλο φίδας, (Juniperus phoenicea - είδος άρκευθου που απαντάται σε παραθαλάσσιες θερμές περιοχές), οι κορμοί του οποίου φτάνουν τα 3,5 – 4,0 μ. σε μήκος με μεγάλη αντοχή στο χρόνο,  που τα ονόμαζαν «κονταρίδα» (στη Σύμη το λένε «κατράνι»). Όλα διαθέτουν μεγάλες αυλές με ολάνθιστες μπουκαμβίλιες, γεράνια και νυχτολούλουδα, χωρίς να λείπουν τα μικρά μποστάνια, οι κήποι με λίγα αλλά όλων των ειδών τα λαχανικά. 

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 οι λιλιπούτειες κοινότητες όλης της συστάδας είχαν στερηθεί αυτό που, για μυστηριώδεις λόγους, ονομάζουμε ανάπτυξη, αλλά τουλάχιστον είχαν διασώσει αυτό που σήμερα ολοένα μειώνεται, χάνεται. Το ανόθευτο, πραγματικό πρόσωπο των Κυκλάδων που όσο περνούν τα χρόνια αλλοτριώνεται κι’ αλλάζει το ύφος της φιλοξενίας, το κυκλαδικό τοπίο, πιθανά, σε κάμποσα χρόνια να εξαφανίσει την λιτή αίσθηση του επίγειου παράδεισου, όπως έχει ήδη συμβεί σε αρκετές περιπτώσεις διάσημων νησιωτικών προορισμών. Ο τοπικός πληθυσμός ή οι επίδοξοι επενδυτές πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι για να ‘’πουλήσουν’’ πρέπει να κρατήσουν αλώβητο το φυσικό περιβάλλον. 

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και σήμερα, το χαμόγελο και η ευγένεια περισσεύει στο Κουφονήσι, οι υπηρεσίες έχουν μεταβληθεί προς το καλύτερο. Οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες από Πειραιά και Ραφήνα προσεγγίζουν το νησί μια, δύο, συχνά και περισσότερες φορές τη μέρα, ενώ τα ‘’δελφίνια’’ πηγαινοέρχονται συνεχώς. Μέσα σ’ όλα, καινούργιες οικοδομές(4), επενδύσεις και καταστήματα γίνονται πλέον κάθε σαιζόν, επιτακτικά λες, ολοένα πιο μεγάλες σε μέγεθος. Παρά τις κακοτεχνίες και τα διώροφα, τριώροφα εξαμβλώματα η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία, συγκρατεί ακόμα κάποια παραδοσιακά στοιχεία.  Όμως σήμερα, γνωρίζουμε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ό,τι χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, υπάρχει κίνδυνος όχι μόνο να αλλοιωθεί αλλά ακόμα χειρότερα, να εξαφανιστεί. 

Στο Κουφονήσι, υπάρχουν εγκαταστάσεις γηπέδων μουντιαλίτο, μπάσκετ και βόλεϊ, κι’ όσο για βόλτες;….ανάλογα το χρόνο που διαθέτετε, μπορείτε να το γυρίσετε σύντομα με ένα εντουράκι ή φυσιολογικά με τα πόδια. Αυτοί που αγαπούν την πεζοπορία και τους αρέσει να ανακαλύπτουν κρυφές γωνιές σε κάθε μέρος θα ενθουσιαστούν από τα προτερήματα του νησιού. Στο μεγαλύτερο μέρος του, ιδιαίτερα στην νότια πλευρά, είναι σχεδόν ίσιο χωρίς ανηφοροκατηφόρες. Η ύπαρξη τόσο όμορφων παραλιών σχεδόν σε κάθε όρμο ευνοεί την πεζοπορία, πραγματικά αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να το γνωρίσετε. Μια διαδρομή που την κάνουν όσοι έρχονται εδώ και φτάνει σε όλα τα όμορφα τοπία κι’ ακτές που έπλεξαν το όνομα του, ξεκινάει σχεδόν μέσα από τον οικισμό με κατεύθυνση νότια. 

Αφού προσπεράσετε τη «Μεγάλη Άμμο», θα διασχίσετε τη περιοχή  «Στρούμπο» στην άκρη της πλαζ, με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια της Σοφίας Ψαρρού, του Μιχάλη Πράσινου και τον διάσημο «Σορόκο» συνεχίζοντας προς την κοντινή πολυσύχναστη ακτή «Χαροκόπου», που βρίσκεται το πιο δημοφιλές ταβερνάκι του νησιού, ο περίφημος «Φοίνικας» του Δημήτρη Μαύρου. Σίγουρα είναι ένα απ’ παλιότερα, άνοιξε το 1975 στο μέρος που ήταν ο μοναδικός φοίνικας του νησιού, τότε, που όχι μόνο ρεύμα δεν είχε έρθει, (ήρθε το 1983) αλλά ούτε το λιμάνι υπήρχε (έγινε το 1987). Στις μέρες μας εξελίχθηκε σε τόπο διαμονής, αλλά το όνομα παραμένει σαν αξεπέραστο στέκι τόσο για το παμπάλαιο ντεκόρ από πέργκολες και καλαμωτές, όσο για το εξαιρετικό μενού, με έμφαση στα ολόφρεσκα ψάρια. Όσοι γνώρισαν εκείνα τα χρόνια τα νησιά μας σήμερα θεωρούνται τυχεροί. «Ήταν η εποχή, θυμάται ο Δημήτρης, που ερχόντουσαν παρέες οι Αθηναίοι, (σ.σ. και κάποιοι φίλοι Θεσσαλονικείς συμπληρώνω), έχοντας μαζί τους όργανα, μπουζούκια, κιθάρες, ντέφια….ό,τι άλλο φαντάζεσαι, ενώ άλλοι είχαν μέχρι τουμπερλέκια. Οι μεζέδες έδιναν κι’ έπαιρναν ενώ μετά από κάμποσες μπύρες, στηνόταν απ’ το τίποτα …τρικούβερτο γλέντι. Εγώ είχα κάποια δωμάτια ήδη από το ’68, αλλά αυτοί προτιμούσαν το ξενοδοχείο ‘’τ’ αστέρια’’. Έμεναν στις σκηνές τους εδώ δίπλα, στην παραλία». Παραμένει από παλιά τόσο έντονα φιλική η παρουσία του Δημήτρη, που κάποιοι ακόμα μπερδεύονται ονομάζοντας τον ίδιο όπως και την παραλία, ‘’Φοίνικα’’. 

Λίγο παρακάτω είναι το ιδιωτικό κάμπινγκ περίπου ενάμισι χλμ. από το χωριό. Από εδώ και πέρα ο δρόμος γίνεται μονοπάτι, με τα πόδια να’ χουν τον πρώτο λόγο. Η επόμενη παραλία είναι ο θαυμάσιος και ήσυχος «Φανός» ενώ πιο κάτω η κοσμοπολίτικη πρασινωπή«Πλατειά Πούντα», γνωστή περισσότερο σαν ‘’Ιταλίδα’’, από μια κοπέλα απ’ την Πελοπόννησο που αγόρασε μια έκταση εκεί. Είχε σπουδάσει στην Ιταλία κι’ έτσι έμεινε το όνομα. Λίγο πιο νότια είναι ο «Κάβος του Μυλωνά», όμως καλύτερα να ακολουθήσετε το παλιό μονοπάτι από την Πλατειά Πούντα που φεύγει ανατολικά καταλήγοντας στο απόμακρο «Πορί» (1ω), περνώντας από μεγάλες αμμοθίνες γεμάτες λευκά κρινάκια, ένα σχετικά σπάνιο είδος του. Λίγοι το χρησιμοποιούν πια, αν και οδηγεί στους πλέον γοητευτικούς ορμίσκους, όπως είναι η διάσημη «Πισίνα», που όσοι κολύμπησαν εκεί θα την θυμούνται ακόμα, και η «Σπηλιά», αλλά κι’ άλλους, ανώνυμους.

 Οι περισσότεροι προτιμούν τον τσιμεντοστρωμένο πλέον δρόμο, που από το χωριό φεύγει ανατολικά, περνάει την δστ. (αριστερά) που οδηγεί στο ελικοδρόμιο, συνεχίζει ευθεία διασχίζοντας σχεδόν όλο το νησί καταλήγοντας μετά από 4 χλμ., στην πολυφωτογραφημένη παραλία και το σχεδόν άγνωστο «Γάλα» εκεί προς την νότια άκρη της χερσονήσου. Όπως κατηφορίζετε από τον λόφο, η θέα, το εκθαμβωτικό φως και τα χρώματα της θάλασσας μέχρι κάτω στο άνοιγμα του κόλπου, ενθουσιάζουν με το ανυπέρβλητο κάλλος τους επισκέπτες. Δεξιά σας είναι το ‘’Καλόφεγγο’’, ένα νέο καφέ – μπαρ, αριστερά σας μετά την ξερολιθιά η πετρόχτιστη κοινοτική καφετέρια. Πίσω της, το ανηφορικό πετρώδες μονοπάτι πάνω στο ‘’λαιμό’’ της χερσονήσου οδηγεί στην έκπληξη της περιοχής, καταλήγοντας σ’ έναν πανέμορφο κολπίσκο με κρυστάλλινης καθαρότητας πρασινογάλανα νερά. Οι «Σπηλιές του Ξυλομπάτη», ένα σπάνιο, μονάκριβο τοπίο από αυτά που αιώνες τώρα σκαλίζει η φύση στα κοκκινωπά βράχια με την βοήθεια του ανέμου και της θάλασσας. Αρκετά πιο βόρεια βρίσκεται το «Λιμενάρι»,ακριβώς ό,τι χρειάζεται το πρωί για ατελείωτες βουτιές, το βράδυ προσφέρει τ’ ομορφότερο ηλιοβασίλεμα του νησιού.

Σπουδαία μέρη με όμορφη θέα προς το Κάτω Κουφονήσι και τον κάβο Πανόρμου της Νάξου διαθέτει και η δυτική πλευρά της νήσου κι’ ας μην φαίνεται με την πρώτη ματιά. Σχεδόν αμέσως μετά το λιμάνι εμφανίζεται η μικρούλα παραλία Λουτρά με το μικρό καρνάγιο στην άκρη της. Λίγο πιο ψηλά είναι ο ανεμόμυλος, η νέα εκκλησία, (1971 θεμελιώθηκε 1980 έγιναν τα θυρανοίξια) του Αγίου Νικολάου, χτισμένη πάνω σε θεμέλια παλαιοχριστιανικού ναού. Στον ευρύτερο χώρο των Λουτρών και της εκκλησίας υπήρχαν ενδείξεις για το αρχαίο παρελθόν του νησιού και ήδη από το 1967 άρχισε η έρευνα, με κάποιες πρώτες ανασκαφές από την έφορο αρχαιοτήτων Φωτεινή Ν. Ζαφειροπούλου. 

Τον Αύγουστο του 1970 κοντά στον ανεμόμυλο, αποκαλύφθηκαν συλημένοι τάφοι αλλά «και έκτασις άσκαπτος». Εκείνη την εποχή, εκτός από τα μικροαντικείμενα, μαρμάρινες φιάλες, χάλκινο εγχειρίδιο, λεπίδες οψιανού, το περίφημο πήλινο τηγανόσχημο σκεύος που εκτίθεται στο μουσείο της Νάξου, βρέθηκαν σε κοντινό σημείο σήμα ταφής(5) και κτερίσματα(6). Μεταξύ αυτών ένα πήλινο πτηνόμορφο πρωτοκυκλαδικό αγγείο που παρόμοιό του δεν είναι συνηθισμένο στις Κυκλάδες, πιθανόν να είχε εισαχθεί από την Κρήτη. Τα αποτελέσματα των συστηματικών αλλά και των σωστικών ανασκαφών, υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου Όλγας Φιλανιώτου, που ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια, έφεραν στο φως συνολικά τρία πρωτοκυκλαδικά νεκροταφεία, το πρώτο, στη θέση Αγριλιά, (στο ελικοδρόμιο), όπου βρέθηκαν 72 θαλαμοειδείς τάφοι. Τα άλλα δύο είναι στον Πάνω Μύλο και τα Λουτρά. Ίσως έτσι δικαιολογείται γιατί η παλιά ονομασία της περιοχής ήταν Ελληνικά(7). Επίσης, ένας πρωτοκυκλαδικός οικισμός υπήρχε ανατολικά του σημερινού χωριού κι’ ένας δεύτερος, κατεστραμμένος από τη διάβρωση, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου. Το χωριό φαίνεται ότι χτίστηκε στη θέση ενός μεγάλου ρωμαϊκού οικισμού, ενώ ποικίλα παλαιοχριστιανικά λείψανα υπάρχουν στον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Νικόλαο(8)

Η συνέχεια θα σας φέρει στον κλειστό όρμο του Παριανού, μια όμορφη μικρή παραλία λίγο πιο ήσυχη από τις ‘’επώνυμες’’ που επιπλέον στολίζεται με τρεις μικρές σπηλιές στην αρχή του λιμενοβραχίονα. Διπλός αυτός, προστατεύει επαρκώς τον κολπίσκο που αποτελεί το αλιευτικό καταφύγιο του νησιού. Σ’ αυτό το λιμανάκι βρίσκουν απάγκιο όλα τα καινούργια και πολλά παλιά, παραδοσιακής ναυπηγικής τέχνης ξύλινα μεγάλα ψαροκάικα, αλλά και μικρότερες βάρκες που μπορείτε να θαυμάσετε ή να τα φωτογραφίσετε. Τον Παριανό κοσμεί με τη παρουσία του το αξιόλογο καφέ – μπάρ ‘’Ανέπλωρα’’, του Λευτέρη Σιγάλα πραγματικά δροσερό καταφύγιο στην κάψα του καλοκαιριού. Ο δρόμος συνεχίζει για λίγα χλμ. και σύντομα σταματάει στα κτήρια του βιολογικού καθαρισμού δίπλα από μια βραχώδη κιτρινωπή έξαρση, τον «Όχτο». 

Το μέγεθος του νησιού δεν προκαλεί για μεγάλες βόλτες με μοτοσυκλέτα, όμως, καθώς φαίνεται, έχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για πεζοπορίες. Κάποια από αυτές θα σας φέρει στο κέντρο του οικισμού στον Άγιο Γεώργιο πολιούχο και προστάτη του νησιού, που, σύμφωνα με την επιγραφή στο υπέρθυρο αναστηλώθηκε 10 Απριλίου του 1876, παραμένοντας για χρόνια η μοναδική εκκλησία από τις επτά που υπήρχαν κάποτε. Απ’ αυτές, δεν υπάρχουν ούτε τα θεμέλια(9) εκτός των δύο που αναφέραμε. Για χρόνια ο ναός ήταν χωρίς αγιογράφηση, όμως στην επισκευή που έγινε το 1980 από τον παπά Στάθη Ελευθερίου, (συνταξιοδοτήθηκε το 2006), ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε στις μέρες μας. 

Αν έχετε την τύχη να βρεθείτε στο νησί κάποια από τις γιορτινές του μέρες, η εμπειρία θα σας παραμείνει αξέχαστη. Από παλιά υπήρχε η παράδοση της περιφοράς της εικόνας. Ο παπα Στάθης μεγάλωσε αυτόν το θεσμό, φτιάχνοντας μάλιστα δικό του τυπικό, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου. Η καθιερωμένη πλέον διαδρομή ξεκινά από την εκκλησία, περνάει από το καρνάγιο, και παραλιακά κατευθύνεται προς το λιμάνι. Καθ’ όλη τη διάρκεια της λιτάνευσης ακολουθούν από θαλάσσης όλα τα πλεούμενα του νησιού ενώ η στεριά σείεται από τα βεγγαλικά και τις κροτίδες. Πεζοπόροι και καπετάνιοι συναντώνται στο λ