Κρυμμένα στις δασωμένες πλαγιές, τα χαμηλώματα, τα ρέματα και τα στενά σημεία των ποταμών, ξεπροβάλλουν άξαφνα εκπλήσσοντας με την τέλεια κατασκευή τους τον περιπατητή. Με δική του ξεχωριστή ταυτότητα το καθένα από αυτά, θυμίζει τη δυσκολία της επικοινωνίας που υπήρχε κάποτε και την ασφυκτική ανάγκη των προγόνων μας να ξεπεράσουν κάθε είδους εμπόδιο για μια καλύτερη ζωή. Τα κατάφεραν, αφήνοντας πίσω τους όχι απλά γέφυρες, αλλά σωστά έργα τέχνης και τεχνικής.

Στο πέρασμα του χρόνου η χρησιμότητα των πέτρινων γεφυριών παραμερίστηκε από τις νέες απαιτήσεις των μεταφορών και του εμπορίου. Καινούργιοι δρόμοι χαράχτηκαν πάνω ή δίπλα από τις παλιότερες αρτηρίες που συνδέανε τα χωριά. Τις περισσότερες φορές περνάμε δίπλα, ή από πάνω τους, χωρίς να το ξέρουμε μια που ο άνθρωπος αδιαφόρησε για την ύπαρξή τους και η φύση φρόντισε να τα καλύψει με τη βλάστηση. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις (π.χ. Γρεβενά) που διατίθεται κάποιο κονδύλι για σήμανση, ώστε εύκολα ο επισκέπτης της περιοχής να καθοδηγείται προς αυτά. Επίσης λίγες είναι οι περιπτώσεις που οι υπεύθυνοι φορείς φροντίζουν για τη συντήρηση ή την επισκευή τους. Το ‘’κυνήγι’’ για να ανακαλυφθούν, η φωτογραφική αποτύπωση της κατάστασής τους και οι σημειώσεις για την περαιτέρω μελέτη από τους ειδικούς δεν γίνεται μόνο για την ευκολότερη πρόσβαση του περιηγητή σε αυτά, ή γιατί η γοητεία τους ασκεί ακαταμάχητη έλξη στους αληθινούς ερευνητές, αλλά γιατί η δημοσίευσή τους αποτελεί το πρώτο βήμα για τη γνωριμία και τη διάσωσή τους.
Από όλους όσους έχουν ασχοληθεί με τα πέτρινα γεφύρια χαρακτηρίζονται και είναι, σπουδαία μνημεία του αρχιτεκτονικού μας πολιτισμού, με συμμετρία και γεωμετρική τελειότητα τα μονότοξα, ή χαρακτηριστική ασυμμετρία τα πολύτοξα. Πολλά, χτίζονται ήδη από την αρχαιότητα. Γενεσιουργός αιτία ήταν η υπερπήδηση φυσικών εμποδίων, συνήθως ποτάμια για τη συνέχιση των δρόμων. Στην 3η χιλιετία π.Χ. τα τόξα κατασκευάζονταν κατά το «εκφορικό σύστημα», δηλαδή με οριζόντιες πετρόπλακες βαθμιαία εκ-φερόμενες εκατέρωθεν ενός κενού και συμπλησιάζουσες έως ότου το γεφύρωναν. Τότε βέβαια δεν επρόκειτο για πραγματικές «θολωτές» κατασκευές.

Ίσως την 3η, οπωσδήποτε όμως τη 2η χιλιετία π.Χ. επινοήθηκε και η γνήσια θολοδομία, η οποία αργότερα άνοιξε το δρόμο για τις θολωτές γέφυρες των οποίων οι αρμοί, ακτινωτά διαταγμένοι συμβάλλουν στο κέντρο. Οι τρείς βασικοί τρόποι δημιουργίας πέτρινων γεφυριών είναι: με οριζόντιες δοκούς ή πλάκες, με εκφορικό σύστημα και με τοξωτή (ή θολωτή) κατασκευή. Στα ορεινά ή ημιορεινά εδάφη ή όπου αλλού τύχαινε να υπάρχει βράχος στο στένωμα του ποταμού, αυτός αξιοποιείτο από τους μαστόρους που, «πατώντας» σε αυτόν, έφτιαχναν στέρεα τα βάθρα της κατασκευής, δημιουργώντας ένα ασφαλές πέρασμα για τους ντόπιους, τα κοπάδια, τους κυρατζήδες, τους εμπόρους κ.ά. Πολλές φορές, τύχη αγαθή βοηθούσε και υπήρχε βράχος μέσα στην κοίτη του ποταμού. Και αυτός αξιοποιούταν από τους μαστόρους, γιατί, «πατώντας» πάνω του, έχτιζαν ευκολότερα περισσότερα του ενός τόξα.

Κατασκευαστές των γεφυριών, γεφυροποιοί ή γεφυράδες δηλαδή, ήταν οργανωμένα συνεργεία, ντόπια ή ξένα με έμπειρους, ειδικευμένους μαστόρους και πρωτομαστόρους που έκαναν κουμάντο. Ονομαστά για την ποιότητα και την ποσότητα των έργων τους έμειναν τα «μπ’λούκια» ή (ι)σνάφια από την Ήπειρο, που όργωναν ολόκληρη τη Βαλκανική χτίζοντας αρχοντικά, βρύσες, δεξαμενές, εκκλησιές, τζαμιά, πανύψηλα καμπαναριά και μιναρέδες, όπως και αυτά από τη δυτική Μακεδονία, όπου στέριωναν σε ένα χωριό έως ότου ολοκληρώσουν την εργασία που είχαν αναλάβει. Η ποιότητα, η συνάφεια των υλικών και η γεωμετρία κατέστησαν τα πέτρινα γεφύρια σχεδόν ακλόνητα στο χρόνο. Χορηγοί της πολυδάπανης κατασκευής τους ήταν κατά κανόνα πλούσια άτομα, Έλληνες έμποροι, ξενιτεμένοι που με την επιστροφή τους από τα ξένα ευεργετούσαν το χωριό τους, Οθωμανοί τιτλούχοι, εκκλησιαστικοί άνδρες, «πασάδες και παπάδες» καθώς έλεγαν.
Τα πετρογέφυρα της Ελλάδας, μνημεία της ακατάβλητης ανθρώπινης θέλησης, παρά τις όποιες επεμβάσεις περιμένουν ακόμα, σήμερα, τον φιλάρχαιο διαβάτη και τον κάθε περιπατητή του τόπου να τον μεταφέρουν σε άλλες εποχές.

Επίλογος
Τα πετρογέφυρα της Ελλάδας, οι καμάρες ή καμάρα των ντόπιων, χτίστηκαν με την τόλμη του ονείρου για προκοπή και φώτιση. Μοναδικές κατασκευές, έκαναν την επικοινωνία, το ταξίδι τη συμβίωση το εμπόριο πιο εύκολα, ενώ σήμερα στέκουν ακόμα περήφανα προσδιορίζοντας με μαεστρία τις ρίζες και την ταυτότητα των τόπων που βρίσκονται. Πρωτομάστορες, νταμαρτζήδες, πελεκάνοι, χτίστες, μαστορόπουλα, αγιασμένα πρόσωπα στη μνήμη των ντόπιων και του δημιουργού, καθημερινοί συνομιλητές της κοινότητας με τα αιωνόβια, χρήσιμα έργα τους. Στα χάσματα της πέτρας που αντιμάχεται το χρόνο, το μάτι σταματά στο μωβ λουλούδι που δεν υπάρχει σε κανένα μουσείο φυσικής ιστορίας. Έτσι και αυτά τα λαϊκά κομψοτεχνήματα. Τα βλέπετε μόνο καθ’ οδό ή περπατώντας σε τοποθεσίες που λες ότι βγήκαν από παραμύθι, κρύβοντας εξαίσια μυστικά και θρύλους, φαντάσματα ανθρώπων ή ζώων που διάβηκαν για να ιδρύσουν, να αναπτύξουν και να δώσουν νέα ζωή στα σημερινά χωριά.

Ευχής έργο θα ήταν όχι μόνο να κηρυχτούν διατηρητέα, αλλά να προστατευτούν με υπευθυνότητα και να αναδειχτούν σαν γνήσιο, αναπόσπαστο κομμάτι της αρχιτεκτονικής και της παράδοσης, ακόμα και τα ερείπια τους, σαν ελάχιστο αντίδωρο στον τόπο που χτίστηκαν.

Καλή περιήγηση,
Άγγελος Σινάνης

Περισσότερες πληροφορίες

Δημοσιεύματα

Βιβλιογραφία

 
Περιοχές της Ελλάδας
Sunday the 22nd. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.