ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ (2043 λέξεις)

ΝΗΣΟΣ ΓΙΑΛΙ (αρχ. Αίγιλα, Βεγιαλίς) και Νησίδες ΝΙΣΥΡΟΥ  ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ

Κείμενο: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2009 

 «Γεωλογικό και Πολιτιστικό Διαμάντι»

 Καθώς το πλοίο προσεγγίζει το Μαντράκι περνά δίπλα σχεδόν από το Γιαλί, ένα από τα νησιά της συστάδας της Νισύρου. Η όψη του στην αρχή ξενίζει με τους λευκούς λόφους ελαφρόπετρας από τη μια και το πυκνό δάσος πεύκων από την άλλη. Σίγουρα παράξενος τόπος, ο οποίος όμως κρύβει μια αξιοθαύμαστη ιστορία και εκπληκτικής ομορφιάς επισκέψιμους κολπίσκους με γαλαζοπράσινα νερά.

 Η πρόσβαση είναι εύκολη από το Μαντράκι με την καθημερινή πρωινή μετακίνηση των εργαζομένων στη ΛΑΒΑ Μεταλλευτική και Λατομική Α.Ε., η εταιρεία που εξορύσσει και επεξεργάζεται από τη δεκαετία του 1950 τα κοιτάσματα ελαφρόπετρας – περλίτη.  Πρόκειται για την μεγαλύτερη εξαγωγική εταιρεία ελαφρόπετρας (κίσσηρης) στον κόσμο με παραγωγή που ανέρχεται σε ένα εκατομμύριο τόνους ετησίως καλύπτοντας το σύνολο της ελληνικής αγοράς, πραγματοποιώντας ταυτόχρονα μεγάλες εξαγωγές στην Ευρώπη τη Μέση Ανατολή, την Αμερική κ.ά.  Μια από τις λίγες περιπτώσεις εκμετάλλευσης προϊόντος που αφήνει ένα σεβαστό ποσό κάθε χρόνο στο δήμο Νισύρου, απασχολώντας ταυτόχρονα αρκετούς εργαζόμενους. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην αποκατάσταση του τοπίου με συνεχείς δενδροφυτεύσεις. Αυτό αποτελεί πάγια προτεραιότητα για την ΛΑΒΑ Α.Ε. μια από τις λίγες εταιρείες με λατομική δραστηριότητα στην Ελλάδα η οποία σέβεται το περιβάλλον που δραστηριοποιείται. 

Η διαδρομή μέχρι το λιμανάκι ή τον γειτονικό Άγιο Αντώνιο είναι περίπου 15 – 20 λεπτά (2 ν.μ.) ενώ την καλοκαιρινή περίοδο υπάρχει πλοιάριο που κάνει τη διαδρομή ή το γύρο του νησιού από τους Πάλους. Καθώς πλησιάζετε, το ‘’παράξενο’’ σχήμα με τους δύο σχεδόν ισοϋψείς λόφους (190 και 174μ. αντίστοιχα), που ενώνονται με έναν στενό ισθμό μήκους 900μ. και πλάτους 300μ. γίνεται πιο οικείο. Μια τεράστια λευκή αγκαλιά σας υποδέχεται, μια ωραία παραλία από ελαφρόπετρα σε ένα περιβάλλον που θυμίζει εξωπραγματικό γιγάντιο γλυπτό. Μην περιμένετε να δείτε οποιαδήποτε τουριστική εγκατάσταση ή κάτι άλλο, πρόκειται για μοναδική περίπτωση αρχαιολογικού(1) και εργασιακού χώρου με πάρα πολύ όμορφα τοπία, μια ξεχωριστή εμπειρία.

Το εντυπωσιακό ηφαιστειακό οικοδόμημα των νησιών της συστάδας, όπως άλλωστε και η ίδια η Νίσυρος ανήκει στο ηφαιστειακό τόξο του νοτίου Αιγαίου. Από το ωκεανογραφικό σκάφος Αιγαίο του Εθνικού Κέντρου Θαλασσίων Ερευνών (Ε.Κ.Θ.Ε.) έγινε ο εντοπισμός στην περιοχή μεταξύ Κω – Νισύρου ιδιαίτερα γύρω από τη νησίδα Γιαλί, αρκετά υποθαλάσσια ηφαίστεια, παρόμοια με αυτό που εντοπίστηκε στο βυθό της λεκάνης της Επιδαύρου. Τα πρώτα ηφαιστειακά επεισόδια στην περιοχή ξεκίνησαν πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια. Από τότε, με μικρές ή μεγαλύτερες διακοπές, το λειωμένο ηφαιστειακό υλικό αναβλύζει ή εκτινάσσεται από το εσωτερικό της γης, οικοδομώντας διάφορα μικρά η μεγάλα ηφαιστειακά κέντρα. Το μεγαλύτερο μέρος της δυτικής Κω, η Νίσυρος, αλλά και τα μικρότερα νησιά που τις περιτριγυρίζουν, Πυργούσα, Παχιά, Γιαλί, Στρογγυλή, είναι δημιουργήματα της ηφαιστειακής δράσης, για την ακρίβεια ό,τι χερσεύει από τα ηφαιστειακά κέντρα που οικοδομήθηκαν. Το εύκολα επισκέψιμο Γιαλί είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον από αυτά. Όλα άρχισαν με ένα μεγάλο ηφαιστειακό γεγονός που εκδηλώθηκε με μια τεράστια έκρηξη στην περιοχή, πριν 160.000 χρόνια. Επίκεντρο της δραστηριότητας ήταν ένα ηφαίστειο που βρισκόταν κοντά στο βόρειο Γιαλί. Η έκρηξη τινάζει στον αέρα 240 δισεκατομμύρια τόνους λιωμένο πέτρωμα που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος της Κω με στρώματα ελαφρόπετρας και ηφαιστειακής στάχτης πάχους δεκάδων μέτρων. Τα πυκνά σύννεφα πυρακτωμένης τέφρας ξεχύνονται προς όλες τις κατευθύνσεις ταξιδεύοντας με μεγάλη ταχύτητα στην επιφάνεια της θάλασσας φτάνοντας στην Κάλυμνο, τις ακτές της σημερινής Τουρκίας, την Πυργούσα την Παχιά και την Τήλο, καλύπτοντας συνολικά 3000 τ.χ. Ορίζοντες με ιζήματα που τη φιλοξενούν έχουν βρεθεί σε απόσταση 300 χλμ νότια της Κω. Την εποχή εκείνη το Γιαλί και η Στρογγυλή δεν υπήρχαν, ενώ η Νίσυρος ήταν ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο που πιθανά μόνο η κορφή του ήταν λίγο πάνω από τη θάλασσα(2).

 Σήμερα γνωρίζουμε ότι είναι το νεώτερο ηφαιστειακό κέντρο της περιοχής και δημιουργήθηκε στο βυθό της θάλασσας, όπως μαρτυρούν θαλάσσια απολιθώματα παγιδευμένα στα παχιά στρώματα κίσσηρης ηλικίας 20.000 χρόνων. Μαζί με τα νησιά Στρογγυλή και Άγιος Αντώνιος ανήκει στο ηφαιστειακό συγκρότημα της Νισύρου. Κατά τη νεολιθική περίοδο ομάδες οικιστών από τις νοτιότερες ακτές της Μικράς Ασίας έφτασαν στα νησιά του Αιγαίου και στην Κρήτη γύρω στο 5000 π.Χ. Λίγα είναι γνωστά για αυτούς, όμως η παρουσία τους στη Νίσυρο επιβεβαιώνεται από ελάχιστα ευρήματα και από σημαντικά λείψανα κτηρίων στο Γιαλί. Γνωρίζουμε ότι οψιανός από το νησί εξαγόταν κατά τη νεολιθική εποχή στον οικισμό του Σάλιαγκου, κοντά στην Αντίπαρο(3).

Οι ιστορικές μας γνώσεις για τη Νίσυρο δυστυχώς δεν έχουν συμπληρωθεί από αρχαιολογικές αποκαλύψεις με εξαίρεση τις μικρότερες νησίδες γύρω της, όπου έγινε επισταμένη επιφανειακή έρευνα από το πανεπιστήμιο Αιγαίου σε συνεργασία με γεωλόγους και αρχαιομέτρες. Στο ηφαιστιογενές Γιαλί οι ανασκαφές και οι επιφανειακές έρευνες άρχισαν το 1986 και συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Εδώ ο αρχαιολόγος καθηγητής Αδαμάντιος Σάμσων εντόπισε σημαντικά λείψανα κατοίκησης (οικισμό και νεκροταφείο) της τελικής νεολιθικής περιόδου (4η χιλιετία π.Χ.) και αξιόλογα κινητά ευρήματα, αποδείξεις πρώιμης μεταλλουργικής δραστηριότητας. Ταυτόχρονα, η ενασχόληση με τον εντοπισμό και την ανασκαφή νεολιθικών θέσεων στο Γιαλί είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει συστηματική επιφανειακή εθνοαρχαιολογική(4) έρευνα και στο ΒΑ τμήμα του νησιού, όπου η προϊστορική κατοίκηση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Εντοπίστηκαν και αποτυπώθηκαν τοπογραφικά εκατοντάδες ερείπια νεώτερων αγροτικών κτισμάτων των χρόνων της Τουρκοκρατίας που μαρτυρούν εντατική εκμετάλλευση του χώρου με εξειδίκευση στη γεωργία και κτηνοτροφία. Πρόκειται για μοναδική σε πυκνότητα συγκέντρωση κτισμάτων σε ένα ιδιαίτερα μεγάλο χώρο, με την οποία ούτε καν μπορούν να συγκριθούν τα χειμαδιά που βρίσκουμε στην βόρεια και νότια Ελλάδα(5). Πράγματι, κανείς δεν περίμενε ότι μικρά νησιά θα διέσωζαν τόσο σπουδαίο εθνοαρχαιολογικό υλικό με τόσες πολλές ιστορικές μνήμες.

 Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι γεωλογικοί σχηματισμοί του, προϊόν συνταρακτικών ηφαιστειακών εκρήξεων. Παλιότερα, το 1922, όταν τα νησιά διατελούσαν υπό ιταλική κατοχή, η ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας υπό τον Allessandro Della Seta ανάμεσα στα ευρήματα της σπηλιάς της Άσπρης Πέτρας στο βουνό Ζήνι της Κεφάλου στην Κω βρήκε λεπίδες από οψιανό. Ο ηφαιστειογενής αυτός λίθος προερχόταν από το Γιαλί της Νισύρου, όπου βρίσκεται σε αφθονία στο βορειοανατολικό τμήμα του νησιού και χρησίμευε για την κατασκευή λεπίδων. Η εμπορία του συνεχίστηκε, ιδίως με την Κω και την Κάλυμνο, μέχρι την πρώτη περίοδο της μυκηναϊκής εποχής(6) ενώ εμπορικές σχέσεις και ανταλλαγές υπήρχαν και με την Μήλο. Οι κάτοικοι θεωρούσαν τον ντόπιο οψιανό ακατάλληλο για εργαλεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν τον χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή λίθινων αγγείων και κοσμημάτων, όπως δείχνουν ευρήματα της Υστερομινωικής περιόδου(7) από την Κρήτη.

 Η περιήγηση με τα πόδια θα σας φέρει στην αριστερή (ΒΔ) κορφή του πευκόφυτου λόφου όπου έγιναν οι ανασκαφές που έφεραν στο φώς την νεολιθική κοινότητα. Στο Γιαλί, όπως και στα γύρω νησαία εδάφη, η βλάστηση είναι ίδια, δενδρώδης και θαμνώδης. Δεν αποτελεί έκπληξη η παρουσία του δάσους πεύκης (Pinus brutia), ένα δασικό είδος που εξαπλώνεται στο Αιγαίο και τη Μέση Ανατολή, αλλά απορία για την έλλειψη του από τη Νίσυρο, αν και τα δύο νησιά έχουν τα ίδια πετρώματα και μάλιστα της ίδιας ηλικίας, ενώ η απόστασή τους είναι ελάχιστη. Προφανώς η απουσία της από τη Νίσυρο οφείλεται σε ανθρωπογενείς παράγοντες(8). Κατηφορίζοντας θα φθάσετε στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, όπου ο Παναγιότατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος φύτεψε κατά την επίσκεψή του στις 6 Αυγούστου 2001 ένα κεδράκι που διατηρείται ακμαίο. Επιστρέφοντας προς το εσωτερικό του νησιού κατευθυνθείτε προς το δεξιό (ΒΑ) τμήμα του που όλα μοιάζουν διαφορετικά. Η ελαφρόπετρα η οποία σχημάτιζε ολόκληρα ‘’βουνά’’ εδώ έχει εξαφανιστεί τελείως. Αντίθετα κυριαρχεί ο οψιδιανός με αναρίθμητα μικρά και μεγάλα κομματάκια με συμπαγείς σκουρόχρωμους όγκους με λείες επιφάνειες που γυαλίζουν στο φως του ήλιου. Εδώ, σε αυτό το τμήμα του νησιού εξορύσσεται ο περλίτης, πιο ελαφρύς από την ελαφρόπετρα και κατάλληλος για εφαρμογές μόνωσης. Όσο και αν φαίνεται παράξενο βλέπουμε ότι οι δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν στο πέρασμα του χρόνου δεν άφησαν το νησί να ερημώσει. Από παλιά το Γιαλί υπήρξε αυτοτελής οικισμός με 7 κατοίκους το 1961, 32 / 1971, 66 / 1981, 16 / 1991, 13 / 2001.

 Ο γειτονικός επισκέψιμος από τα τουριστικά σκάφη Άγιος Αντώνιος (μόλις 79 στρ.) βρίσκεται σε απόσταση μισό μίλι με μια πανέμορφη παραλία σε έναν μαγευτικό κολπίσκο. Εκεί, ψηλότερα, στην χαμηλή κορφούλα που δεν ξεπερνά τα 35μ. υψ. βρίσκεται το ομώνυμο κατάλευκο εκκλησάκι από το οποίο έλκει το όνομά της η νησίδα – κυματοθραύστης, καθώς βρίσκεται απέναντι από τον όρμο του Γιαλιού. Στο βιβλίο ναυσιπλοΐας του Piri Reis(9) διασώζεται και το όνομα Νυφούλα, νεοελληνικό τοπωνύμιο που δεν ακούγεται σήμερα. Ίσως να επικράτησε σε παλιότερους χρόνους, από τη λευκότητα της κίσσηρης, προτού χτιστεί το εκκλησάκι. Στο ίδιο βιβλίο αναφέρεται και το Γιαλί σαν ένα πρώτης τάξεως αραξοβόλι, μάλιστα αναλώνεται το μεγαλύτερο μέρος της περιγραφής σε μια εποχή που κάθε πληροφορία είναι απαραίτητη προκειμένου να υποστηριχθούν οι επιχειρήσεις του τουρκικού στόλου εναντίον της Ρόδου το 1522. Εκατοντάδες χρόνια αργότερα πάντως διαπιστώνει τα ίδια ο Μιαούλης. Πριν τη ναυμαχία του Γέροντα(10), ο ελληνικός στόλος βρισκόταν αγκυροβολημένος στο ασφαλές λιμάνι του Γιαλιού όπου υπήρχε, επιχωμένο σήμερα, πηγάδι για να εφοδιάζεται νερό ο στόλος.

Δυτικά της Νισύρου βρίσκονται η Περγούσα ή Ριγούσα, η οποία διατηρεί δύο ορθογώνιους αρχαίους πύργους λείψανα φρουριακών εγκαταστάσεων και η αλίμενη Παχειά με μισογκρεμισμένες μάντρες και πολλά πηγάδια. Η άφιξη επιστημόνων, υπεύθυνων του προγράμματος για τη μελέτη των βραχονησίδων του Αιγαίου, συνοδεύτηκε με μια έκπληξη ανάλογη με αυτή στο Πρασονήσι (βόρεια των Αντικυθήρων), δηλαδή την παρουσία της κυκλαδόσαυρας (Polarcis erhardii). Η συγκεκριμένη σαύρα «φαίνεται να έχει τη δυνατότητα να περνάει θαλάσσια φράγματα και να εποικίζει διάφορα νησιά» αναφέρει ο δρ. Μωυσής Μυλωνάς. Επιπλέον, οι ιδιαίτεροι οικολογικοί παράγοντες των νησιών οδηγούν τους πληθυσμούς των ειδών να αναπτύσσουν ιδιαίτερες προσαρμογές με συνέπεια να διαφοροποιούνται σε σχέση με τους γειτονικούς πληθυσμούς. Εντυπωσιάζει ότι η κυκλαδόσαυρα έχει από 29 υποείδη στο Αιγαίο ενώ το σαμιαμίδι (Cyrtopodion kotschyi) πάνω από δέκα. Η μελέτη της πανίδας των νησιών γύρω από τη Νίσυρο, όσο και στην ίδια τη Νίσυρο έδειξε ακόμα μια φορά ότι η πανίδα του ανατολικού Αιγαίου είναι επηρεασμένη από την πανίδα της Μικράς Ασίας(11). Αυτή, πράγματι είναι μια λιγότερο γνωστή πλευρά της ελληνικής φύσης που, όσο περισσότερο μελετάται, τόσο μας αποκαλύπτει τον πλούτο και την ομορφιά της. Η πιο απομακρυσμένη νησίδα της συστάδας είναι η Κανδελιούσα (8 ν.μ. από τη Νίσυρο), ή Φανάρι, όπως καταγράφεται στον Χάρτη της Ελλάδος του G Delishe (1683), που πιθανόν διέθετε φάρο από τότε, από όπου και το όνομα(12). Ο σημερινός φάρος της νησίδας χτίστηκε το 1890.

 Σημειώσεις:

(1) ΦΕΚ 322 / τ. Β’ /  8.6.1983 με το οποίο κηρύσσεται αρχ. χώρος και τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλους.

(2) Γιώργος Ε. Βουγιουκαλάκης, στα γαλάζια ηφαίστεια: Νίσυρος, έκδοση Συμβούλιο Περιοχής Νισύρου (1998) 18 – 19.  Ευάγγελος Βελιτζέλος (επιστ. επιμέλεια) Μνήμες Γαίας, Υπουργείο Αιγαίου χ.χ., 33.

(3) Ριχάρδου Οικονομάκη, Νίσυρος, εκδ. Μέλισσα Αθήνα (2001) 57.

(4) Μια νέα επιστήμη που τις τρείς τελευταίες δεκαετίες έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία έπειτα από σχετικές μελέτες ανθρωπολόγων και αρχαιολόγων. Η συνάφειά της με την προϊστορία προσελκύει προϊστοριολόγους  και κλασικούς αρχαιολόγους δίνοντας νέες διαστάσεις στην ερμηνεία των ανασκαφικών τους δεδομένων. Αδαμάντιος Σάμψων, Η εθνοαρχαιολογία του Γυαλιού της Νισύρου έκδοση αρ. 21 Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου (1997) 13. Βλ και Νίκος Ευστρατίου, «Εθνοαρχαιολογία, συμβολή στην προϊστορική έρευνα της Θεσσαλίας», Διεθνές συνέδριο για την αρχαία Θεσσαλία, ΥΠ.ΠΟ – Τ.Α.Π.Α. Αθήνα (1992) 136 – 142.

(5) Σάμψων, ο.π. 16 – 17. Του ίδιου «Νεολιθικοί οικισμοί στο Γυαλί της Νισύρου» Νισυριακά 11 (1990) 216 – 228.

(6) Νικήτας Ι. Κουμέντος, Τοπική Ιστορία της Νισύρου, τ.2 Νίσυρος (2002) 19.

(7) Χάρη Μ. Κουτελάκη, Τήλος άρωμα αμαράκινο, εκδ. Νομ. Αυτοδ. Δωδ/σου τ.Α’, Αθήνα (2008) 125.

(8) Στυλιανή Χ. Παπάτσου – Σταμέλου, «Η χλωρίδα και η Βλάστηση της Νισύρου και των γύρω νησίδων», (τμήμα διδ. διατριβής) Νισυριακά 8 (1982) 378.

(9) Χάρη Κουτελάκη, «Η Νίσυρος και τα γύρω μικρονήσια στο βιβλίο ναυσιπλοίας του Piri Reis», Νισυριακά 11 (1990) 114.

(10) Η ναυμαχία του Γέροντα (28 – 29 Αυγούστου 1824) έγινε στον ομώνυμο κόλπο της μικρασιατικής ακτής απέναντι από τη Λέρο ανάμεσα στον τουρκοαιγυπτιακό και ελληνικό στόλο. Είναι μια από τις λαμπρότερες σελίδες της Επανάστασης του 1821 όταν τα 70 ελληνικά πλοία, επί το πλείστον εμπορικά και πυρπολικά από την Ύδρα και τις Σπέτσες, υπό τον Μιαούλη τα έβαλαν με στόλο 400ων διαφόρων τύπων πλοίων υπό τους παντοδύναμους Χοσρέφ και Ιμπραήμ πασά. Αποτέλεσμά της ήταν να σωθεί από την καταστροφή η Σάμος καθυστερώντας ταυτόχρονα την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

(11) Στρατής Βαλάκος, «Βιοποικιλότητα στην Ελλάδα» περιοδικό NationalGeographic τ.2 Νο 2 Φεβρουάριος (1999) 68. Βλ. και περιοδικό Διαβάτης της Νισύρου έκδοση του πολιτιστικού συλλόγου Νισύρου τ.14 Απρίλιος (1999) 252.

(12) Μιχάλη Ευστ. Σκανδαλίδη, Ονοματολογική Ναυσιπλοΐα στο Ελληνικό Αιγαίο, Υπουργείο Αιγαίου – Καστανιώτης (2001) 259.

Sunday the 22nd. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.