ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (9849 λέξεις)

ΚΑΣΤΟΡΙΑ – ΦΛΩΡΙΝΑ – ΚΑΛΗ ΒΡΥΣΗ – ΔΙΠΟΤΑΜΙΑ – ΜΕΣΟΒΡΑΧΟΣ

ΧΙΟΝΑΤΟ – ΚΟΜΝΗΝΑΔΕΣ ΚΡΥΣΤΑΛΟΠΗΓΗ

(Γράμμος 7η εργασία από 8) 

Κείμενο - Διαφάνειες: Άγγελος Σινάνης e – mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

© Απρίλιος 2007

Οι Ακρίτες του Γράμμου - Τα προσφυγοχώρια 

Ένα μπουκέτο ελκυστικών χωριών δίπλα στα ελληνοαλβανικά σύνορα, πάνω σ’ ένα πολυσύχναστο σταυροδρόμι των Βαλκανίων μας αποκαλύπτεται, σ’ αυτό το οδοιπορικό. Κατά το πλείστον άγνωστοι ακρίτες, φυλάνε με ευλάβεια ήθη ξεχασμένα έθιμα και παραδόσεις, σ’ ένα πραγματικά αξιόλογο φυσικό περιβάλλον που ξετυλίγεται  σαν ζωγραφιά, εμπρός στα μάτια σας.  

Από εδώ ανοίγονται δεκάδες διαδρομές στα αμόλυντα, σχετικά αδιατάρακτα από ανθρώπινες δραστηριότητες, πυκνόφυτα δάση. Είναι τόσο πλούσια σε εικόνες αυτή η εσχατιά της Ελλάδας, που μόνο να τις ανακαλέσετε στη μνήμη σας θα ενθουσιάζεστε, λαχταρώντας κι’ επιδοκιμάζοντας κάθε σκέψη για επανάληψη της επίσκεψης.    

Γεωγραφικό τους όριο είναι ο ολόδροσος Άνω Αλιάκμονας ενώ γειτονεύουν με τα περίφημα ιστορικά Γραμμοχώρια που ήδη περιηγηθήκαμε, (Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 198 – 226). Ο χώρος είναι γνωστός, η κεντρική διασταύρωση για την Καλή Βρύση στο ύψος του Μονόπυλου που αφήσαμε πίσω μας στο περασμένο ταξίδι, ώστε να γνωρίσουμε τα παραποτάμια Δημ. διαμερίσματα Γιαννοχώρι και Λιβαδοτόπι. Οδηγώντας σ’ αυτόν το δρόμο κατευθύνεστε στην πρώτη έξοδο απο τα δυσπρόσιτα ορεινά του Γράμμου, μέσω μιας καθαρά δασικής διαδρομής προς τα χωριά Καλή Βρύση, Διποταμία, Χιονάτο, Κομνηνάδες. Ο τόπος καταπράσινος και βραχώδης με διάσπαρτες αμιγείς η μικτές συστάδες δασικών δέντρων Μαύρης Πεύκης, Ελάτης, Δρυός δημιουργεί μια εξαίρετη αίσθηση καθαρότητας ενώ, όπως όλος ο Γράμμος θεωρείται σημαντική περιοχή για τα πουλιά.  

Από το Μονόπυλο μέχρι τη Κρυσταλοπηγή κινήστε στα χνάρια της γενικής απαγκίστρωσης του κύριου όγκου του Δημοκρατικού στρατού από την περιοχή του Γράμμου που έγινε κυριολεκτικά κάτω απ’ τη μύτη του κυβερνητικού στρατού που κρατούσε γερά τη στενή δίοδο ανάμεσα απ’ τα υψώματα Χελώνα και Αλεβίτσα. Σε αυτόν το δρόμο, μονοπάτι τότε, έγινε ο ιστορικός ελιγμός που τον οδήγησε μέσω χαράδρας Κρυσταλλοπηγής, στο Βίτσι (βλ. Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 212). Σύντομα μάλιστα (+/- 7,00 χλμ.), φτάνετε στην διασταύρωση (δστ. στο εξής) που δεξιά θα σας οδηγήσει στην «Αλεβίτσα».  

Στα πρώτα 150 μ. υπάρχει δστ. που βγάζει κατ’ ευθείαν στο Γιαννοχώρι από ένα κατηφορικό, χορταριασμένο και καταπράσινο απ’ τη βλάστηση μονοπάτι. Η συνέχεια προς την κορφή περνά από την περίφημη, ερειπωμένη στις μέρες μας «διμοιρία» που επανδρώνονταν καθ’ όλη τη διάρκεια της επίθεσης των Ιταλών, βιώνοντας κάποιες, απ’ τις πολλές δραματικές εξελίξεις του πολέμου, αργότερα του οδυνηρού εμφυλίου, μέχρι το 1976, που οι εγκαταστάσεις εγκαταλείφθηκαν τελείως.  

Δίπλα απ’ τη διμοιρία αψευδείς μάρτυρες παραμένουν τα βοηθητικά κτήρια – στάβλοι για τα μουλάρια, ίσως το μεγαλύτερο ‘’όπλο’’ μας στην εποποιία 1940 – 1941. «Το 1940 τον Αύγουστο επιστρατεύτηκα πάλι με το λόχο πολυβόλων. Στα σύνορα, στην Αλεβίτσα που ήμουν μας βρήκε ο πόλεμος. Εκεί για είκοσι με τριάντα μέρες..(..).. ανοίξαμε ένα δρόμο που έβγαινε στα καλύβια Ζέλεγκραντ, δίπλα από την Αλεβίτσα, και στο χωριό Καλή βρύση. Στις 27 Οκτωβρίου μια ομάδα από 7-8 παιδιά αποφασίσαμε να πάμε στο Χιονάτο, όπου ήταν το 2ο τάγμα του 27ου Συντάγματος..(..)..που είχαμε πολλούς πατριώτες. Εκεί σφάξαμε και ψήσαμε ένα μεγάλο κριάρι. Πάνω στο γλέντι ένα ιταλικό αεροπλάνο πέρασε τα σύνορα..(..)…Επειδή είχε ξαναγίνει και την προηγούμενη χρόνια, το 1939 που είχαμε πάλι επιστρατευτεί..(..).. και αμέσως μετά απολυθήκαμε..(..).. το πήραμε ως καλό οιωνό. Σχεδόν μεθυσμένοι και κατακουρασμένοι γυρίσαμε αργά το βράδυ στη μονάδα μας. Τη νύχτα, [28η πλέον] κατά τις 3, άκουσα μπουμπουνητά και κρότους από κανόνια..(..).. δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν(1)». Είχε εκδηλωθεί η κύρια επίθεση των Ιταλών στο πεδίο της Ηπείρου ενώ την ίδια μέρα τα φυλάκια της Χελώνας, και της Αλεβίτσας καταλήφθηκαν απ’ τους Ιταλούς. Αργότερα, με μια αιφνιδιαστική αντεπίθεση η Αλεβίτσα πέρασε πάλι στα χέρια των Ελλήνων, την ίδια στιγμή που δόθηκε διαταγή να εκκενωθούν τα χωριά.  

Στις μέρες μας, απο τα ερείπια της ‘’διμοιρίας’’ ο παλιός, θρυλικός δρόμος συνεχίζει ανατολικά προς τις τοποθεσίες «Βόλια», «Τσούτζα» γυρνάει βόρεια μέχρι το Μεσόβραχο ή μέσω Αμμούδας (1546 μ. υψ.) – Λυκόρραχης (1180 μ. υψ.) συνεχίζει ανατολικά σε μια ωραία πορεία περισσότερο γνωστή στους οδοιπόρους που καταλήγει στο Νεστόριο. Πρόκειται για το ίδιο μονοπάτι που άνοιξαν τότε οι φαντάροι. Αριστερά πιο πάνω, ο ανηφορικός κακοτράχαλος δρόμος σταματάει. Βρίσκεστε στην ιστορική Αλεβίτσα (1585 μ. υψ.) με τη θέα ν’ απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις, μια πραγματική πανδαισία κορυφών και χρωμάτων από τις διαφορετικές συστάδες δέντρων. Με καλό καιρό αντικρίζετε ακόμα κι’ ένα μικρό τμήμα της λίμνης Καστοριάς. Στον χώρο υπάρχει το πετρόχτιστο φυλάκιο – παρατηρητήριο ενώ πιο κάτω, στην μεγάλη, πλατειά βραχώδη έξαρση βρίσκονται ερειπωμένα και πληγωμένα τα πολυβολεία με τις εισόδους τους να χάσκουν. Μπορείτε να μπείτε μέσα, στους στενούς θαλάμους αντικρίζοντας τα μνημεία των πολέμων από κοντά.  

Απέναντί σας, δυτικά, η «Χελώνα» (1428 μ. υψ.), μια κορφή που πλάι της [θέση Γκίνκοβα] βρισκόταν το 29ο συνοριακό φυλάκιο Γιαννοχωρίου «Νικόλαος Μπέλλος» που πρώτο(2) αυτό στη συνοριακή γραμμή Καστοριάς, δέχθηκε κάποιες βολές του ιταλικού πυροβολικού το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Η Αλεβίτσα δεν γλίτωσε της επίθεσης, ενώ ένα βλήμα απ’ τα πολλά γκρέμισε το εκκλησάκι του Αγίου Αχχιλείου (αρχιεπισκόπου Λαρίσης), που υπήρχε χτισμένο από τον Γκίνη(3) κάτοικο Καλής Βρύσης. Στη θέση του φτιάχτηκε απ’ τους φαντάρους μικρό εικονοστάσι που κάθε 15η Μαίου το γιορτάζουν οι Καληβρυσιώτες. Πρόθεση του Δήμου Ακριτών είναι να φτιάξει εδώ παρατηρητήριο - χώρο αναψυχής – καταφύγιο που σε συνδυασμό με την σήμανση των μονοπατιών, την ασφαλτόστρωση του χωματόδρομου Καλή Βρύση – Μονόπυλο – Τρίλοφο, (δημοπρατείται το 2007) θα συμβάλουν στην ανάπτυξη του τόπου και την ευκολότερη πρόσβαση επισκεπτών. 

Η διαδρομή συνεχίζει από τον κεντρικό, περνά σύρριζα την αφύλακτη κι’ απ’ τις δύο πλευρές συνοριακή γραμμή, ενώ οι συστάδες οξιάς επικρατούν πλέον. Κάποια στιγμή, ανάμεσά τους, σ’ ένα μεγάλο άνοιγμα φαίνεται σε πρώτο πλάνο μια όμορφη λίμνη – δεξαμενή, για πότισμα, γεμάτη νερό που πηγάζει απ’ την Αλεβίτσα, και στο βάθος το αλβανικό χωριό Βιντέχοβα ή Βιντόβα. +/- Έντεκα χλμ. απ’ το Μονόπυλο (4,4 από δστ. Αλεβίτσας) μπαίνετε στο Δημ. Διαμέρισμα Καλής Βρύσης (πριν το 1928 Καλέβιστα(4), Καλύβια ή Καλυβίστα(5) στα 1185 μ υψ.), τον πρώτο οικισμό του Δήμου Ακριτών.  

Σε τίποτα δεν θυμίζει το άλλοτε ακμαίο Γραμμοχώρι, με τους τέσσερις μαχαλάδες – συνοικίες, τα σχολεία (δημοτικό – νηπιαγωγείο) τα εργαστήρια, τα καφενεία – παντοπωλεία, τα ραφεία της. Το ιστορικό παρελθόν της φαίνεται να ξεκινά μετά την οθωμανική κατάκτηση με τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα. Οι πρώτες καλύβες των βοσκών με την πάροδο του χρόνου θα γίνουν πέτρινες κατοικίες που αργότερα απλώνονται σε όλη την έκταση. Η Καλέβιστα στα μέσα του 19ου αι. ήταν χτισμένη σε κεντρική γεωγραφική θέση πάνω σε ένα εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών. Επικοινωνούσε και είχε συναλλαγές, παρά τις ανυπέρβλητες δυσκολίες που παρουσίαζε το έντονο ανάγλυφο του εδάφους με όλες τις κοινότητες της περιφέρειας, κύρια όμως με τα Γραμμοχώρια του Άνω Αλιάκμονα που σήμερα ανήκουν στο Δήμο Νεστορίου. Θεωρείτο ως βάση για όλα τα υπόλοιπα, ήταν άλλωστε το εκλογικό τους κέντρο ενώ υπήρχε σταθμός χωροφυλακής, τελωνείο, πολλά καταστήματα – ξυλουργικά εργαστήρια με εμπειροτέχνες μαστόρους δεκάδων ειδικοτήτων(6)

Οι Καλεβιστινοί ήταν ονομαστοί οικοδόμοι – χτίστες, μάστορες της πέτρας – λιθοξόοι, χωρίς να λείπουν οι ασβεστάδες, πριονάδες, κεραμοποιοί. Μέσα από την ανάπτυξη αυτών των τόσο σημαντικών για την εποχή εξειδικευμένων τεχνικών έγιναν περιζήτητοι, συμβάλλοντας καθοριστικά στον ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό. Εκτός των εργασιών που έκαναν στην Καλή Βρύση ή τα γύρω χωριά, τα μαστορικά μπουλούκια τους εργάζονταν στην Αλβανία (Κορυτσά), Καστοριά, Θεσσαλονίκη, Λάρισα, Αθήνα ακόμα και στο εξωτερικό. Επιγραφές(7) έργων τους, της δεκαετίας του 1950, είναι ανηρτημένες στο ‘’σπίτι του κόμματος’’, στο δημοτικό σχολείο στο χωριό Μπελογίαννης της Ουγγαρίας, ενώ οι γεροντότεροι κάτοικοι θυμούνται συνεργεία ντόπιων να εργάζονται στην συντήρηση του Λευκού Πύργου της Θεσσαλονίκης το 1917. Τα δρομολόγια τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί μέσω των ξένων επιρροών, που φέρνουν απ’ όπου ταξιδεύουν, εξελίσσεται η ντόπια τεχνική, φτιάχνονται μεγαλύτερες κατοικίες και δημόσια κτήρια.  

Οι αρχές του 20ου αι. σηματοδοτούνται παντού από την επίσημη έναρξη του πολυετούς εθνικού αγώνα για την απελευθέρωση της Μακεδονίας με συμμετοχή όλων των δυναμικών, με ελληνική(8) συνείδηση κοινοτήτων της περιοχής. Η οθωμανική κυριαρχία παραπαίει ενώ ταυτόχρονα η αιματηρή, πολύχρονη διαμάχη ανάμεσα στην ελληνική και βουλγαρική παράταξη συνεχίζεται για το ποιος θα προσαρτήσει τα νέα εδάφη της. Στις 11 Νοεμβρίου 1912, στον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο, ιλαρχία του Α’ συντάγματος ιππικού του Ελληνικού στρατού, απελευθέρωσε την Καστοριά από τη μακραίωνη οθωμανική κατάκτηση 526 χρόνων (1386 – 1912).  

Στις 7 Δεκεμβρίου μπαίνουν θριαμβευτές την Κορυτσά φέρνοντας την ελπίδα της ελευθερίας σε όλα τα Γραμμοχώρια, που εκείνη την εποχή την είχαν σημείο αναφοράς. Η εκκαθάριση απ’ όλα τα στοιχεία που τρομοκρατούσαν ή λεηλατούσαν δεν ολοκληρώθηκε, με αποτέλεσμα η περιοχή να παραμένει υπό μερικό έλεγχο του λοχαγού Σαλή Μπούτκα, με έδρα την Ερσέκα. Στις 2 ή 3 Δεκεμβρίου 1912 επιτέθηκε κατά του Γιαννοχωρίου, τότε, πολλοί Καλεβιστινοί πρόστρεξαν να τους βοηθήσουν. Όμως η δύναμη των αντιπάλων όχι μόνο τους απώθησε, αλλά εστράφη κατά της Καλής Βρύσης με αποτέλεσμα την πλήρη λεηλασία του πολυάνθρωπου(9) χωριού, το κάψιμο τριανταπέντε(10) από τα 85 – 90 σπίτια. Εκείνες τις μέρες όλοι οι κάτοικοι έφυγαν και φιλοξενήθηκαν στο Ρέβανι (Διποταμία) από τους Τούρκους. Την επόμενη μέρα, έφτασε το ιππικό του Α’ συντάγματος στα υψώματα των Κομνηνάδων ειδοποιήθηκε ο εισβολέας Σαλή Μπούτκας ο οποίος εγκατέλειψε την περιοχή(10α). 

Στις μέρες μας, έχοντας συνηθίσει να κοιτάμε τα ένδοξα, ξεχασμένα ερείπια της ορεινής μέσα πατρίδας, τα πλάνα του περιηγητή γεμίζουν από εγκατάλειψη ενώ η ψυχή από παράξενα συναισθήματα. Όπως τα υπόλοιπα χωριά, μετά τον εμφύλιο ήταν απαγορευμένη ζώνη δεν επιτρεπόταν η προσέγγιση ενώ οι περιουσίες όσων έφυγαν, δεσμεύθηκαν(11) από το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία, αργά στην αρχή, γρήγορα και σταθερά σε λίγα χρόνια, να λεηλατηθούν, να ξεθεμελιωθούν τα πάντα και με τις πέτρες να χτίσουν αλλού νέα σπίτια, τεχνικά έργα, υπονόμους κ.ά ερημώνοντας κυριολεκτικά μια ολόκληρη περιοχή. Έμειναν όμως τα οικόπεδα. Πάνω σ’ αυτά, με το πείσμα, τη θέληση των Καληβρυσιωτών άρχισε να χτίζεται, μόλις το 1986, ένα νέο χωριό που σήμερα (2007) αριθμεί 23 σπίτια.  

Όπως έρχεστε από Μονόπυλο – Αλεβίτσα, βλέπετε τα πρώτα από αυτά ενώ φτάνετε κατ’ ευθείαν στην πλατεία, ένα μεγάλο πλάτωμα με νεώτερη κρήνη, πεζούλες για ξεκούραση και στέγαστρο. Απέναντί σας, το επιβλητικό μεγάλο διώροφο κτήριο ήταν το παλιό νηπιαγωγείο - δημοτικό σχολείο, ενώ σήμερα στεγάζει τον Ξενώνα ‘’η Αλεβίτσα’’ που σε οκτώ δωμάτια μπορεί να φιλοξενήσει 18 άτομα. Για την αναστήλωση αυτής της παλιάς οικοδομής μας δίνει πληροφορίες η μαρμάρινη εντοιχισμένη σκαλιστή επιγραφή. Σύμφωνα με αυτήν ο ξενώνας χτίστηκε «τον Αύγουστο του 1975 από τον σύλλογο Καληβρυσιωτών Η Αλεβίτσα». Ακριβώς πίσω του, βρίσκεται ο Άγιος Δημήτριος ένα από τα λίγα μνημεία του χώρου που δεν καταστράφηκε, ενώ μέχρι τις μέρες του πολέμου λειτουργούσε ο ιερέας Ιωάννης Κωτσόπουλος σε μια εποχή που το χωριό είχε«77 οικογένειες» (12). Η κεντρική του είσοδος έχει περίτεχνη λιθανάγλυφη διακόσμηση ιχθύων που φανερώνουν άξιους μαστόρους, ενώ στη νότια, μεταξύ των άλλων αποτρεπτικών και θρησκευτικών συμβόλων υπάρχει η ημερομηνία περάτωσης του έργου, 1867 

Μέσα στην εξ’ ολοκλήρου λιθόχτιστη εκκλησία σώζεται το βαρύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο και οι εικόνες του. Στην άκρη της ανατολικής εξόδου του χωριού είναι χτισμένος πρόσφατα ο ναΐσκος του Αγίου Αθανασίου πάνω στα θεμέλια του παλιού (1920). Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Τσαμίσης(13) γνωρίζουμε ότι ανεγέρθη στα ερείπια προϋπάρχουσας μεγάλης εκκλησίας (1842) από την οποία αγνοείται η τύχη τριών μεγάλων εικόνων, πολλών μικρότερων κι’ ενός ευαγγελίου του 1801. Το ζητούμενο από το 1986 που κατασκευάστηκαν οι τρεις πρώτες κατοικίες, μεταξύ αυτών του Αχιλλέα Ιω. Παπαϊωάννου(14) πρώην ταξίαρχου του Δ.Σ.Ε., πολυγραφότατου συγγραφέα, πρώτου εκδότη της τοπικής εφημερίδας «η Αλεβίτσα», ήταν η βελτίωση της πρόσβασης, η ηλεκτροδότηση και οι τηλεπικοινωνίες. Αρωγός στις προσπάθειες της ολοκλήρωσης των έργων στην περιοχή ώστε να επιστέψουν οι κάτοικοι στάθηκε, ήδη από το 1996, ο διατελέσας υπουργός Μακεδονίας – Θράκης, κ. Φίλιππος Πετσάλνικος που με ενέργειές του πραγματοποιήθηκαν πολλά αιτήματα. 

Φεύγοντας απ’ την Καλή Βρύση ο τόπος ξανοίγει, αραιώνει από την πυκνόφυλλη βλάστηση της Αλεβίτσας. Σας υποδέχονται πλέον εύφορες εκτάσεις, καλλιεργημένα χωραφάκια, μια θαυμάσια ρεματιά με τρεχούμενα νερά και χιλιάδες πουλιά που μεταφέρουν τους ήχους μιας πανέμορφης, ονειρεμένα ήρεμης φύσης. Το φυσικό περιβάλλον δεν μοιάζει με τον δασύφυτο Γράμμο, όμως η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης που έρχεται απ’ εκεί επηρεάζεται άμεσα. Σε τρία πολύ εύκολα χλμ. θα βρεθείτε στη Διποταμία (πριν το 1928 Ρέβανη στα 960 μ. υψ.) έδρα του Δήμου Ακριτών, το μεγαλύτερο της περιοχής με 624 κατοίκους (’01). 

Εδώ οι πληγές των πολέμων στάθηκε δυνατόν να επουλωθούν γρηγορότερα απ’ αλλού πιθανά λόγω της μικρής απόστασης από τη Καστοριά (33 χλμ.). Σήμερα, όπως συμβαίνει επίσης στα γειτονικά χωριά ή τους συνοικισμούς, η πληθυσμιακή ανέλιξη είναι αδιάψευστο γεγονός. Κριτήριο σ’ αυτές τις διαπιστώσεις αποτελεί ο παιδικός σταθμός το νηπιαγωγείο, το δημοτικό σχολείο με τα 44 παιδιά που φοιτούν σ’ αυτά. Όσα μένουν στα γειτονικά Δημ. διαμερίσματα περνάει λεωφορείο κάθε πρωί και τα φέρνει στο σχολείο. Ο κόσμος μένει πια στα χωριά, τα οποία αναπτύσσονται αργά αλλά σταθερά. Η δημοτική επιχείρηση επεξεργασίας – συσκευασίας φυλλοχώματος που λειτουργεί, απασχολεί κόσμο αλλά σίγουρα δεν φτάνει. Χρειάζονται κι’ άλλα.  

Τώρα πρέπει η Διοίκηση να προστρέξει σε βοήθεια, να σταθεί αρωγός με τη γνώση της, και με τη δύναμή της να δώσει ώθηση, προοπτικές σ’ αυτούς τους παραμελημένους Ακρίτες. Αυτά τα ξεχωριστά τοπία κι’ οι οικισμοί, στις βόρειες παρυφές  του Γράμμου έχουν υπέρ τους την εύκολη πρόσβαση, προσφέροντας ταυτόχρονα πολλές δυνατότητες προσέλκυσης περιηγητών και άλλων ομάδων, (ορειβάτες, αναρριχητές, παρατηρητές πουλιών), που με τις ήπιες δραστηριότητες που ασκούν μπορούν να φτιάξουν έναν αξιόλογο προορισμό. Γιαυτό θα πρέπει όλο αυτό το οικοσύστημα να προστατευτεί, να κρατήσει το τοπικό παραδοσιακό του χρώμα ώστε να μην φτάσουμε πάλι ν’ αντικρίζουμε τα ψεύτικα, θλιβερά σκηνικά που αποτελούν δήθεν την ‘’αναπτυξιακή’’ τουριστική προοπτική. 

Στον πυκνοχτισμένο οικισμό, σας καλοδέχεται η όμορφη, καταπράσινη και λουλουδιασμένη πλατεία «ιερέα Ιωάννη Τοτονίδη» εις μνήμην του παπα - Γιάννη απ’ την Κλησιά(15)  της Σινώπης που χάθηκε τα χρόνια του εμφυλίου. Είχε χειροτονηθεί μαζί με τον παπα – Δημήτρη Τσολίδη τον Φεβρουάριο του 1926, τέσσερα μόλις χρόνια απ’ τη Μικρασιατική καταστροφή, και λειτουργούσαν στη νεόχτιστη τότε Κοίμηση της Θεοτόκου (1925). Βρέθηκαν εδώ με τους χιλιάδες(16) μετοικήσαντες Έλληνες, στην ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδος – Τουρκίας.  Είναι γνωστό ότι η εγκατάσταση των κατοίκων του Πόντου στον ελλαδικό χώρο άρχισε από τα μέσα περίπου της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αι., όταν η κατάσταση στο οθωμανικό κράτος απορυθμίζεται τελείως και οι επιθέσεις των Νεότουρκων κατά των μειονοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Εβραίων) είναι καθημερινές. 

Ο μεγαλύτερος αριθμός Ποντίων (300 - 400(17) χιλιάδες άτομα) εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920. Σε όλα τα γύρω χωριά(19) κατοικούν Πόντιοι στην καταγωγή, κυρίως από την κοσμοπολίτικη παραθαλάσσια Σινώπη(18), πατρίδα του κυνικού φιλόσοφου Διογένη, την πρώτη αποικία των Ελλήνων στον Πόντο ήδη από τον 8ο αιώνα, και την Ορντού(20) (Κοττύωρα), αποικία της Σινώπης και μεγάλο εμπορικό λιμάνι. Υπήρχαν κι’ άλλοι, απ’ τα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας που σε αντίθεση με την τουρκόφωνη πλειοψηφία, αυτοί μιλούσαν μια παραλλαγή της τσακωνικής(21) διαλέκτου, τα λεγόμενα τσακώνικα της Προποντίδας.  

Τριγύρω απ’ την πλατεία βρίσκονται μικρά καταστήματα και η μεγάλη παιδική χαρά για τα πιτσιρίκια του χωριού ή τα δικά σας. Οι περισσότερες κατοικίες είναι καινούργιες, χωρίς να λείπουν οι παλιότερες πετρόχτιστες με μικρές ισόγειες αποθήκες για τα γεωργικά μηχανήματα ή τα ξύλα για τη βαρυχειμωνιά που εδώ δεν αστειεύεται καθόλου. Περπατώντας θα δείτε κάποια παλιά στοιχεία του χωριού όπως διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, θαυμάσια χτισμένους πέτρινους μαντρότοιχους, μερικοί σκέτη ξερολιθιά, που ξεχωρίζουν τις ιδιοκτησίες κι’ ανάμεσά τους, μικροί κήποι με λαχανικά και πολλά, πάρα πολλά λουλούδια. Απέναντι από την μεγάλη εκκλησία της Κοίμησης είναι το καφενείο – ουζερί – ψησταριά του Σάββα, σπεσιαλίστα στα ψητά, στις τηγανιές ή τα τοπικής έμπνευσης μεζεδάκια για το τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο, ιδανικό στέκι για συνάντηση της παρέας. 

Ένα αξιόλογο έργο ολοκληρώνεται στις μέρες μας, χρήσιμο στους επισκέπτες που θέλουν να γνωρίσουν περισσότερα για τον τόπο, τον ξεχασμένο λαϊκό πολιτισμό, διακρίνοντας συνάμα την κουλτούρα των κατοίκων, το λαογραφικό μουσείο. Στις προθήκες του θα δείτε αρκετά χρηστικά μικροαντικείμενα, τα καθημερινά εργαλεία του χωραφιού και των επαγγελμάτων της εποχής, παλιές φωτογραφίες που ‘’διηγούνται’’ την ιστορία και τις ασχολίες της περιοχής. Θα στεγαστεί στο παλιό κέντρο νεότητας γνωστότερο σαν «Σπίτι του Παιδιού», ένα κτήριο της πάλαι βασιλικής πρόνοιας που με την παρουσία του καταγράφει το πιο δύσπεπτο κομμάτι της πολυσυζητημένης ιστορίας του τόπου(22). Αυτό του παιδομαζώματος, που απ’ την αρχή μέχρι το τέλος για άλλους ‘’έσωσε’’ για άλλους ‘’απήγαγε’’ παιδιά, που βρέθηκαν ξαφνικά «στη δίνη ενός πολιτικού παιγνιδιού, το οποίο καθόρισε τη ζωή τους»(23). 

Η Διποταμία γειτονεύει με τον ορεινό χώρο του Γράμμου αποτελώντας μια από τις φυσικές εισόδους σ’ αυτόν. Μια πολύ ωραία διαδρομή με ωραία άποψη αυτής της περιοχής θα έχετε αν οδηγήσετε προς τον Μεσόβραχο (πριν το 1928 Ζέλεγραδ στα 1090 μ. υψ.), σχεδόν δίπλα της. Ανεβαίνοντας προς το χωριό η θέα προς τους απαλούς λόφους, τις γύρω κορφές και τα χορταριασμένα λιβαδάκια - βοσκοτόπια όσο πάει μεγαλώνει, και πανοραμικά πλέον αντικρίζετε όλο τον τόπο. Η αραιή η βλάστηση κυριαρχεί μέχρι να κατηφορίσετε προς την είσοδο του συνοικισμού, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με το παράξενο καμπαναριό.  Στα γύρω υψώματα αναβλύζουν δεκάδες πηγές πλουτίζοντας τον υδροφόρο ορίζοντα ευεργετώντας τη φύση, τα πανύψηλα δέντρα, τα ζώα και τους ανθρώπους που καλλιεργούν τα χωράφια. Μια απ’ αυτές, λίγο πιο κάτω απ’ την εκκλησία, βγάζει θειούχο ιαματικό νερό που χρησιμοποιείται απ’ τους κατοίκους για θεραπεία χρόνιων παθήσεων. Μικρό χωριουδάκι μόλις 42 κατοίκων που ξεκαλοκαιριάζουν εδώ, διασώζει όμως κάποιες παλιές οικοδομές με μεγάλες αυλές κατάφυτες με λουλούδια. Οι πανταχού παρόντες γερμανοί καταχτητές, έφτασαν κι’ εδώ, χωρίς να προκαλέσουν ζημιές ή να κάψουν το χωριό όπως έγινε σχεδόν παντού.  

Αυτός είναι ο λόγος που πολλά σπίτια σώθηκαν, μας είπε ένας νοικοκύρης, ο Αγησίλαος Χαντζαρίδης, που έχει μια πολύ ωραία διατηρημένη δίπατη κατοικία, και μας προσκάλεσε στον μεγάλο του κήπο για καφέ. Ο κατάφυτος πλέον δρόμος συνεχίζει, αν έχετε χρόνο συνεχίστε τη διαδρομή προς το ρέμα, έξω απ’ το χωριό, ανηφορίζοντας προς τις πλαγιές της Αμμούδας (1546 μ. υψ.). Εκεί διασταυρώνεται με αυτόν που έρχεται απ’ το Νεστόριο. Εσείς να πάτε δεξιά για να ολοκληρώσετε το ημικύκλιο, καταλήγοντας στην διμοιρία (+/- 5 χλμ) και στη συνέχεια να βγείτε πάλι στον κεντρικό για Μονόπυλο (αριστερά) ή Καλή Βρύση (δεξιά). 

Περίπου στην ίδια απόσταση όπως ο Μεσόβραχος (3 χλμ. από Διποταμία), βρίσκεται το Χιονάτο (πριν το 1928 Γκίρλιανη(24) και Γκέρλιανη(25) στα 960 μ. υψ.). Η έκταση που σας χωρίζει απ’ το χωριό γίνεται ένα σπάνιο μάθημα πατριδογνωσίας. Όταν πρωτοήρθαν οι μικρασιάτες εδώ, βρήκαν τόπους δύσκολους, κακοτράχαλους, με κόπο απέδιδαν τα προς το ζην και συνάμα δεν είχαν την παραμικρή σχέση μ’ αυτούς που άφησαν. Πολλοί ήταν αγρότες, οι περισσότεροι όμως είχαν επαγγελματική ενασχόληση με την αλιεία, γνώριζαν καλά τη δουλεία στο ανοιχτό πέλαγο του Εύξεινου Πόντου, της Μαύρης Θάλασσας.  

Οι δυσχέρειες της προσαρμογής ξεπεράστηκαν γρήγορα με την εργατικότητα και το πείσμα των προσφύγων. Αργά – αργά, με ασίγαστο πάθος όλες οι εκτάσεις μετατράπηκαν σε καλλιεργήσιμη, γόνιμη γη δημιουργώντας το μοναδικό στα ελληνικά χρονικά ‘’έπος της ανόρθωσης(26). Σ’ αυτά τα τρία χλμ. που σας χωρίζουν απ’ το Χιονάτο αλλά και σ’ όλη τη διαδρομή που προτείνουμε, θ’ αντικρίσετε ένα σπάνιο ανθρωπογενές περιβάλλον εκατονταετιών, φροντισμένο με έγνοια κι’ αληθινή αγάπη για τον συνάνθρωπο. Η επιμέλεια, η αδιάκοπη μέριμνα και πάνω απ’ όλα ο σεβασμός για τη γη έθρεψε γενιές και γενιές, κι’ ακόμα στέκει μέχρι τις μέρες μας αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου, κι’ ας καλλιεργείται λιγότερο ή καθόλου. Πραγματικά, αν ξέρεις να διαβάζεις τη φύση και τον κόπο των προηγούμενων ή ακόμα των σημερινών γενεών που παράγουν ποιοτικό στάρι, ο χρυσός της γης, και τριφύλλι, χώρια τους υπέροχους δροσερούς κήπους που η κάθε οικογένεια βάζει τα λαχανικά της με τον σπάνιο πια, ντόπιο σπόρο, είναι συνταρακτικό το πόσο θα σας λείψουν αυτά τα τοπία στο τέλος του ταξιδιού. 

Το Χιονάτο, ένα γαλήνιο Δημ. διαμέρισμα σήμερα, δεν είναι μακριά η εποχή που η πλειοψηφία των κατοίκων είχε μόνιμη επαγγελματική ενασχόληση με την επεξεργασία και το ράψιμο γούνας. Το εμπόρευμα προωθούνταν στην αγορά της Καστοριάς για πώληση κι’ οι δουλειές πήγαιναν καλά. Όλο το χωριό ζούσε απ’ αυτή την δραστηριότητα, μέχρι το 1992 που οι πωλήσεις άρχισαν να διολισθαίνουν, μέχρι που κατέρρευσαν. Κάποιοι απ’ τους 155 κατοίκους εργάζονται στην Καστοριά και άλλοι ασχολούνται με αγροτικές εργασίες στα λίγα χωραφάκια. Το καφενεδάκι – καφετέρια του Γιώργου στο κέντρο, θα σας εξυπηρετήσει για καφέ, τσιπουράκι ή ψητά της ώρας. Στον ίδιο χώρο μαζεύονται τα δροσερά πρωινά, τα γλυκά καλοκαιρινά απογεύματα οι ντόπιοι αρχίζοντας να λένε ιστορίες απ’ τα παλιά. Ρωτήστε, μπορεί να σας πουν κάποια ενδιαφέροντα πράγματα για το χωριό ή ακόμα, καμιά παράξενη διαδρομή εκεί προς το Νικολέρι και τα Καλύβια της Αμμούδας (πρώην Ζέλεγκραντ). Πάνω στο λόφο, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου (1922), με πολύ ωραία θέα του τόπου βρίσκεται το παλιό ολοπέτρινο σχολείο που παλιότερα είχε 70 – 80 μαθητές. Σήμερα, αφού ανακαινίστηκε – εξοπλίστηκε στεγάζει τον ευρύχωρο ξενώνα της δημοτικής επιχείρησης του Δήμου Ακριτών. Βολεύει να κοιμηθείτε εδώ, όχι λόγω απόστασης απ’ τη Καστοριά, ούτε επειδή η φύση έχει συμπεριφερθεί με απαράμιλλο ταμπεραμέντο, αλλά γιατί ο μικρός οικισμός στολίζει την περιοχή, ανέγγιχτος όπως είναι απ’ το σύγχρονο τρόπο ζωής.  

Μαζί με τα πιτσιρίκια που παίζουν κρυφτό, θα σας κάνει να αισθανθείτε πραγματικά την έννοια, χωριό. Πρόσθετος λόγος, η γειτονική Διποταμία, η βορειοανατολική πύλη για τον ορεινό χώρο του Γράμμου. Ό,τι είναι για τους επισκέπτες που φτάνουν απ’ το νότο το Επταχώρι ή η Πυρσόγιαννη, το ίδιο είναι το Χιονάτο και η Διποταμία γι’ αυτούς που έρχονται από βορά. Ευκολότερη πρόσβαση στο Γράμμο. Επίσης, σχεδόν μέσα απ’ το Χιονάτο με κατεύθυνση τους Κομνηνάδες, ξεκινά δρόμος για το γειτονικό Νεστόριο,μια πολύ όμορφη διαδρομή που σας φέρνει μέσω των Στενών στην ιστορική κωμόπολη, έδρα του ομώνυμου δήμου. 

Ξεχωριστή παρουσία σ’ αυτή τη συστάδα των ακριτικών οικισμών κατέχουν οι Κομνηνάδες (προ του 1928 Σιάκι στα 920 μ. υψ.), 6,5 χλμ. απ’ το Χιονάτο ή 4 χλμ. από Διποταμία, και μόλις 1300 μ. (20’), από την Αλβανία πολύ κοντά στο αλβανικό χωριό Ποντσάρα. Τους καλοκαιρινούς μήνες έρχονται όλοι οι κάτοικοι (155) ζωντανεύοντας τα σοκάκια του, που διασώζουν κάποιες παλιές πετρόχτιστες κατοικίες με ξυλοδεσιές και λιθόγλυπτα υπέρθυρα. Οι  αυλές με τα μεγάλα περιβόλια και τους ολάνθιστους κήπους δεν λείπουν, την ίδια στιγμή, που όλος ο τόπος αποπνέει ηρεμία σαν να σας προσκαλεί να περιηγηθείτε όσο το δυνατόν περισσότερο.  

Η άπλα της κεντρικής πλατείας, η πεζοπορία μέχρι την εκκλησία και τη καινούργια κρήνη με το δροσερό νερό, δίνει μια αίσθηση χαλάρωσης. Η Γέννηση της Θεοτόκου (1932), είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις θεμελίωσης πάνω σε τζαμί, μια αξιόλογη, εύλογα πιστευτή προφορική μαρτυρία αφού στο Σιάκι,πριν το 1922, κατοικούσαν μουσουλμάνοι. Στη γωνία δίπλα απ’ το περίπτερο, βρίσκεται το μικρό υπερυψωμένο ‘’στέκι της παρέας’’, του Γιάννη, ένα το καφενείο με μεγάλη βεράντα που εξυπηρετεί τους επισκέπτες σε φαγητό ή τσιπουρομεζέδες, σε ελάχιστο χρόνο. Μια πινακίδα δίπλα του, στη γωνία, γράφει: προς «Οχυρά Μεταξά», ελκύοντας τα βλέμματα δίχως να έχει κάποια σχέση ή ομοιότητα με τη φημισμένη σειρά οχυρών κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων.  

Γνωρίζουμε τη σημασία(27) του πεδίου από το Γιαννοχώρι μέχρι την Κρυσταλοπηγή τους πρώτους μήνες του Ελληνοϊταλικού πολέμου, που περιλάμβανε την περίφημη διάβαση Κομνηνάδων. Άλλωστε, στο μνημείο του Δημ. διαμερίσματος η μαρμάρινη σκαλιστή πλάκα το γράφει καθαρά: Βόρειος Ήπειρος - από εδώ πέρασε η γενιά του ‘’1940’’. Πράγματι, απ’ εδώ περνούσαν όχι μόνο οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί του μετώπου της Δ. Μακεδονίας αλλά και η προωθημένη γραμμή άμυνας με βάση το σχέδιο ΙΒα. Η πρώτη τοποθεσία που εξασφάλιζε το εθνικό έδαφος, στη χάραξη Κρυσταλοπηγή – Ιεροπηγή – Κομνηνάδες – Καλή Βρύση – Οτορίτσε – Αγ. Ζαχαρίας. Όλα τα ευαίσθητα σημεία είχαν ενισχυθεί με 28 σιδηροπαγούς σκυροδέματος πολυβολεία, υπήρχαν χαρακώματα κ.λπ. κωλύματα(28), ενώ ο κεντρικός υποτομέας διέθετε το Ι / 53ο τάγμα με έδρα τους Κομνηνάδες. 

Λόγω της πλεονεκτικής του θέσης στην άμυνα, κατασκευάστηκε στην πλαγιά ένα από τα δύο αντιαρματικά πυροβολεία(29) των 37’’, που ανατινάχτηκε αργότερα, στον εμφύλιο, για να του αφαιρεθεί το σίδερο που χρησίμεψε για να φτιαχτούν νέες οχυρώσεις(30) στο Γράμμο. «Στους Κομνηνάδες βρήκαμε μεγάλη κίνηση. Μονάδες ιππικού, μονάδες πυροβολικού, τμήματα υγειονομικού, πολλούς τραυματίες και τους πρώτους αιχμαλώτους, που ήταν αρκετοί. Γενικά, όλος αυτός ο οργασμός ήταν η προετοιμασία για τη μεγάλη εξόρμηση, που θα γινόταν την άλλη μέρα, 15 Νοεμβρίου..(31)». Σε ορισμένες απ’ αυτές τις τοποθεσίες γύρω από το χωριό, σώζονται σε καλή κατάσταση τρεις εγκαταστάσεις πολυβολείων οι οποίες είναι επισκέψιμες, αρκεί να βρείτε κάποιον πρόθυμο ντόπιο. Όσο αφορά το τρίτο, το ανατιναγμένο, φαίνεται απ’ τον δρόμο, στη γυμνή από βλάστηση πλαγιά, όπως φεύγετε ή έρχεστε από Οινόη.  

Στο απέναντι τετράγωνο από το καφενείο, είναι μια πολύ ωραία λιθόχτιστη οικοδομή, με επιγραφή 1880 Μαιος 3, Καθώς το περιεργαζόμαστε πλησίασε η αείμνηστη πλέον, γερόντισσα Συμίρα Γρηγοριάδου και μας είπε την ιστορία του. «Τότε αργούσαν να φτιάξουνε σπίτι αλλά το κάνανε γερό. Αυτό που βλέπετε τόχτισε ο Ηλίας με κρεμμύδι και ψωμί, δεν είχαμε τίποτα άλλο. Ωραίο δεν είναι;». Μας μιλούσε για τον πεθερό της, Ηλία Γρηγοριάδη που ήταν ο εμπειροτέχνης χτίστης του σπιτιού. Γύρω του υπάρχει ακόμα ο μεγάλος κήπος που φύτευαν λαχανικά, χορταριασμένος στις μέρες μας. Στα υπέρθυρα οι σκαλιστές πέτρες εικονίζουν περιστέρια ένα συνηθισμένο θέμα που δημιουργούσαν οι μάστορες της εποχής, ίσως για καλή τύχη, πιθανά για ειρήνη….ποιος ξέρει τι σκεπτόταν, τι επιθυμούσε η κοινωνία τότε, την εποχή των πραγματικών, καθοριστικών για τη συνέχεια αλλαγών τόσο σε πολιτικό όσο σε πολιτιστικό επίπεδο. «Υπήρχαν κι’ εδώ μαστόροι που έχτιζαν, κυρίως στο χωριό», μας είπε αργότερα(32) ο Χαράλαμπος Φυσσέας που τότε δούλευε το μικρό καφενεδάκι, ήταν τρεις: Ευάγγελος Φυσσέας, Καπουργιάς Αβραάμ, Σπυρίδων Τίνγκας.  

Η έκπληξη της περιοχής ακούει στο όνομα Κορφούλα (πριν το 1928 Νοβοσέλο) ένας εξαφανισμένος συνοικισμός σήμερα, μια γεωργικά ανεπτυγμένη περιοχή με 151 κατοίκους(33) το 1940, που δέχθηκε μοιραία πλήγματα την εποχή του εμφυλίου, και εγκαταλείφθηκε. Για να βρεθείτε εκεί οδηγήστε στον φαρδύ χωματόδρομο δίπλα απ’ το καφενεδάκι, στην διεύθυνση που δείχνει η πινακίδα «Οχυρά Μεταξά». Βγαίνετε απ’ το χωριό, αφήνετε αριστερά σας το παλιό δημοτικό σχολείο που τη δεκαετία του 1960 είχε γύρω στους εξήντα μαθητές· δεν θάχετε κάνει 2 χλμ. όταν συναντάτε τη μοναδική δστ. που αριστερά σας οδηγεί στα ίχνη του παλιού συνοικισμού. Σε 2 χλμ. ακόμα, σας υποδέχεται η εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ και ένα ιδανικό πλάτωμα για σκηνές. Πρόσφατα κατασκεύασαν το τσιμεντένιο καμπαναριό κι’ έστρωσαν πλάκες. Ο τόπος εδώ πάνω προσφέρει άπλετη θέα ενώ λίγο πιο κάτω απ’ την εκκλησία, σ’ ένα καταπράσινο πλάτωμα, σώζεται μία κατοικία, από τις δεκάδες παλιότερα, του ομογενούς Μάρκου Σεραφείμ. Δεν είναι σε καλή κατάσταση, αφού για χρόνια χρησιμοποιούταν για καταφύγιο μεταναστών στις κρυφές διαδρομές τους προς Καστοριά, αλλά διασώζει τη διαρρύθμιση δίνοντας μιαν ιδέα για τη χρήση των χώρων ή των αποθηκών του ισογείου.  

Επιστρέψτε από τον ίδιο δρόμο αλλά στη δστ., συνεχίστε ευθεία, προς το μεγάλο πλάτωμα με το εικονοστάσι ‘’συναγωνίστρια’’ ονομασία που προέκυψε από μια μαχήτρια του Δ.Σ.Ε. που έδωσε τον αγώνα της εδώ. Πιο κάτω, στην ομαλή κατηφορική πλαγιά στέκει τσακισμένο το τσιμεντένιο κουφάρι του αντιαρματικού πυροβολείου. Ο δρόμος γίνεται μονοπάτι που οδηγεί χαμηλότερα, μέσα στις φυλλωσιές που θα δείτε τη σκεπασμένη απ’ τα βάτα είσοδο, ενός από τα δύο πολυβολεία. Παραμερίστε τα και σπρώξτε την πόρτα, είναι ξεκλείδωτη. Τα πολυβολεία των Κομνηνάδων (υπάρχουν άλλα δύο ανέγγιχτα σε απόσταση 500 – 700 μέτρα), ήταν τρία, γιαυτό η περιοχή ονομάζεται ‘’τριπλούν’’. Από το πλάτωμα στη θέση ‘’συναγωνίστρια’’, υπάρχει μονοπάτι – δρόμος που σας φέρνει γρήγορα στον κεντρικό ασφαλτόδρομο, όπου δεξιά Κομνηνάδες, αριστερά Οινόη. 

Λίγο έξω απ’ τους Κομνηνάδες, προς Οινόη, φαίνεται δίπλα στις καλλιεργημένες εκτάσεις το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου πάνω σε χαμηλό λοφίσκο. Η τοπική λαϊκή παράδοση αποδίδει την χωμάτινη ‘’τούμπα’’ (χαμηλό ύψωμα) στην ύπαρξη τάφουκάποιου στρατηγού της δυναστείας των Κομνηνών, θέμα που επεκτείνεται φτάνοντας στην ονομασία του χωριού. Αυτό δεν τεκμηριώνεται ούτε υπάρχουν ανάλογες επιστημονικές πληροφορίες, πιθανά, δεν ευσταθεί  καν. Πιο κοντά στην αλήθεια είναι ό,τι ονομάστηκε έτσι απ’ τους Ποντίους που εγκαταστάθηκαν εδώ με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Η διαδρομή από δω και κάτω φεύγει γρήγορα περνάει την δστ. για Πολυάνεμο (πριν το 1928 Κίρτσιστα(34)  και Κόρτσιστα(35)  στα 960 μ. υψ.) το τελευταίο Δημ. Διαμέρισμα του Δήμου Ακριτών, χτισμένο σε λόφο ανάμεσα σε μεγάλο καστανεώνα με 63 κατοίκους, χωρίς καφενείο. Παλιότερα ήταν συνοικισμός της Αγίας Κυριακής. Ενδιαφέρον χωριό, για ξεκούραση ή για πεζοπορία μέχρι στο ύψωμα της Φλατσάτας (1081 μ. υψ.), όπου φαίνονται όλα τα χωριά της περιοχής. Στην αρχή της διαδρομής μια δστ. αριστερά, σας φέρνει στην Κάτω Πτεριά (έως το 1928 Κάτω Πάπρασκο(36) έως το 1940 Κάτω Φτεριά(37) στα 740 μ. υψ.), έναν μικρό συνοικισμό του Δήμου Μεσοποταμίας (μετονομάστηκε από Δήμος Αλιάκμονα – Φ.Ε.Κ. 36 - 16/2/2006) με 15 καινούργια σπίτια.  

Πολύ κοντά σ’ αυτή τη συστάδα παλιών κοινοτήτων βρίσκεται το εγκαταλειμμένο Ακόντιο (πριν το 1928 Τέρστικα) που διασώζει ένα σπίτι ερείπια αρκετών και την εκκλησία των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Την ονομασία του έλκει από την εικασία ό,τι βρέθηκε εδώ, ένα αρχαίο μακεδονικό ακόντιο. Ήταν κατοικημένο μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του  1970, διασώζοντας κάποιες παλιές κατοικίες με πέτρινη βάση και πιο πάνω πλίνθες. Μετά οι κάτοικοι μετοικήσανε στην Φτεριά, άλλες στη Μεσοποταμία και αρκετοί έφυγαν μετανάστες στη Γερμανία.  

Δάσκαλος ήταν εκεί ο Αλέξανδρος Τούλιος την τετραετία 1965 – ’69 που περιγράφει με γλαφυρότητα, τις δυσκολίες προσαρμογής. «Μόλις πρωτοπήγα το 1965 στο χωριό δεν είχε φτάσει ακόμα το ρεύμα, μια κατάσταση πρωτόγνωρη για μένα. Τότε κατάλαβα τους λόγους που όλοι οι δάσκαλοι που διορίζονταν εκεί, πήγαιναν, και μετά από λίγο καιρό κατέθεταν την παραίτησή τους. Εγώ έκατσα, ήθελα να βοηθήσω τον κόσμο εκεί, με όσα ήξερα. Τότε έμεναν επτά - οκτώ οικογένειες κτηνοτρόφων, περίπου 70 – 90 άτομα, τους οργάνωσα, κόψαμε ξύλα απ’ το δάσος επισκευάσαμε το σχολείο που ήταν ετοιμόρροπο, ανακαινίσαμε την εκκλησία, κάναμε και περίφραξη γύρω της θυμάμαι. Τότε το σχολείο είχε έξι παιδιά...φαινόταν ότι έφθινε. Έκατσα 2 χρόνια μόνος, ενοχλώντας… καταθέτοντας υπομνήματα συνεχώς για να φέρουν ρεύμα, να ανοίξουν δρόμο. Όλα έγιναν μετά από δύο χρόνια. Και ρεύμα φέρανε και η ΜΟΜΑ εκείνη την εποχή, άνοιξε το δρόμο. Τότε έφερα τη γυναίκα μου και κάτσαμε άλλα δύο χρόνια. Έφυγα το ’69, πέρασα καλά, πηγαίναμε για κυνήγι, μια φορά μάλιστα βρεθήκαμε κατά λάθος, οπλισμένοι φυσικά, κοντά στη Μπίγλιστα, απέναντι από το Πολυάνεμο… από Κορφούλα πηγαίναμε τότε. Είδαμε την Αλβανική σημαία και κάναμε πίσω!. Καλά ήταν, περιπέτειες ζήσαμε, ωραία χρόνια…. Ξαναπέρασα το ’79 δεν υπήρχε τίποτα….»(38). 

Στην Οινόη (πριν το 1928 Όσιανη στα 730 μ. υψ.) υπάρχει βενζινάδικο, παραδοσιακός φούρνος και μπακάλικο – σούπερ μάρκετ που σε περίπτωση ελεύθερης κατασκήνωσης είναι πολύ χρήσιμα για εφοδιασμό. Αυτό ισχύει περισσότερο στην περίπτωση που έρχεστε από Καστοριά για να μπείτε στον ορεινό χώρο του Γράμμου.  

Πιο κάτω συναντάτε τη βασική δστ., στην Αγία Κυριακή, που οδηγεί βορειότερα, στο κοινοτικό διαμέρισμα της Ιεροπηγής (πριν το 1928 Κωστενέτσι στα 1060 μ. υψ.), έδρα της κοινότητας Καστρακίου νομού Καστοριάς που περιλαμβάνει και το Κοιν. διαμέρισμα Δεντροχωρίου (πριν το 1928 Δέμπενη στα 990 μ. υψ.). Η μεγάλη κοινότητα (420 κατ. / 2001) ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα στα χρόνια του Μακεδονικού Αγώνα, ο ναός του Αγίου Αθανασίου (1867) κάηκε το 1903 με τα γεγονότα(39), και ξαναχτίστηκε αργότερα. Τη δραματική περίοδο του εμφυλίου πολέμου, πολλοί κτηνοτρόφοι δέχθηκαν εντολές να πάρουν τα κοπάδια τους από την περιοχή· μερικοί βρέθηκαν να τα βόσκουν για χρόνια στο Περτούλι Τρικάλων.  

Σήμερα ο επισκέπτης της Ιεροπηγής εκτός τις χωμάτινες ή πεζοπορικές διαδρομές στον παλιό Άγ. Δημήτριο ή στην κορφή του «Αγίου Αθανασίου» (1187. μ. υψ.), μπορεί εύκολα να κατέβει στην Κρυσταλλοπηγή από μια θαυμάσια δασική οδό, τμήμα αυτής που χρησιμοποιήθηκε στον στρατηγικό ελιγμό που έφερε τους μαχητές του Δ.Σ.Ε. στο γειτονικό Βίτσι. Αυτή, διασχίζει το μεγάλο βορειοδυτικό τμήμα του συγκροτήματος Μάλι Μάδι (1654 μ. υψ.), αιματηρό θέατρο συγκρούσεων στον Μακεδονικό Αγώνα, στο έπος του 1940 και την περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ευρύτερη περιφέρεια Ιεροπηγής – Κρυσταλλοπηγής υπάρχουν αρκετά εγκαταλειμμένα πολυβολεία.  

Σε έντεκα χλμ. θα βρεθείτε στην ιστορική Κρυσταλλοπηγή (Σμίρνετς(40), πριν το 1928 Σμάρδεσι, έως το 1940 Κρουσταλλοπηγή(41) στα 1130 μ. υψ.), έδρα της ομώνυμης διευρυμένης κοινότητας που περιλαμβάνει τα Κοιν. διαμερίσματα Βατοχωρίου και Κώττα. Έχετε περάσει πλέον στο νομό Φλώρινας. Είναι το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής με 573 κατοίκους και αποτελεί σπουδαίο μεθοριακό σταθμό εισόδου – εξόδου εμπορευμάτων και επισκεπτών(42), για την Ελλάδα, Αλβανία – Ιταλία. Σύντομα θα δεχθεί ριζικό εκσυγχρονισμό ώστε να αναβαθμίσει τις υπηρεσίες προς τους ταξιδιώτες, ενόψει του καινούργιου οδικού πανευρωπαϊκού άξονα 8 (VIII). Αυτός, μαζί με τους νέους αυτοκινητόδρομους (Εγνατία, Κρυσταλοπηγή –Σιάτιστα, Νίκη - Φλώρινα - Κοζάνη - Λάρισα), θα βοηθήσει όχι μόνο να αρθεί η απομόνωση αυτού του ευαίσθητου τμήματος της Δ. Μακεδονίας αλλά να γίνουν ευρύτερα γνωστά τα πανέμορφα φυσικά τοπία, δάση, λίμνες, με προοπτική, εφ’ όσον υπάρξει σεβασμός στο περιβάλλον, να συμβάλουν στην ανάπτυξη όλης της περιοχής με πιθανότητα, μακροπρόθεσμα να τονώσουν τους οικονομικούς δείκτες.  

Το παλιό χωρίο βρισκόταν πιο ψηλά, στους πρόποδες του βουνού Μπούτσι (1776 μ. υψ.), εκεί που σήμερα βρίσκονται οι στάνες κι’ οι αποθήκες, γύρω από τη μοναχική θεόρατη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είναι μια αξιοθαύμαστη τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική (43) με ενδιαφέρουσα σκαλιστή επιγραφή «1891 – 93 Μαρτιο 25» που βρίσκεται στο μέσον των τεσσάρων παραθύρων του δεξιού υπερώου της εκκλησίας και αναφέρεται στις χρονολογίες κατασκευής της. Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει η διαμόρφωση της δυτικής όψης της εκκλησίας με το πυργοειδές τετραώροφο σύνολο του κωδωνοστασίου της, με επιγραφή στο αέτωμα του τελευταίου ορόφου «1891», που παραπέμπει στην χρονολογία κατασκευής του. Πραγματικά, αν έλειπε αυτό, θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι πρόκειται για κάποιο μεγάλο δημόσιο κτήριο.  

Επίσης παρόμοιο ενδιαφέρον, προξενεί η αξιόλογη παρουσία της μεγάλης πετρόχτιστης κρήνης, λίγο πριν φτάσετε στην εκκλησία, που ασφαλώς εξυπηρετούσε δεκάδες χρόνια την πολυάνθρωπη κοινότητα. Η σκαλιστή μεγαλογράμματη επιγραφή στο κέντρο της γράφει:  

ΠΡΩΤΗ ΚΤΙΣΗΣ /
1747 ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙ /
ΣΚΕΥΗΔΑΠΑΝΗ Τ;/
ΚΟΙΝΚΡΟΥΣΠΗΓΗΣ1927; 

Η Κρυσταλοπηγή καταταλαιπωρήθηκε την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Ειδικά στις αρχές του 1903 υπέφερε οδυνηρά απ’ τη δράση των βουλγαρικών σωμάτων. Η τυραννική παρουσία στην κοινότητα των Βουλγάρων αρχηγών Τσακαλάρωφ(44), και Σαράφωφ(45) το Μάιο του 1903, σε μια εποχή που ζούσαν εδώ 345 οικογένειες, από τις οποίες οι μισές ήταν ελληνικές, υπήρξε η βασική αφορμή για την πολύνεκρη(46), ολοκληρωτική καταστροφή και λεηλασία του χωριού στις 9 Μαΐου 1903 (47). Αυτή προήλθε από τις αλλεπάλληλες σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στον τουρκικό στρατό και στα βουλγαρικά σώματα. Η καταστροφή στο Σμάρδεσι υπήρξε ένα από τα θλιβερότερα γεγονότα, που σημάδεψαν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ως την εξέγερση του Ίλιντεν. Ολόκληρος ο ελληνισμός της βορειοδυτικής Μακεδονίας συνταράχθηκε από την τραγική είδηση(48) 

Ο πόλεμος του 1940 – 1941, οι συνεχείς συγκρούσεις στην περίοδο του εμφυλίου, έδιωξαν το γηγενή πληθυσμό πράγμα που είχε σοβαρές συνέπειες για την κάποτε ισχυρή κοινότητα που τελικά, εγκαταλείφθηκε τελείως και γκρεμίστηκε το 1954. Το 1957 ήρθαν οι πρώτοι βλάχοι κτηνοτρόφοι από την Πρέβεζα και τη Θεσπρωτία αρχίζοντας μια νέα ζωή εδώ, χτίζοντας απ’ την αρχή το χωριό στη σημερινή του θέση, απέναντι απ’ το παλιό, δίπλα απ’ τον κεντρικό δρόμο προς το τελωνείο στους πρόποδες της Βάρμπας των ντόπιων (Τρικλάριο 1582 μ. υψ.). Εκείνα τα χρόνια έσπερναν δημητριακά, μάλιστα σώζεται η μεγάλη πετρόχτιστη αποθήκη της ένωσης συνεταιρισμών Κρυσταλλοπηγής, έργο μαστόρων απ’ τη Δροσοπηγή (Κάντσικο) μαστοροχωρίων Κόνιτσας του 1963. Η παραγωγικότητα σήμερα προσδιορίζεται από την κτηνοτροφία. Αυτή, απλώνεται στα γύρω χλοερά βοσκοτόπια που βόσκουν γύρω στα 6000 πρόβατα, παράγοντας ποιοτικά τυριά, γάλα ή τα παράγωγά τους, που ένα τμήμα απορροφάται από το χωριό ή τους επισκέπτες του, ενώ άλλο κατευθύνεται σε βιοτεχνίες της Νεάπολης Κοζάνης ή στην Κορησσό Καστοριάς.  

Στο χωριό υπάρχουν 2 – 3 καφενεία για ξεκούραση. Πάνω στον κεντρικό δρόμο, είναι η καφετέρια – εστιατόριο – ψησταριά του Αντώνη με καλά ψητά της ώρας και δροσερό καφέ ή τσιπουράκι. Όλη η περιοχή κρύβει θαυμάσιες διαδρομές, μία εξ’ αυτών, η συντομότερη, σας φέρνει στο ξεχασμένο Μοσχοχώρι (πριν το 1928 Βαμπέλι(49) και Βίμπελ(50)  στα 1200 μ. υψ.). Μόλις ενάμισι χλμ. βατού χωματόδρομου απέχει απ’ την Κρυσταλοπηγή αυτή η παλιά, εγκαταλειμμένη κοινότητα που κάποτε είχε περισσότερους από 800 κατοίκους. Στο χώρο της ρέει ακόμα η πηγή Βαμπέλ, ενώ διασώζονται κάποια ελάχιστα απομεινάρια κατοικιών και τα κατάλοιπα της ερειπωμένης πλέον, εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου (1871). Μέχρι πριν 40 χρόνια ήταν σε καλή κατάσταση, με αξιοπρόσεκτη δομή, χτισμένη πιθανά από ηπειρώτες μαστόρους. Γκρεμίστηκε σε καιρό ειρήνης, το 1965, όταν κατά λάθος έπεσε στην σκεπή της μια οβίδα από στρατιωτικά γυμνάσια που γινόντουσαν στην περιοχή. 

Αμέσως μετά την Κρυσταλοπηγή ο δρόμος περνάει μέσα από το Βατοχώρι (πριν το 1928 Μπρέζνιτσα(51), Μπρένιτσα(52) ή Μπρέσνιτσα(53) στα 880 μ. υψ.) που αποδυναμωμένο πληθυσμιακά περιμένει στωικά για δεκαετίες, κάποιες εξελίξεις. Πολλά απ’ τα σπίτια του γκρεμίζονται από το βάρος των χρόνων, οι πλίνθες απ’ τις οποίες είναι κατασκευασμένα πολλά, δεν αντέχουν την αδιαφορία. Άλλα πάλι, ανακαινίζονται, ένα μάλιστα φιλοξενεί το Λαογραφικό μουσείο. Φαντάζει απίστευτο στις μέρες μας, αυτές οι άλλοτε πολυάνθρωπες κοινότητες να έχουν υποστεί τόση μεγάλη εγκατάλειψη. Για παράδειγμα, στη κοινότητα Κρυσταλλοπηγής, υπήρχε αναμνηστική φωτογραφία που απεικόνιζε το προαύλιο του σχολείου στο Βατοχώρι με 200! περίπου παιδιά.  

Σήμερα, τους καλοκαιρινούς μήνες μαζεύονται στο χωριό πενήντα τρεις κάτοικοι ενώ για μαθητές ούτε κουβέντα να γίνεται. Το παλιό σχολείο παραμένει αξιοπρόσεκτο, με την προτομή του Ηλία Παπαθανασίου (1878 – 1944) δάσκαλου από το 1898 μέχρι το 1901 και από το 1911 μέχρι το 1944, απόγονου μεγάλης οικογενείας που έδωσε πολλά στον Μακεδονικό Αγώνα. Πολύ κοντά στο σχολείο, σώζεται μια κόγχη του παλιού ναού του Αγίου Νικολάου που καταστράφηκε. Σήμερα, εκτός τον καινούργιο ναό του Αγίου στο κέντρο του χωριού, χρησιμοποιούν την ερειπωμένη κόγχη σαν προσκυνητάρι. Αξιόλογο μνημείο 4 χλμ. από τον οικισμό με κατεύθυνση την Καστοριά, είναι το ξωκλήσι του Αγίου Αντωνίου(54) που θεωρείται 300 ετών. 

Κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο σ’ αυτή τη θαυμάσια παραμεθόρια περιοχή που περιτριγυρίζεται από ένα πολύπλοκο, βατό και κατάφυτο ορεινό ανάγλυφο, θα βγείτε στην κεντρική Ε.Ο. Καστοριάς – Φλώρινας. Μπορείτε να συνεχίσετε απ’ εδώ εύκολα προς λίμνες Πρεσπών, (Ταξίδια τ. 5ος – Πρέσπες και Διαδρομές (2003) 220 - 234), περνώντας οπωσδήποτε από τον Κώττα, την παλιά Ρούλια των Κορεστίων γενέτειρα του διαπρεπή Μακεδονομάχου Κωνσταντίνου Κώττα.  Όλες αυτές οι ακριτικές κοινότητες φορείς πανάρχαιων πολιτισμών, ηθών και παραδόσεων στάθηκαν φάροι γνώσης, εφαλτήρια σε όλους τους αγώνες των Ελλήνων. Σήμερα παραμένουν αψευδείς μάρτυρες του παρελθόντος και της ιστορίας του τόπου, περιμένοντας οποιοδήποτε έναυσμα της Διοίκησης ώστε να ανακάμψουν. 

Σ’ αυτά τα χωριά αποκαλύπτονται, με λίγο πείσμα απ’ την πλευρά του περιηγούμενου, πολλές ενδιαφέρουσες ιστορικές και αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες που φωτίζουν με λαμπρότητα κάποιες άγνωστες πτυχές του τόπου και ολόκληρης της Δυτικής Μακεδονίας. 

ROAD BOOK  

Οινόη – Αγ. Κυριακή – Ιεροπηγή 9,85 χλμ.

Ιεροπηγή – Κρυσταλλοπηγή  

Μηδενίζουμε στην πλατεία της Ιεροπηγής. 

1,3 χλμ. αριστερά χωράφια – Αλβανία, δεξιά Κρυσταλλοπηγή – τελωνείο,  

4,5 χλμ. δεξιά δασικός, αριστερά Κρυσταλλοπηγή,  

7,5 χλμ. αριστερά κεραίες, δεξιά Κρυσταλλοπηγή, 

9,35 χλμ. δεξιά βενζινάδικο, αριστερά Κρυσταλοπηγή – κέντρο. 

10,50 χλμ. βενζινάδικο.  

Κρυσταλλοπηγή – Ιεροπηγή  

Μηδενίστε στο βενζινάδικο πριν το χωριό.  

1,15 χλμ. αριστερά Ιεροπηγή, ευθεία Κρυσταλλοπηγή – τελωνείο,  

3,00 χλμ. δεξιά κεραίες, αριστερά Ιεροπηγή, 

6,00 χλμ. δεξιά Ιεροπηγή, αριστερά δασικός, 

9,20 χλμ. δεξιά Αλβανικά σύνορα, αριστερά Ιεροπηγή, 

10,50 χλμ. Ιεροπηγή.  

Ιεροπηγή – Αγία Κυριακή – Οινόη 9,85 χλμ. 

Σημειώσεις: 

(1) Αφήγηση των δραματικών γεγονότων στην περιοχή βλ. Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα (1987) 15, 18, 21 – 22. Από το αποτέλεσμα φαίνεται ότι δεν υπήρχε προηγούμενη ενημέρωση, πράγμα που συνάγεται από αυτά που γράφει ο Αναστάσιος Σιούκας: «…μας επληροφόρησαν τηλεφωνικώς ότι η Ιταλία εκήρυξε πόλεμον κατά της Ελλάδος».  Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970] 43.  

(2) Οι Ιταλοί με δύο διμοιρίες κατέλαβαν το φυλάκιο. Οι άνδρες, κατόπιν βραχείας αμύνης συνεπτύχθησαν βορείως Γιαννοχώρι. [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1960) 209. Αργότερα.. «Οι στρατιώται περνούν εντός ολίγου έξω από το σχολείο [στο Γιαννοχώρι] με τα όπλα τους, ξυπόλητοι χωρίς άρβυλα. Μας επληροφόρησαν ότι οι Ιταλοί με την χαραυγήν επετέθησαν αιφνιδίως κατά του φυλακίου των» [29ο  Γιαννοχωρίου]. Σιούκας ο.π. 43.   

(3) Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη (1994) 52. 

(4) Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τ. 2ος, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.775) Τετάρτη 31 Μαΐου (2006) 146.  

(5) Παπαϊωάννου ο.π. 6. 

(6) Παπαϊωάννου ο.π. 39. 

(7) Προφορική μαρτυρία του Σωτήρη Δημηρόπουλου από την Καλή Βρύση, που διαμένει στη Θεσσαλονίκη, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε στις 20 και 24 Απριλίου 2007 (11:30). Ο ίδιος μου ανέφερε ό,τι έχει δει με τα μάτια του τις επιγραφές και ότι ο αρχιμάστορας του μπουλουκιού ήταν ο Βασίλης Κωνσταντινίδης τιμημένος με αργυρούν μετάλλιο ανδρείας στις επιχειρήσεις της Μικράς Ασίας. Το αρχικό του επώνυμο ήταν Νόβες που το άλλαξε το 1902.   

(8) Στη δύση της οθωμανικής κατάκτησης η ευρύτερη περιοχή βρίθει από διαφορετικές εθνότητες, θρησκείες και σύνορα. Πάνω σε αυτό το μεγάλο σταυροδρόμι των Βαλκανίων υπήρχαν τα σλαβόφωνα χωριά με ελληνική συνείδηση, (Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λιβαδοτόπι, Καλή Βρύση), τα αμιγώς ελληνόφωνα χριστιανικά των ορεινών όγκων Γράμμου και Μοράβα (Ζούζουλη, Επταχώρι, Χρυσή, Πευκόφυτο, Βράχος, Γλυκονέρι, Κυψέλη, Γέρακας, Κιουτέζα, Σίτνιτσα, Δαρβάνα, Λιουμπόνια) και τα μικτά (Βιντόβα, Ρέβανη (Διποταμία), Ζέλεγραδ (Μεσόβραχος), Σιάκι (Κομνηνάδες), Γκίρλιανη (Χιονάτο), Ποντσάρα, Μποζιγκράδι, Κωστενέτσι (Ιεροπηγή), Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή) οι κάτοικοι των οποίων μιλούσαν αλβανικά και σλαβικά. Για περισσότερα βλ. Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα (1997) 60 – 63. Επίσης: Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999. 

(9) Στην απογραφή του 1913 η Καλή Βρύση εμφανίζει 443 κατοίκους. Ράπτης ο.π. 60. Στις μέρες μας 67 (2001). Και οι διπλανές κοινότητες όμως εμφανίζονται το ίδιο ανεπτυγμένες πληθυσμιακά. Έτσι στην απογραφή 15ης – 16ης Μαΐου 1928 διαβάζουμε: Διποταμία (Ρέβανη) 468 κατ., Μεσόβραχος (Ζέλεγραδ) 93 κατ., Χιονάτο (Γκίρλιανη) 326 κατ., Κομνηνάδες (Σιάκι) 354 κατ., Κορφούλα (Νοβοσέλο) 87 κατ., Πολυάνεμο (Κίρτσιστα) 249 κατ., Οινόη (Όσιανη) 602 κατ., Αγία Κυριακή 264 κατ., Ιεροπηγή (Κωστενέτσι) 501 κατ., Κρυσταλοπηγή (Σμάρδεσι) 598 κατ. Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα (1949) 233, 235, 237, 238. Οι μετονομασίες έγιναν στις 3 Οκτωβρίου 1928, μια εποχή που η Καστοριά δεν αποτελούσε ξεχωριστό νομό, αλλά επαρχία του νομού Φλώρινας. 

(10) Σιούκας ο.π. 124. (10α) Το Α’ Σύνταγμα ιππικού του Ελληνικού στρατού συγκροτήθηκε στη Φαρκαδόνα Τρικάλων από επίστρατους της περιοχής Καρδίτσας.  

(11) Για την απαλλοτρίωση και κατάληψη περιουσιών ψηφίστηκαν ειδικοί νόμοι, Ν. Δ. 2536/1953 «Περί εποικισμού των παραμεθορίων περιοχών και ενισχύσεως του πληθυσμού αυτών» και Ν. Δ. 2781/1954 «Περί αναγνωρίσεως και καταλήψεως περιερχομένων εις το δημόσιον αγροτικών ακινήτων». Πολλά παραμένουν ακόμα δεσμευμένα, και άλλα έχουν αποδοθεί στους παλιούς ιδιοκτήτες με την απόφαση του Νομάρχη Καστοριάς ΚΗ/2427 της 12ης Απριλίου 1988 περί «Απόδοσης καταληφθέντων αγροτικών ακινήτων». 

(12) Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα (1931) 39. 

(13) Επίσης αναφέρει για τις εικόνες του Χριστού, του Αγίου Γεωργίου και των Τριών Ιεραρχών που ήταν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Τσαμίση ο.π. 167 – 168. 

(14) Ταξίαρχος του Δ.Σ.Ε., με πολύχρονη δράση στην εθνική αντίσταση (1941 – 1944), και στον εμφύλιο (1946 – 1949). Έγραψε για τον τόπο καταγωγής του: Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Γιώργη Γιαννούλη και ο μόνος που ήρθε σε επαφή με το Νίκο Ζαχαριάδη την εποχή της εξορίας του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας, το 1973, εποχή που του εμπιστεύτηκε τη ‘’διαθήκη’’ του. Η ‘’Διαθήκη’’ εκδόθηκε πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1986 και εξαντλήθηκε γρήγορα. Κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση Ποιος Αυτοκτόνησε (δολοφόνησε) τον Νίκο Ζαχαριάδη, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005]. Άλλα βιβλία του Αχιλλέα Παπαϊωάννου για τον εμφύλιο είναι: Απαγορευμένη εικόνα, Γιώργης Γιαννούλης η θρυλική μορφή του Γράμμου το άγνωστο ημερολόγιό του, εκδόσεις Γλάρος, Αθήνα 1990, Ο αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη, Αθήνα χ.χ. [2005]. Υπό έκδοση: Ο Κρόνος τρώει τα παιδιά του Σκοτίδας – Γιαννούλης – Γεωργιάδης, οι δολοφονημένοι καπεταναίοι του Γράμμου, υπό εκτύπωση είναι: το Βίτσι εκδόσεις Μπίμπη, Θεσσαλονίκη.  

 (15) Αναμνηστικό Λεύκωμα ο.π. 29. 

(16) Τα έτη 1912 – 1923 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα 745.860 Έλληνες πρόσφυγες από Βουλγαρία, Αν. Θράκη, Πόντο, Σερβία, Ρουμανία, Καύκασο, Ρωσία, Β. Ήπειρο. Το 1922  - 1923 μετά την ειδική σύμβαση «Περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών» (30 Ιανουαρίου 1932) που συμπεριλήφθηκε στη συνθήκη της Λωζάνης (άρθρο 142 - 24 Ιουλίου 1923) εγκαταστάθηκαν 1.018.794 Έλληνες από Μ. Ασία, Θράκη, Πόντο, Κωνσταντινούπολη. Αντίστοιχα οι Τούρκοι που έφυγαν στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο (10.000), το 1914 (120.000), και μετά τη Λωζάνη 329.098, ήταν 459.098. Το 1927 (συμφωνία Καφαντάρη – Μολλώφ) έφυγαν επίσης 92.000 Σλαβόφωνοι. Η μεγαλύτερη, χωρίς προηγούμενο, μετακίνηση πληθυσμών στη μεταναστευτική ιστορία. π.χ. Η Θεσσαλονίκη τεσσερισήμισι μήνες μετά το ολοκαύτωμα της Σμύρνης διπλασίασε σχεδόν τον πληθυσμό της. [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα (1979) 318, 320 με βιβλιογραφία.   

(17) Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46 (1995) 47 – 72 και στο http://users.auth.gr/~sofronis/34ar.htm με βιβλιογραφία. Σε άλλη εργασία αναφέρονται 180.000, βλ. Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, αμφιθέατρο «Σάκη Καράγιωργα»,  Πάντειο Πανεπιστήμιο 20 – 23 Οκτωβρίου 1999, (επιμ.), Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας, εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα (2002) 210.  

(18) Σύμφωνα με έρευνα του 1991, οι οικισμοί του Νομού Καστοριάς που κατοικούνται από Ποντίους και η πλειοψηφία χρησιμοποιεί την ποντιακή διάλεκτο είναι: (σε παρένθεση ο αριθμός των κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του 1991), Αυγή (222), Διποταμιά (610), Καλοχώρι (459), Κομνηνάδες (151), Κορομηλιά (341), Αγ. Κυριακή (305), Λιθιά (372), Μεσοποταμιά (1.758), Οινόη (621), Πεντάβρυση (759), Πτελιά (72), Φωτεινή (194). Χατζησαββίδης ο.π. σημ. 16. Να επισημάνουμε ότι κατά την άφιξή τους στην Ελλάδα, μεταξύ τους, υπήρχαν κάποιοι που μιλούσαν την τσακώνικη διάλεκτο (βλ. παρακ. σημ. 21). Οι περισσότεροι ήταν τουρκόφωνοι, στοιχείο που δυσχέραινε τις σχέσεις τους, ενίοτε λειτούργησε ως κοινωνικό στίγμα. Όμως, αν για τη γλώσσα που μιλούσαν μπορούσαν να ανεχτούν κατηγορίες για την πίστη τους στη χριστιανική θρησκεία δεν σήκωναν κουβέντα. Το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν το χτίσιμο εκκλησιών, γιαυτό σε όλα τα χωριά της περιοχής που εξετάζουμε όλες οι εκκλησίες είναι χτισμένες τη δεκαετία 1922 - 1932. Περισσότερα βλ. Νίκος Μαραντζίδης ο.π. 208 – 221. 

(19) Σινώπη: Από την ισχυρή Σινώπη του 8ου αι. με τον ασφαλή ευρύστερνο λιμένα της ξεκίνησε ο εποικισμός του Πόντου και η ίδρυση των παραευξείνιων πόλεων Τραπεζούντα, Κερασούντα, Κοττύωρα (Ορντού), Φάτσα και Βατούμ. Πριν το διωγμό ήταν έδρα Σαντζακίου που περιλάμβανε τους καζάδες Σινώπης, Μπογιαμπάτ, Αγιατζίκ και οι Έλληνες αποτελούσαν το 1/3ο του πληθυσμού της πόλης (5000). Άρχισαν να ξεκληρίζονται το 1914 όταν εντάχθηκαν αναγκαστικά στα «τάγματα εργασίας». Τον Ιούνιο του 1916 οι Τούρκοι εκκένωσαν την πόλη απο τον ελληνικό πληθυσμό καθώς φοβόντουσαν την κατάληψή της από τους ρώσους. Όσοι επέζησαν ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Σήμερα υπάρχουν ακόμα δείγματα της ελληνικής παρουσίας, Αρρεναγωγείο – Παρθεναγωγείο, κατοικίες και η ερειπωμένη Κοίμηση της Θεοτόκου. Περισσότερα βλ. στα: Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα (2006) 82 – 97. Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση (2000) 104 – 105. 

(20) Ορντού (Κοττύωρα): Αποικία της Σινώπης (5ος αι.) άκμασε εκ νέου στις αρχές του 19ου αιώνα χάρη στο εμπόριο με το εξωτερικό. Πριν το διωγμό ήταν έδρα καζά με 5.500 ελληνικό πληθυσμό σε σύνολο 13.000. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων και των Αρμενίων ακολούθησε το ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του το 1918 και εγκαταστάθηκε στην Σοβιετική Ένωση. Όσοι παρέμειναν υπέμεναν τις διώξεις των Τούρκων μέχρι το 1922 που πρόσφυγες πια εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Στην πόλη υπάρχουν δείγματα της ελληνικής παρουσίας, το Πολυκάρπειο Ελληνικό Παρθεναγωγείο, κατοικίες και η εκκλησία της Υπαπαντής, σήμερα πολιτιστικό κέντρο. Περισσότερα βλ. Βλασίδης ο.π. 123 – 127, Κοντογιάννης ο.π. 74 – 76. 

(21) Αυτή η τρίτη κατηγορία, παραλλαγή της διαλέκτου, (οι άλλες δύο: βόρεια και νότια τσακωνική μιλιούνται στην Τσακωνιά, περιοχή του νομού Αρκαδίας στην Πελοπόννησο), χρησιμοποιούνταν ως τα χρόνια της Μικρασιατικής καταστροφής στα χωριά Βάτικα και Χαβουτσί, στα μικρασιατικά παράλια της Προποντίδας. Όταν μετά τη καταστροφή ήρθαν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες απ’ αυτές τις περιοχές, εγκαταστάθηκαν στα Σέρβια του νομού Κοζάνης και στο Χιονάτο του νομού Καστοριάς. Μεταξύ τους, ο τσάκωνας Νικόλας Καραλιώτης, που ζούσε στο Χιονάτο. Από τον Καραλιώτη ζήτησε ο Αθ. Κωστάκης να γράψει ότι θυμόταν απ’ τη ζωή του. Αυτό το υλικό, χρησίμευσε στη  διατριβή του για την τσακωνική διάλεκτο διαπιστώνοντας ότι στο Χιονάτο, εκτός της Ποντιακής, μιλούσαν και τα τσακώνικα της Προποντίδος. Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα.1951 και Karaliotis N, (Καραλιώτης Ν.) 1970.  Από τη ζωή του Νικόλα Καραλιώτη (From Nicholas Karaliotis Life). Centre for the Compilation of the Historical Dictionary of Modern Greek, Academy of Athens, Unpublished Manuscript 916. Athens. 71 p.p. {T} Μερικώς αδημοσίευτο χειρόγραφο που περιέχει πληροφορίες για τους Τσάκωνες της Προποντίδας. Περισσότερα στο: www.tlg.uci.edu/~opoudjis/Work/tsakbib.html Ένα τμήμα του χειρόγραφου του Καραλιώτη αναφέρει: Στο Χιονάτο δεν υπάρχουν σήμερα (1956) ντόπιοι. Οι λίγες οικογένειες σλαβόφώνων που έμειναν εκεί, έφυγαν μετά τα μεταπολεμικά γεγονότα [εννοεί τον εμφύλιο] προς το παραπέτασμα. Εκτός τους πρόσφυγες Τσάκωνες μένουν σήμερα στο Χιονάτο και δέκα περίπου οικογένειες Ποντίων προσφύγων τουρκόφωνων. Κωστάκης Θ. Π. ο.π. 358. και στο: www.academyofathens.gr/ksil/vkritman.pdf 

(22) Για τον διφορούμενο ρόλο των «Σπιτιών του παιδιού» και των βασιλικών ιδρυμάτων εν γένει δείτε απόψεις στο: www.iospress.gr/ios2002/ios20021215a.htm. Σύμφωνα με την ίδια τη Φρειδερίκη, στο απόγειό της η Βασιλική Πρόνοια διαχειριζόταν 58 «Παιδουπόλεις» με 25.000 παιδιά, 257 κέντρα νεότητας σε ισάριθμα χωριά, 62 κέντρα οικοτεχνίας για την παραγωγή χαλιών, υφαντών, κεντημάτων κ.λπ. και 80 «Μονάδες Βοηθείας Υπαίθρου». 

(23) Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων. «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη (2005) 101 – 123 με βιβλιογραφία. Στο θέμα γίνεται αναφορά από τον Δημήτρη Γκιώνη στην Ελευθεροτυπία, με αφορμή την ανακάλυψη ενός ντοκιμαντέρ 25’ που γυρίστηκε στο Γράμμο, το Βίτσι, την Ουγγαρία και τη Τσεχοσλοβακία από τον Μάνο Ζαχαρία, (σκηνοθεσία) και τον συγγραφέα Γιώργο Σεβαστικόπουλο, με την προτροπή του αρθρογράφου, «να προβληθεί παράλληλα με μια συζήτηση, ώστε να χυθεί πλήρες φως σ’ αυτό το θέμα». Βλ. εφημερίδα Αθηνών Ελευθεροτυπία (έτος 31ο, φύλλο 9.311) 15 Ιουλίου (2006) 35. 

(24) Τσαμίση ο.π. 232, 238. 

(25) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 5ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.778) Σάββατο 3 Ιουνίου (2006) 173.  

(26) Οι νέοι αγροτικοί συνοικισμοί, τα χωριά, οι πόλεις που δημιουργήθηκαν με την έλευση των προσφύγων στη Μακεδονία, από το 1922 έως 1942, ήταν 1.388 ενώ στη Θράκη 242. Ζούσαν εκεί 518.154 αγρότες εκτός των 227.706 αστών που εγκαταστάθηκαν σε πόλεις της Μακεδονίας – Θράκης. ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 321. 

(27) Ακόμα και σήμερα, στην ευρύτερη περιοχή επανδρώνονται δύο φυλάκια.  

(28) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1960) 204. 

(29) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1960) 207.  

(30) Προφορική μαρτυρία του Αχιλλέα Παπαϊωάννου, Ταξίαρχου του Δ.Σ.Α. σε επίσκεψη που έγινε στις 21 Μαΐου 2005 (17:45) στο σπίτι του στην Καλή Βρύση.  

(31) Σαββανάκης ο.π. 24. 

(32) Προφορική μαρτυρία του Χαράλαμπου Φυσσέα από τους Κομνηνάδες, σε επίσκεψη που έγινε στις 22 Μαΐου 2005 (11:00) στο χωριό. Ο ίδιος, σε τηλεφωνική επικοινωνία (19/4/07 – 12:40) ανέφερε ότι στους Κομνηνάδες εκτός τους πρόσφυγες από τη Σινώπη και την Ορντού υπάρχουν και δύο οικογένειες απ’ τη Ματσούκα του Πόντου.  

(33) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 3ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.776) Πέμπτη 1 Ιουνίου (2006) 46. Το 1928 διέθετε μονοτάξιο σχολείο με 33 μαθητές. Τσαμίση ο.π. 243. (σ.σ. Η περίπτωση της δημογραφικής κατάρρευσης δεν είναι η μοναδική στην Ελλάδα και χαρακτηρίζει τις περισσότερες ορεινές περιοχές, είναι όμως τραγικό το γεγονός ότι χρειάστηκε "μια μακρά περίοδος ειρήνης και όχι ένας καταστρεπτικός πόλεμος" για να φτάσει στο σημερινό του σημείο.). 

(34) Τσαμίση ο.π. 237.  

(35) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π.(1979) 288. Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 4ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.777) Παρασκευή 2 Ιουνίου (2006) 180. 

(36) Τσαμίση ο.π. 238. 

(37) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 2ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.775) Τετάρτη 31 Μαΐου (2006) 203 – 204. 

(38) Προφορική μαρτυρία του Αλέξανδρου Τούλιου, συνταξιούχου εκπαιδευτικού, με καταγωγή από το Μονόπυλο, σε τηλεφωνική επικοινωνία (27/4/07 – 11:15). Είναι ο ίδιος πληροφορητής που μου μίλησε για τμήμα της ιστορίας του Μονόπυλου. βλ. Ταξίδια τ. 8ος – Γράμμος 6ο (2006) 224 σημ. 18 και 25. 

(39) Τσαμίση ο.π. 168. 

(40) Με αυτή την ονομασία αναφέρεται από τον Pouqueville το 1826. Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη (2003) 309.  

(41) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 3ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.776) Πέμπτη 1 Ιουνίου (2006) 72.  

(42) Εκτός τους επισκέπτες από την Ε.Ε. οι Αλβανοί πολίτες που περνάνε ανέρχονται στους 577.168 χιλ. το χρόνο. Πηγή: www.traveldailynews.gr/makeof.asp?central_id=1369&permanent_id=2 

(43) Μουτσόπουλος ο.π. 309. 

(44) Δύο από τα δυναμικά στελέχη της Βουλγαρικής εξαρχίας που είχαν άμεση σχέση με το Σμάρδεσι (Κρυσταλλοπηγή). Ο Τσακαλάρωφ με καταγωγή (ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 69 σημ. 1), κι’ ο επίσης περιβόητος Πάντο Κλιάσεφ που γεννήθηκε εκεί. (ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 73 σημ. 3). 

(45) Μικρό μέρος της δράσης του και η καθοριστική συμμετοχή του στο συνέδριο της ΕΜΕΟ, [από τις πολλές ονομασίες επικράτησε το: Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωσις] και ΒΜPO [Βάτρισνα Μακεντόνσκα Ρεβολιτσιόζνα Οργανιζάτσια], στο Σμίλεβο (4 Απριλίου 1903) που έπεισε τους συνέδρους για την επανάσταση του ‘Ηλι – Ντέν (20 Ιουλίου 1903) περιγράφεται στο: ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. § 61 (1979) 87 – 88. βλ. επίσης την ενδιαφέρουσα εργασία της Σοφίας Ηλιάδου – Τάχου, Το Κρούσοβο, πέρα από την Ιστορία και την Μνήμη (1845 – 1903). Όψεις από την οικονομία, την Εκπαίδευση και την Κοινωνία του ως την επανάσταση του Ίλιντεν. Μέσα από το ανέκδοτο αρχείο του Γ. Νιτσιώτα, εκδόσεις Σταμούλη Θεσσαλονίκη 2004.  

(46) Εκατόν πενήντα νεκροί και εβδομήντα περίπου τραυματίες, ανάμεσα στους οποίους και αρκετοί Έλληνες. Μόλις τρεις μέρες μετά την καταστροφή του χωριού μόνο 20 – 25 σπίτια έμειναν όρθια. Βακαλόπουλος ο.π. 211 με βιβλιογραφία. Επίσης Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» στο: περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος (1972) 58. 

(47) ΓΕΣ / ΔΙΣ ο.π. (1979) 87. 

(48) Βακαλόπουλος ο.π. 212 με βιβλιογραφία. 

(49) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 4ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.777) Παρασκευή 2 Ιουνίου (2006) 22. 

(50) ΓΕΣ/ ΔΙΣ ο.π. (1979) 84. 

(51) Μουτσόπουλος ο.π. 151. 

(52) Σταματελάτου ο.π. Λεξικό τ. 1ος, το Βήμα (έτος ΠΕ’ φ.14.774) Τρίτη 30 Μαΐου (2006) 185. 

(53) ΓΕΣ/ ΔΙΣ ο.π. (1979) 105, 106, 111, 200 κ.ά.  

(54) Μουτσόπουλος ο.π. 151. 

ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ 

Ιδέα & υλοποίηση μορφής: Άγγελος Σινάνης 

Αυτόματος Αριθμός Κλήσης: 24670, (Χιονάτο, Διποταμία, Κομνηνάδες), Κρυσταλλοπηγή Φλώρινας 23850 

ΔΙΑΜΟΝΗ: Στο Τρίλοφο (Σλίμνιτσα) λειτουργεί πλέον ολοκαίνουργιος ξενώνας, εκτός αυτόν του πολιτιστικού συλλόγου, Βασίλης Μπέλλος 82411, 6978641877. Καλή Βρύση ξενώνας πολιτιστικού συλλόγου, Ζιούτης Χρήστος 2310838392, Σωτήρης Δημηρόπουλος 2310359017, 802020, 6948682223 (Σωτήρης Δημηρόπουλος) από 15 Μαΐου μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου. Χιονάτο δημοτικός ξενώνας 91300 – 91400. Κρυσταλλοπηγή ξενοδοχείο ‘’Κρυστάλ’’ Τάτση Αλεξάνδρα 46512. Νεστόριο ‘’Αλέξανδρος’’ Μιχάλης Νταούτης 31114 www.hostel-alexandros.gr , ‘’Αχχίλειον’’ 31120, ‘’Βατύνα’’ 31118, ‘’Αναστασία’’ 31101. 

ΚΑΜΠΙΝΓΚ: Ο απόλυτος και ανεξάντλητος παράδεισος για τους λάτρεις της φύσης. Αν δεν φυσάει, στο πλάτωμα της Αλεβίτσας, στην καταπράσινη Κορφούλα και στο πλάτωμα της ‘’συναγωνίστριας’’ πάνω απ’ τους Κομνηνάδες. Σε κάθε περίπτωση να έχετε μαζί σας παγούρι γεμάτο και προσέξτε μην αφήσετε σκουπίδια.  

ΦΑΓΗΤΟ: Καφενείο – ψησταριά στη Διποταμία, Σάββας Παπαδόπουλος 91480. Αν τηλεφωνήσετε νωρίτερα έχει τη δυνατότητα να μαγειρέψει για σας τοπικές συνταγές. Καφενείο – καφετέρια στο Χιονάτο, Γιώργος Καραβασίλης 6979340851. Καφεψησταριά ‘’ο μπαρμπαΒασίλης’’ Κρυσταλοπηγή, Αντώνης Μπαμπάκος 45889, της ώρας, μαγειρευτά, τραχανά, σούπες, τηγανιές και αρνί στη σούβλα. Αν ανεβείτε στον Γράμμο να έχετε μαζί σας προμήθειες ή να ψωνίσετε απ’ το Νεστόριο ή την Οινόη.  

ΑΧΡΕΙΑΣΤΑ: Δήμος Ακριτών 2467091300 – 400, Δήμος Μεσοποταμίας 2467061298, Κοινότητα Κρυσταλλοπηγής 45895, 46105. Δήμος Νεστορίου 31204, 31027 – 8, Αστυνομία Νεστόριου 31218, 31205, Α’ Βοήθειες Νεστόριου 31216. Συνεργείο – Βουλκανιζατέρ: Μόνο στην Καστοριά Ζουρνατζής Νίκος Λεωφόρος Κύκνων 14, www.moto-action.gr 86979, 6977705092. 

ΧΡΗΣΙΜΑ: Διεύθυνση δασών Καστοριάς 26666, 22881, 22995. Ο Χαράλαμπος Φυσσέας 6977527733 από τους Κομνηνάδες, γνωρίζει καλά την περιοχή και λύνει πολλές απορίες για τα πολυβολεία, το συνοικισμό Κορφούλα κ. ά. Πολλές οι εκδηλώσεις – πανηγύρια στο δήμο Ακριτών. Εκτός των γνωστών: καρναβάλια – μπουμπούνες, το αφιέρωμα στην ημέρα της γυναίκας, οι εορτασμοί των εκκλησιών (Αγ. Γεώργιος, Κοίμηση Θεοτόκου, Κωνσταντίνου και Ελένης) και οι Ποντιακές βραδιές ή τα ποντιακά κάλαντα την ημέρα των Θεοφανίων, διοργανώνονται κάποιες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Στις 19 Μαΐου ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων, τέλος Ιουλίου Αντάμωμα Κομνηναδιτών, 15 Αυγούστου τριήμερες πολιτιστικές εκδηλώσεις με εκθέσεις, θέατρο, παιχνίδια, παραδοσιακούς χορούς τραγούδια και γλέντι. 7/8/9 Σεπτεμβρίου γιορτάζουν το Γενέσιο της Θεοτόκου με ποντιακό γλέντι και θέατρο.    

ΒΕΝΖΙΝΑΔΙΚΑ: Προσοχή στις βενζίνες. Αν έχετε μικρό ντεπόζιτο πάρτε ένα τετράλιτρο από την Οινόη το Νεστόριο ή την Κρυσταλλοπηγή. Καστοριά όλες οι εταιρείες.  

ΧΑΡΤΕΣ: Δύσκολα να βρεθεί κάτι αξιόπιστο σε κλίμακα 1: 50.000. Προτιμήστε κάποια έκδοση σε κλίμακα 1: 100.000 ή έστω 1: 250.000. Υπάρχει ένας με διαδρομές στον Γράμμο από τον ‘’Αρκτούρο’’ την οργάνωση για την προστασία της Αρκούδας, σεκλίμακα με 1: 100.000. Ο Ε.Ο.Τ. κυκλοφόρησε, (με την συνεργασία του Ε.Ο.Σ. Αχαρνών), 12 χάρτες για την οροσειρά της Πίνδου. Μεταξύ αυτών, είναι ο Νο 1 (Γράμμος) σε κλίμακα 1:50.000 που απεικονίζει τμήμα της περιοχής. Αν δεν βρείτε εκεί (στον Ε.Ο.Τ. ή στον Ε.Ο.Σ. Αχαρνών) η μόνη λύση είναι η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, Πεδίον Άρεως 2108206632, 8206600. Αγοράστε 2 φύλλα 1:250.000 (1:50.000 δεν δίνουν εκτός και αν ζητηθούν από δημόσια υπηρεσία), Κοζάνη, Ιωάννινα. 

ΛΕΣΧΕΣ ΜΟΤΟΣΥΚΛΕΤΑΣ: Μ.Ο.Κ. (Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Καστοριάς) Τάνια Ρήμου, Περιοχή Χλόη, τηλ 2467026431, 6938045052. Πληροφορίες για το ταξίδι σας, όλο το χρόνο, βρίσκετε στους ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ – Σύλλογος Μοτοσικλετιστών, Ελάτη Τρικάλων τηλ Fax: 2434071826. 

Περισσότερες πληροφορίες για τα δύο άρθρα του ΓΡΑΜΜΟΥ (7ο και 8ο)  αντλήστε από την ενδεικτική Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία: 

Α’         Αυτοτελή Βιβλία – Εργασίες 

  • Αναμνηστικό Λεύκωμα, Ο Εφημεριακός Κλήρος της Ιεράς Μητροπόλεως Καστοριάς, εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1931.
  • Παντελή Τσαμίση, Η Καστοριά και τα μνημεία της, Αθήνα 1949.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 – 1941 – Η Ιταλική εισβολή, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1960.
  • Αναστάσιος Κυρ. Σιούκας, Σύντομος Ιστορία Γιαννοχωρίου – Μονοπύλου – Σλημνίτσης – Καλής Βρύσης – Λειβαδοτόπου, αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη χ.χ. [1970].
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην Γεγονότα, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1979. 
  • Δημητρίου Ν. Τσίγκαλου, Το Επταχώρι, έκδοση Φιλοπροοδευτικού συλλόγου των απανταχού Επταχωριτών Θεσσαλονίκη 1979.
  • [Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού],Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα (1946 – 1949. Το δεύτερον έτος του αντισυμμοριακού αγώνος, 1947, ΓΕΣ / ΔΙΣ Αθήνα 1980.
  • Βασίλη Σαββανάκη, Γκοροτόπι, (επιμ.) Παναγιώτη Καμηλάκη, έκδοση συλλόγου Βελεστινιωτών Αθηνών, Αθήνα 1987.
  • Παντελή Μ. Κοντογιάννη, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδοση του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Α’ έκδοση Αθήνα 1921, Α’ ανατύπωση 2000.
  • Γ. Κοράκης, Δ. Μπούσμπουρας, Β. Πετρίδου, Διαδρομές στο Γράμμο, έκδοση Αρκτούρος Θεσσαλονίκη 2002.
  • Νικόλαος Κ. Μουτσόπουλος, Εκκλησίες του Νομού Φλώρινας, εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία Α.Ε. Θεσσαλονίκη 2003.  
  • Αθανάσιος Π. Κωστάκης, Σύντομη γραμματική της τσακωνικής διαλέκτου, Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1951. 
  • Αχιλλέα Ι. Παπαϊωάννου, Η Καλή Βρύση στο πέρασμα των αιώνων, Αυτοέκδοση, Θεσσαλονίκη 1994.
  • Ζαλίδης Χ. Γ. και Α. Λ. Μαντζαβέλας (συντονιστές έκδοσης) 1994. Απογραφή των ελληνικών υγροτόπων ως φυσικών πόρων (Πρώτη προσέγγιση). Ελληνικό κέντρο Βιοτόπων – Υγροτόπων (ΕΚΒΥ) xviii + 587 σελ. Ιούνιος 1994.
  • Μιχάλη Αλ. Ράπτη, Τα μαρτυρικά Γραμμοχώρια της Καστοριάς (Σλίμνιτσα, Μονόπυλο, Γιαννοχώρι, Λειβαδοτόπι, Καλή Βρύση), αυτοέκδοση, Αθήνα 1997.
  • Μιχαήλ Ι. Κωστόπουλου, Γνωριμία με το Νεστόριο Καστοριάς, έκδοση δήμου Νεστορίου, Καστοριά 1998.
  • Γιάννης Κ. Παπαρίζος, Τα χωριά του Γράμμου, εκδόσεις Κώδικας Θεσσαλονίκη 1998. 
  • Κωνσταντίνος Απ. Βακαλόπουλος, Εθνοτική Διαπάλη στη Μακεδονία (1894 – 1904. Η Μακεδονία στις παραμονές του Μακεδονικού αγώνα. Εκδόσεις Ηρόδοτος Β’ έκδοση Θεσσαλονίκη 1999. 
  • Μιχάλης Ζ. Θεοδώρου, Φυγή και Επιστροφή, αυτοέκδοση Αθήνα 2004.
  • Αχιλλέας Ιω. Παπαϊωάννου, Ο Αληθινός Γράμμος, εκδόσεις Μπίμπη Θεσσαλονίκη χ.χ. [2005].
  • Βλάσης Βλασίδης, Πόντος, εκδόσεις Explorer Αθήνα 2006.
  • Μιχαήλ Σταματελάτου - Φωτεινή Βάμβα – Σταματελάτου, Γεωγραφικό Λεξικό της Ελλάδος, τόμοι 5, ειδική έκδοση για την εφημερίδα Αθηνών το Βήμα Αθήνα 2006.  

Β’         Αφιερώματα περιοδικών  

  • Σωφρώνης Χατζησαββίδης, «Τα ποντιακά στον ελλαδικό χώρο», Αρχείον Πόντου 46, 1995.
  • Νίκος Μαραντζίδης, «Εθνοτικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου: Η περίπτωση των τουρκόφωνων Ποντίων καπεταναίων της Μακεδονίας», πρακτικά επιστημονικού συνεδρίου, στο: Ο Ελληνικός Εμφύλιος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο, Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγος, Γ. Ψαλλίδας (επιμ.), εκδόσεις Θεμέλιο Αθήνα 2002.
  • Τασούλα Βερβενιώτη, «Περί ‘’παιδομαζώματος’’ και ‘’παιδοφυλάγματος’’ ο Λόγος ή τα παιδιά στη δίνη της εμφύλιας διαμάχης», πρακτικά επιστημονικών συνεδρίων για τη μελέτη Εμφυλίων Πολέμων, στο: «Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη», (επιμ.), Ε. Βουτηρά, Β. Δαλκαβούκης, Ν. Μαραντζίδης, Μ. Μποντίλα, εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2005.
  • Δημήτρης Μπούσμπουρας (επιμ.), «Γράμμος», περιοδικό ‘’Μικρή Άρκτος’’, 1-16 της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας Αρκτούρος τ.24 Απρίλιος – Μάιος – Ιούνιος 2000.  
  • Λουκά Χ. Σιάνου, «Τα Κορέστεια στον Μακεδονικό Αγώνα» περ. Αριστοτέλης Φλώρινας, έτος 16ο, τ.91, Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1972. 

Γ’    Άρθρα σε εφημερίδες 

  • Οδοιπορικό της ‘’Κ’’ σε Γράμμο – Βίτσι του Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη «Κι όμως, οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα – φωτ. Αλέξανδρου Γκιώνη, «Αναξιοποίητο τουριστικά το βουνό του διχασμού», Καθημερινή Κυριακή 29 Αυγούστου 1999.
  • Σταύρου Τζίμα «Ο τουρισμός σκαρφαλώνει στο Βίτσι», Καθημερινή Κυριακή 31 Οκτωβρίου 2004. 
Saturday the 18th. . Joomla 3.0 templates. All rights reserved.